Οι θρήσκοι πάνε στον παράδεισο, οι άθεοι πάνε παντού

25 Αυγούστου 2012
Αρθρογράφος: The_Stranger


Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Σε κάθε “μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης” πάντα νιώθω λίγο περιθωριακός. Πόσο μάλλον τώρα που έχουμε για πρωθυπουργό έναν μου(ν)τζαχεντίν της ορθοδοξίας που κάθε δεύτερη λέξη του όταν μιλάει είναι “θεός”, “παναγία”, “ορθοδοξία” ή κάτι αντίστοιχο. Το να μην είσαι χριστιανός στην Ελλάδα είναι τόσο παράξενο όσο το να είσαι χορτοφάγος. Όπως οι θείοι από το χωριό σε κοιτάνε σαν εξωγήινο αν τους πεις ότι δεν τρως αρνί, μπριζόλες, κοκορέτσι, σπληνάντερο και άλλες παραδοσιακές ελληνικές λιχουδιές, με το ίδιο ακριβώς βλέμμα θα σε κοιτάξουν αν τους πεις ότι είσαι άθεος.

Εδώ που τα λέμε, δεν είναι και εύκολο να είσαι άθεος σε αυτή τη χώρα. Πρώτα απ’όλα, όσο άθεος κι αν αισθάνεσαι, κατά 99% όταν δεν είχες ακόμα δικαίωμα επιλογής βαφτίστηκες χριστιανός επειδή “έπρεπε”. Μετά, στο σχολείο, από την τρίτη δημοτικού κι έπειτα είχες ένα μάθημα που λεγόταν “θρησκευτικά”, το οποίο όμως δεν ήταν “θρησκευτικά”, αλλά χριστιανική κατήχηση. Κατόπιν, όταν έβγαζες για πρώτη φορά ταυτότητα, ο αστυνομικός δε σε ρωτούσε καν, ή σε ρωτούσε εντελώς τυπικά για το τι να γράψει στο πεδίο “θρήσκευμα”: Χριστιανός Ορθόδοξος, προφανώς. Από εκεί και πέρα, φυσικά ήσουν ελεύθερος να διαλέξεις τη θρησκεία σου. Εντάξει, όχι και τόσο ελεύθερος. Αν ας πούμε διάλεγες το Ισλάμ, δε θα έβρισκες πουθενά τζαμί να προσευχηθείς.

Προσωπικά σκέφτηκα πολύ μέχρι να καταλήξω στην αθεΐα. Χρόνια ολόκληρα το σκεφτόμουν, μήπως ήταν βλασφημία, μήπως καιγόμουν στις αιώνιες φωτιές της Κόλασης για την αχαριστία μου, που στο κάτω-κάτω σε Αυτόν χρωστούσα και την ύπαρξή μου την ίδια. Ε, και μετά αποφάσισα ότι το ματς της θρησκείας με τη λογική θα το παίξω διπλό, κόντρα στην προϊστορία και τη δυνατή έδρα των γηπεδούχων.

Τι με ώθησε στην αθεΐα; Πολλοί παράγοντες. Πρώτα απ’όλα, η λογική. Ίσως να μπορούσα να πιστέψω στην ύπαρξη ενός ανώτερου όντος που δημιούργησε το σύμπαν, αλλά σίγουρα όχι με τη μορφή που περιγράφεται στη Βίβλο και πασάρεται από την εκκλησία. Μετά, ήταν κάποια γεγονότα στη ζωή μου. Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνο τον ιερέα που μας έκανε θρησκευτικά στην Α’ Λυκείου, ντυμένος πάντα με τα ράσα του, ο οποίος προσπαθούσε να μας μιλήσει με μία διαφορετική γλώσσα, πιο παιχνιδιάρικη, ήθελε να μας προσεγγίσει όπως ο Χριστόδουλος όταν ζητούσε από τους νέους να πάνε στις εκκλησίες με τα σκουλαρίκια. Και μια φορά, πάνω στην κουβέντα, είπε: “Εγώ δεν έχω τίποτα με τους μαύρους, μια χαρά άνθρωποι είναι. Αλλά να παντρευτώ μαύρη; Και να μου βγει το παιδί μαύρο; Δε γίνεται”. Ε, δε θέλει και πολύ για να χάσεις την πίστη σου.

Τώρα πια η αθεΐα είναι mainstream, ειδικά στους νέους. Το να κάνεις πλακίτσες για την παρθενιά της Παναγίας ή τα θαύματα του Χριστού είναι πολύ πιο εύκολο τώρα που υπάρχουν τα social media. Αλλά θα έλεγες το ίδιο αστείο στο οικογενειακό τραπέζι, μπροστά στους γονείς, τους θείους και τις γιαγιάδες σου; Μάλλον όχι.

Είναι λοιπόν βλασφημία να βρίζεις τα θεία;

Σε πρώτη φάση, το να βρίζεις τα θεία είναι κάπως αγενές. Όταν ο άλλος πιστεύει κάτι, δεν είναι ευγενικό να τον προσβάλλεις γι’αυτό. Είτε πιστεύει στον θεό, είτε στον Αλλάχ, είτε στο ιπτάμενο μακαρονοτέρας, είτε στην παγκόσμια ειρήνη. Και κάθε πίστη είναι σεβαστή, ακόμα και χωρίς την παραμικρή απόδειξη. Αν εσύ θες να πιστεύεις ότι το σύμπαν το έφτιαξε ο Μπαζαούρ, ένας γιγάντιος γορίλας που ένα βράδυ έφαγε τα κέρατά του και ξέρασε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι γαλαξίες, οι πλανήτες και τα αστέρια, είναι δικαίωμά σου και θα το σεβαστώ. Για να γίνει αυτό όμως θα πρέπει η πίστη σου να πληροί δύο όρους.

Πρώτον, η πίστη σου δε θα πρέπει να κηρύσσει το μίσος. Αν η θρησκεία σου προστάζει να κόψεις το λαρύγγι όποιου δεν την ασπάζεται, να το μαγειρέψεις στο φούρνο μικροκυμάτων και να το ταΐσεις στον σκύλο σου, τότε δε θα τη σεβαστώ. Θα την πολεμήσω. Κι ας σου φαίνομαι βλάσφημος — αυτό που για σένα είναι βλασφημία, για μένα είναι νόμιμη άμυνα.

Δεύτερον, η πίστη σου πρέπει να είναι αυστηρά προσωπική. Δεν μπορείς να την επιβάλεις σε κανέναν. Αν προσπαθήσεις να μου επιβάλεις την πίστη σου, θα σε πολεμήσω. Θα βρίσω τα θεία σου τόσο πολύ, που αν υπάρχουν θα ρίξουν επιτόπου κεραυνό και θα με κάνουν φλαμπέ. Κι ας σου φαίνομαι βλάσφημος – αυτό που για σένα είναι βλασφημία, για μένα είναι ελευθερία θρησκευτικής έκφρασης.

Πολλοί φανατικοί χριστιανοί στην Ελλάδα δεν καταλαβαίνουν γιατί οι νέοι συνηθίζουν να βρίζουν τα θεία. Μοιάζουν με τους ελέω θεού μονάρχες που βασάνιζαν τους υπηκόους τους, τους επέβαλλαν φοβερούς φόρους, σκότωναν όποιον γούσταραν, και μετά αναρωτιόντουσαν γιατί τους μισεί ο κόσμος. Πολλοί στην ηλικία μου έχουν γνωρίσει τη θρησκευτική καταπίεση, είτε από την οικογένειά τους, είτε από το σχολείο, είτε από οπουδήποτε αλλού. Και όταν καταπιέζεις κάποιον σίγουρα μπορείς να ελπίζεις σε κάποια βραχυπρόθεσμα οφέλη, όμως μακροπρόθεσμα το μόνο που καταφέρνεις είναι να τον κάνεις να σιχαθεί αυτό που τον καταπιέζει και να αντιδρά σε αυτό βίαια.

Έτσι λοιπόν, όταν μετά από χρόνια καταπίεσης σου δίνεται η ελευθερία σε ένα κοινωνικό δίκτυο να εκφράσεις αυτό που νιώθεις για τη θρησκεία, μπορεί να το κάνεις με άγριο τρόπο. Να βρίσεις τα θεία, να ρίξεις χριστοπαναγίες, να ειρωνευτείς θρησκευτικά σύμβολα. Είναι μία μορφή εκδίκησης: Εσείς με καταπιέζατε τόσα χρόνια, αλλά τώρα θα δείτε τι θα πάθετε, θα σας τα κάνω εγώ στάχτη τα είδωλά σας.

Μπορεί να είναι μία αγενής και ανώριμη μορφή αντίδρασης, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν είναι και κατανοητή. Ας μην ξεχνάμε ότι η Εκκλησία στην Ελλάδα είναι καθεστώς, και άρα είναι λογικό να προκαλεί αντιδράσεις. Ή μήπως έγινε ο περίφημος διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους και το έχασα αυτό το επεισόδιο;

Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι αυτό που πολλοί θεωρούν “βλασφημία” μας έχει δώσει κάποια από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα. Ο Καζαντζάκης αφορίστηκε για το “Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται” και τον “Τελευταίο Πειρασμό” – αλλά αυτό δε μειώνει τη λογοτεχνική τους αξία. Πολλοί θεώρησαν “βλάσφημο” το Life of Brian των Μόντι Πάιθον — αλλά εξακολουθεί να είναι μία από τις πιο αστείες ταινίες όλων των εποχών. Γιατί πολύ απλά, κάποιοι δεν μπορούν να καταλάβουν το χιούμορ ή τη φιλοσοφική σκέψη που μπορεί να κρύβεται πίσω από μία ιστορία με θρησκευτικό προκάλυμμα.

Το debate μεταξύ θρήσκων και άθεων είναι μάταιο. Όπως σε ένα debate μεταξύ γαύρων και βάζελων θα φτάσουν μέχρι τo ντέρμπι της πρώιμης ιουρασικής περιόδου και το αν η μπάλα είχε περάσει τη γραμμή ή όχι στο σουτ του τυραννόσαυρου Ρεξ (και δε θα βγάλουν άκρη), έτσι και σε ένα debate μεταξύ θρήσκων και άθρησκων κανείς δε θα μπορούσε να αποδείξει με βεβαιότητα την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη του θεού, εκτός κι αν ήταν εκεί την ώρα που δημιουργήθηκε ο κόσμος και μπορεί να μας πει ως αυτόπτης μάρτυρας. Επομένως, η μόνη λύση είναι να το ρίξουμε στην πλάκα. Θα σου πω εγώ “η Κοκκινοσκουφίτσα είναι πιο ρεαλιστικό και διδακτικό παραμύθι από τη Βίβλο”, θα μου πεις εσύ “και τότε πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν ρε έξυπνε, το βρήκες δώρο σε συσκευασία απορρυπαντικού;”, και στο τέλος θα πάμε να τα πιούμε αγκαλιά σε ένα μπαράκι να χτυπήσουμε γκόμενες.

Γιατί σε τελική ανάλυση, θρήσκοι και μη, να γαμήσουμε θέλουμε. Και αυτό μας ενώνει.

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Ο άνθρωπος του μετρό, του ίδιου του αρθρογράφου, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.