Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (6)

10 Απριλίου 2011
Αρθρογράφος: Μελίνα Παπ.


Να σας συστηθώ: είμαι η Μελίνα Παπ., 38 ετών, δικηγόρος και διαζευγμένη.

Γεννήθηκα στην Πάτρα και διαμένω από παιδί στην Αθήνα. Το μορφωτικό επίπεδο του πατέρα μου ήταν της βασικής εκπαίδευσης και απασχολούνταν ως ελεύθερος επαγγελματίας, η δε μητέρα μου, αν και ασχολούνταν με τα οικιακά, είχε μια πιο κριτική διάθεση στα θρησκευτικά ήθη και έθιμα μέχρι το τέλος της ζωής της, σε αντίθεση με τον πατέρα μου που είναι πιο θεοσεβούμενος.

Όλα όσα θα παρουσιάσω στη συνέχεια τα αποδίδω με βάση τα συναισθήματα και τον αυθορμητισμό που ένοιωθα και ενθυμούμαι, ανάλογα με την ηλικία που βρισκόμουν σε κάθε περιστατικό. Ελπίζω να μην κουράσω και να κερδίσω την εύνοια του αναγνώστη σχετικά με τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου.

Στο δημοτικό μού άρεσαν οι άθλοι του Ηρακλή και γενικά η αρχαία ελληνική μυθιστορία. Παράλληλα μας βομβάρδιζαν με θρησκευτικές ιστοριούλες στο ανάλογο μάθημα και μας επέβαλαν να πάμε στο κατηχητικό σαν την πλέον ενάρετη εξωσχολική δραστηριότητα για όλα τα «καλά παιδιά»… Επειδή λοιπόν δεν ήμουν καθόλου κακό παιδί και έτρωγα όλο το φαΐ μου –γι’ αυτό και είχα τότε λίγα κιλάκια παραπάνω– πήγαινα ανελλιπώς στο κατηχητικό!

Εκεί στο κατηχητικό όμως συνέβαιναν κάποια πράγματα που με προβλημάτιζαν... Π.χ. μας υποχρέωναν, με χρήση ηθικού ψυχαναγκασμού, να δίνουμε χρήματα από το ελάχιστο χαρτζιλίκι μας για τα παιδάκια της Αφρικής, όπως μας έλεγαν, βάζοντάς τα σε ένα χαρτί που δίπλωνε ειδικά σαν φάκελος και γράφαμε και το όνομά μας απ’ έξω! Το θέμα που ανέκυψε για μένα ήταν ότι τα χρήματα αυτά ήταν τόσο λίγα, που σκεφτόμουν πως ήταν σαν να εμπαίζαμε τα φτωχά παιδάκια - ή αλλιώς μας εμπαίζανε. Επίσης πως, αν ήθελε η Εκκλησία πραγματικά να βοηθήσει, θα έδινε χρήματα και άλλα πράγματα από το πλήθος χρυσών σκευών που είχαν στους ναούς και τις μητροπόλεις και τα τόσα χρήματα που έβλεπα πως συγκέντρωναν σε κάθε λειτουργία στο παγκάρι, όποτε πήγαινα για εκκλησιασμό, γιατί εκεί πολλοί έκαναν και επίδειξη με το μέγεθος των κεριών καθώς και το περίφημο «κουτί του φιλόπτωχου ταμείου»…

Επιπλέον θα μπορούσαν να έπαιρναν από τις δωρεές που έκαναν οι πιστοί σε κοσμήματα και πολυτελείς πολυελαίους. Τελικά, ας έπαιρναν χρήματα μόνο από τους μεγάλους και όσους είχαν γενικά μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες... Για τους λόγους αυτούς υποψιαζόμουν μεγάλο επιχειρηματικό δαιμόνιο των «ιερών πατέρων» μας, αλλά πώς ήταν δυνατόν να δεχόταν ο οποιοσδήποτε ενήλικας τέτοιες σκέψεις από ένα μικρό κορίτσι; Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο, αν όχι ανήθικο και «ξεδιάντροπο»… Αν ήμασταν στον Μεσαίωνα θα ήμουν για την πυρά - για «το πυρ το εξώτερον»…

Εκτός αυτού, είχα πάντα σοβαρές αμφιβολίες και για τον τελικό προορισμό των χρημάτων, γιατί ποτέ δεν μας έλεγαν για το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας... Αλλά σε ποιον να το πω, δεν τολμούσα, αν και έμπαινα πολλές φορές στον «πειρασμό». Με έπιανε ένας κόμπος στο λαιμό, γιατί φοβόμουν την επίπληξη από την κυρία του κατηχητικού και ντρεπόμουν... Όμως έδινα τα χρήματα και απλά προσευχόμουν μέσα μου και ήλπιζα να πάνε πραγματικά σε εκείνα τα πεινασμένα παιδάκια ή τέλος πάντων σε ανθρώπους που ήταν σε μεγάλη ανέχεια και πάντως σε «καλή μεριά»…

Όταν ο πατέρας μου ανάρρωσε μετά από μια ασθένειά του, είχε κάνει δωρεά αντικαθιστώντας όλους τους πολυελαίους που είχε η εκκλησία κοντά στο σπίτι μας, με άλλους πολυτελούς κατασκευής, των οποίων το οικονομικό κόστος θεώρησα τότε υπερβολικό και επιδεικτικά πομπώδες για την οικογένειά μας, πράγμα που τόλμησα να εκφράσω μόνο στη μητέρα μου με την οποία επικοινωνούσα καλύτερα, γιατί τηρούσε πιο δημοκρατικές διαδικασίες στις σχέσεις με τα παιδιά της. Φυσικά, ούτε λόγος μπροστά στον πατέρα μου, καθώς δεν τολμούσα να «ασεβήσω» υπεισερχόμενη σε τέτοια θέματα, γιατί ο μπαμπάς ήταν πολύ αυστηρός μαζί μου πάντα, ιδιαίτερα όταν καταλάβαινε ότι διαφωνώ, επειδή πάντα το εκλάμβανε ως αυθάδεια και ήταν κακό γι’ αυτόν ένα μικρό κορίτσι να υπερβαίνει τα εσκαμμένα...

Όταν ήμουν σε ηλικία 7-8 ετών, οι κυρίες του κατηχητικού στην Πάτρα, κατά την Κυριακή της Αποκριάς που γινόταν η μεγάλη παρέλαση του καρναβαλιού, μας φυγάδευσαν κυριολεκτικά έξω από την πόλη δήθεν για εκδρομή, με το αζημίωτο βέβαια, αν και ήταν για τη σωτηρία της παιδικής ψυχής μας, ενάντια στη διαφθορά που δήθεν προσέφερε η πιθανή συμμετοχή μας στο λαϊκό αυτό πανηγύρι ξεγνοιασιάς και κεφιού. Όπως μας έλεγαν, ήταν αμαρτία και έργο του διαβόλου η συμμετοχή μας σε αυτές τις εκδηλώσεις.

Έτσι μου έχει μείνει απωθημένο από τότε το γεγονός ότι δεν μπόρεσα να συμμετάσχω στην παρέλαση του καρναβαλιού της Πάτρας μέχρι σήμερα... Μετά φύγαμε από εκεί και ήλθαμε στην Αθήνα, οπότε έχασα αυτή την ευκαιρία δια παντός, καθόσον θέλει προετοιμασία και οργάνωση αρκετών ημερών ή και μηνών για να συμμετάσχει κάποιος σε αυτά τα γκρουπ των μεταμφιεσμένων...

Αναρωτιόμουν λοιπόν τότε, τι το κακό υπάρχει στη διασκέδαση και στο γέλιο που όλοι ξέρουμε τις ευεργετικές επιπτώσεις που έχει στη ζωή μας. Τι λόγους μπορεί να έχει η Εκκλησία και παρεμβαίνει στο καρναβάλι και, ενώ όλοι χαίρονται και διασκεδάζουν, εμείς τα παιδιά απαγορεύεται να συμμετάσχουμε σε αυτή τη χαρούμενη γιορτή; Μόνο ένας διεστραμμένος νους θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια τέτοια παρέμβαση σε παιδικές ψυχές.

Στο πίσω μέρος του μυαλού μου σαν παιδί, είχα πάντα μια αμφιβολία γι’ αυτά που μας έλεγαν, αλλά παρά ταύτα αναγκαζόμουν να ακολουθήσω τις οδηγίες σαν «καλό κορίτσι» που ήμουν, γιατί είχαν φροντίσει να ενσπείρουν έντεχνα το φόβο, τον τρόμο και τη σύγχυση στη παιδική ψυχή μου και μαζί την αμφιβολία, ότι μπορεί και να υπάρχει ο θεός, που δεν επιτρέπει αντίθετη συμπεριφορά και θεωρεί την ανυπακοή μεγάλη αμαρτία, και θα με παιδεύει σε αυτήν αλλά και στην άλλη ζωή! Μετά μας έλεγαν ότι είναι Πανάγαθος… «Δεν μπορεί, κάπου υπάρχει λάθος» έλεγα…

Αυτός ο φόβος και τρόμος με είχε κυριεύσει όταν σε ηλικία 7 ετών περίπου, ένα αυγουστιάτικο βράδυ, μας είχε πάει ο πατέρας μου με τις αδελφές μου σε παράσταση του Καραγκιόζη. Τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο μπαμπάς μου και εκείνη τη φορά είχε σαν θέμα τον εξορκισμό ενός τέρατος που έτρωγε ανθρώπους και κατέστρεφε την πόλη... Στην παράσταση αυτή χρησιμοποιούσε ο Καραγκιόζης έναν τεράστιο σταυρό που τον πρότεινε στο τέρας για να το διώξει μακριά από την πόλη και τους ανθρώπους. Όταν γυρίσαμε σπίτι και πέσαμε να κοιμηθούμε ήλθαν κρυφά οι αδελφές μου στο κρεβάτι μου και κάναμε αναπαράσταση στο τοίχο δίπλα στο κρεβάτι μου, καθώς έπεφτε το φως του αυγουστιάτικου φεγγαριού και έλουζε το δωμάτιό μου.

Αφού παίξαμε, οι αδελφές μου κουράστηκαν και πήγαν να κοιμηθούν, στο δικό μου μυαλό γύριζε και ξαναγύριζε η σκηνή του εξορκισμού και αναρωτιόμουν, πώς γινόταν, με βάση ποιο μηχανισμό, ένα κομμάτι ξύλο να έχει τέτοιες μαγικές ιδιότητες και ικανότητες. Ξαφνικά κι ενώ σκεφτόμουν τη σκηνή, στο μεταίχμιο μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου, ένοιωσα, κοιτάζοντας το πόδι του τραπεζιού που γυάλιζε στο ημίφως, να έρχεται κατά πάνω μου σαν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, ο ίδιος ο διάβολος, όπως μας τον περιέγραφαν! Με μια μαύρη μπέρτα καλυμμένος, κατάμαυρος με κόκκινα μάτια στάθηκε από πάνω μου έτοιμος να με κατασπαράξει...

Εκείνη τη στιγμή παρέλυσα από τρόμο και ενώ προσπαθούσα απεγνωσμένα να φωνάξω σε βοήθεια, η φωνή μου πνιγόταν και δεν έβγαινε ούτε φθόγγος, αν και προσπαθούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Ταυτόχρονα σκεφτόμουν και ήξερα ότι όλα αυτά δεν είναι αλήθεια... Μετά από προσπάθεια ώρας κατάφερα, όπως φάνηκε, δεν ξέρω πως, να βγάλω μια άναρθρη κραυγή, και είδα να εισβάλλει έντρομη η μητέρα μου μέσα στο δωμάτιο, όπου με αγκάλιασε και στη συνέχεια μου έφερε νερό να πιω και μου έβρεξε λίγο το πρόσωπο και στο λαιμό μου για να συνέλθω...

Αυτή ήταν η πιο τρομακτική εμπειρία που έχω νοιώσει ποτέ. Ίσως ήταν κάτι σαν αυθυποβολή αλλά από τότε δεν τόλμησα να κάνω τέτοιου είδους «αναπαραστάσεις» στο τοίχο του κρεβατιού μου… Συλλογιζόμουν, και τελικά συνειδητοποίησα, πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες του μυαλού μας – του υποσυνειδήτου μας. Επειδή, ενώ ήξερα ότι αυτό που συνέβαινε ήταν πλαστό, εν τούτοις δεν μπορούσα να το ελέγξω για να μη φοβάμαι...

Σκέφτομαι όμως ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι, που ίσως είχαν παρόμοιες εμπειρίες με μένα, δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τις φοβίες τους και στράφηκαν σε δεισιδαιμονίες και παραδόθηκαν άνευ όρων σε μια θρησκευτική πίστη, περιχαρακώνοντας τη ζωή και το μέλλον τους μέσα σε επικίνδυνες ψευδαισθήσεις. Πράγμα που σίγουρα είχε αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις τους προς το οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τους. Αυτό συμβαίνει γιατί ο φόβος και ο τρόμος αλλοιώνουν την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου και τον κάνουν να αντιδρά σπασμωδικά στα προβλήματα της ζωής.

Γενικότερα, η επίδραση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη φοβικών συνδρόμων στις ανθρώπινες κοινωνίες, με απρόβλεπτες συνέπειες στον τρόπο διαβίωσής μας και στον τρόπο που διαμορφώνουμε το κοινωνικό μας μέλλον. Συνέπεια αυτού είναι και η άνευ όρων παράδοση κάποιων ομάδων ανθρώπων στη θρησκευτική τρομολαγνεία και τη στυγνή εκμετάλλευση της ανθρώπινης αδυναμίας και άγνοιας, που οδηγούν στον «κανιβαλισμό» του ανθρώπου από τον συνάνθρωπο.

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου, άρχισα να ανακαλύπτω σιγά σιγά στη Μέση Εκπαίδευση την αλήθεια μέσα από το μάθημα της ιστορίας και ειδικά στα κεφάλαια που αναφέρονταν στις Οικουμενικές Συνόδους και τις διαμάχες μεταξύ των αιρετικών. Έτεινα δε να συμφωνώ με κάποιους από τους λεγόμενους «αιρετικούς» (π.χ. τους Κόπτες, τους Γνωστικούς κλπ). Εξάλλου με είχε προβληματίσει το γεγονός ότι συνεδρίαζαν κατά χρονικά διαστήματα και προσάρμοζαν τα «πιστεύω» της χριστιανικής θρησκείας κατά το δοκούν και πάντα σε συνάρτηση με πολιτικές προεκτάσεις και σε συνεργασία με αυτοκράτορες ή ηγεμόνες της κάθε εποχής. Έτσι διέκρινα πίσω από τις καταστάσεις αυτές ότι επρόκειτο για ιστορικούς συμβιβασμούς που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα διαφόρων ομάδων που πρόσκειντο στο χριστιανικό ιερατείο για εξασφάλιση κοσμικής εξουσίας και όχι για κάποια θεϊκή αλήθεια.

Εν ολίγοις άρχισα να αντιλαμβάνομαι με τη βοήθεια και των άξιων φιλολόγων καθηγητών μου, ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι εξουσίας — μια συμπαιγνία μεταξύ εκκλησίας και κρατικής εξουσίας, που άλλοτε συνεργάζονταν και άλλοτε ανέχονταν ή μια την άλλη για να εκμεταλλεύονται τους λαούς ανενόχλητοι, γεγονός που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Έτσι όταν έβλεπα στο βιβλίο κεφάλαιο της ιστορίας με οικουμενικές συνόδους μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, άρχιζα να νοιώθω μια αποστροφή γι’ αυτά τα κομμάτια της ύλης του μαθήματος, επειδή θεωρούσα από τότε ότι συνωμοτούσαν κάθε φορά κατά του λαού και προσπαθούσαν να τον χειραγωγήσουν μέσα από τις δοξασίες και τους πειθαναγκασμούς που θεσμοθετούσαν…

Τις παραπάνω πεποιθήσεις μου επιβεβαίωσε και το γεγονός ότι ανακάλυψα διαβάζοντας για άλλες αρχαίες θρησκείες ότι ο χριστιανισμός έχει δανειστεί όλα σχεδόν τα λατρευτικά και δογματικά του στοιχεία από την αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία, την αρχαία ελληνική καθώς και τις αρχαίες ανατολικές θρησκείες.

Σε ηλικία 15-17 ετών έκανα φιλοσοφικές συζητήσεις με τον παππού μου και έναν θείο μου, και όταν τους συναντούσα και τους δυο μαζί για μένα ήταν η καλύτερη «ψυχαγωγία», γιατί χρησιμοποιώντας τη μαιευτική μέθοδο του μεγάλου φιλόσοφου Σωκράτη, αποσπούσα απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα μου, ενώ συνεχώς ανέκυπταν νέα ερωτήματα που ζητούσαν απάντηση και αφορούσαν κοινωνικοπολιτικά θέματα και το πώς διαπλεκόταν σε όλα αυτά η θρησκεία...

Έτσι μπήκα στα βαθιά και άρχισα παράλληλα να διαβάζω την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τη «Σιδηρά Διαθήκη» του Θ. Δημητρακόπουλου, το «Τι Πιστεύω» του Μπέρτραντ Ράσελ, το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε και τα «Κοινωνικά Συστήματα» του Μπέρναρ Σω. Τα περισσότερα από αυτά ανήκαν σε βιβλιοθήκες του θείου και του παππού μου όπου κατέφευγα, προκειμένου να αντλήσω περισσότερη εξωσχολική γνώση. Για μένα ήταν η καλύτερη ψυχαγωγία και ξεχνιόμουν διαβάζοντας με τις ώρες, ενώ παράλληλα συζητούσα μαζί τους ή παρακολουθούσα δικές τους συζητήσεις κοινωνικού ή φιλοσοφικού περιεχομένου, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Ο πατέρας μου άρχισε να τα χάνει μαζί μου, δεν ήθελε να βλέπει βιβλία στο σπίτι και πολύ περισσότερο να αγοράζω βιβλία... Θυμάμαι κάποια φορά μας είχε πάει στο Ζάππειο και γινόταν τυχαία εκείνη τη μέρα η καθιερωμένη «έκθεση βιβλίου», οπότε εγώ ξέφυγα και πλησίαζα στους πάγκους. Ενθουσιασμένη με την πληθώρα των βιβλίων, άνοιγα και διάβαζα αποσπάσματα από διάφορα βιβλία. Τότε έπεσε το μάτι μου σε μια δίτομη έκδοση της UNESCO «Le droit d΄ être un home» δηλαδή «Το δικαίωμα να είσαι άνθρωπος». Το άνοιξα και λαίμαργα άρχισα να διαβάζω σελίδες του και τότε με κυρίευσε μια τεράστια επιθυμία να το αποκτήσω...

Κοίταξα αν με παρακολουθεί ο πατέρας μου και βιαστικά είπα ότι ήμουν μαθήτρια και έδωσα τα στοιχεία μου για να μου τα στείλουν στο σπίτι και υποσχέθηκα ότι θα το ξεπληρώσω (πρώτη φορά αγόραζα τέτοιας αξίας πράγμα με δική μου αποκλειστικά πρωτοβουλία) σε μικρές μηνιαίες δόσεις από το χαρτζιλίκι μου. Οι δυο υπεύθυνοι των παραγγελιών αφού με κοίταξαν καλά το αποδέχτηκαν! Λίγες μέρες μετά όταν χτύπησαν το κουδούνι και είδα ότι έφεραν τα βιβλία, πήρα τη μεγαλύτερη χαρά που είχα νοιώσει στη ζωή μου και ευτυχώς που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή ο πατέρας μου στο σπίτι, γιατί δεν θα με άφηνε να τα παραλάβω. Αφενός είχα κάνει αγορά κρυφά, χωρίς την άδειά του, και αφετέρου ήταν βιβλία-γνώση που τον έκαναν να αισθάνεται άβολα, γιατί δεν την καταλάβαινε.

Σε αυτούς τους δυο τόμους υπήρχαν ήθη, έθιμα και θρησκευτικές δοξασίες από όλο τον κόσμο, ένα απαύγασμα σοφίας και πολιτισμού των λαών της υφηλίου από τις αρχαιότερες πηγές μέχρι τότε, και η απόκτηση αυτού του μεγάλου συγγραφικού έργου με έκανε να αισθάνομαι ότι χειραφετούμαι σιγά-σιγά ως άνθρωπος. Έτσι και έγινε, κι αυτός βέβαια ήταν ο λόγος που διαφωνούσα με τον πατέρα μου, ο οποίος είχε γίνει ανταγωνιστικός μαζί μου και άρχισε να αντιπαθεί τον παππού και τον θείο μου για όλη αυτή τη συμπεριφορά μου και έλεγε ότι φταίνε τα βιβλία…

Ακόμα και τώρα, όταν έρχεται ο πατέρας σπίτι μου, δεν θέλει να βλέπει βιβλία, τα αποστρέφεται και μου λέει ειρωνικά «Εσύ όλα τα ξέρεις!» Φυσικά τώρα δεν με πληγώνει αυτό, όπως όταν ήμουν παιδί, αλλά τον κοιτάζω κάθε φορά χαμογελώντας...

Όταν ήμουν φοιτήτρια της Νομικής ΑΠΘ, είχα πάει να δω με φίλους μια παλιά ταινία του Κολλάτου, τον διαβόητο «Άγιο Πρεβέζης» που αναφερόταν σε πραγματικά γεγονότα και στην σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών από ένα μητροπολίτη της Πρέβεζας... Σιχάθηκα και συγχρόνως εξοργίστηκα από τις πράξεις αυτού του «ιερωμένου». Φανερά απηυδισμένη δεν άντεξα να δω όλη την ταινία και έφυγα στη μέση της προβολής, αηδιασμένη από τη χυδαία συμπεριφορά αυτού του «αγίου της χριστιανικής Εκκλησίας»!

Εκτός αυτού κατά καιρούς είχα ακούσει και διάφορες άλλες τέτοιου είδους ιστορίες, και πως συνέβαιναν πάντα, αλλά πάντα τα συζητούσε «χαμηλόφωνα» όλος ο κόσμος για να μη θιγεί η αξιοπρέπεια της Εκκλησίας και του «χριστεπώνυμου» ποιμνίου... Ήταν ένα κοινό μυστικό που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Η κοινωνική υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο…

Όλη αυτή η γνώση και η παραπάνω ενδεικτική εμπειρία μου και η κριτική μου ικανότητα με έμαθαν να διακρίνω τι κρύβεται πίσω από το προφανές και προπάντων να έχω εμπιστοσύνη στο κριτήριό μου σχετικά με τη ζωή και τους ανθρώπους. Αντιμετωπίζω χωρίς ψεύτικα δεκανίκια όλα τα προβλήματα κατάματα και παράλληλα προσπερνώ γενναία τις προσωπικές μου δυσκολίες στη ζωή. Έμαθα ότι πρέπει να αντλούμε δύναμη από μέσα μας, γιατί κανείς άλλος δεν μπορεί με τα λόγια του να μας πείσει, αν αυτό δεν βγαίνει από μέσα μας...

Εμείς δημιουργούμε την κόλαση αλλά και τον παράδεισο στη ζωή μας και πολλά πράγματα που διδάσκουν οι θρησκείες, σκοπό έχουν να παραπλανήσουν τους λαούς προς όφελος του κάθε ιερατείου. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ψευδαισθήσεις και ιδεοληψίες στη ζωή μας, που οδηγούν σε ψυχώσεις και θρησκευτικούς φανατισμούς.

Ο κάθε άνθρωπος πρέπει με γνώση και συνειδητοποίηση του εαυτού του, κατά το παγκοσμίως γνωστό αρχαίο μας ρητό «γνώθι σ’ αυτόν», να απεγκλωβιστεί από τις θρησκείες και τις πάσης φύσεως ιδεοληψίες, γιατί μόνον έτσι θα βρει διέξοδο και την αλήθεια μέσα από τον ίδιο του τον εαυτό, και ποτέ να μην ψάχνει να βρει διέξοδο μέσα από τρίτους, γιατί πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραπλάνησης από αυτούς.

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.