Σκιά και Δόξα: Η ιστορία του Τζορντάνο Μπρούνο

17 Φεβρουαρίου 2012
Αρθρογράφος: Astron


1 Οκτωβρίου 2009

Κελί σκοτεινό. Σωριασμένος στο παγωμένο πάτωμα της φυλακής, ακίνητος, κοκαλωμένος, και η ανάσα του βαριά. Η υγρασία τρυπάει τα πνευμόνια του, και τα τριξίματα απ’ τα δόντια των αρουραίων αντηχούν μέσα σε τούτη τη μοναξιά σαν να τον περιπαίζουν. Ξάφνου τα μάτια του βαραίνουν. Η κούραση έρχεται να πάρει τη θέση της οδύνης που τις τελευταίες μέρες είναι κυρίαρχη. Επιτέλους… Κοιμάται, ονειρεύεται. Απομακρύνεται νοητά από τούτο τον τόπο της θλίψης και του πόνου και ταξιδεύει στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε:
Εδώ, στην μικρή πόλη Νόλα της Ιταλίας, το 1548, ξεκινά η ιστορία του Τζορντάνο Μπρούνο.

Τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του τα έζησε στη Νάπολη, όπου σπούδασε λογική και διαλεκτική. Αργότερα μπήκε στο τάγμα των Δομινικανών μοναχών και στο μοναστήρι του San Domenico Maggiore, όπου έμεινε για δέκα χρόνια. Η ζωή του μες στο μοναστήρι έκρυβε μια έκπληξη σε κάθε στιγμή. Το φιλοπερίεργο πνεύμα του είχε αρχίσει να αμφισβητεί τις αρχές εκείνες που του είχαν μάθει από όταν ήταν παιδί. Ώρες ατέλειωτες καθόταν πάνω απ’ τα σκονισμένα βιβλία του και μελετούσε τις γραφές αλλά και τους παλιούς φιλοσόφους αναζητώντας την αλήθεια. Δεν άργησε η μέρα που άρχισαν να κυκλοφορούν στο μοναστήρι φήμες για τις απόψεις του Μπρούνο. Λεγόταν ότι δεν αποδεχόταν τη θεϊκή φύση και την ανάσταση του Ιησού και ότι δεν πίστευε στον τριαδικό χωρισμό του Θεού. Εκείνος έβλεπε μια ενότητα σε όλα τα πράγματα, σε όλο το Σύμπαν. Ο Θεός ήταν παντού, ενιαίος και ήταν ταυτόσημος με το σύμπαν. Όταν μαθεύτηκαν οι αντιλήψεις του, οι υπόλοιποι μοναχοί ξεσηκώθηκαν. Τον κατηγόρησαν ως αιρετικό, και εκείνος φοβούμενος τις αντιδράσεις της εκκλησίας αναγκάστηκε να φύγει. Από τότε έζησε περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο, χωρίς να καταφέρει να στεριώσει πουθενά. Το ατίθασο πνεύμα του, η βαθύτερη αναζήτηση της αλήθειας και η αμφισβήτηση αρχών που μέχρι τότε θεωρούνταν δεδομένες τού επιφύλασσε την πιο σκληρή μοναξιά: τη μοναξιά της γενναίας ψυχής που σκαρφαλώνει στον λόφο και μπορεί πια να δει ξεκάθαρα τι κρύβει το μέλλον στον μακρινό ορίζοντα, όταν την ίδια στιγμή όλοι οι συγκαιρινοί του αδυνατούσαν να τον κατανοήσουν. Δεν μπορούσε όμως να συγκρατήσει τον χείμαρρο της θέλησής του για μάθηση. Η δίψα του αυτή επεκτάθηκε σε πάρα πολλούς τομείς, στη φυσική, στη φιλοσοφία, στην μαγεία, στη θεολογία και στη μελέτη της μνήμης.

Πέντε χρόνια πριν απ’ τη γέννησή του είχε πεθάνει ένας άλλος μεγάλος μελετητής με σπουδαίο πνεύμα: Ο Νικόλαος Κοπέρνικος. Ο Κοπέρνικος είχε δημοσιεύσει το σπουδαιότερο έργο του λίγο πριν πεθάνει, φοβούμενος τις αντιδράσεις της Εκκλησίας. Όταν ο Μπρούνο διάβασε τα κείμενα του Κοπέρνικου, όλα ξαφνικά αποκαλύφθηκαν, όλα απέκτησαν νόημα. Σαν να υποψιαζόταν τούτες τις θεωρίες από πριν και έψαχνε τον τρόπο να τους δώσει σχήμα. Δεν ήταν οι πλανήτες και ο Ήλιος που περιφέρονταν γύρω απ’ τη Γη, αλλά η Γη και οι πλανήτες που περιφέρονταν γύρω απ’ τον Ήλιο! Η μελέτη κι η αναζήτηση του Μπρούνο δεν σταμάτησε εκεί. Επέκτεινε τη θεωρία του Κοπέρνικου σε ολόκληρο το σύμπαν: Το σύμπαν ήταν άπειρο και υπήρχαν αναρίθμητοι κόσμοι, αναρίθμητα ηλιακά συστήματα που μπορεί να είχαν και εκείνα ζωή. Αυτές οι απόψεις φάνταζαν απίστευτες και αιρετικές για τους ανθρώπους του 16ου αιώνα. Μέχρι τότε πίστευαν ότι οι ουρανοί ήταν τέλειοι και άφθαρτοι. Μα το διεισδυτικό πνεύμα του Μπρούνο αδυνατούσε να δεχτεί τέτοιους δογματισμούς, αφού εκείνος γνώριζε ότι η ανθρώπινη εγωκεντρική φύση θέλει όλα να περιστρέφονται γύρω απ’ αυτήν. Έκανε λοιπόν αίτηση στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να διδάξει εκεί.

Όταν ξεκίνησε τις διαλέξεις του στην Οξφόρδη για το Ηλιοκεντρικό σύστημα υπήρξαν θύελλες αντιδράσεων από του συντηρητικούς κύκλους της εποχής. Αυτές οι απόψεις του σε συνδυασμό με την αντίληψή του ότι η θρησκεία είναι μέσο καθοδήγησης και διακυβέρνησης των αμαθών ανθρώπων, ενώ η φιλοσοφία είναι η επιστήμη των εκλεκτών, τον έκαναν ιδιαίτερα αντιπαθή στους ακαδημαϊκούς κύκλους της Οξφόρδης. Όταν μάλιστα επιτέθηκε κατά της κοσμολογίας του Αριστοτέλη —που οι θεωρίες του συνέπιπταν με την κοσμολογία της εκκλησίας, αφού τοποθετούσε τη Γη στο κέντρο του κόσμου— ήταν τόσο έντονες οι αντιδράσεις, που αναγκάστηκε να φύγει απ’ την Οξφόρδη. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο συνέχισε να μελετά και να σμιλεύει το φιλοσοφικό του σύστημα γράφοντας κάποια από τα σημαντικότερά του έργα. Το 1585, απογοητευμένος απ’ την αποδοχή που είχαν οι θεωρίες του στην Αγγλία, αποφάσισε να πάει στη Γαλλία.

Όταν έφθασε στο Παρίσι ελπίζοντας σε κάποια καλύτερη αντιμετώπιση, έγραψε ένα σύγγραμμα όπου αντιμαχόταν την Αριστοτελική κοσμολογία. Είχε μάλιστα το θάρρος να προκαλέσει τους υποστηρικτές του Αριστοτέλη σε δημόσια συζήτηση. Αυτή η δημόσια συζήτηση έγινε, αλλά δεν είχε τα αποτελέσματα που ήλπιζε. Τον χλεύασαν, τον χτύπησαν και τον ανάγκασαν να φύγει απ’ τη χώρα.

Τα επόμενα πέντε χρόνια ήταν μόνος και περιπλανώμενος. Ταξίδεψε σε πολλές περιοχές της ανατολικής Ευρώπης και κατέληξε στη Γερμανία, όπου έδινε διαλέξεις από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο για να ζήσει από το λιγοστό επίδομα που του δίνανε. Τις νύχτες που είχε καθαρό ουρανό, στεκόταν και τον κοιτούσε ώρες ατέλειωτες. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Η αλήθεια τον κοιτούσε στα μάτια, μα δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει και να τη δεχτεί. Παντού τον δέχονταν με ύβρεις, και μετά τα τελευταία του κείμενα τον είχαν αποκηρύξει ακόμα και οι καλύτεροί του φίλοι. Μέσα σε τούτη τη μοναξιά δέχτηκε μια ανέλπιστη πρόσκληση από έναν παλιό φίλο του που κατοικούσε στη Βενετία, τον Μοτσένιγκο (Zuane Mocenigo). Ο Μοτσένιγκο ζητούσε απ’ τον Μπρούνο να του διδάξει την τέχνη της μνήμης. Εκείνος αποδέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόσκληση και έτσι ταξίδεψε στη Βενετία για να βρει τον παλιό του φίλο.

Η σχέση τους όμως δεν πήγε καλά. Ο φθόνος του Μοτσένιγκο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, όταν κατηγόρησε τον Μπρούνο ότι κρατούσε την γνώση για τον εαυτό του και ότι δεν την μοιραζόταν με εκείνον. Απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων ο Μπρούνο έλαβε την απόφαση να επιστρέψει στη Γερμανία, όπου είχε τουλάχιστον το ελεύθερο να δίνει διαλέξεις. Μάζεψε τα πράγματά του για το ταξίδι και έπεσε να κοιμηθεί, με σκοπό να φύγει νωρίς το πρωί μόλις θα ξημέρωνε. Όμως ο Μοτσένιγκο είχε άλλα σχέδια. Την ώρα που κοιμόταν ο Μπρούνο, μπήκε μέσα μαζί με 6 στρατιώτες για να τον συλλάβουν. Τον είχε καταγγείλει στην Ιερά Εξέταση. Ο ίδιος ο φίλος του τον είχε προδώσει.

Οι ιεροεξεταστές της Βενετίας τον ανέκριναν και τον φυλάκισαν, αφού έφτιαξαν μια μεγάλη λίστα με τις αιρετικές απόψεις του. Πέρα απ’ τις κοσμολογικές του αντιλήψεις, η λίστα συμπεριλάμβανε και τις αιρετικές απόψεις του ότι ο Μωυσής και ο Ιησούς είχαν απλά γνώσεις μαγείας και ότι οι δυνάμεις τους δεν ήταν εκ Θεού. Επίσης δεν δεχόταν τη γέννηση του Ιησού από παρθένο, και την ύπαρξη κόλασης. Αυτές οι πεποιθήσεις του σε συνδυασμό με τις φιλοσοφικές και επιστημονικές του αντιλήψεις οδήγησαν τους ιεροεξεταστές να τον κρατήσουν στη φυλακή για δύο χρόνια. Στη συνέχεια τον εξέδωσαν στη σκληρή Ιερά Εξέταση της Ρώμης. Έμεινε εκεί φυλακισμένος επί επτά ολόκληρα χρόνια κατά τα οποία τον ανέκριναν συνεχώς με απίστευτα βασανιστήρια. Εκείνος πεισματικά, όταν του λέγανε να αποκηρύξει τις ιδέες του, απαντούσε ότι δεν είχε τίποτα να ανακαλέσει. Δεν του επέτρεπαν ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει. Το κορμί του είχε γίνει ερείπιο και ο οργανισμός του ήταν καταβεβλημένος απ’ την έλλειψη τροφής. Οι βασανιστές του θεωρούσαν ότι ήταν ευθύνη των συγγενών να τρέφουν τους φυλακισμένους, μα ο Μπρούνο δεν είχε κανέναν.
Στις 21 Δεκεμβρίου του 1599 ο Μπρούνο οδηγήθηκε στο δικαστήριο εμπρός σε εννιά καρδινάλιους και έξι επισκόπους, ενώ ένα μήνα μετά, στις 20 Ιανουαρίου 1600, του δικαστηρίου προήδρευσε ο πάπας Κλήμης Η’. Παρά τους εξευτελισμούς, τα βασανιστήρια και τις ύβρεις, δεν κατάφεραν να κάνουν τον Μπρούνο να λυγίσει. Δεν αρνήθηκε ούτε μία λέξη από όσα είχε πει και γράψει. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη: Να καεί ζωντανός στην πυρά με την κατηγορία του αμετανόητου αιρετικού. Η απάντηση του Μπρούνο έχει χαραχτεί στην ιστορία: «Ίσως ο φόβος σας να με καταδικάσετε είναι μεγαλύτερος από τον δικό μου φόβο να το αποδεχθώ».

17 Φεβρουαρίου 1600
Κελί σκοτεινό. Σωριασμένος στο πάτωμα, καταβεβλημένος και ξεχασμένος από όλους τους φίλους του μετράει τη λιγοστή ώρα που απομένει μέχρι την εκτέλεση. Ακούει βήματα. Βήματα άγρια, τα γνωρίζει καλά. Η πανοπλία των φρουρών βγάζει έναν ανατριχιαστικό ήχο που πια ταυτίζεται με την αίσθηση του πόνου. Η πόρτα της φυλακής ανοίγει βίαια. Τον σηκώνουν, και με δυσκολία στέκεται στα πόδια του. Τον φιμώνουν. Με τη λιγοστή δύναμη που του έχει απομείνει προσπαθεί να περπατήσει μόνος του, να σταθεί περήφανος μπροστά στο τέλος του. Ο τόπος εκτέλεσης είναι το Campo de Fiori, η πλατεία των λουλουδιών. Με τη συνοδεία των φρουρών προχωράει σταθερά προς το θάνατο. Μια ομάδα μοναχών ψέλνουν και τον χλευάζουν μέχρι τέλους προτρέποντας τον να αρνηθεί όλα όσα πιστεύει. Την ίδια ώρα τα βιβλία του καίγονται έξω απ’ τον Άγιο Πέτρο.

Τον γδύνουν και τον δένουν στον πάσσαλο. Λίγο πριν παραδοθεί το κορμί του στις φλόγες, ένας μοναχός τού προσφέρει τον εσταυρωμένο για να τον φιλήσει σαν μια στερνή ένδειξη μετάνοιας. Εκείνος αποστρέφει βίαια το πρόσωπό του απ’ τον σταυρό. Ο πάσσαλος φλέγεται. Ακολουθεί το παρανάλωμά του μπροστά στα μνησίκακα μάτια εκατοντάδων παρευρισκομένων, κληρικών, μοναχών και λαού. Ο Τζορντάνο Μπρούνο, το ελεύθερο πνεύμα που αναζήτησε την αλήθεια μέχρι τέλους, ξεψυχάει. Ο θάνατος έρχεται να πάρει τη θέση της οδύνης που τα τελευταία χρόνια είναι κυρίαρχη. Επιτέλους… Κοιμάται, γίνεται όνειρο.

Σχεδόν τρεις αιώνες μετά, στο ίδιο σημείο όπου δολοφονήθηκε απ’ την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο Τζορντάνο Μπρούνο, οι Ιταλοί έστησαν ανδριάντα του. Ο Μπρούνο χαράχτηκε στην ιστορία ως το σύμβολο της ελεύθερης έκφρασης, ως ο μεγάλος εκείνος άνθρωπος που αναζήτησε την αλήθεια δίχως να φοβηθεί το κόστος. Το ανήσυχο πνεύμα του σαν φάρος φωτίζει τη σύγχρονη επιστήμη και φιλοσοφία. Ας συνεχίσει να φωτίζει και τον 21ο αιώνα όπου η ελευθερία των ανθρώπων μοιάζει να κινδυνεύει και πάλι, και ξεπουλιέται ως φτηνό αντάλλαγμα τάχα για ασφάλεια, σωματική ή ψυχική, άλλοτε για να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες κι άλλοτε μάταιες μεταφυσικές ελπίδες…

Giordano Bruno 1548-1600

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Σπίθες (του ίδιου του αρθρογράφου), όπου και γίνεται ο σχολιασμός.