[ΑπΚ] 5. Το Σύγχρονο Υπερβατικό Επιχείρημα: Cornelius Van Til

17 Ιουλίου 2012

Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: Evan T


« Προηγούμενο Άρθρο [4β]
• Περιεχόμενα Επόμενο άρθρο [6α] »

Αυτός που πιστεύει στο Χριστό πρέπει λοιπόν να βάλει τον εαυτό του στη θέση του άπιστου. Έπειτα ο πιστός μπορεί να δείξει ότι ο άπιστος δεν έχει μέρος να σταθεί για να αντιμετωπίσει τη χριστιανική θέση. Ο άπιστος πρέπει να προϋποθέσει την αλήθεια της χριστιανικής άποψης για να μπορέσει να την αρνηθεί. Αν ο άπιστος δε μετανοήσει και με ταπεινή πίστη παραδεχθεί την αυθεντία του Χριστού όπως μιλάει στις Γραφές, δεν μπορεί να πει τίποτα ως ερμηνευτής του κόσμου ή για τον κόσμο όπως τον ερμηνεύει ο ίδιος. Η σύγχρονη σκέψη, όταν δε βασίζεται στην προϋπόθεση της αλήθειας του Χριστιανισμού, είναι χαμένη στο σκοτάδι. Ο Χριστιανισμός είναι η μόνη εναλλακτική πέρα από το χάος.

Cornelius Van Til, A Christian Theory of Knowledge, σελ.310,
Presbyterian and Reformed Publishing Company, 1969.

Η τελευταία κατηγορία επιχειρημάτων για το Θεό είναι τα υπερβατικά (ή επιχειρήματα προϋπόθεσης). Αυτή η κατηγορία διαφέρει από τις άλλες, υπό την έννοια ότι είναι το μόνο πραγματικά καινούριο στη λίστα μας. Μπορεί να έχει προγόνους στην ιστορία, αλλά η ολοκληρωμένη του μορφή εμφανίστηκε μόλις στα μέσα του 20ου αιώνα από απολογητές, όπως ο Cornelius Van Til και ο Gordon Clark.

Αυτού του είδους το επιχείρημα είναι καινούριο για άλλο ένα σημαντικό λόγο: ενώ οι προηγούμενες τέσσερις κατηγορίες επιχειρημάτων δέχονται την ύπαρξη της αθεΐας ως θέση και προσπαθούν να δείξουν για ποιο λόγο είναι ψευδής, το υπερβατικό επιχείρημα στην ουσία αρνείται ότι η αθεΐα καν υφίσταται ως θέση. Αντ’αυτού υποστηρίζει πως η αθεΐα (ή οποιαδήποτε θέση πλην της χριστιανικής) είναι τελικά τόσο ασυνάρτητη που οι οπαδοί της μπορούν να επιχειρηματολογήσουν μόνο δανειζόμενοι τις αρχές του Χριστιανισμού. Οι υπερβατικοί απολογητές δηλώνουν πως ο Χριστιανικός Θεός είναι η μόνη δυνατή πηγή που δικαιολογεί όλη τη γνώση για τον κόσμο και οι άθεοι και οι λοιποί άπιστοι μπορούν να μάθουν το οτιδήποτε υποθέτοντας την ύπαρξη του Χριστιανικού Θεού, παρόλο που αρνούνται ότι αυτό είναι που κάνουν.

Αυτό το δοκίμιο προσπαθεί να αποδείξει ότι όλα τα επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού βασίζονται εν τέλει σε λογικές πλάνες και το υπερβατικό επιχείρημα δεν διαφέρει. Εκεί που το οντολογικό επιχείρημα βασίζεται σε κυκλική λογική, το κοσμολογικό επιχείρημα και το επιχείρημα του σχεδιασμού σε ειδική έκκληση, το υπερβατικό επιχείρημα βασίζεται στη λογική του ψευδούς διλήμματος, την οποία καθιστά προφανή το προηγούμενο απόσπασμα. Ο ισχυρισμός του Van Til είναι ότι ο Χριστιανισμός (συγκεκριμένα ο Προτεσταντικός Χριστιανισμός) είναι η μόνη εναλλακτική του να πιστεύεις πως όλα βασίζονται στην τύχη και εν τέλει δεν είναι γνώσιμα. Αυτό είναι καταφανώς παράλογο. Για να αναφέρω μερικά παραδείγματα, το θα εμπόδιζε έναν Εβραίο, έναν Μουσουλμάνο, ένα Μορμόνο ή έναν Ινδουιστή να χρησιμοποιήσει το υπερβατικό επιχείρημα για τη θρησκεία του και να δηλώσει πως ο Χριστιανισμός είναι που υποθέτει την αλήθεια της δικής τους κοσμοθεωρίας;

Επιπλέον, ακόμα κι αν κάποιος θεωρήσει πως η αθεΐα είναι η μόνη εναλλακτική στο Χριστιανισμό, δεν είναι αλήθεια πως η επιλογή είναι μεταξύ Χριστιανισμού και χάους. Ελάχιστοι άθεοι, αν καν υπάρχουν, θα λέγανε πως ο κόσμος είναι αποτέλεσμα “χάους”. Οι περισσότεροι άθεοι θεωρούν τον κόσμο αναδυόμενο αποτέλεσμα κανονικότητας και τύχης, κυβερνώμενο από ακλόνητες αρχές -νόμους της φύσης- που μπορούμε να ανακαλύψουμε. Δεν υπάρχει λόγος κάποιος να είναι άθεος και να μην το υποστηρίζει αυτό· άλλωστε αυτό συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις. Η δήλωση του Van Til ότι ένας άθεος πρέπει να πιστεύει ότι “ο χρόνος και η τύχη… είναι οι υπέρτατες αρχές της ατομικότητας” (σελ. 320) είναι καταφανώς λανθασμένη· χώρια ότι είναι και ένας ξεδιάντροπος αχυράνθρωπος.

Για να τελειώσουμε με το υπερβατικό επιχείρημα, αυτό το δοκίμιο θα εξηγήσει λίγο πιο λεπτομερώς από πού προέρχονται οι αξίες ενός άθεου και για ποιο λόγο δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη οποιασδήποτε θεότητας. Θα ξεκινήσουμε με τους βασικούς νόμους της λογικής, οι οποίοι είναι ακριβείς περιγραφές αναγκαίων αληθειών που ισχύουν σε κάθε πιθανό κόσμο. Δεν είναι ούτε τυχαίοι, ούτε βασίζονται σε κάτι άλλο για την ύπαρξή τους. Δε θα διέφεραν είτε υπήρχε Θεός, είτε όχι, ούτε και θα μπορούσε να τους αλλάξει ένας θεός, ακόμα και αν υπήρχε. Παρομοίως, λογικές πλάνες (προτάσεις που παραβιάζουν τους νόμους της λογικής) είναι αναγκαίως λανθασμένες σε όλους τους πιθανούς κόσμους. Ούτε ο Θεός δε θα μπορούσε να είναι Δευτέρα και όχι-Δευτέρα την ίδια στιγμή. Ούτε και χρειάζεται Θεός για να καταλάβουμε ότι αν ισχύει μια πρόταση P και “αν P, τότε Q” αυτό σημαίνει ότι το Q ισχύει.

Μετά μπορούμε να στραφούμε στο γενικότερο ζήτημα του πώς συλλογιζόμαστε και πώς συγκεντρώνουμε γνώσεις για τον κόσμο. Μαθαίνουμε να συλλογιζόμαστε παρατηρώντας παραδείγματα του πώς δουλεύει ο κόσμος και κάνοντας γενικεύσεις από τα παραδείγματα αυτά για μελλοντική χρήση. Αν μια γενίκευση παύσει να ισχύει, ψάχνουμε για σχετικές διαφορές μεταξύ των περιπτώσεων όπου ίσχυε και εκείνων όπου δεν ισχύει και αν δεν υπάρχουν μπορούμε να συμπεράνουμε πως η γενίκευση απλά ήταν λανθασμένη και την απορρίπτουμε. Κανένας θεός δεν χρειάζεται για να εξηγήσει γιατί δουλεύει αυτή η διαδικασία από τη στιγμή που υπάρχουν φυσικοί νόμοι που δεν αλλάζουν από τη μία στιγμή στην άλλη. Οι γενικεύσεις μας, αν είναι σωστές, απλά θα είναι ακριβείς περιγραφές των νόμων αυτών.

Η τυποποιημένη μορφή αυτής της καθημερινής διαδικασίας ονομάζεται “επιστήμη” και πάλι βρίσκουμε πως οι θεϊστές δεν έχουν κάποιο πλεονέκτημα εδώ. Η επιστήμη δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ενός Θεού (για την ακρίβεια, όσο την αφορά το θέμα, η επιστήμη υποθέτει, αν όχι την ανυπαρξία, τουλάχιστον την απουσία Θεού). Αυτό συμβαίνει επειδή η επιστήμη είναι μια επαγωγική διαδικασία και η επαγωγή δουλεύει μόνο όταν η εμπειρίες από το παρελθόν μπορούν να εφαρμοστούν στο μέλλον -με άλλα λόγια, όταν υπάρχουν σταθεροί φυσικοί νόμοι. Η επαγωγή δε δουλεύει όταν μπορούμε να υποθέσουμε πως μπορεί να συμβεί ένα θαύμα ανά πάσα στιγμή. Αυτό δε σημαίνει πως ένας πιστός δε μπορεί να είναι επιστήμονας. Αλλά σημαίνει πως ακόμα και ο πιστός, αν ασχολείται με την επιστήμη, δεν μπορεί να υποθέτει πως ο Θεός επεμβαίνει στα κρυφά ανά πάσα στιγμή, πως αλλοιώνει τους φυσικούς νόμους και αλλάζει τα αποτελέσματά του, διαφορετικά δε θα μπορούσε να μάθει τίποτα, αν ίσχυε αυτή η υπόθεση. Οι επιστήμονες δε χρειάζεται να είναι υλιστές φιλοσοφικά, αλλά χρειάζεται να είναι υλιστές μεθοδολογικά. Υπό αυτή την οπτική γωνία, ούτε η αθεΐα, ούτε ο θεϊσμός είναι ανώτερος ως κοσμοθεωρία που μας επιτρέπει να αποκτήσουμε γνώση για τον κόσμο.

Ωστόσο μπορεί να ειπωθεί πως η αθεΐα αιτιολογεί καλύτερα την αποτελεσματικότητα της επιστήμης. Ένας πιστός που είναι επιστήμονας μπορεί να υποθέσει πως δε συνέβησαν κρυφά θαύματα ενώ έκανε κάποιο πείραμα, οπότε τα αποτελέσματά του είναι έγκυρα, αλλά για ποιο λόγο να το υποθέσει αυτό; Εκτός κι αν ο πιστός πιστεύει σε ένα θεό που η βούλησή του είναι και γνώσιμη και απολύτως γνωστή, δεν έχει βάση για να πει πως ο θεός του δεν μπορεί να αλλάξει εντελώς τους νόμους της φύσης ανά πάσα στιγμή. Αντίθετα, ένας άθεος μπορεί να θεωρεί με συνέπεια πως οι νόμοι της φύσης είναι ακριβείς περιγραφές του πώς λειτουργεί η πραγματικότητα και δεν μπορούν να αλλάξουν, αφού δεν υπάρχει τίποτα “ανώτερο” από αυτούς που να έχει τη δύναμη να τους αλλάξει. Υπό αυτή την οπτική γωνία, το υπερβατικό επιχείρημα όχι μόνο δεν μπορεί να σταθεί, αλλά ισχύει το ακριβώς αντίθετο· με την αθεΐα και όχι το θεϊσμό μπορούμε να περιμένουμε να αποκτήσουμε ακριβείς και αληθείς γνώσεις για τον κόσμο.

Τέλος, ας αναλογιστούμε και τη θνητότητα. Πολλοί ένθεοι έχουν ισχυριστεί κατά καιρούς πως πρέπει να προϋποθέσουμε το Θεό για να κατανοήσουμε τη θνητότητα, ότι χωρίς πίστη σε έναν παντοδύναμο νομοθέτη δεν υπάρχει λόγος οι άνθρωποι να συμπεριφέρονται καλά ο ένας στον άλλο, αντί να ακούν την εγωιστική φύση τους. Ωστόσο, εγώ θεωρώ πως ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Κάθε ανήθικη πράξη μπορεί να δικαιολογηθεί με το να ισχυριστούμε πως είναι εντολή μιας ανώτερης δύναμης και η πίστη πως θα αποδοθεί δικαιοσύνη στο επέκεινα δεν βοηθά την βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης στον υλικό κόσμο. Από την άλλη η πεποίθηση πως η ανθρώπινη ευτυχία είναι ο μόνος άξιος στόχος δεν επιτρέπει τόσο άνετες αιτιολογήσεις για κακές συμπεριφορές και η αναγνώριση ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για θεία δικαιοσύνη μας οδηγεί να εργαστούμε σκληρότερα, αφού η βελτίωση της ζωής μας εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Ο θεϊσμός μπορεί να είναι συμβατός με την ηθική, αλλά η αθεΐα την απαιτεί.

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.