Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (39)

21 Μαΐου 2012
Αρθρογράφος: Περικλῆς, υιός Νικολάου! Δάσκαλος ανθοδετικής, ζω στην Αυστραλία!


Ακούω στο όνομα Περικλῆς, εδώ και 50 χρόνια. Από χριστιανική οικογένεια, όπως όλοι μας άλλωστε, βαπτισμένος παρά τη θέληση μου και χωρίς κάποιος να με ρωτήσει όταν ήμουν ακόμη ενός έτους, όπως επιβάλλει το σύστημα. Μέσα στην ατυχία μου αυτή, φάνηκα τυχερός με το Ελληνικό όνομα που μου δώσανε.

Προχώρησα τη ζωή μου κατευθυνόμενος μέσα στο κανάλι που με είχαν εντάξει, μην μπορώντας να αποκλίνω της πορείας μου, αφού η επιτήρηση ήταν μεγάλη από τον περίγυρο. Οι χριστιανικές συνήθειες, όπως από κάθε ελληνικό» σπίτι, έτσι δεν έλειπαν και από το δικό μας. Με τα καντήλια μας, με τα θυμιατά μας, τις εικόνες μας, κ.λπ.

Οι γονείς μου, και ειδικά ο πατέρας μου, δεν ήταν και από τους φανατικότερους χριστιανούς! Όπως κατάλαβα αργότερα, ήταν μόνο χριστιανός στην ταυτότητα, μιας και η συμπεριφορά του ήταν αντίθετη με τους κανόνες της θρησκείας, δηλ. δεν πήγαινε στην εκκλησία παρά μόνο σε γάμους και βαφτίσια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν καλός άνθρωπος (ίσως για τους χριστιανούς όχι!).

Η μητέρα μου ήταν πιο κοντά στην θρησκεία, με τα ευχέλαια και τις νηστείες, ευτυχώς μόνο τη μεγάλη εβδομάδα και αν θυμάμαι καλά και λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Με τα κόκκινα τα αυγά μας, τα τσουρέκια μας, τα λιβάνια μας, τα λαδάκια μας, τους αγιασμούς μας, και ό,τι άλλο πούλαγε και επέβαλλε η θρησκεία αυτή.

Κάτι δεν μου πήγαινε καλά από πολύ μικρή ηλικία, από παιδί ακόμα, ήμουν άτομο με ελεύθερο και ανυπότακτο χαρακτήρα, δεν συμβιβαζόμουν όταν κάποιος ήθελε να μου επιβάλει κάτι. Όχι αγενής, απεναντίας ευγενικό παιδί με πολλές ευαισθησίες, και ανεπτυγμένο το πνεύμα της ομαδικότητας. Απλά, δεν μου άρεσε να κάνω ό,τι οι άλλοι μου επέβαλλαν, και ό,τι κάνουν οι πολλοί. Έτσι είμαι και μέχρι σήμερα. Ένα από αυτά ήταν ότι ποτέ μου δεν άφησα το παιχνίδι μου για να τρέξω να φιλήσω το χέρι του παπά που πέρναγε, όπως έκαναν οι φίλοι μου. Ένιωθα μια απέχθεια στα άτομα αυτά, χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω τότε, στην ηλικία που ήμουν. Στην εκκλησία πήγαινα υποχρεωτικά γιατί δεν μπορούσα, λόγω των καταστάσεων, να το αποφύγω, αφού πηγαίναμε όλα τα παιδιά με το σχολείο. Φυσικά οι δικοί μου δεν τολμούσαν να με υπερασπιστούν στο αίτημά μου να μην πηγαίνω, γιατί, όπως κατάλαβα πολύ αργότερα, ήταν αδύνατον με τις καταστάσεις που επικρατούσαν τότε (επταετία).

Το κλίμα μέσα στην εκκλησία δεν μου άρεσε, παρά μόνο η μυρωδιά από το λιβάνι, με έπιανε κατάθλιψη με όλα αυτά τα σκυθρωπά αγέλαστα πρόσωπα σκαρφαλωμένα στους τοίχους. Και εκείνο το μεγάλο μάτι στο κέντρο να παρακολουθεί και την ανάσα σου ακόμη.
Αργότερα πηγαίνοντας στο γυμνάσιο έκανα κάποιες διαπιστώσεις που σημάδεψαν τη ζωή μου για μεγάλο διάστημα. Πολύ νωρίς κατάλαβα ότι το μάθημα της ιστορίας μού πήγαινε πολύ. Μου κράταγε το ενδιαφέρον σε υψηλό επίπεδο, και η δίψα μου για κάτι περισσότερο ολοένα και μεγάλωνε. Το ίδιο ενδιαφέρον έδειξα και για το μάθημα των θρησκευτικών, με το ίδιο ερευνητικό μέγεθος! Οι πρώτες συγκρούσεις με το σύστημα δεν άργησαν όμως να έρθουν. Μιλάμε για την εποχή τότε που το μάθημα των θρησκευτικών είχε μεγάλη πέραση και οι θεολόγοι ακόμα περισσότερη, όσον αφορά την επιρροή τους στο σύστημα. Οι απορίες μου επάνω στο συγκεκριμένο μάθημα στην αρχή ηχούσαν καλά στ’ αυτιά των καθηγητών, και το ενδιαφέρον τους να μου εξηγήσουν με γοήτευε, πολύ σύντομα όμως φάνηκε η διαφορά και έδειξαν το αληθινό τους πρόσωπο. Στην εύλογη ερώτηση μου “πώς συνεχίστηκε το ανθρώπινο είδος αφού ο Αδάμ και η Εύα έκαναν 2 αγόρια, και όχι μόνο αυτό, αλλά το ένα σκότωσε το άλλο…”, η απάντηση του καθηγητή κοφτή και λιτή: «Δηλαδή, εσύ τώρα αμφισβητείς το ιερό βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου, γαϊδούρι;» Το δε ύφος βλοσυρό με όλους τους μύες του προσώπου του σε διέγερση.

Σε άλλες ερωτήσεις, “ποιους εννοούσε ο θεός όταν έλεγε στη Γένεση για τους πρωτόπλαστους να φύγουν από τον παράδεισο, για να μην φάνε καρπό και από το δέντρο της ζωής και γίνουν, «ως εις εξ ημών», δηλαδή σαν έναν από εμάς…”, “πόσοι ήταν οι θεοί, και με ποιους συνομιλούσε;”, η απάντηση η ίδια σχεδόν, με τη διαφορά ότι αυτήν τη φορά δεν με είπε γαϊδούρι, αλλά κάθαρμα και αναρχικό! Και όταν ρώτησα πώς του είχε διαφύγει του θεού η ύπαρξη μιας ολόκληρης πόλης, με ολάκερο τον πληθυσμό της, και εννοούσα την πόλη όπου κατέφυγε ο Κάιν μετά τη δολοφονία του αδελφού του, όπου εκεί βρήκε και παντρεύτηκε τη γυναίκα του, τη στιγμή που βάσει των γραφών δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι, πόσο μάλλον ολόκληρη πόλη με πληθυσμό! Εκείνη τη φορά αφού έφαγα ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο, ήταν και η αρχή της αποβολής μου από την τάξη!

Με τους συμμαθητές μου δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα, εκτός λίγων εξαιρέσεων που απέφευγαν να μου μιλάνε κατά την ώρα του διαλείμματος, κάτω από το άγρυπνο μάτι του καθηγητή επιτηρητή που είχαμε σε κάθε διάλειμμα. Εκτός σχολείου βέβαια είχαν μια πιο καλή στάση απέναντι μου, περιοριζόμενοι σε ένα απλό γεια! Από την πρώτη κιόλας χρονιά στο μάθημα αυτό ήμουν μονίμως έξω από την τάξη! Και σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, επηρέαζε και την αντιμετώπισή μου από τους άλλους καθηγητές! Αυτό άρχισε να με ενοχλεί και να με κάνει να νιώθω άσχημα, σαν το μαύρο πρόβατο. Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι, αν δεν πάω με τα νερά τους, γρήγορα θα έχω περισσότερα προβλήματα.

Οι γονείς μου προσπάθησαν να με συμβουλέψουν, ευτυχώς με καλό τρόπο μετά από υποδείξεις των καθηγητών μου, με χαριστική βολή πλέον από την κυρία γυμνασιάρχη, που με απείλησε, αν συνέχιζα με την ίδια συμπεριφορά να αντιδρώ και να φέρομαι κατά των θείων (απορίες, επαληθεύσεις), με αποβολή από τα γυμνάσια της Αττικής. Στην προσπάθεια της να στηρίξει την άποψη (όχι προσωπική) που της είχε μεταφέρει ο καθηγητής θεολόγος, η κυρία γυμνασιάρχης δεν δίστασε να φορέσει το άγριο προσωπείο της και να εκτοξεύσει κατηγορίες του τύπου “ασέβεια προς τα θεία”, “ασέβεια στο πρόσωπο του καθηγητή”, χαρακτηρίζοντάς με «καθοδηγητή του σκότους» και «αιρετικό στοιχείο». Ακόμα επέπληξε τους γονείς μου για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου, λέγοντας προσβλητικά λόγια για τις αρχές που είχα από το σπίτι. Η αλήθεια είναι ότι ο πατέρας μου δεν αντέδρασε δυναμικά, χειριζόμενος την κατάσταση διπλωματικά, έχοντας στο μυαλό του ότι ήμασταν στην εποχή της δικτατορίας και η αριστερή καταγωγή της οικογένειας τον δέσμευε! Αφού τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα ξαναγίνει και ότι θα ακολουθήσει τις οδηγίες της, ερευνώντας για τυχόν κακές παρέες και κυκλώματα άθεων, έφυγε νευριασμένος γιατί δεν μπόρεσε να της πει όλα αυτά που εκείνος θα ήθελε να πει στην περίπτωση αυτή! Βλέπετε, το γυμνάσιο της Αναλήψεως το χαρακτήριζαν σαν ένα από τα πρότυπα, και δεν ήθελαν να ρισκάρουν τον τίτλο με μαθητές σαν κι εμένα. Αποφασίσαμε από κοινού με τους γονείς μου να πάρω μεταγραφή για το 8ο Γυμνάσιο Παγκρατίου, απ’ όπου και αποφοίτησα, σε ένα πολύ ήσυχο περιβάλλον, αφού κι εγώ είχα αλλάξει τακτική και η συμμετοχή μου στο μάθημα αυτό ήταν τυπική στα πλαίσια του «άκου και σκάσε»!

Η ζωή μου συνέχισε έτσι και μετά το σχολείο, στον ίδιο ρυθμό, μέχρι που απέκτησα τα 2 από τα 4 παιδιά μου. Είχα μία τυπική συναναστροφή με τον περίγυρο, για να αποφύγω την κατακραυγή του άθεου και του υβριστή, επειδή οι απορίες μου γύρω από τα θέματα της θρησκείας περίμεναν ακόμα απαντήσεις!

Κάποια στιγμή, μετά από μερικά χρόνια, είχα μία συνάντηση με έναν άνθρωπο άγνωστο σε μένα και στη γυναίκα μου, τον μπάρμπα Σταμάτη. Κάπου στα 80 χρόνια του, καλοστεκούμενος, λεβέντης θα έλεγα, τον γνωρίσαμε ένα βράδυ σε μια ταβέρνα στο Πήλιο. Αγρότης όλα του τα χρόνια, μας έλεγε ότι το μεγαλύτερο ταξίδι που είχε κάνει στη ζωή του ήταν όταν πήγε στον πόλεμο.

Είπαμε πολλά εκείνο το βράδυ, ο άνθρωπος μας κέρασε κρασί περισσότερες από 3 φορές, γιατί ήμασταν ξένοι στο χωριό του και ήταν υποχρεωμένος, όπως μας έλεγε. Πραγματικά μου έλυσε σχεδόν όλες τις απορίες που είχα από τότε που ήμουν παιδί, βασικά μου επαλήθευσε τις απαντήσεις που είχα βρει με το πέρασμα του χρόνου.

Από τα λόγια του μου έμεινε μία κουβέντα που μας είπε, αφού μας εξήγησε να μην περιμένουμε τίποτα από τον ουρανό. «Στη ζωή σας αυτό που ψάχνετε, αυτό θα βρείτε», μας είπε και αναστέναξε. «Ήθελα να ήμουν τώρα 20 χρονών, να πήγαινα στο πανεπιστήμιο και να πάρω τη μόρφωση που χρειάζεται ο άνθρωπος να έχει για να πορευτεί στη ζωή του με αξιοπρέπεια», συνέχισε! Για πέστα πιο απλά μπάρμπα Σταμάτη του λέω. «Τη γνώση ήθελα παιδί μου, τη γνώση, αυτό είναι που λείπει από τον άνθρωπο για να γενεί λεύτερος», είπε με έμφαση!

Από τότε είμαι σε συνεχή προσπάθεια να ανασκαλίζω όσα μου έκρυβαν τόσα χρόνια, να βγω από το ψέμα που με είχαν μεγαλώσει, και να μπορέσω να δω το φως! Ξεκίνησα από τα βιβλία των «γραφών», την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τις Πράξεις, και ό,τι θεολογικό βιβλίο έπεφτε στα χέρια μου προκειμένου να φωτίσω τις απορίες μου! Βιβλία που οι ίδιοι αυτοί που ονομάζονται χριστιανοί ούτε που τα έχουν ακουμπήσει, ίσως είναι και αυτός ο λόγος που παραμένουν πιστοί στα δόγματα! Οι αντιφάσεις πολλές, τα παραμύθια τερατώδη, και τα θαύματα ανύπαρκτα σε βιβλία που γράφτηκαν σαν μαρτυρίες ανθρώπων οι οποίοι, πλην του Ιωάννη, δεν έζησαν οι ίδιοι τα γεγονότα!

Μετά ήρθαν οι Έλληνες φιλόσοφοι, με τα απαγορευμένα κείμενα για πολλά χρόνια για το ευρύ κοινό να συμπληρώσουν το παζλ των αντιφάσεων της θρησκείας! Σιγά σιγά με τη μελέτη μπόρεσα να βρω την ελευθερία που μας έλεγε εκείνο το βράδυ ο μπάρμπα Σταμάτης! Την ελευθερία που όλοι ψάχνουμε, την ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, την ελευθερία από τους φόβους που μας δημιουργεί η κάθε θρησκεία, και πολύ περισσότερο η ορθοδοξία, της οποίας οι γραφές είναι βουτηγμένες μέσα στο αίμα εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων! Την ελευθερία από το επιβλητικό μάτι του θεού τους που παρατηρεί κάθε σου απρέπεια, αλλά είναι απών όταν τον χρειάζεσαι!

Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΦΩΣ… Κρατήστε τις θρησκείες μακριά από εμένα, ΖΩ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ!

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.