Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (47)

23 Οκτωβρίου 2012
Αρθρογράφος: Μ.Σ., 38 ετών, Αθήνα


Το τέλος του κόσμου άργησε (άλλη) μια μέρα

Κανείς δεν γεννιέται πιστεύοντας σε κάτι πέραν της παντοδυναμίας της μαμάς και του μπαμπά του... και όταν κάποια στιγμή μεγαλώνοντας συνειδητοποιεί ότι κι αυτή ακόμα είναι επίπλαστη, υφίσταται επιτέλους την πρώτη βασική ώση ενηλικίωσης: είμαστε μόνοι, ασήμαντοι, πεπερασμένοι.
Καμία έκπληξη που εφηύραμε το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τη θρησκεία…

Οι γονείς μου δεν ήταν θεοφοβούμενοι άνθρωποι. Δεν ξέρω πώς τα κατάφεραν, είχαν κι οι δυο μόρφωση μόλις δημοτικού, καταγωγή από φτωχούς αγράμματους αγρότες, και μεγάλωσαν σε εποχές που η θρησκοληψία φοριόταν ακόμα πολύ.

Ο μπαμπάς, μεροκαματιάρης σιδεράς και εμφορούμενος από τις διδαχές του κομμουνισμού, την είχε προφανώς σκαπουλάρει κατατάσσοντας θεούς και δαίμονες ως μία ακόμα πανουργία του κεφαλαίου για την καταδυνάστευση του προλεταριάτου.

Η μαμά, λίγο πιο διαλλακτική, δεν αρνιόταν τελείως τις μεταφυσικές της ανησυχίες αλλά δεν τις χάριζε και σε κανένα μεσάζοντα: αν περνώντας τύχαινε σε κανένα γραφικό ερημοκλήσι, σταματούσε ευχαρίστως να «ανάψει το καντηλάκι», να ξεκλέψει δηλαδή λίγες προσωπικές στιγμές εφησυχασμού και ενδοσκόπησης.

Δεν θα έλεγα ότι μου μίλησαν ποτέ ενάντια στη θρησκεία, μα ούτε και τα μάσησαν μπροστά στην —απροκάλυπτη ούτως ή άλλως— υποκρισία των παπάδων. Ποτέ δεν μου απαγόρευσαν κάποια σχετική σχολική δραστηριότητα (π.χ. εκκλησιασμούς, αγιασμούς), ενώ ποτέ δεν με κράτησαν και μακριά από το γενικότερο socializing του πράγματος (γάμοι, βαφτίσια, ανάσταση, i-βασίλης κ.λπ.).
Κάπως έτσι λοιπόν, με τη θρησκεία ντεκόρ και φολκλόρ, ξεκίνησα το δημόσιο σχολείο αρχές δεκαετίας του ’80, όπου παρά την κατάργηση της ποδιάς, ο αυταρχισμός και ο επαρχιωτισμός καλά κρατούσαν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά δασκάλους που (αυτόβουλα κατά πώς φαίνεται, δεν ξέρω κιόλας) αφιέρωναν ολόκληρες ώρες διδασκαλίας σε ατόφιο προσηλυτισμό.

Κυριολεκτικά και μεταφορικά, ανακάλυπτα πλέον την κόλαση: εκφοβισμοί, τύψεις, νουθεσίες, να προσευχόμαστε πρωί-βράδυ, να αγαπάμε τον καλό (και a propos εκδικητικόοο) θεούλη, να εξομολογούμαστε τις φοβερές καθημερινές αμαρτίες μας... ιδού γνώση λαμπρή προς καλλιέργεια, τέρψη και διάπλαση των παίδων!

Θα έλεγε κανείς ότι δεν υπήρχε λόγος να με ακουμπήσουν όλα αυτά, και όμως, ο τρόμος μιλάει στην παιδική ψυχή, τη μαυρίζει: θυμάμαι πολύ καθαρά ένα διάστημα που επηρεασμένη από τις σχολικές πλύσεις το είχα ρίξει στην προσευχή παρακαλώντας τον καλό θεούλη να μην τιμωρήσει εμένα και τους αγαπημένους μου.

Ευτυχώς οι φοβικές κρίσεις σταδιακά ξεθύμαναν, ευθέως ανάλογα με τις ώρες προσηλυτισμού στο σχολείο, και οριστικά πια υποχώρησαν με την εμφάνιση της μοναδικής δασκάλας που μου εντυπώθηκε ποτέ ως πρότυπο: ο πρώτος άνθρωπος που —στα εννιά ολόκληρα χρόνια της ζωής μου— άκουσα ανοιχτά και θαρραλέα να αμφισβητεί την ύπαρξη του θεού, μπολιάζοντάς με για πάντα έκτοτε με την ιδέα του αγνωστικισμού και τη σημασία της κριτικής σκέψης κι αντίληψης.

Έπειτα ήρθαν οι προσωπικές μου αναζητήσεις, τα εξωσχολικά μου αναγνώσματα (ναι, ο Δαρβίνος και η εξέλιξη υπάγονται εδώ, με τη Μανίνα) και όλες οι συνεπακόλουθες λογικές ενστάσεις στις απανωτές διανοητικές σφαλιάρες του Υπουργείου Θρησκευμάτων.

Ερωτήματα τύπου ποιοι είμαστε, πού πάμε, πώς και αν ορίζεται το καλό και το κακό και ποιο είναι το νόημα-της-ζωής-τελοσπάντων, με απασχολούσαν ανέκαθεν, όπως όλους. Όμως ούτε κατ’ ελάχιστο ένιωσα ποτέ να βρίσκω ικανοποίηση στις χαοτικές απαντήσεις των θρησκευτικών, άσχετα με το πόσο ενδιαφέρουσες ή λυρικές έβρισκα ενίοτε τις μεταφορές τους.

Πράγματι, ήδη ως το τέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης η σχέση μου με τις εν γένει μεταφυσικές ερμηνείες του κόσμου διαμορφωνόταν σε ένα έντονο αλλά ξεκάθαρα αποστασιοποιημένο (λογοτεχνικό/ανθρωπογεωγραφικό/κοινωνιολογικό) ενδιαφέρον για τα σύμβολα και την αλληγορία. Με συνάρπαζαν οι απανταχού θρύλοι και οι λαϊκές παραδόσεις, την κατάβρισκα να ξετυλίγω κλωστίτσες συμπυκνωμένης σοφίας και προαιώνιας μνήμης μέσα από τα κουβάρια του συλλογικού φαντασιακού που ανακάλυπτα στις σελίδες της βίβλου, τις παραβολές του Ιησού, τα συναξάρια των αγίων, την Ορφική και Ησιόδεια κοσμογονία, τα Ομηρικά έπη, τους άθλους του Ηρακλή, τους μύθους του Αισώπου, τους παράδοξους δεσμώτες ή το ανδρόγυνο του Πλάτωνα, τις επτά σφαίρες της Ροδοσταυρικής κτίσης, τις τρεις ρίζες του Υγκντράσιλ, το «αυτόματο» του Γκουρτζίεφ, τις περιπλανήσεις του Σιντάρτα, τις ιστορίες του Χότζα, τις διδαχές του Προφήτη, τα ονειρέματα του Δον Χουάν, τις ανάστατες ψυχές των ποιητών, και πάει λέγοντας… Κι έτσι αναίμακτα θα συμπορευόμουν ακόμα με τα απανταχού σκιρτήματα-κοσμικής-συνείδησης υποθέτω, αν δεν συνέβαινε το υπερπαράδοξο —κάπου στο δεύτερο έτος πια των σπουδών μου— να ερωτευτώ έναν χριστιανό.

Καταρχάς να εξηγηθώ μπας και διασώσω μια ρανίδα αξιοπρέπειας: δεν ήταν το πρώτο πράγμα που διέκρινες πάνω του. 😀 Διέκρινες μάλλον έναν άνθρωπο εξαιρετικά εύστροφο, βαθιά καλλιεργημένο και σε έντονη ψυχική εγρήγορση. Έναν άνθρωπο με έφεση στις τέχνες, και ιδιαίτερα τη μουσική και τη λογοτεχνία. Έναν άνθρωπο με «αρχές και ιδεώδη» (ουαί κι αλί, θα μάθαινα…) εν μέσω μάλιστα εποχών που στα νεανικά και ονειροπόλα ακόμα μάτια μου, τα πάσης φύσης ιδανικά έμοιαζαν τουβλάκια σε ασυγκράτητο σούπερ ντόμινο.

Κι έβρισκα, το ομολογώ, κάτι βαθιά γοητευτικό σε αυτή του την (εκ των υστέρων μόνο ως τέτοια αντιληπτή) ψύχωση: ο εσωτερισμός και οι εμμονές, οι συνεχείς συναισθηματικές (αλλά τόσο ποιητικές) μεταπτώσεις, η πυρετώδης γραφή και σκέψη, κι ο Έρωτας, αυτός ο αλλόκοτος, που γητεύει... Όντας τελείως ανυποψίαστη μπροστά στην απιθανότητα μιας σεναριακής πλοκής που θα κορόιδευα και σε σαπουνόπερα ακόμα (διάολε!) τίποτα απ’ όσα φαίνονταν ή λέγονταν εκείνα τα χρόνια δεν μου προμήνυε αυτό που ερχόταν. Τίποτα δεν με προϊδέαζε ότι είχα παράφορα ερωτευτεί μια αναλαμπή, μια προνύμφη. Κι ότι κάπου υποδόρια, πίσω από το φαινομενικά τόσο φευγάτο κι ατίθασο lifestyle του, παράλογες έγνοιες βράζαν και χόχλαζαν, μνήμες καταναγκαστικές ξυπνούσαν κι αγρίευαν, τύψεις και “πρέπει” εμφυτευμένα βαθιάαα, στον πρώτο νου, βλάσταιναν πια κι ερχόταν η ώρα του θερισμού, η εκκόλαψη του κτήνους…

Και, κάπως έτσι, κύριε δικαστά, —αφελής κι ανοχύρωτη, στη δίνη της ερωτικής παραζάλης, βήμα το βήμα τις μικρές μα απανωτές συγκαταβατικές υποχωρήσεις, προσπαθώντας να προστατέψω και να σεβαστώ την ιδιαιτερότητά του— ξύπνησα κάποτε ανελέητα γδαρμένη απ’ τη δική μου, σε ένα αδιάλλακτο κι εφιαλτικό σύμπαν όπου όφειλα λέει να είμαι αλλιώς για να είμαι ΟΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ.
Γιατί τόσο πολύ ολιγώρησα; Γιατί άφησα το κτήνος να θεριέψει;

Δύσκολο να το εξηγήσω, τότε και τώρα, μα πες το πείσμα/άγνοια κινδύνου + ρομαντισμό/υπερεκτίμηση δυνάμεων/όλα τα παραπάνω. Κόντρα στις εύλογες ανησυχίες και απεγνωσμένες παραινέσεις δικών και φίλων, κόντρα στον ίδιο τον εαυτό και τη στοιχειώδη λογική μου, πέρασα σχεδόν δύο κατάμαυρα χρόνια παλεύοντας να γεφυρώσω το χάσμα, προσποιούμενη ότι δήθεν μπορούσα.

Τον έβλεπα να κατρακυλάει, στα μάτια μου χρειαζόταν βοήθεια, ήμουν ο τελευταίος σύνδεσμός του με τον κόσμο, δεν ήταν δυνατό να τον εγκαταλείψω... Τι ειρωνεία, έτσι ακριβώς σκεφτόταν κι αυτός, πάσχιζε να με βοηθήσει ο δυστυχής, πάσχιζε λέει να σώσει την ψυχή μου! Κι ενόσω εγώ αρνούμουν να παραδεχτώ το εξόφθαλμο, το τρενάκι του χριστιανορθόδοξου τρόμου συνέχιζε αμετάκλητο την αδυσώπητη τροχιά του: μια στο καρφί μια στο πέταλο, ο αγαπημένος μου κέρδιζε σταθερά έδαφος, φτάνοντας μέχρι κι απροσχημάτιστα κάποτε πια να απαιτεί την πλήρη «προσαρμογή μου», τη μεταμόρφωσή μου δηλαδή σε μια αφοσιωμένη, υποστηρικτική, υποταγμένη, χριστοήθη σύζυγο, την κατά τας Γραφάς άλλωστε (κι ένα μάτσο καλογέρους ζηλωτάς btw) προβλεπόμενη.

Σου έχει συμβεί ποτέ να κοιτάς τον εαυτό σου από απόσταση; Όχι δεν μιλάω για αστρικές προβολές και τέτοια, κυριολεκτώ! Να νιώθεις πλήρως εκδιωγμένος από σένα ενόσω κάποιος άλλος εκβιαστικά καταλαμβάνει το σώμα σου, το ντύνει, το ταΐζει, το κινεί, το ορίζει, κατά τη δική ΤΟΥ βούληση αλλά για το καλό ΣΟΥ. Έτσι κι εγώ, κοίταζα μόνο, αγκυλωμένη κι έντρομη, ανίκανη να επικοινωνήσω, να αντισταθώ, να ξεφύγω — κάτι σε «ο Τζόνι πήρε το όπλο του» αλλά σε βερσιόν κοσμοκαλόγριας ένα πράγμα. 🙂

Αλλά αρκετά με τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Εξυπακούεται ότι κατάφερα τελικά να σπάσω τον κλοιό και να αναπνεύσω (ακόμα τρομάζω με το πόσο κυριολεκτικά εννοώ τη λέξη). Αλλά όχι ότι ήταν και εύκολο. Συστηματικά αποδιώχνοντας όλο αυτό τον καιρό όσους εγκαίρως και καλόκαρδα αποπειράθηκαν να με απαγκιστρώσουν, είχα πια μείνει ολομόναχη στην πλευρά της λογικής — απέναντί μου μαινόταν τώρα ένας συντονισμένος, λυσσαλέος κι ελεεινά ΑΝΗΘΙΚΟΣ πόλεμος «τιμής» και φανατίλας. Μα όσο επώδυνος και τραυματικός, τόσο και αναπόφευκτος ήταν αυτός ο χωρισμός, σαν ξέρασμα.

Κέρδισα κάτι μέσα από αυτό το πρόσκαιρο, οικειοθελές, μπάι-πας ύπαρξης; Ναι, βαριά αθεράπευτη τελειωτική ενηλικίωση. Απότομο ξύπνημα στην πραγματικότητα όπου η θρησκεία δεν είναι πια ένα αθώο ανθολόγιο παραμυθιών και συμβόλων αλλά ο άσπονδος εχθρός της νόησης και το πλέον ύπουλο μεθόδευμα επιβολής εξουσίας. Οι «πνευματικοί πατέρες» και οι (μονα)δικές τους αλήθειες δεν είναι παρά δόκανα, αριστοτεχνικά στημένα στους δρόμους της ποθητής αυτοπραγμάτωσης. Λεία και τρόπαιο, ο αφύλακτος παιδικός νους, εκεί προσβάλλει, εκεί ενδημεί ο αληθινός ο ιός του θεού, που μέχρι πρότινος δυστυχώς αψηφούσα.

Τα δυο μου σεντς λοιπόν για όποιον τυχόν αναγνώστη
· είναι χριστιανός: θέλω σαφώς να σου το ξεκαθαρίσω, δεν έπεσα θύμα καμιάς πλάνης, δεν με παρέσυραν οι σοφιστείες «σάπιων αθέων και σιωνιστών» ή οι διαβολές αιρετικών και αλλοθρήσκων. Όχι! Τη γνήσια κι ατόφια πίστη σου σιχάθηκα, βιώνοντάς τη βαθιά στο μεδούλι μου, καρφί το καρφί τη μισαλλοδοξία, το μισογυνισμό, την υποκρισία, την παράνοια, τον ολοκληρωτισμό, την αδιαλλαξία, την αλαζονεία, τον εκφοβισμό, τη δεισιδαιμονία, τον αποκλεισμό, το ζόφο, την ασφυξία ΣΟΥ… (Κι αν όλα αυτά νομίζεις ότι δεν σε αφορούν, κάνε μια επανάληψη στις «ιερές» γραφές σου, δεν λέει να μείνεις μετεξεταστέος. μπρρρρ)
· είναι άνθρωπος: είναι πολύ πιο ύπουλη, πολύ πιο δυνατή από αυτό που αρχικά ίσως αφήνει να διαφανεί. Σκέψου σε τι τεχνάσματα, τι μεταλλάξεις και προσαρμογές έχει καταφύγει όλες αυτές τις χιλιετίες για να μπορεί να επιβιώνει —το κλέος της ασυναρτησίας!— ακόμα και σήμερα. Μην επαναπαύεσαι μπροστά στη θρησκεία, μη θεωρείς ότι με λόγο και παρρησία αντιμετωπίζεται ο θρησκόληπτος. Ξαγρύπνα ασταμάτητα όταν σε περιτριγυρίζει, λίγο για σένα, πολύ για το παιδί — their precious.

Είμαστε μόνοι, ασήμαντοι, πεπερασμένοι.
Σε ένα ασύλληπτο, άπειρο, μετέωρο σύμπαν.
Καμία έκπληξη που εφηύραμε το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τη θρησκεία.
Μα αν τα ναρκωτικά πολλοί αγάπησαν, πρώην φίλε μου, τα πρεζάκια ουδείς.
Δεν σε κατηγορώ, πώς θα μπορούσα; Είσαι στα μάτια μου το πρώτο, το τραγικότερο θύμα. Έτσι την πρωτοπήρες την αγάπη, στην αγκαλιά της μανούλας ρουφώντας λιβάνι, έτσι την πρόσφερες, το ξέρω.
Κοιμήσου λοιπόν τον μακάριο ύπνο σου, κανένας πια δεν θα τολμήσει να σε ενοχλήσει, εγώ μονάχα ίσως πού και πού θα νανουρίζω
ξέρω κάτι όμορφα παραμύθια
για τόπους άλλους
μακρινούς και φιλόξενους
όπου ο Αυστραλοπίθηκος ποτέ δεν άφησε βλάσφημα χνάρια
και τα πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών είναι αδιάσειστα ντοκουμέντα
εκεί αρετή είναι ν’ αγαπάς τον διπλανό και να μισείς —πολύ πολύ— τον απέναντι
στους τόπους που ο Χριστούλης δεν κάνει λαμπόγυαλο τα δικά σου παγκάρια
κι οι χριστιανοί είναι άνθρωποι γλυκείς, καλοί και πράοι
μα οι άθεοι, ω αυτοί!, ανήθικα ανερμάτιστα κτήνη
εκεί μακριάααα κι αληθινάααα
όπου αποσύρονται οι δυνατοί
απ’ τα εγκόσμια

ΥΓ. Ο τίτλος αναφέρεται φυσικά στον πρώην σύζυγό μου και νυν «ιερομόναχο» Π. Ακόμα αδημονεί αλλά που θα πάει, ίσως αύριο…;

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.