Μία Παραβολή

8 Ιανουαρίου 2015
Αρθρογράφος: Mangasar Magurditch Mangasarian
Μετάφραση: csar


Το παρακάτω είναι το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου «The truth about Jesus: is he a myth?», Chicago: Independent Religious Society, 1909 του Mangasar Magurditch Mangasarian (ελεύθερο πνευματικών δικαιωμάτων, στο public domain). Όλο το βιβλίο είναι διαθέσιμο δωρεάν μέσα από το Gutenberg Project σε κείμενο (txt, html, epub) και από το Librivox σε audio book.


Σήμερα είμαι περίπου δυόμισι χιλιάδων ετών. Έχω πεθάνει εδώ και σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο τάφος μου δεν είναι μακριά από αυτόν του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα και ατενίζει τη μαρμάρινη μεγαλοπρέπεια της Αθήνας και τα γαλάζια νερά του Αιγαίου.

Αφού κοιμήθηκα στον τάφο μου για πολλούς αιώνες ξαφνικά ξύπνησα —δεν μπορώ να εξηγήσω το πώς ούτε το γιατί. Μια δύναμη πέρα από τον έλεγχό μου με μετέφερε σε αυτήν τη νέα μέρα και τη νέα πόλη. Έφτασα εδώ τα ξημερώματα, όταν ο ουρανός ήταν ακόμα μαχμουρλής και θαμπός. Καθώς πλησίαζα στην πόλη άκουσα καμπάνες και λίγο αργότερα οι δρόμοι γέμισαν με καλοντυμένους ανθρώπους που συνοδεύονταν από τις οικογένειές τους και πήγαιναν πέρα δώθε. Προφανώς δεν πήγαιναν στη δουλειά τους, αφού συνοδεύονταν από τα επίσης καλοντυμένα παιδιά τους και μία έκφραση αγαλλίασης ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.

«Σήμερα πρέπει να είναι μία εορταστική ημέρα αφιερωμένη στη λατρεία ενός από τους θεούς», μονολόγησα.

Ψάχνοντας γύρω μου είδα έναν κύριο ντυμένο με ένα όμορφο μαύρο φόρεμα να μου χαμογελάει και να απλώνει προς το μέρος μου το χέρι του με μεγάλη εγκαρδιότητα. Πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι ήμουν ξένος και επιθυμούσε να μου προσφέρει τη φιλοξενία του. Αποδέχτηκα με ευγνωμοσύνη. Έπιασα το χέρι του και έσφιξε το δικό μου. Για μια στιγμή κοιταχθήκαμε σιωπηλά στα μάτια. Αντιλήφθηκε την αμηχανία που μου είχαν προκαλέσει όλα αυτά τα καινούρια σε μένα πράγματα και προσφέρθηκε να με διαφωτίσει. Μου εξήγησε τις κωδωνοκρουσίες και τον λόγο για τον οποίο όλο αυτό το πλήθος είχε ξεχυθεί στους δρόμους. Ήταν Κυριακή —Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα— και οι άνθρωποι πήγαιναν στον «οίκο του Θεού».
—«Φυσικά, πηγαίνεις και εσύ εκεί», είπα στον φιλικό οδηγό μου.
—«Ναι», απάντησε, «εγώ θα διεξάγω την τελετή. Είμαι ιερέας.»
—«Ιερέας του Απόλλωνα;» ρώτησα.
—«Όχι, όχι», απάντησε σηκώνοντας το χέρι του για να με κάνει να σιωπήσω. «Ο Απόλλωνας δεν είναι θεός. Ήταν απλά ένα είδωλο».
—«Ένα είδωλο;» ψιθύρισα γεμάτος έκπληξη.
—«Αντιλαμβάνομαι ότι είστε Έλληνας», μου είπε, «και οι Έλληνες παρά τα διακεκριμένα επιτεύγματά τους ήταν ειδωλολάτρες. Λάτρευαν θεούς που δεν υπήρχαν. Έχτισαν ναούς για θεότητες που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά σκέτα ονόματα», συνέχισε. «Ο Απόλλωνας και η Αθηνά όπως και το σύνολο των ολυμπίων δεν ήταν τίποτα περισσότερο από αποκυήματα της φαντασίας.»
—«Μα οι Έλληνες αγαπούσαμε τους θεούς μας», διαμαρτυρήθηκα ενώ η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στο στήθος μου.
—«Δεν ήταν θεοί, ήταν είδωλα. Και η διαφορά ανάμεσα στο θεό και το είδωλο είναι αυτή: ένα είδωλο είναι ένα πράγμα· ο θεός είναι ζωντανό ον. Εφόσον δεν μπορείτε να αποδείξετε την ύπαρξη του θεού σας, εφόσον δεν έχετε δει ποτέ τη μορφή του ούτε ακούσει τη φωνή του, εφόσον δεν τον έχετε αγγίξει και δεν έχετε τίποτα αποδείξιμο γι’ αυτόν, είναι ένα είδωλο. Έχετε δει τον Απόλλωνα; Τον έχετε ακούσει; Τον έχετε αγγίξει;»
—«Όχι», είπα χαμηλόφωνα.
—«Ξέρετε κάποιον που τον έχει δει, ακούσει ή αγγίξει;»
Αναγκάστηκα να παραδεχτώ πως όχι.
—«Άρα ήταν ένα είδωλο και όχι θεός.»
—«Όμως πολλοί από εμάς τους Έλληνες», είπα, «αισθανθήκαμε τον Απόλλωνα στις καρδιές μας. Μας έχει εμπνεύσει.»
—«Αυτό φαντάζεστε», απάντησε ο οδηγός μου. «Αν ήταν πράγματι θεός θα ζούσε ακόμα και σήμερα.»
—«Θέλεις να πεις… ότι είναι νεκρός;» ρώτησα.
—«Δεν έζησε ποτέ. Και για τουλάχιστον τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια ο ναός του είναι ένας σωρός από ερείπια.»

Δάκρυσα όταν άκουσα ότι ο Απόλλωνας, ο θεός του φωτός και της μουσικής, δεν υπήρχε πια. Ότι ο όμορφος ναός του είχε ερειπωθεί και η φωτιά στον βωμό του είχε σβήσει. Αφού σκούπισα το δάκρυ από τα μάτια μου, είπα, «Αλλά οι θεοί μας ήταν δίκαιοι και όμορφοι. Η θρησκεία μας ήταν πλούσια, γεμάτη εικόνες και κατέστησε τους Έλληνες ένα έθνος ποιητών, ρητόρων, καλλιτεχνών, πολεμιστών, στοχαστών. Έκανε την Αθήνα μια πόλη του φωτός. Δημιούργησε το όμορφο, το αληθινό, το καλό. Ναι, η θρησκεία μας ήταν θεία…»
—«Είχε ένα μοναδικό ελάττωμα», διέκοψε ο οδηγός μου.
—«Ποιο ήταν αυτό;» ρώτησα χωρίς να γνωρίζω ποια θα ήταν η απάντησή του.
—«Δεν ήταν αληθινή.»
—«Μα εξακολουθώ να πιστεύω στον Απόλλωνα», φώναξα. «Δεν είναι νεκρός, το ξέρω ότι είναι ζωντανός.»
—«Αποδείξτε το», μου είπε. Στη συνέχεια αφού σταμάτησε για μια στιγμή, «Αν τον εμφανίσετε», είπε, «όλοι θα πέσουν στα γόνατα και θα τον λατρέψουν. Προσκομίστε τον Απόλλωνα και αυτός θα είναι ο θεός μας.»

«Να τον εμφανίσω!» μουρμούρισα. «Τι βλασφημία!» Στη συνέχεια αφού πήρα κουράγιο είπα στον οδηγό μου πώς είχα νιώσει την ακτινοβόλο παρουσία του Απόλλωνα στην καρδιά μου περισσότερες από μία φορές. Του ανέφερα τους αθάνατους στίχους του Ομήρου σχετικά με τη θεϊκή φύση του Απόλλωνα.
—«Αμφισβητείτε τον Όμηρο;» τον ρώτησα. «Τον Όμηρο, τον εμπνευσμένο βάρδο; τον Όμηρο το μελανοδοχείο του οποίου ήταν τόσο απέραντο όσο και η θάλασσα; του οποίου η άφθαρτη σελίδα ήταν ο Χρόνος; του οποίου η κάθε λέξη ήταν μια αχτίδα φωτός;»

Στη συνέχεια του απήγγειλα ένα απόσπασμα από την Ιλιάδα του Ομήρου, την ελληνική Βίβλο, που λατρεύεται από όλους τους Έλληνες ως το σπανιότερο χειρόγραφο, γήινο αλλά και ουράνιο. Ανέφερα την περιγραφή του Απόλλωνα από του οποίου τη λύρα τίποτα δεν είναι πιο μελωδικό, του οποίου η ομιλία είναι πιο γλυκιά και από το μέλι. Του απήγγειλα πώς η μητέρα του πήγαινε από πόλη σε πόλη για να επιλέξει ένα αξιόλογο μέρος για να γεννήσει τον νεαρό θεό, το γιο του Δία, του Υπέρτατου Όντος. Πώς γεννήθηκε και πώς τον περιποιούνταν όλες οι θεές μέσα στην κούνια του, πώς τον έλουζαν στο τρεχούμενο νερό και τον τάιζαν με νέκταρ και αμβροσία από τον Όλυμπο. Στη συνέχεια του απήγγειλα τους στίχους που περιγράφουν τον Απόλλωνα να σκίζει τα φασκιά του, να πηδάει από την κούνια του, να ανοίγει τα φτερά του σαν κύκνος και να ίπταται προς τον ήλιο, δηλώνοντας ότι είχε έρθει για να ανακοινώσει το θέλημα του θεού στους θνητούς.
—«Είναι δυνατόν», ρώτησα, «όλα αυτά να είναι ένα απλό κατασκεύασμα; μια φαντασίωση; ανυπόστατα όπως ο αέρας; Όχι, όχι! Ο Απόλλωνας δεν είναι ένα είδωλο. Είναι θεός και γιος του θεού. Ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος είναι μάρτυράς μου ότι λέω την αλήθεια.»

Τότε κοίταξα τον οδηγό μου για να δω τι εντύπωση του είχε προκαλέσει αυτό το ξέσπασμα ειλικρινούς ενθουσιασμού. Είδα ένα κρύο χαμόγελο στα χείλη του, που το ένιωσα σαν μαχαιριά στην καρδιά μου. Φαινόταν σαν να ήθελε να μου πει, «Καημένε παραπλανημένε ειδωλολάτρη! Δεν είσαι αρκετά ευφυής για να αντιληφθείς ότι ο Όμηρος ήταν απλά ένας θνητός και ότι έγραψε ένα ποίημα στο οποίο έπλασε τους θεούς τους οποίους ύμνησε. Ότι αυτοί οι θεοί υπήρχαν μόνο στη φαντασία του και ότι σήμερα είναι το ίδιο νεκροί με τον δημιουργό τους, τον ποιητή.»

Εκείνη τη στιγμή σταθήκαμε στην είσοδο ενός μεγάλου οικοδομήματος, το οποίο ο οδηγός μου είπε ήταν «ο οίκος του θεού». Όταν μπήκαμε είδα αναρίθμητα κεράκια να τρεμοπαίζουν σε όλο το ευρύχωρο εσωτερικό. Τριγύρω μου υπήρχαν ακόμα εικόνες, βωμοί και ζωγραφιές. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από το θυμίαμα. Μερικοί άνδρες με πανέμορφα άμφια κινούνταν πέρα δώθε, προσκυνούσαν και γονάτιζαν μπροστά σε κεριά και εικόνες. Το κοινό ήταν γονατισμένο και περιβαλλόταν από μία σιωπή τόσο ιεροπρεπή, που προκαλούσε δέος. Καθώς παρατήρησε την αδημονία μου να κατανοήσω τι συνέβαινε, ο οδηγός μου με πήρε παράμερα και μου ψιθύρισε ότι οι άνθρωποι γιόρταζαν την επέτειο της γέννησης του όμορφου Σωτήρα τους, του Ιησού, του Υιού του Θεού.
—«Και ο Απόλλωνας ήταν γιος του θεού», αντέτεινα με την ελπίδα ότι θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάτι τελικά.
—«Ξέχνα τον Απόλλωνα!», είπε με αυστηρό τόνο στη φωνή του. «Δεν υπάρχει τέτοιο πρόσωπο. Ήταν απλά ένα είδωλο. Ακόμα κι αν μπορούσατε να ψάξετε για τον Απόλλωνα σε όλο το σύμπαν, ποτέ δεν θα βρίσκατε οποιονδήποτε που να απαντά σε αυτό το όνομα ή να ταιριάζει σε αυτήν την περιγραφή. Ο Ιησούς», συνέχισε, «είναι ο Υιός του Θεού. Ήρθε στη γη μας και γεννήθηκε από μια παρθένο».

Και πάλι μπήκα στον πειρασμό να πω στον οδηγό μου ότι ακριβώς με αυτόν τον τρόπο ενσαρκώθηκε και ο Απόλλωνας. Αλλά συγκρατήθηκα.
—«Όταν ο Ιησούς μεγάλωσε και έγινε άνδρας», συνέχισε ο οδηγός μου, «επιτέλεσε ανήκουστα θαύματα: περπάτησε στη θάλασσα, έδωσε σε τυφλούς την όραση τους, σε κουφούς την ακοή τους, σε βουβούς τη λαλιά τους. Μετέτρεψε το νερό σε κρασί, τάισε χιλιάδες με θαυματουργό τρόπο, προέλεγε τα μελλούμενα και αναστήθηκε από τους νεκρούς. Φυσικά, και εσείς ισχυρίζεστε», προσέθεσε, «ότι οι θεοί σας επιτελούσαν θαύματα και ότι τα μαντεία σας προέλεγαν το μέλλον αλλά υπάρχει μία διαφορά: αυτά που λέγονται για τους θεούς σας είναι μυθοπλασία ενώ αυτά που λέγονται για τον Ιησού είναι γεγονότα και η διαφορά ανάμεσα στον παγανισμό και τον χριστιανισμό είναι η διαφορά ανάμεσα σε μυθοπλασία και πραγματικότητα.»

Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα φύσημα, σαν το θρόισμα των φύλλων σε ένα δάσος, να σαρώνει το κοινό που προσκυνούσε. Γύρισα προς τα εκεί ασυνείδητα, παρακινημένος από την ελληνική περιέργειά μου και άρχισα να σπρώχνω για να φτάσω εκεί όπου βρίσκονταν οι μεγάλες λαμπάδες. Διαισθάνθηκα ότι αυτή η αναταραχή στον ναό οφειλόταν στην ανακοίνωση ότι ο θεός Ιησούς ήταν έτοιμος να εμφανιστεί και ήθελα να τον δω. Ήθελα να τον αγγίξω ή αν το πλήθος ήταν πολύ μεγάλο ώστε να έχω αυτό το προνόμιο, ήθελα τουλάχιστον να ακούσω τη φωνή του. Εγώ, που δεν είχα δει ποτέ έναν θεό, δεν είχα αγγίξει ποτέ έναν θεό, δεν είχα μιλήσει ποτέ με έναν θεό, που είχα πιστέψει στον Απόλλωνα χωρίς ποτέ να γνωρίζω οτιδήποτε αποδείξιμο γι’ αυτόν, ήθελα να δω τον αληθινό θεό, τον Ιησού.

Αλλά ο οδηγός μου τοποθέτησε το χέρι του γρήγορα πάνω στον ώμο μου και με συγκράτησε.
—«Θέλω να δω τον Ιησού», είπα βιαστικά γυρίζοντας προς το μέρος του. Το είπα ευλαβικά και με καλή πίστη. «Δεν θα είναι εδώ σήμερα το πρωί; Δεν θα μιλήσει στους πιστούς του;» ρώτησα και πάλι. «Δεν θα τους επιτρέψει να τον αγγίξουν, να χαϊδέψουν το χέρι του, να αγκαλιάσουν τα θεία πόδια του, να εισπνεύσουν τη θεσπέσια ευωδιά της ανάσας του, να απολαύσουν το χρυσό φως των ματιών του, να ακούσουν τη μελωδική, άψογη προφορά του; Άφησέ με κι εμένα να δω τον Ιησού», παρακάλεσα.
—«Δεν μπορείς να τον δεις», απάντησε ο οδηγός μου με ένα ίχνος αμηχανίας στη φωνή του. «Δεν παρουσιάζεται πια.»

Εξεπλάγην τόσο πολύ από αυτό που άκουσα, ώστε δεν μπόρεσα να αρθρώσω κάποια απάντηση αμέσως.
—«Τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια», συνέχισε ο οδηγός μου, «ο Ιησούς δεν έχει ευαρεστηθεί να εμφανιστεί σε κανέναν. Και κανείς δεν τον έχει ακούσει όλα αυτά τα χρόνια.»
—«Για δύο χιλιάδες χρόνια κανείς δεν έχει δει ούτε ακούσει τον Ιησού;» ρώτησα με τα μάτια μου γεμάτα απορία και φωνή που έτρεμε από την ένταση.
—«Όχι», απάντησε.
—«Μα τότε», τόλμησα να ρωτήσω ανυπόμονα, «αυτό δεν καθιστά τον Ιησού είδωλο όσο είδωλο είναι και ο Απόλλωνας; Και αυτοί οι άνθρωποι δεν προσκυνούν έναν θεό για την ύπαρξη του οποίου είναι τόσο πολύ στο σκοτάδι όσο ήταν και οι Έλληνες για την ύπαρξη του όμορφου Απόλλωνα; Έναν θεό για τον οποίο έχουν ακούσει μόνον φήμες όπως φήμες ήταν οι αναφορές του Ομήρου στους ολυμπίους θεούς; Δεν είναι το ίδιο ειδωλολάτρες όσο οι Αθηναίοι;»

«Τι θα έλεγες», ρώτησα τον οδηγό μου, «αν απαιτούσα να μου εμφανίσεις τον Ιησού για να αποδείξεις την ύπαρξή του στα μάτια και τα αυτιά μου, όπως μου ζήτησες κι εσύ να εμφανίσω τον Απόλλωνα; Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια τελετή που πραγματοποιήθηκε προς τιμή του Απόλλωνα και σε μία που πραγματοποιείται προς τιμή του Ιησού δεδομένου ότι είναι το ίδιο αδύνατο για το μαντείο να επιδείξει την ύπαρξη τόσο του ενός όσο και του άλλου; Πώς στοιχειοθετείται ότι ο Ιησούς είναι ένας ζωντανός θεός ενώ ο Απόλλωνας είναι ένα νεκρό είδωλο, δεδομένου ότι και οι δύο είναι το ίδιο αόρατοι, απρόσιτοι, το ίδιο αδύνατο να παρουσιαστούν;»

«Και αν η πίστη ότι ο Ιησούς είναι θεός τον καθιστά θεό, γιατί δεν καθιστά και τον Απόλλωνα θεό η πίστη ότι είναι θεός; Αν η λατρεία του Ιησού, τον οποίο κανείς δεν έχει δει, ακούσει ή αγγίξει τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια, αν η οικοδόμηση ναών προς τιμή του, αν το θυμίαμα που καίγεται στους βωμούς του, το προσκύνημα της άγιας τράπεζας και το να αποκαλείται «θεός» δεν είναι ειδωλολατρία, τότε δεν είναι ειδωλολατρία ούτε το άναμμα φωτιάς στους φωτεινούς βωμούς του Έλληνα Απόλλωνα, του θεού της αυγής, του δάσκαλου της μαγεμένης λύρας, του τοξοβόλου με τα πύρινα βέλη! Δεν αρνούμαι», είπα, «ότι ο Ιησούς έζησε κάποτε. Ίσως ήταν ζωντανός πριν από δύο χιλιάδες χρόνια αλλά αν κανείς δεν τον έχει ακούσει από τότε, αν του συνέβη το ίδιο πράγμα που συνέβη στους συγχρόνους —αν, δηλαδή, είναι νεκρός— τότε λατρεύετε έναν νεκρό και αυτό καθιστά τη θρησκεία σας ειδωλολατρική και με τη βούλα.»

Και στη συνέχεια, ενθυμούμενος αυτά που μου είχε πει σχετικά με την ελληνική μυθολογία, ότι είναι όμορφη αλλά δεν είναι αληθινή, του είπα: «Οι ναοί σας είναι πράγματι πανέμορφοι και πλούσιοι. Η μουσική σας είναι μεγαλειώδης. Οι βωμοί σας είναι υπέροχοι. Οι λιτανείες σας είναι εξαιρετικές. Οι ύμνοι σας μελιστάλαχτοι. Το θυμίαμά σας, οι καμπάνες σας, τα λουλούδια, τα χρυσά και ασημένια σκεύη σας είναι όλα σπάνιου γούστου και τολμώ να πω ότι οι δοξασίες σας είναι διακριτικές και οι ιεροκήρυκες σας εύγλωττοι, αλλά η θρησκεία σας έχει ένα ελάττωμα: δεν είναι αληθινή.»

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.