Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (48)

5 Νοεμβρίου 2012
Αρθρογράφος: Πελαγία Π., 55 ετών, απόφοιτος Διοίκησης Επιχειρήσεων, έγγαμη, Αττική.


Πώς και γιατί είμαι άθεη

Κανείς στην οικογένειά μου δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με τη θρησκεία. Σπάνια αναφερόντουσαν στο θέμα οι γονείς μου, σαν να μην υπήρχε. Εκτός από τη γιαγιά μου, από την πλευρά της μητέρας μου. Θυμάμαι ότι με έπαιρνε καμιά φορά μαζί της στην εκκλησία και αντί για παραμύθια μου έλεγε ιστοριούλες από τη Βίβλο. Αργότερα, κατάλαβα ότι ο πατέρας μου ήταν εντελώς άθεος και η μητέρα μου πίστευε όσο πατάει η γάτα.

Γύρω στα δεκαπέντε μου, λόγω ενός καταπληκτικού καθηγητή θρησκευτικών και μίας φίλης μου, θέλησα να μάθω περισσότερα. Πώς ήταν δυνατόν να μη γνωρίζω απολύτως τίποτα, για κάτι που είχε εκατομμύρια οπαδούς; Από μικρή διάβαζα πάρα πολύ, πράγμα που συνεχίζω μέχρι σήμερα, μυθιστορήματα, φιλοσοφία, ποίηση, κλασικούς και αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, καθώς και επιστημονικά βιβλία διαφόρων θεμάτων, όπως: φυσική, χημεία, αστρονομία, μαθηματικά, ψυχολογία, ιατρική και γενικά ό,τι έπεφτε στα χέρια μου ή μου προκαλούσε κατά καιρούς το ενδιαφέρον. Έτσι ξεκίνησα και αυτή την έρευνα μέσα από τα βιβλία.

Τα χρόνια που ακολούθησαν διάβασα με προσοχή και αρκετές φορές την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, όπως και άλλα θρησκευτικά βιβλία και μελέτες. Έτσι ανακάλυψα ένα σωρό αντιφάσεις και απίθανα πράγματα, τα οποία καμία σχέση δεν είχαν με αυτά που δίδασκε η εκκλησία ή μας μάθαιναν στο σχολείο. Τα συζήτησα με ανθρώπους που πίστευαν και μου σύστησαν κάποιους μορφωμένους παπάδες και θεολόγους για να με διαφωτίσουν και να λύσουν τις άπειρες απορίες που μου δημιουργήθηκαν. Καμία από τις απαντήσεις τους δεν είχε λογική και σαφή εξήγηση ούτε έριξε φως στο πάρα πολύ μπερδεμένο μυαλό μου. Στη συνέχεια μελέτησα και άλλες θρησκείες πέρα από τη Χριστιανική.

Τελικά, το μόνο που κατάφερα από όλα τούτα, είναι, να θαυμάσω τον Ιησού σαν άνθρωπο και φιλόσοφο —ποτέ όμως δεν τον είδα σαν θεό— το ίδιο έγινε και με πολλούς άλλους «ιδρυτές» θρησκευτικών ρευμάτων, όπως τον Βούδα για παράδειγμα. Επίσης εκτίμησα, ενστερνίστηκα και εφάρμοσα επιλεκτικά στη ζωή μου μερικές από τις σοφές διδασκαλίες και πρακτικές, που λίγο πολύ εμπεριέχονται ανεξαιρέτως σε όλες τις θρησκείες του κόσμου. Παράλληλα όμως, έφριξα με τις αναπόδεικτες και παράλογες ανοησίες και φαντασιώσεις, και μου ήταν αδύνατον να τις καταπιώ αμάσητες, ώστε να πιστέψω τελικά κάπου.

Γενικά, η ιδέα του Θεού δεν μου κάθισε ποτέ καλά και η θρησκεία μού φαινόταν σαν ένα μεγάλο, φτιαχτό παραμύθι, δημιουργημένο από τον ίδιο τον άνθρωπο για τον άνθρωπο. Νομίζω πως όλα ξεκίνησαν από την ανάγκη της κάθε κοινωνίας να καλύψει τους φόβους της. Φόβους που δημιουργήθηκαν από τις ελλιπείς γνώσεις για το άγνωστο. Ό,τι δεν μπορεί να εξηγηθεί επιστημονικά ή με την κοινή λογική, κάποιοι επιτήδειοι το αντικαθιστούν ωραιότατα με υπερβατικές, υπερφυσικές και γεμάτες μυστήριο πιθανές ή απίθανες λύσεις. Η μάζα του λαού, παρασυρμένη από τα όμορφα λόγια, πιστεύει, παθιάζεται, ακολουθεί πειθήνια, και εκείνοι με τον ένα ή τον άλλο κερδίζουν αυτό που θέλουν, συνήθως χρήμα και εξουσία. Η θρησκεία είναι μια μορφή ύπουλης, φανατισμένης πολιτικής και αποτελεί το πιο δυνατό μέσο χειραγώγησης και εκμετάλλευσης.

Προσωπικά πιστεύω πως αυτό που οδηγεί τους ανθρώπους να γίνουν τυφλοί οπαδοί μιας θρησκείας, είναι η αδυναμία τους να κουμαντάρουν από μόνοι τους τα της ζωή τους και να βρουν λύσεις για τα προβλήματα που τους απασχολούν — όσο βαρύ και αν ακούγεται αυτό. Κάθε θρησκεία προσφέρει ωραιότατες, παραμυθένιες λύσεις για το υπαρξιακό τους πρόβλημα, καθώς και σαφείς, πακεταρισμένες οδηγίες ζωής, όλα με τη βούλα και τη σφραγίδα ενός Θεού. Και το κυριότερο, τους υπόσχεται πως αν πιστέψουν, ακολουθήσουν και εφαρμόσουν όσα τους λένε, τους περιμένει ένας «παράδεισος» σε μια άλλη ζωή ή δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες να επανορθώσουν σε επόμενες ζωές. Μιας και τους είναι λοιπόν πάρα πολύ δύσκολο να μανουβράρουν τα «δεινά του κόσμου τούτου», τα υποφέρουν μοιρολατρικά και αγόγγυστα, με την ελπίδα και την υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον μετά θάνατον. Παράλληλα καλύπτουν τον ίδιο το φόβο του θανάτου, μιας και τους είναι πάρα πολύ δύσκολο να αποδεχτούν έτσι απλά, πως όπως για όλα τα έμβια όντα υπάρχει ένα τέλος, έτσι υπάρχει και ένα τέλος για την «κορωνίδα της δημιουργίας», τον άνθρωπο.

«Πού το κακό;» θα μου πείτε. Και όμως… Το μυαλό περιορίζεται σε πάρα πολύ στενά, εκτός πραγματικότητας πλαίσια. Ο κάθε πιστός, βολεμένος στην παρηγοριά και τη μασημένη τροφή που του προσφέρεται, καταργείται ως άτομο και γίνεται μέρος μιας ομάδας. Ως δούλος κάποιου Θεού, οφείλει να υπακούει σε συγκεκριμένα δόγματα και κανόνες δίχως να αμφισβητεί τίποτα. Καθοδηγείται από τους αυτοεκλεγμένους «αντιπροσώπους» του Θεού επί της γης και αναγνωρίζει αυτόματα, δίχως δεύτερη κουβέντα, την εξουσία τους, ό,τι μέρος του λόγου και αν είναι οι εξουσιαστές του. Το δε τρελό είναι πως ο πιστός, μέσα από όλο τούτο το παραμύθι, γίνεται τρομερά εγωιστής, επειδή αισθάνεται ανώτερος, όχι μόνο από τα άλλα όντα του πλανήτη, αλλά και από όλους τους συνανθρώπους του που δεν ανήκουν στην ίδια πίστη με την ομάδα του.

Από τότε που ο άνθρωπος δημιούργησε τους θεούς, έπαψε να είναι ο ίδιος Θεός του εαυτού του. Είναι πιο εύκολο να υπάρχει ένας αόρατος καθοδηγητής που θέτει τους κανόνες, που τιμωρεί και επιβραβεύει και κατά κάποιο τρόπο παίρνει την ευθύνη για αποφάσεις και γεγονότα. Κάτι σαν πατέρας του κοπαδιού, σαν ανώτερος βασιλιάς. Δεν είναι τυχαίο που πολλές φορές ο βασιλιάς ενός λαού ήταν και θεός ή απόγονος θεού ή αντιπρόσωπός του. Δεν είναι τυχαίο που ο Ιησούς λογίζεται ως υιός θεού και παράλληλα θεωρείται βασιλιάς ενός υπέργειου, εξιδανικευμένου βασιλείου.

Όλα όσα δίδασκαν και διδάσκουν τα πάμπολλα και ποικίλα δόγματα είναι ένας κλεμμένος αχταρμάς παλαιότερων φιλοσοφιών ή αρχαιότερων θρησκειών, με ελάχιστες προσθήκες και προσαρμογές κατά εποχή ή ανά εκάστοτε λαό. Γι’ αυτό και πολλές φορές μοιάζουν μεταξύ τους ή έχουν πολλά κοινά στοιχεία στη μυθολογία, στην πρακτική τους εφαρμογή και στο τελετουργικό τους. Πρόσθεταν κάθε φορά και ένα σωρό από απίθανα μυθεύματα, κανόνες, απαγορεύσεις, πρακτικές, «εφευρέσεις», τελετές και φαμφάρες, με σκοπό να δημιουργηθεί μια επιβλητική θρησκεία. Μια θρησκεία βασισμένη στην αδυναμία και τις ανάγκες των πιστών, που κάποιοι επιτήδειοι εκμεταλλευόντουσαν για δικό τους κέρδος και καλοζωία. Ορισμένα από αυτά αγγίζουν το όριο του γελοίου, αν τα κοιτάξεις με τα μάτια της κοινής ή επιστημονικής λογικής.

Θα μπορούσα να μιλώ ώρες για το θέμα, αναλύοντάς τα απίθανα της «δικής μας» και μόνο Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης, όπως παρουσιάζεται μέσα από τη Βίβλο. Ας πάρουμε όμως, έτσι απλά, μια πολύ μικρή περίληψη αυτής της «αστείας» ιστορίας, δίχως να λάβουμε υπ’ όψη μας όλα τα κενά, αντιφάσεις, μεγαλειώδη ψέματα, παρατράγουδα και, και, και… Πρώτα-πρώτα, μιλά για ένα ανώτερο ον, δημιουργό των πάντων, που είχε ανάγκη, για έναν απίθανο, αδιευκρίνιστο και παράλογο λόγο, να φτιάξει ένα μέρος και να βάλει μέσα το κατασκεύασμα που επινόησε, τον άνθρωπο. Έφτιαξε ένα ολόκληρο σύμπαν και έκλεισε το δημιούργημά του μέσα σε έναν «Παράδεισο» (αν και, αποδεδειγμένα, από την ίδια τη Βίβλο, υπήρχαν απ’ έξω και άλλες πόλεις με άλλους ανθρώπους, από όπου βρήκε ο Κάιν αργότερα γυναίκα και παντρεύτηκε).

Αυτό πάλι τι σας λέει!! Γιατί ο Κάιν, ο κακός της υπόθεσης, να είναι ο πρόγονος, ο πατέρας όλης της ανθρωπότητας; Αν το συνδυάσουμε με το προπατορικό αμάρτημα, και τα δύο μαζί αποτελούν έναν πάρα πολύ καλό λόγο να βρισκόμαστε συνέχεια με σκυμμένο το κεφάλι, μειονεκτικά απολογούμενοι, για να ξεπλυθούν αμαρτίες άλλων…

Ένας πάνσοφος Θεός λοιπόν, που γνώριζε τα πάντα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, αλλά έκανε το λάθος να μη ξέρει τι τον περιμένει από το πλάσμα που ο ίδιος έφτιαξε, αφού ομολογουμένως βρέθηκε πολλές φορές προ εκπλήξεως. Σε αυτό το πλάσμα έδωσε «ελεύθερη επιλογή» για να το δοκιμάσει και από την άλλη δημιούργησε κανόνες, τους οποίους από τη φύση του δεν ήταν φτιαγμένο να τους υπακούει και τόσο εύκολα. Χώρια που μοίρασε στον καθένα μας χωριστά άλλες δυνατότητες ή άλλες αρχικές ευκαιρίες με το που ερχόμαστε στον κόσμο.

Αναρωτιέμαι: δεν γνώριζε ή δεν γνωρίζει ο παντογνώστης εκ των προτέρων όλα όσα θα συμβούν στη συνέχεια; Ποια η αρχική ανάγκη να φτιάξει τους ανθρώπους, με μοναδικό σκοπό της ζωής τους τη δοκιμασία; Δεν ξέρει άραγε ποιοι θα τα καταφέρουν να κερδίσουν την υπέροχη αιώνια συνέχεια που υπόσχεται ή ποιοι θα καταδικαστούν σε μια αιώνια τιμωρία; Δεν μοιάζει όλο αυτό σαν κακοφτιαγμένο, προσχεδιασμένο, παιχνίδι, που ο δημιουργός του ξέρει εκ των προτέρων πώς θα καταλήξει; Γιατί τόσος κόπος λοιπόν από μέρους του;

Ας συνεχίσουμε όμως αυτή την απίθανη ιστορία. Μετά από τόσο κόπο λοιπόν, ήρθε και η πρώτη έκπληξη. Έτσι, ο Θεός πέταξε από τον Παράδεισο το δημιούργημά του με το πρώτο του παράπτωμα. (Εδώ ας σημειώσουμε ότι από τη μία τιμώρησε τον Αδάμ επειδή ζητούσε τη γνώση, αλλά αμέσως μετά συγχώρεσε τον γιο του τον Κάιν που σκότωσε τον ίδιο του τον αδερφό. Τι σπουδαία μηνύματα για την ανθρωπότητα!!) Αλλά και στη συνέχεια μετάνιωσε ένα κάρο φορές που έφτιαξε τον άνθρωπο και προσπάθησε να τον καταστρέψει ξανά και ξανά, χωρίς να τα καταφέρνει. Ο ίδιος, βλέπετε, βοηθούσε να επιζήσουν «επιλεκτικά» —να βράσω την επιλογή του— οι καλύτεροι. Οι οποίοι όμως τα έκαναν και πάλι θάλασσα εν καιρώ, για να τον απογοητεύσουν. Ας μην πω τίποτα για την τρομερή και φοβερή εκδικητικότητά του…

Συχνά πυκνά λοιπόν, εκτός από μεγάλες ή μικρές καταστροφές και μαζικές «εκτελέσεις» (Βλέπε Μωυσής και Εβραϊκός λαός στην πορεία για τη γη της Επαγγελίας), έστελνε και κάποιους μεγάλους ηγέτες για να συνετίσουν το ποίμνιο, αλλά προκοπή δεν έβλεπε. Αυτός ο πάνσοφος, μεγαλειώδης δημιουργός του σύμπαντος, που άλλη δουλειά δεν έχει, παρά μία εμμονή να ασχολείται και να μετράει με το καντάρι τις πράξεις του κάθε ανθρώπου, αποφάσισε ξαφνικά να λύσει το πρόβλημα. Έστειλε τον ίδιο το γιο του να θυσιαστεί για να δώσει άλλη μία ευκαιρία στο ελαττωματικό του δημιούργημα!!!! Άλλη λύση δεν βρήκε… Γενικά, είναι άξια θαυμασμού η φοβερή και τρομερή λογική αυτού του παντοδύναμου και πάνσοφου όντος!

Το αποτέλεσμα όλων αυτών; Όλοι οι άνθρωποι που θα ζήσουν επάνω στη γη, έχουν την ευκαιρία να πάνε μετά θάνατο σε έναν αιώνιο Παράδεισο ή να τιμωρηθούν σε μία αιώνια Κόλαση, ανάλογα με τις πράξεις τους και την πίστη τους. Μετά, τέλος, όλα θα έχουν γίνει όπως τα «σχεδίασε».

Και το αρχικό ερώτημα παραμένει. Γιατί μας έφτιαξε;;; Τι του χρειαζόμαστε; Να περνάει την ώρα του μετρώντας τα σωστά και τα λάθη μας, ώστε να μας κατατάξει κάπου; Για μήπως και δεν ξέρει από πριν πού θα καταλήξει ο καθένας μας; Και αν του χρειαζόμαστε για κάτι, όσοι θα πάμε έστω στον Παράδεισο, γιατί δεν μας έφτιαξε όλους τέλειους από την αρχή, να μας βάλει εκεί να τελειώνει; Γιατί όλη αυτή η δοκιμασία και ταλαιπωρία από μέρους του; Και τέλος, πού θα χρησιμεύσει το περίσσευμα που θα πάει στην κόλαση; Να έχει κάτι και ο διάβολος να παίζει ή βάλανε στοίχημα μεταξύ τους, ποιος θα πάρει τους πιο πολλούς;

Ελπίζω να μην παρεξηγήσατε το χιούμορ μου. Ας σοβαρευτώ όμως λίγο και ας προσπαθήσω να σας πω σε τι πιστεύω τελικά.

Ποτέ δεν είχα την ανάγκη να πιστεύω στην ύπαρξη Θεού και όσο το μελετάω, τόσο πιο πολύ απέχω από αυτή την ιδέα.

Δεν μου χρειάζεται δημιουργός για να αιτιολογήσω το σύμπαν. Γιατί πρέπει όλα να τα έχει φτιάξει κάποιος ή κάτι; Δεν είναι πολύ ανθρώπινη και περιορισμένη σκέψη; Μπορεί κάλλιστα να έγιναν όλα από μόνα τους. Μπορεί από έκρηξη συσσωρευμένης ενέργειας και μάζας (Big bang) ή κάποια άλλη επιστημονική αιτία που δεν την γνωρίζουμε ακόμα. Και η ζωή, σε όσους πλανήτες υπάρχει, να προήλθε από τυχαίες αναμίξεις χημικών στοιχείων κάτω από ορισμένες συνθήκες. Όσο για τις «ανώτερες» μορφές της, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, μπορεί να είναι απλά η εξέλιξη ενός «κατώτερου» είδους (Δαρβίνος) ή γενετική παρέμβαση από άλλα παρόμοια είδη που ζουν σε άλλους πλανήτες. Πολλά Μπορεί! Τίποτα όμως δεν είναι αποδεδειγμένο, και τίποτα τόσο παρατραβηγμένο και εγωιστικό όσο η έννοια ενός Θεού που ασχολείται συνέχεια μαζί μας. Δεν μου χρειάζονται οι αρλούμπες και τα αλαλούμ κάποιας θρησκείας για να μου εξηγήσουν τα ανεξήγητα. Προτιμώ να βασιστώ στον ορθολογισμό της επιστήμης για όλες τις αναπάντητες ερωτήσεις, έστω και αν δεν προλάβω να μάθω τις εξηγήσεις κατά τη διάρκεια της δικής μου ζωής. Αν ορισμένα παραμένουν ανεξήγητα, είναι γιατί δεν τα έχουμε ανακαλύψει ακόμα. Δεν είναι όμως αυτός λόγος να καλύπτουμε την ανάγκη μας για γνώση κάτω από παραφιλολογίες και αναπόδεικτους μύθους, για να αποκτήσουμε μια υπερφίαλη «ηρεμία» που κάθε άλλο παρά σε αλήθειες βασίζεται.

Δεν πιστεύω σε ζωή μετά τον θάνατο. Δεν το έχω ανάγκη, γιατί δεν με τρομάζει ούτε ο δικός μου ο θάνατος ούτε και των ανθρώπων που αγαπώ. Είμαι προετοιμασμένη για αυτό το φυσικό και αναπόφευκτο γεγονός. Γεννιόμαστε, πεθαίνουμε και πάει τελείωσε. Καθόλου ενοχλητικό δεν μου φαίνεται σαν ιδέα. Πιο ενοχλητικό είναι να πρέπει να ταλαιπωρηθώ, να υποφέρω και να στερηθώ σε αυτή τη ζωή, περιμένοντας μια καλύτερη επόμενη που δεν είναι και σίγουρο ότι υπάρχει.

Δεν μου χρειάζεται κάποιος μελλοντικός στόχος, σκοπός ή ανταμοιβή, για να ζήσω σεβόμενη τον εαυτό μου και τους άλλους. Μου φτάνει η ευτυχία και η ολοκλήρωση που νιώθω, όταν είμαι σωστός και καλός άνθρωπος. Δεν μου χρειάζονται οι κανόνες κάποιας θρησκείας και ο φόβος της τιμωρίας για να μην αποκλίνω από τον ίσιο δρόμο. Μου φτάνει η μιζέρια που προκαλεί το κακό από μόνο του, για να με συγκρατήσει. Πιστεύω στη λογική, στη φιλοσοφία, στην καλοσύνη, στη δύναμη του ανθρώπου, στην αυτοσυγκράτηση και τον αλληλοσεβασμό. Το καλό και το κακό υπάρχουν μέσα μας και όταν αφήνουμε το δεύτερο να επικρατεί σίγουρα δεν είμαστε ευτυχισμένοι. Ας μάθουμε όσο πιο πολλά μπορούμε, σε αυτή τη σύντομη χρονική στιγμή που λέγετε ζωή, ας προσφέρουμε όσο περισσότερα γίνεται και ας συνεχίσουμε να καλυτερεύουμε τον εαυτό μας μέχρι να κλείσουμε τα μάτια μας.

Πιστεύω επίσης πως πραγματικά ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που μαθαίνει τον εαυτό του και τους άλλους. Που μπορεί να βλέπει και να διορθώνει τα ελαττώματα του, που έχει τη δυνατότητα να γίνεται κάθε μέρα και καλύτερος και ξέρει να συγκρατεί τα πάθη του για να μη βλάπτει τον ίδιο και τους άλλους. Αυτός που τα πάει καλά με τον εαυτό του, μπορεί να είναι καλός και με τους συνανθρώπους του.

Δεν μου ήρθε ξαφνικά να είμαι άθεη. Νομίζω πως έτσι ήμουν πάντα. Απλά στην πορεία, ερευνώντας και την άλλη άποψη, το τεκμηρίωσα ακόμα πιο πολύ μέσα μου. Ούτε θεωρώ πως είναι εγωιστικό να στηρίζεσαι στις δυνάμεις σου, να σκέφτεσαι και να βρίσκεις απαντήσεις από μόνος σου, χρησιμοποιώντας την κοινή ανθρώπινη λογική, απαντήσεις που δεν συμπεριλαμβάνουν έναν Θεό, όπως συχνά διατυμπανίζουν και μας κατηγορούν αυτοί που πιστεύουν. Επειδή και αυτά που θεωρούν οι θρήσκοι ως δεδομένες και αυθύπαρκτες αλήθειες, κάποιοι άλλοι άνθρωποι τα έχουν σκεφτεί και εφεύρει.

Ο δεύτερος σύζυγός μου είναι και αυτός άθεος εκ πεποιθήσεως, αν και προέρχεται από θρησκευτική οικογένεια.

Ο μοναχογιός μου πάλι, αν και μεγάλωσε με τα δικά μου πρότυπα σχετικά με τη θρησκεία, παλαιότερα ήταν άθεος (μάλιστα σε πολύωρες συζητήσεις που είχε μαζί μου και με άλλους, ανέλυε το όλο θέμα περί Θεού και θρησκειών και απέρριπτε και τα δύο με μεγάλο πάθος)· τώρα τελευταία όμως, στα τριάντα του πια, έχει αρχίσει να πιστεύει από μόνος του στον Θεό. Δεν πηγαίνει μεν στην εκκλησία, αλλά φέτος μου ανακοίνωσε ότι νηστεύει για το Πάσχα. Δεν του έφερα καμία αντίρρηση. Είναι ένας άρτιος, σωστός, φιλοσοφημένος και δυνατός χαρακτήρας και του έχω εμπιστοσύνη. Ό,τι και αν επιλέξει, είμαι σίγουρη πως θα βρει τον δρόμο που του ταιριάζει και δεν θα κάνει κάτι που θα βλάψει τον εαυτό του ή τους άλλους. Εξ’ άλλου, τα πιστεύω του καθενός, ακόμα και του ίδιου του παιδιού μου, είναι πάρα πολύ προσωπικό θέμα και αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός.

Όλοι σχεδόν οι φίλοι μου πιστεύουν, από λίγο ως πολύ, σε κάποια θρησκεία, και μάλιστα η κολλητή μου είναι αυτό που λένε «της εκκλησίας». Πάρα πολλές φορές μιλάμε και αναλύουμε μεταξύ μας θρησκευτικά και φιλοσοφικά θέματα —εδώ και σαράντα χρόνια— και δεν έχουμε καυγαδίσει ποτέ.

Όπως βλέπετε, δεν είχα ποτέ και δεν έχω κανένα πρόβλημα με όσους πιστεύουν οπουδήποτε. Δικαίωμά τους!!! Ο καθένας πιστεύει σε αυτό στο οποίο τον οδηγεί η λογική του και τον κάνει να αισθάνεται καλύτερα με τον εαυτό του. Μα ούτε και οι άλλοι έχουν πρόβλημα μαζί μου, αν και δηλώνω ανοιχτά αυτό που είμαι, γιατί δεν έχω φανατισμό και δεν προσπαθώ να πείσω κανέναν να ενστερνιστεί τα δικά μου πιστεύω, αλλά μήτε και κατηγορώ ποτέ κανέναν για τα δικά του.

Πού και πού μόνο ενοχλούμαι, όταν υπάρχει άμετρος και παράλογος φανατισμός από την άλλη πλευρά. Όταν ακούω να βρίζουν την «πίστη μου στην απιστία». Με ποιο δικαίωμα; Όπως εγώ σέβομαι την πίστη τους, περιμένω να σεβαστούν κι εκείνοι τη δική μου και όλους εμάς που διαλέξαμε αυτό το είδος «θρησκείας».

Κατά έναν περίεργο τρόπο, το ίδιο ακριβώς ενοχλούμαι όταν ακούω τους ομοϊδεάτες μου να καταφέρονται με άσχημο τρόπο ή με χαρακτηρισμούς εναντίων αυτών που πιστεύουν κάπου. Μπορούμε να συνυπάρχουμε ανταλλάσσοντας ήρεμα απόψεις. Το κακό είναι να μη σεβόμαστε ο ένας τα Πιστεύω του άλλου.

Γενικά μου φαίνεται τρομακτικός, άδικος και παράλογος κάθε καυγάς, κάθε μάχη και κάθε πόλεμος, που γίνεται επειδή οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές απόψεις και ιδεολογίες. Δεν βλέπω τον λόγο γιατί πρέπει όλοι να είμαστε, να πιστεύουμε ή να προτιμάμε τα ίδια πράγματα σε κανέναν τομέα της ζωής μας. Και δεν βλέπω τον λόγο, γιατί πρέπει να προσπαθούμε να κάνουμε τους άλλους να σκέφτονται με το δικό μας τρόπο. Πού το κακό στη διαφορετικότητα;

Το κακό ξεκινά όταν μία μονάδα ή ομάδα θέλει να επιβληθεί με το ζόρι στους άλλους. Πολλές φορές, τέτοιου είδους φανατισμοί οδηγούν σε ακραίες καταστάσεις. Η έχθρα φτάνει σε τέτοια σημεία, που οι μεν προσπαθούν να μειώσουν με κάθε τρόπο τους δε ή ακόμα και να τους εξαφανίσουν από προσώπου γης. Πόσοι πόλεμοι και πόσα θύματα δεν έχουμε θρηνήσει και συνεχίζουμε να θρηνούμε στις μέρες μας, λόγω διαφοράς στην ιδεολογία και κυρίως σε θρησκευτικά θέματα;

Πάντως νομίζω, με κάθε επιφύλαξη, ότι ο φανατισμός δεν προέρχεται από υπερβολική πίστη, αλλά από κρυμμένη καταπίεση ή υπερβολικά άρρωστο εγωισμό. Αφού καταπιέζομαι εγώ για να υπηρετώ αυτή τη συγκεκριμένη ιδέα, γιατί να μην καταπιεστούν και οι άλλοι; Αφού εγώ πιστεύω αυτό, που είμαι καλύτερος και εξυπνότερος από όλους, γιατί να μην το πιστεύουν και οι άλλοι; Δεν είναι λογικό να μισούμε, να εξευτελίζουμε και να σκοτώνουμε τους συνανθρώπους μας, για να τους δείξουμε και να τους οδηγήσουμε στον «σωστό δρόμο» που εμείς νομίζουμε.

Με δυο λόγια:

Αν η πίστη στις όποιες ιδέες μας δεν μας κάνει καλύτερους, ισορροπημένους και ευτυχισμένους ανθρώπους, αν δεν μας κάνει να αγαπάμε και να σεβόμαστε τον εαυτό μας και τους συνανθρώπους μας, τότε σίγουρα δεν είναι μια καλή πίστη ή έστω μια πίστη που μας ταιριάζει.

Το ίδιο ισχύει αν δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε πλήρως αυτά στα οποία πιστεύουμε. Αν δεν καταφέρνουμε να είμαστε στη ζωή μας, με απόλυτη ελευθερία και άνεση, αυτό που πραγματικά θέλουμε και είμαστε μέσα μας, αν ζοριζόμαστε ή προσπαθούμε να το κρύψουμε και να δείξουμε κάτι άλλο, κάπου έχουμε κάνει λάθος. Αν μη τι άλλο, λέμε ψέματα και κοροϊδεύουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Και τέλος, δεν είναι δικό μας θέμα και δεν μας αφορά τι πιστεύουν οι άλλοι ή ποιον τρόπο ζωής διάλεξαν για να ζήσουν. Δικαίωμά τους!!! Ας ασχοληθούμε με το τι κάνουμε και ποιοι πραγματικά θέλουμε να είμαστε. Δικαίωμά μας!!! Ευθύνη και υποχρέωσή μας!!!

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.