[Κπκ] 3α. Προβλήματα με τις Επιστολές

7 Ιουνίου 2013
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: Evan T


« Προηγούμενο άρθρο [3] • Περιεχόμενα Επόμενο άρθρο » [3βi]

Προς Ρωμαίους 8,26

Ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν· τὸ γὰρ τί προσευξώμεθα καθ' ὃ δεῖ οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ' αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις· Επίσης το Πνεύμα έρχεται βοηθός στις αδυναμίες μας. Εμείς δεν ξέρουμε ούτε τι, ούτε πώς να προσευχηθούμε. Το Πνεύμα όμως μεσιτεύει το ίδιο στον Θεό για μας με στεναγμούς που δεν μπορούν να εκφραστούν με λέξεις.

Σύμφωνα με τον Παύλο, οι Χριστιανοί δεν γνωρίζουν πώς να προσεύχονται. Μα πώς θα μπορούσε να το πει αυτό κάποιος που γνώριζε τη διδασκαλία του Ιησού; Τι απέγινε η Κυριακή Προσευχή; Δεν την ξέρει ο Παύλος; Αν γνώριζε τόσα λίγα για τον Ιησού που δεν ήξερε καν αυτό, δικαιολογείται να έχει γράψει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της Καινής Διαθήκης;

Αν βέβαια οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν σε έναν Ιησού-πνεύμα, τότε το ζήτημα αυτό ξεκαθαρίζει αμέσως. Ο λόγος που ο Παύλος δεν ήξερε την Κυριακή Προσευχή είναι το ότι δεν υπήρξε ποτέ Ιησούς-άνθρωπος για να τη διδάξει σε κάποιον —είναι πιθανότατα εφεύρημα των ευαγγελιστών που έγραψαν δεκαετίες αργότερα.

Προς Ρωμαίους 13,3-4

Οἱ γὰρ ἄρχοντες οὐκ εἰσὶ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἀλλὰ τῶν κακῶν. θέλεις δὲ μὴ φοβεῖσθαι τὴν ἐξουσίαν; τὸ ἀγαθὸν ποίει, καὶ ἕξεις ἔπαινον ἐξ αὐτῆς· Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστι σοὶ εἰς τὸ ἀγαθόν. ἐὰν δὲ τὸ κακὸν ποιῇς, φοβοῦ· οὐ γὰρ εἰκῇ τὴν μάχαιραν φορεῖ· Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστιν εἰς ὀργὴν, ἔκδικος τῷ τὸ κακὸν πράσσοντι. Οι άρχοντες δεν προκαλούν φόβο σε όποιον κάνει καλό, αλλά σε όποιον κάνει κακό. Θέλεις εσύ να μη φοβάσαι την εξουσία; Κάνε το καλό και θα σε επαινέσει η εξουσία, γιατί είναι στην υπηρεσία του Θεού για το καλό σου. Αν όμως κάνεις το κακό, να φοβάσαι, γιατί η εξουσία δεν κρατάει χωρίς λόγο το σπαθί· τον Θεό υπηρετεί και γίνεται όργανο της οργής του για να τιμωρεί όποιον κάνει το κακό.

Πραγματικά παράδοξη δήλωση, δεδομένου ποιος την κάνει. Ο Παύλος λέει πραγματικά πως οι καλοί άνθρωποι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από τις αρχές; Ολόκληρη η θρησκεία του Παύλου βασίστηκε σε έναν άνθρωπο που συνελήφθη άδικα, καταδικάστηκε άδικα και οδηγήθηκε σε έναν άδικο θάνατο από τους άρχοντες της εποχής. Κανείς που γνώριζε τις ιστορίες των ευαγγελίων δεν θα έλεγε κάτι τέτοιο.

Υπάρχει και άλλο ένα ζήτημα, πέρα από το αν ο Παύλος γνώριζε για τη ζωή του Ιησού. Ακόμα και αν δεν πίστευε σε έναν ιστορικό Ιησού ο ίδιος, αν οι άνθρωποι στους οποίους έγραφε πίστευαν και ήξεραν για τον ιστορικό Ιησού, θα είχαν απορρίψει εκνευρισμένοι τους στίχους αυτούς ως αντιφάσκοντες με γνωστά γεγονότα. Η προς Ρωμαίους δεν θα είχε μπει ποτέ στον κανόνα της Βίβλου. Και όμως μπήκε. Η μόνη εξήγηση είναι πως ούτε ο Παύλος, ούτε η πρώιμη χριστιανική κοινότητα πίστευε σε έναν επίγειο Ιησού, οπότε ο Παύλος μπορούσε να τα γράψει αυτά χωρίς να ακούγονται λανθασμένα.

ΣτΜ: Εμένα ο στίχος μου φαίνεται παράξενος και για έναν ακόμη λόγο: Ο ίδιος ο Παύλος ήταν υποτίθεται μέχρι πριν από κάποιο καιρό “άρχων” που κυνηγούσε τους καλούς Χριστιανούς, παρόλο που έκαναν “καλά έργα”, με σκοπό να τους σκοτώσει άδικα. Ή ο Παύλος τα ξέχασε τα δικά του ή ο στίχος αυτός επιβεβαιώνει εν μέρει την υποψία που πάντα είχα πως ο Παύλος ουδέποτε υπήρξε διώκτης των Χριστιανών και η όλη ιστορία της μεταστροφής του ήταν απλά ένα λογοτεχνικό εύρημα για να του προσδώσει κύρος.

Α΄ προς Κορινθίους 9,1-2

Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; Δεν είμαι απόστολος; Δεν είμαι ελεύθερος; Μήπως δεν είδα τον Κύριό μας, τον Ιησού Χριστό;

Σ' αυτόν το στίχο ο Παύλος προσπαθεί να απαντήσει σ' αυτούς που αμφισβητούν την αποστολική του ιδιότητα. “Μήπως δεν έχω δει τον Κύριό μας, τον Ιησού Χριστό;” ρωτάει. Το πρόβλημα είναι ότι... όχι, δεν τον είδε· τουλάχιστον όχι ως άνθρωπο. Η Βίβλος δεν μας λέει πουθενά πως ο Παύλος συνάντησε τον Ιησού με σάρκα και οστά πριν την ανάσταση. Τα κεφάλαια 9 και 22 των Πράξεων μας περιγράφουν τη μεταστροφή του Παύλου στο δρόμο για τη Δαμασκό, αλλά και στα δύο σημεία είναι ξεκάθαρο πως αυτές οι μοναδικές φορές που είδε ο Παύλος τον Ιησού ήταν σε όραμα, πνευματικώς. Αυτό επικαλείται εδώ ο Παύλος για να αιτιολογήσει την αξιοπιστία του.

Υπάρχει όμως το εξής πρόβλημα: αν ο Παύλος είδε τον Ιησού απλά σε ένα όραμα, ενώ άλλοι τον είδαν ως άνθρωπο και περπάτησαν μαζί του και τον άγγιξαν και τον άκουσαν να μιλάει, δεν θα ήταν φυσιολογικότατο αντεπιχείρημα ότι η αξιοπιστία του Παύλου είναι μικρότερη από εκείνων; Δεν θα χρησιμοποιούνταν διαρκώς αυτό το επιχείρημα εναντίον του, οπότε και θα έπρεπε να απαντήσει;

Και όμως δεν αναφέρεται σ' αυτή την περίπτωση. Δεν μας δίνει καν ένα σημάδι ότι αυτό του είχε δημιουργήσει πρόβλημα. Δεν υπάρχει έστω και μια υπόνοια ότι κάποιος είχε ισχυριστεί πως η δική του γνώση του Ιησού ή η δική του σχέση με τον Ιησού ήταν ανώτερη από του Παύλου. Αυτό υπονοεί πως όλων οι “θεάσεις” του Ιησού ήταν κι αυτές εντελώς πνευματικής φύσεως.

Α΄ προς Κορινθίους 15,47

ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. Ο πρώτος άνθρωπος ήταν από τη γη, χωμάτινος. Ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος από τον ουρανό.

Αυτό το χωρίο μοιάζει αθώο εκ πρώτης όψεως, αλλά διαβάζοντας τα συμφραζόμενα μπορούν να εξαχθούν κάποια ιδιαίτερα συμπεράσματα. Ο Παύλος λέει πως ο πρώτος άνθρωπος είναι “από τη γη” δηλαδή είχε υλικό σώμα. Από την άλλη ο Ιησούς είναι ο “τελευταίος Αδάμ” και ήταν “πνεύμα ζωοποιούν” (σύμφωνα με τον στίχο 45). Το τμήμα αυτό μιλάει για την Αρπαγή· ο Παύλος λέει πως τα σάρκινα σώματα δεν μπορούν να κληρονομήσουν το βασίλειο του Θεού, αλλά μετά την ανάληψή τους οι πιστοί θα αποκτήσουν νέα, πνευματικά σώματα, όπως του Ιησού (συγκρίνετε με τον στίχο 49 που συνεχίζει τη μεταφορά που ξεκίνησε επάνω: καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Ο Παύλος δεν διευκρινίζει πουθενά ότι μιλάει για το σώμα του Ιησού μετά την Ανάληψη. Είναι ένα σημείο στο οποίο θα έπρεπε να αναφερθεί, αφού πριν την Ανάληψη ο Ιησούς είχε ένα θνητό ανθρώπινο σώμα όπως όλοι —πεινούσε, κουραζόταν, ήταν ευάλωτο, έτρωγε, πόναγε, υπέφερε και εν τέλει πέθανε— και προφανώς οι πιστοί δεν θα έχουν τέτοιο σώμα. Αυτή η παράλειψη θα δημιουργούσε πρόβλημα στα λεγόμενά του. Γιατί σιωπά σ' αυτή την τόσο σημαντική διάκριση;

Από την άλλη, η θεωρία του Ιησού-πνεύματος το ξεκαθαρίζει αμέσως. Ο Παύλος αναφέρεται μόνο στο αθάνατο, ουράνιο σώμα του Ιησού γιατί δεν διανοήθηκε ποτέ να είχε ο Ιησούς κάποιου άλλου είδους σώμα.

Β΄ προς Κορινθίους 5,5-7

ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος. Θαρροῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου· διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους· Αυτός που μας προετοίμασε για αυτό το άφθαρτο σώμα είναι ο Θεός. Αυτός μας έδωσε το Πνεύμα ως εγγύηση. Ας έχουμε λοιπόν πάντα θάρρος και ας ξέρουμε ότι όσο ζούμε σε αυτό το σώμα είμαστε μακριά από τον Κύριο. Διότι τώρα ζούμε με την πίστη και όχι με αποδείξεις.

Τι δώρο έδωσε ο Θεός στους πιστούς του για να είναι “πάντοτε θαρρούντες” ότι θα κερδίσουν την αιώνιο ζωή; Ο Παύλος το λέει απλά: τους έστειλε το Άγιο Πνεύμα.

Η σιωπή εδώ είναι εκκωφαντική. Γιατί δεν αναφέρει τον Ιησού στο στίχο αυτό; Πώς μπορεί ο Παύλος να ξεχάσει πως ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού ήταν ο πλέον σημαντικός απεσταλμένος στη Γη; Δεν του αξίζει του Ιησού ούτε μια απλή αναφορά εδώ; Ο Παύλος μιλάει λες και ο μόνος λόγος που οι πιστοί πιστεύουν πως μια μέρα θα αναστηθούν με τελειωμένα σώματα είναι η άυλη παρουσία του Αγίου Πνεύματος —αγνοώντας εντελώς τον Ιησού, παρόλο που τα ευαγγέλια λένε πως πολλοί πιστοί τον είδαν ιδίοις όμασι να περνά από την ίδια διαδικασία.

Αλλά και ο στίχος 7 δεν βοηθάει. Ο Παύλος λέει πως αυτός και οι λοιποί πιστοί Χριστιανοί “περπατάνε με την πίστη και όχι με την όραση”. Πώς μπορεί να λέει κάτι τέτοιο; Αγνοεί το γεγονός ότι υπήρχαν εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες άτομα που είχαν δει τον Ιησού με τα ίδια τους τα μάτια, τον άκουσαν με τα ίδια τους τα αυτιά, τον άγγιξαν, είδαν τα θαύματά του, την ανάστασή του και ακόμα και γιάτρεψε κάποιους από αυτούς; Γιατί εκφράζεται λες και η ύπαρξη του Ιησού δεν ήταν ζήτημα αποδείξεων, αλλά πίστης; Η θεωρία του Ιησού-πνεύμα το εξηγεί αυτό τέλεια, αλλά για τον υποστηρικτή της ιστορικότητας αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, μια σοβαρή ανωμαλία.

Προς Εφεσίους 3,3-5

καθὼς προέγραψα ἐν ὀλίγῳ, πρὸς ὃ δύνασθε ἀναγινώσκοντες νοῆσαι τὴν σύνεσίν μου ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ Χριστοῦ, ὃ ἑτέραις γενεαῖς οὐκ ἐγνωρίσθη τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ὡς νῦν ἀπεκαλύφθη τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις αὐτοῦ καὶ προφήταις ἐν Πνεύματι Σας έγραψα ήδη λίγα λόγια που διαβάζοντάς τα μπορείτε να καταλάβετε πόσο βαθιά έχω γνωρίσει το μυστήριο του Χριστού. Αυτό το μυστήριο δεν το είχε φανερώσει ο Θεός προηγουμένως στους ανθρώπους· το αποκάλυψε τώρα με το Άγιο Πνεύμα του στους αγίους αποστόλους και προφήτες του.

Αν το Εβρ 8,4 στο οποίο αναφέρομαι μετά είναι το “σώμα του εγκλήματος” που αποδεικνύει την αρχική πνευματική φύση του Χριστού, αυτός ο στίχος είναι εξ ίσου αποκαλυπτικός. Ο συγγραφέας λέει με απλά λόγια πως η γνώση του Ιησού Χριστού ήρθε στους αποστόλους δια μέσω του Αγίου Πνεύματος.

Πώς μπορεί να συμβιβαστεί αυτό με τις διηγήσεις των ευαγγελίων; Πώς μπορεί ο συγγραφέας της Προς Εφεσίους να μη μπορεί να συλλάβει ότι η γνώση του Ιησού προήλθε από τον Ιησού τον ίδιο; Δεν είπε στους μαθητές ποιος ήταν και τι είχε έρθει να κάνει; Γιατί αυτός ο στίχος παρουσιάζει αυτή τη γνώση ως αποκάλυψη μέσω του Αγίου Πνεύματος;

Με την άλλη θεωρία η απάντηση είναι προφανής. Η γνώση του Ιησού ήλθε μέσω αποκάλυψης γιατί αυτή ήταν η μόνη πηγή γνώσης για τον Ιησού. Δεν υπήρξε ποτέ Ιησούς-άνθρωπος που να είπε κάτι στον οποιονδήποτε.

Προς Εβραίους 8,4

εἰ μὲν γὰρ ἦν ἐπὶ γῆς, οὐδ' ἂν ἦν ἱερεύς, ὄντων τῶν ἱερέων τῶν προσφερόντων κατὰ τὸν νόμον τὰ δῶρα, Διότι αν βρισκόταν [ο Ιησούς] επί γης, δε θα έπρεπε να είναι ιερέας, αφού υπάρχουν ιερείς που προσφέρουν δώρα σύμφωνα με τον Νόμο.

Ένας συγκλονιστικός στίχος που μπορεί να θεωρηθεί ως “το σώμα του εγκλήματος” για το ότι οι πρώτοι Χριστιανοί δεν πίστευαν σε έναν ανθρώπινο, ιστορικό Ιησού. Τα κεφάλαια 8 και 9 μιλάνε για τη διαθήκη της θυσίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ο συγγραφέας συγκρίνει το εβραϊκό θυσιαστήριο, όπου ο αρχιερέας κάνει αιματηρές θυσίες ζώων προς τον Θεό στην καρδιά της σκηνής, με “τη μεγαλύτερη και τελειότερη αχειροποίητη σκηνή” (9,11) στον Ουρανό, όπου ο Ιησούς προσφέρει το δικό του αίμα στο θυσιαστήριο ως πιο τέλεια θυσία προς τον Θεό. Το μοτίβο εδώ είναι προφανώς πλατωνικό: οι ανθρώπινες ενέργειες στη γη αντικατοπτρίζουν τις θεϊκές στον Ουρανό· ο ατελής κόσμος αντικατοπτρίζει τον τέλειο θεϊκό κόσμο.

Καθώς ο συγγραφέας της Προς Εβραίους αναπτύσσει την αναλογία του, λέει σχεδόν αδιάφορα ότι αν ο Ιησούς ήταν στη Γη δεν θα είχε τίποτε να κάνει γιατί υπήρχαν ήδη ιερείς που κάνανε θυσίες. Ο ρόλος του Ιησού περιορίζεται στον Ουρανό, όπου μπορεί να προσφέρει το αίμα του ως καλύτερη θυσία.

Πώς γίνεται οποιοσδήποτε συγγραφέας γνώριζε τον άνθρωπο Ιησού να γράψει κάτι τέτοιο; Πώς μπορεί να παρέβλεψε το τραγικά προφανές γεγονός ότι ο Ιησούς είχε όντως ρόλο να διαδραματίσει στη Γη και πως ο λόγος για τον οποίο κατέβηκε στη Γη ήταν ακριβώς για να εκπληρώσει τον σκοπό αυτό; Γιατί φαίνεται να νομίζει πως η προσφορά του αίματος του Ιησού συνέβη μόνο στον Ουρανό;

Από την πλευρά των ευαγγελίων, αυτό απλά δεν εξηγείται. Με έναν Ιησού-πνεύμα εξηγείται πανεύκολα και ο στίχος ταιριάζει με αυτή τη θεωρία ως κλειδί και κλειδωνιά.

Προς Εβραίους 10,37

ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ. Λίγο ακόμα και ο ερχόμενος θα έρθει και δεν θα αργήσει.

Οι Χριστιανοί θα έπρεπε να θεωρούν παράδοξο αυτόν το στίχο που περιγράφει τον Ιησού ως “ερχόμενο”. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποδοθεί αβίαστα η έννοια της επιστροφής; Δεν θα έπρεπε ο συγγραφέας της Προς Εβραίους να γράψει κάτι του στυλ “αυτός που ήρθε θα ξαναέρθει”;

Φυσικά ο συγγραφέας αυτό θα είχε γράψει αν γνώριζε περί ενός ιστορικού Ιησού. Αντ' αυτού θεωρούσε πως θα ερχόταν στη Γη κατά την αποκάλυψη ως κριτής. Αυτό ακριβώς βρίσκουμε σ' αυτόν το στίχο. Ο συγγραφέας μας λέει ουσιαστικά πως ο Ιησούς δεν είχε έρθει ποτέ στη Γη και πως “λίγο ακόμα” και “θα έρθει”. Αυτό δεν είναι απλά μια σιωπή, αλλά μια καταφατική πρόταση που αποκλείει κάθε είδους επίγεια ενσάρκωση.

Προς Εβραίους 12,15-16

ἐπισκοποῦντες μή τις ὑστερῶν ἀπὸ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μή τις ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα ἐνοχλῇ καὶ διὰ ταύτης μιανθῶσι πολλοί, μή τις πόρνος ἢ βέβηλος ὡς Ἠσαῦ, ὃς ἀντὶ βρώσεως μιᾶς ἀπέδοτο τὰ πρωτοτόκια αὐτοῦ. Προσέχετε μήπως κανείς από εσάς βρεθεί μακριά από τη χάρη του Θεού· μήπως υπάρχει καμία ρίζα πίκρας που θα φυτρώσει και θα προκαλέσει ενοχλήσεις και έτσι θα μολυνθούν πολλοί από αυτή. Μήπως υπάρχει κανένας πόρνος ή με κοσμικό φρόνημα όπως ο Ησαύ, ο οποίος για ένα πιάτο φαΐ πούλησε τα πρωτοτόκιά του;

Αυτή η σιωπή είναι απλά απίστευτη. Ο συγγραφέας της Προς Εβραίους ψάχνει να βρει ένα παράδειγμα “ρίζας πικρίας” που μεγαλώνει στην κοινότητα, ενός ανθρώπου που έχει χάσει τη χάρη του Θεού και προκαλεί πόνο σε πολλούς. Ποιος θα μπορούσε να είναι προφανέστερο παράδειγμα από την ευαγγελική φιγούρα του Ιούδα, τον αρχετυπικό προδότη που με φθόνο και απάτη πούλησε τον Υιό του Θεού και τον παρέδωσε να θανατωθεί άδικα και μαρτυρικά για τριάντα αργύρια;

Όχι όμως. Το καλύτερο παράδειγμα που βρίσκει ο συγγραφέας είναι μια φιγούρα από την Παλαιά Διαθήκη· ο Ησαύ. Δεν του έρχεται στο μυαλό το πούλημα της ζωής του Ιησού για ασήμι, αλλά η απεμπόληση των πρωτοτοκίων αντί πινακίου φακής. Μα αγνοούσε εντελώς την ιστορία των ευαγγελίων; Πώς εξηγείται αυτή η συμπεριφορά; Ότι αγνοείται το τέλειο και προφανές παράδειγμα που εφαρμόζει απόλυτα στην περίπτωση για χάρη ενός λιγότερο ταιριαστού παραδείγματος. Ο Ησαύ είχε κίνητρο· δεν ήταν πικρόχολος, αλλά πεινασμένος. Ο Ιούδας δεν είχε τέτοια δικαιολογία.

Επιστολή Ιακώβου 5,6.10-11

κατεδικάσατε, ἐφονεύσατε τὸν δίκαιον· οὐκ ἀντιτάσσεται ὑμῖν. [...] ὑπόδειγμα λάβετε, ἀδελφοί, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς προφήτας, οἳ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι Κυρίου. ἰδοὺ μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπομονὴν Ἰὼβ ἠκούσατε, καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός ἐστιν ὁ Κύριος καὶ οἰκτίρμων. Καταδικάσατε και φονεύσατε τον αθώο· δεν σας προέβαλε καμία αντίσταση. [...] Αδερφοί μου, πάρτε για παράδειγμα καρτερικότητας στις θλίψεις τους προφήτες που μίλησαν στο όνομα του Κυρίου. Καλοτυχίζουμε εκείνους που δείχνουν υπομονή. Ακούστε για την υπομονή του Ιώβ και γνωρίζετε ποιο τέλος του επιφύλαξε ο Κύριος, γιατί ο Κύριος είναι γεμάτος ευσπλαχνία και έλεος.

Άλλη μια εκκωφαντική σιωπή. Ο Ιάκωβος προσπαθεί να παραθέσει παραδείγματα θεοσεβούμενων ανθρώπων που παρέμειναν σταθεροί και ακλόνητοι μπροστά στην οδύνη, τον διωγμό και τον θάνατο, αλλά το καλύτερο παράδειγμα που μπορεί να βρει είναι η φιγούρα του Ιώβ από την Παλαιά Διαθήκη.

Και ο Ιησούς; Που υποτίθεται ότι ήταν ο αδελφός αυτού του Ιακώβου; Τι έγινε σ' αυτόν το στίχο. Ο Ιάκωβος ο Δίκαιος ξέχασε κιόλας την εικόνα του Ιησού στα ευαγγέλια, ενός ανθρώπου γεμάτου υπομονή, ο οποίος έμεινε ακλόνητος ενώ τον ανακρίνανε οι Ιουδαίοι γηραιοί και ενώ τον κοροϊδεύανε και τον μαστιγώνανε οι Ρωμαίοι στρατιώτες, καθώς κουβαλούσε το όργανο του ίδιου του του μαρτυρίου στον Γολγοθά γεμάτος αίματα; Τι θα μπορούσε να είναι καλύτερο παράδειγμα του νοήματος που προσπαθούσε να μεταδώσει από τη συμπεριφορά του ίδιου του Υιού του Θεού στις ίδιες περιστάσεις; Γιατί δεν κάνει αυτό τον προφανή συνειρμό;

Όπως και στον στίχο τής Προς Εβραίους, ο συγγραφέας εδώ ψάχνει για παράδειγμα και αγνοεί μια τέλεια και πρόσφατη ιστορία από τα ευαγγέλια που είναι ακριβώς όμοια με αυτό που προσπαθεί να πει και επιλέγει μια λιγότερο σχετική ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη. (Σε αντίθεση με τον Ιησού, ο Ιώβ στο τέλος έχασε την υπομονή του με τις ταλαιπωρίες και ζήτησε εξήγηση από τον Θεό). Αυτό μπορεί να εξηγηθεί μόνο αν ο συγγραφέας δεν ήξερε αυτές τις ευαγγελικές ιστορίες ως μη γενόμενες.

 


 

Οι στίχοι αυτοί δεν είναι οι μόνοι που θέτουν εν αμφιβόλω τη θεωρία της ιστορικότητας· για την ακρίβεια τέτοιοι στίχοι υπάρχουν σε όλες τις επιστολές της Καινής Διαθήκης. Μια διεξοδικότερη ανάλυση όλων των στίχων δεν μας ενδιαφέρει σ' αυτό το άρθρο, όμως ο ιστορικός Earl Doherty έχει συνθέσει μια μεγάλη λίστα τέτοιων στίχων, η οποία μπορεί να βρεθεί στην ιστοσελίδα του ”The Jesus Puzzle”, στο τμήμα υπό τον τίτλο “The Sound of Silence” [= Ο ήχος της σιωπής]. Στο τμήμα αυτό ασχολείται εκτεταμένα και με στίχους επιστολών που μπορούν να ερμηνευθούν ως αναφερόμενες σε έναν ιστορικό Ιησού.

Οι στίχοι αυτοί, καθώς και άλλοι πολλοί, μας δείχνουν πως οι πρώτοι Χριστιανοί δεν είχαν τις ιστορίες των ευαγγελίων κατά νου όταν έγραφαν. Ποτέ δεν μεταφέρουν αυτολεξεί τα λόγια του Ιησού. Δεν μας παρέχουν καθόλου βιογραφικά στοιχεία για τη ζωή του, εκτός από εκείνα που καθορίζονται από προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Ποτέ δεν εντοπίζουν τον θάνατο και την ανάστασή του σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο στον χώρο και τον χρόνο, ούτε έχουν την παραμικρή επιθυμία να επισκεφθούν τα μέρη στα οποία έζησε και κήρυξε. Όταν προσπαθούν να περιγράψουν τη σταύρωση, συχνά καταλήγουν να χρησιμοποιούν στίχους από την Παλαιά Διαθήκη. Ενώ συχνά λένε πράγματα πολύ όμοια με τις ηθικές διδαχές του Ιησού, ποτέ δεν τα αποδίδουν σ' αυτόν. Αυτές οι παραλείψεις είναι πολύ σημαντικές για να αγνοηθούν ή να τις αρνηθούμε. Πρόκειται για μία σοβαρή, συστηματική ανωμαλία που απαιτεί εξήγηση.

Προς τι αυτή η εκκωφαντική σιωπή από τους επιστολογράφους για έναν άνθρωπο που υποτίθεται πως αγαπούσαν και λάτρευαν και τους έκανε τόσο τεράστια εντύπωση μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα, ενώ ζούσε; Δεν είναι φυσικό να είχαν έντονες σκέψεις γι' αυτόν, τόσο έντονες που θα έψαχναν να βρίσκουν δικαιολογίες για να εντάξουν τα λεγόμενά του και λεπτομέρειες από τη ζωή του στα γραπτά τους; Οι απολογητές όμως θέλουν να πιστέψουμε πως αμέσως μετά την ανάσταση και την ανάληψη του, ο περίλαμπρος δάσκαλος που άλλαξε τη ζωή τους για πάντα αμέσως πέρασε στο παρασκήνιο και έγινε μια σκιώδης, απόμακρη φιγούρα, ξεγυμνωμένη από κάθε πρόσφατη ανάμνηση που περιφερόταν μεταξύ μυστηριωδών και ασαφών μεταφορικών φράσεων. Αυτό είναι εντελώς απίθανο στο σενάριο με τον ιστορικό Ιησού, αλλά ακριβώς αυτό που θα περιμέναμε στο σενάριο του Ιησού-μύθου.

Το πιο ενδιαφέρον απ' όλα όμως είναι ότι αυτή η τάση δεν περιορίζεται στις επιστολές. Καθώς προχωράμε σε κείμενα του 2ου αιώνα βλέπουμε αρκετούς πρώιμους απολογητές που προφανώς και αυτοί πιστεύουν σε έναν Ιησού-πνεύμα.

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.