Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [1]

26 Ιουλίου 2015

Το άρθρο αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα, Αλέξανδρου Σακελλαρίου. Παρουσιάστηκε στο Ε΄ Eυρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, στις 2-5 Οκτωβρίου 2014 στη Θεσσαλονίκη, με θέμα "Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία" και βρίσκεται αναρτημένο στο διαδίκτυο στα πρακτικά του συνεδρίου.


Επόμενο [2] »

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία:
πολιτισμικές ρήξεις εντός ενός ελληνορθοδόξου κοινωνικού περιβάλλοντος [1]

του Αλέξανδρου Σακελλαρίου*

 

Το αντικείμενο και τα ερωτήματα

Μέχρι πολύ πρόσφατα ήταν κυρίαρχη η αντίληψη ότι σε ένα ποσοστό από 95 έως 99% οι Έλληνες είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Εκτός, όμως, από σποραδικές έρευνες ποσοτικού χαρακτήρα δεν έχουν μέχρι σήμερα διεξαχθεί ποιοτικές έρευνες προκειμένου να καταδειχθεί εάν όλοι όσοι δηλώνουν σε μία στατιστική έρευνα ως θρήσκευμα ‘Ορθόδοξος Χριστιανός’ είναι πράγματι Ορθόδοξοι ή απαντούν με βάση το γεγονός ότι έχουν βαπτισθεί. Συνεπώς, το ερώτημα πόσοι είναι οι Ορθόδοξοι στην ελληνική κοινωνία δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, όπως και το συνεπαγόμενο ερώτημα πόσοι είναι οι αγνωστικιστές, οι άθεοι, ή οι θρησκευτικά αδιάφοροι, καθώς κοινωνιολογικά ερωτήματα ποιοτικής υφής δεν έχουν μέχρι σήμερα τεθεί στο πεδίο της κοινωνιολογίας της θρησκείας.

Η αθεΐα αποτελεί ένα ερευνητικό αντικείμενο που έχει προσελκύσει ελάχιστα το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα, εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει στον διεθνή χώρο. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να γίνει μία πρώτη προσπάθεια καταγραφής του πεδίου και να τεθούν ορισμένα αρχικά ερωτήματα: Ποιος είναι ο άθεος στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία; Σε τι είδους περιβάλλον, οικογενειακό και κοινωνικό, γεννήθηκε και ανατράφηκε; Πώς οδηγήθηκε στη ρήξη με το κυρίαρχο πρότυπο και εν συνεχεία στην αθεΐα; Ποιες είναι οι πεποιθήσεις του; Βασικό αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι να διερευνηθεί το πολιτισμικό και θρησκευτικό περιβάλλον εντός του οποίου μεγάλωσαν όσοι δηλώνουν άθεοι, τα αίτια της ρήξης, και της μεταστροφής τους καθώς και οι φιλοσοφικές και ηθικές αντιλήψεις τους.

Η αθεΐα και η μελέτη της

Τα τελευταία χρόνια το θέμα της αθεΐας βρίσκεται στο προσκήνιο και στις δημόσιες συζητήσεις. Ιδίως στον διεθνή χώρο η αθεΐα έχει λάβει ποικίλες μορφές και οι διάφορες ενώσεις άθεων συχνά οργανώνουν δυναμικές ακτιβιστικές δράσεις, όπως για παράδειγμα διαφημίσεις σε λεωφορεία και σε άλλους δημόσιους χώρους. Είναι τόση η έκταση του φαινομένου που πολλοί το χαρακτηρίζουν ως ‘νέο αθεϊσμό’. Με βάση, όμως, τις μέχρι σήμερα γνώσεις μας για την ιστορία της αθεΐας1, καθίσταται προφανές ότι ενδεχομένως δεν είναι ορθό να κάνουμε λόγο για νέο αθεϊσμό, αλλά ενδεχομένως για μία δυναμική επανεμφάνιση της αθεΐας, καθώς δεν είναι ορατή και κατανοητή κάποια διάκριση μεταξύ ενός ‘νέου’ και ενός ‘παλαιού’ αθεϊσμού.

Η διεθνής ‘αναζωπύρωση’ της αθεΐας, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, έχει εμφανιστεί σταδιακά και στην ελληνική κοινωνία. Αυτή έχει λάβει χώρα τόσο μέσω μεταφρασμένων βιβλίων των πρωταγωνιστών του κινήματος της αθεΐας διεθνώς2, όσο και μέσω της ίδρυσης της Ένωσης Άθεων Ελλάδας το 2012. Συχνή είναι και η σχετική με την αθεΐα αρθρογραφία στον ημερήσιο και κυριακάτικο τύπο και η ανάπτυξη ιστολογίων στο διαδίκτυο από άθεους τόσο μεμονωμένα όσο και συλλογικά.

Ως προς το ζήτημα της μελέτης της αθεΐας σε διεθνές επίπεδο αυτή βρίσκεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο συγκριτικά με την Ελλάδα. Υπάρχουν πολλές εκδόσεις ιστορικού, φιλοσοφικού και κοινωνιολογικού περιεχομένου που μελετούν την αθεΐα3, αφιερώματα σε επιστημονικά περιοδικά4, ερευνητικά κέντρα5, μεταπτυχιακές εργασίες6 και διδακτορικές διατριβές7. Το βασικό σημείο των ερευνών που λαμβάνουν χώρα στο εξωτερικό είναι η ποιοτική τους διάσταση. Οι περισσότερες εξ αυτών βασίζονται στη συμμετοχική παρατήρηση σε οργανώσεις άθεων ή άλλες κοσμικές οργανώσεις8 και σε συνεντεύξεις με δεδηλωμένους άθεους. Επιπλέον, συνήθως οι διάφορες μελέτες πραγματεύονται και το ζήτημα της ορολογίας με τη χρήση όρων όπως αθεΐα, αθρησκεία, θρησκευτική αδιαφορία, αγνωστικισμός, που φυσικά δεν έχουν ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο, αλλά συχνά μελετώνται από κοινού.

Ένα ακόμα ζήτημα είναι εκείνο των μορφών της αθεΐας. Διεθνώς εμφανίζονται δύο διαφορετικές διακρίσεις. Μία πρώτη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ θεωρητικής και πρακτικής αθεΐας.9 Θεωρητική ορίζεται η αθεΐα εκείνων των μελών της κοινωνίας, η οποία έχει διαμορφωθεί έπειτα από σκέψη, μελέτη και αναστοχασμό. Κατά συνέπεια, ο ‘θεωρητικός άθεος’ έχει κατασταλάξει στην αθεΐα του έπειτα από ενδελεχή συνήθως αναζήτηση και μελέτη. Η πρακτική αθεΐα, από την άλλη πλευρά, δεν περιλαμβάνει κάποια μορφή βαθύτερου αναστοχασμού, αλλά ο ‘πρακτικός άθεος’ ζει στην καθημερινή του ζωή σαν να μην υπήρχε Θεός, χωρίς να έχει στοχαστεί ενδελεχώς επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Δεν ακολουθεί, δηλαδή, με ιδιαίτερο ζήλο τις θρησκευτικές διδασκαλίες και δεν τηρεί τις θρησκευτικές εντολές και υποδείξεις.

Μία δεύτερη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ ενεργητικής και παθητικής αθεΐας.10 Ενεργητική ή ακτιβιστική αθεΐα ορίζεται εκείνη η μορφή, η οποία έχει ως στόχο τη μετάδοση των αθεϊστικών ιδεών στην κοινωνία με ποικίλους τρόπους, οι οποίοι περιλαμβάνουν και δυναμικές δράσεις, όπως η διοργάνωση εκδηλώσεων και ομιλιών, η παρουσία σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα, σε έντυπα, δράσεις στο δημόσιο χώρο, όπως οι διαφημίσεις σε λεωφορεία και σε δρόμους, κ.ά. Παθητική αθεΐα, από την άλλη μεριά συνήθως χαρακτηρίζεται εκείνη η μορφή, η οποία ακριβώς δεν ενδιαφέρεται για όλα τα παραπάνω. Ο ‘παθητικός άθεος’, υπ’ αυτήν την έννοια, δεν έχει στόχο τη διάχυση των πεποιθήσεων του στην κοινωνία, τουλάχιστον όχι με κάποιον μαζικό και δυναμικό τρόπο. Εκείνο που τον ενδιαφέρει ως επί το πλείστον είναι να διατηρεί αυτές τις σκέψεις για τον εαυτό του και το κοντινό του περιβάλλον. Χωρίς να είναι βέβαιο ότι οι παραπάνω διακρίσεις είναι πάντοτε χρήσιμες και επιτυχείς, εντούτοις συνδράμουν στην κατηγοριοποίηση των μορφών αθεΐας και στην περαιτέρω μελέτη του αντικειμένου.

Ποσοτικά στοιχεία για τους άθεους στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλά. Σύμφωνα με ορισμένους, 16% των Ελλήνων το 2001 δήλωσαν ότι δεν πιστεύουν στον Θεό.11 Εδώ τίθεται το εξής διπλό ζήτημα. Κατ’ αρχάς, αυτό προκύπτει από την ερώτηση της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (ESS): ‘Πιστεύετε στον Θεό; Ναι, Όχι, ΔΓ’. Στην ερώτηση αυτή το 84% των Ελλήνων απάντησε ναι, αλλά δεν διευκρινίζεται εάν το υπόλοιπο 16% απάντησε όλο όχι ή κάποιοι απάντησαν και ΔΓ ή αν αρνήθηκαν να απαντήσουν. Επίσης, η ερώτηση στη διατύπωσή της δεν αποκαλύπτει ακριβώς την ύπαρξη άθεων. ‘Δεν πιστεύω στον Θεό’ μπορεί να σημαίνει ‘δεν πιστεύω στο ότι ο Θεός παρακολουθεί τους ανθρώπους και παρεμβαίνει στον κόσμο’. Η ξεκάθαρη διατύπωση ενός άθεου θα ήταν ‘δεν πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού και στο ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο’. Άρα, δεν μπορούμε να συνάγουμε από την παραπάνω έρευνα ότι το 16% των Ελλήνων δήλωσαν άθεοι, διότι αυτό είναι αυθαίρετο. Πιο πρόσφατες έρευνες της ESS δείχνουν μία κάμψη της θρησκευτικής πίστης και μία αύξηση όσων δηλώνουν καθόλου θρήσκοι, από 2,2% το 2002-2003 σε 5,9% το 2009.12 Και σε αυτήν την περίπτωση πάντως δεν απαντάται το ζήτημα της ύπαρξης άθεων στην ελληνική κοινωνία, διότι το ‘καθόλου θρήσκος’ δεν συνεπάγεται ότι κάποιος είναι πράγματι άθεος, καθώς αθρησκεία και αθεΐα δεν ταυτίζονται. Τέλος, σε μία άλλη έρευνα του 2008, το 7% απάντησε ότι ο ρόλος της θρησκείας στη ζωή του δεν είναι καθόλου σημαντικός και το 14% όχι και τόσο σημαντικός (Public Issue 2008). Και εδώ δεν μπορεί να καταγραφεί η παρουσία άθεων στην ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον όχι άμεσα, διότι η έλλειψη σημασίας της θρησκείας στη ζωή ενός ανθρώπου, δηλαδή ενός οργανωμένου συστήματος πεποιθήσεων και λατρείας, δεν σημαίνει την απουσία πίστης σε κάποιον Θεό ή Θεούς. Με άλλα λόγια στην ελληνική κοινωνία εκτός από ποιοτική δεν υπάρχει ούτε ποσοτική έρευνα που να καταγράφει ανοιχτά τους άθεους και να προσφέρει έστω ερεθίσματα για περαιτέρω αναλύσεις.

Το υλικό και η μέθοδος

Αναζητώντας υλικό για την έρευνά μου περί αθεΐας υπέπεσε στην αντίληψή μου μία ιστοσελίδα στην οποία καταγράφονταν οι προσωπικές ιστορίες, υπό μορφήν σύντομων αφηγήσεων, άθεων και ο τρόπος μεταστροφής τους από τη θρησκευτική πίστη στην αθεΐα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη, οι οποίες αργότερα εκδόθηκαν και σε βιβλίο (2012). Αυτό είναι και το υλικό, στο οποίο θα στηριχθώ στην παρούσα ανάλυση, το οποίο έχει προέλθει από την ψηφιακή συγκέντρωση των σύντομων αφηγήσεων σε ένα αρχείο, υπό μορφήν ψηφιακού βιβλίου, αλλά πριν από την επίσημη έκδοσή του.13 Το υλικό αποτελείται από 45 ιστορίες ανδρών (32) και γυναικών (13) διαφόρων ηλικιών (συνήθως άνω των 30, 20 ο νεότερος και 72 ο γηραιότερος) και επαγγελμάτων (δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, αρχιτέκτονες, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, επιχειρηματίες, φοιτητές, κ.ά.), οι οποίοι περιγράφουν εν συντομία τα παιδικά τους χρόνια, τη μεταστροφή τους, τις εμπειρίες, αλλά και τα πιστεύω τους. Οι αφηγήσεις τους έχουν στηριχθεί σε μία σειρά ερωτημάτων, τα οποία είχαν τεθεί εξ αρχής από τον διαχειριστή της ιστοσελίδας.14 Προφανώς, πρόκειται για υλικό, το οποίο έχει συγκεντρωθεί χωρίς την παρουσία και τον σχεδιασμό του ερευνητή και αυτό σημαίνει ότι οι ερωτήσεις, οι οποίες είχαν αρχικά τεθεί δεν καλύπτουν ενδεχομένως όλα τα θέματα. Επιπλέον, όντας γραπτή η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα και όχι μέσω συνεντεύξεων δεν υπάρχει η δυνατότητα να επανέλθει ο ερευνητής λύνοντας απορίες ή ζητώντας διευκρινίσεις για κάποιο θέμα. Αυτά τα προφανή μειονεκτήματα στη συγκέντρωση του υλικού δεν σηματοδοτούν έλλειψη ενδιαφέροντος για την ανάλυσή του, η οποία ούτως ή άλλως είναι πρωτογενής. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για ανάλυση περιεχομένου των εν λόγω κειμένων, η οποία θα ακολουθήσει την κλασική θεματική μορφή.15

Τα κείμενα προς ανάλυση, όμως, από τη στιγμή κατά την οποία συντάσσονται από τους ίδιους του συμμετέχοντες στο κάλεσμα και όχι από εκείνον που κάνει την πρόσκληση και αφορούν ένα θέμα τόσο προσωπικό όσο η θρησκευτική πίστη, αποτελούν και βιογραφικές αφηγήσεις. Ο εκάστοτε συντάκτης, αναλόγως των εμπειριών του, αφηγείται την προσωπική του ιστορία και τα βιώματά του μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο γεννήθηκε και ανατράφηκε. Κατά συνέπεια, το υλικό αποτελείται από αυτο-βιογραφικές αφηγήσεις άθεων, οι οποίες καταγράφηκαν με βάση κάποια ερωτήματα, αλλά χωρίς κανέναν ερευνητικό σκοπό. Η ερευνητική ματιά έρχεται σε αυτό το σημείο εκ των υστέρων, να μελετήσει τα εν λόγω αφηγηματικά κείμενα, να στοχασθεί πάνω σε αυτά και να καταλήξει σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα. Δεν θα ήταν ορθό να ισχυριστούμε ότι πρόκειται για τη διεξαγωγή βιογραφικής μεθόδου, διότι τα κείμενα δεν αποσπάστηκαν από τον ερευνητή. Συνεπώς, αν και διακρίνονται για το βιογραφικό τους περιεχόμενο, η εφαρμοζόμενη προσέγγιση είναι η ανάλυση περιεχομένου και οι τρεις θεματικές κατηγορίες που θα εξεταστούν είναι: 1) Το οικογενειακό περιβάλλον: η αναπαραγωγή του θρησκευτικού νοήματος, 2) Η ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα και 3) Η αναζήτηση νοήματος.

Πολιτισμός και θρησκεία, μνήμη και νόημα

Ιστορικά και κοινωνιολογικά έχει υποστηριχθεί16 ότι η θρησκεία διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στις ανθρώπινες κοινωνίες και στη διαμόρφωση του πολιτισμού τόσο σε μίκρο όσο και σε μάκρο επίπεδο. Είναι δεδομένο ότι οι θρησκείες έχουν συνδράμει, λιγότερο ή περισσότερο, στη θεμελίωση κυρίαρχων πολιτισμικών παραδειγμάτων, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρούνται σταθερά και αμετάβλητα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ενώ είναι αποδεκτή η συμβολή της Ορθόδοξης θρησκείας στη διαμόρφωση του κυρίαρχου πολιτισμικού παραδείγματος, αυτό δεν συνεπάγεται ότι το εν λόγω κυρίαρχο παράδειγμα δεν υφίσταται μεταβολές στο πέρασμα του χρόνου και αναλόγως των εκάστοτε κοινωνικών αντικειμενικών συνθηκών. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κάθε μεταβολή συντελείται με διαλεκτικό τρόπο17 σε σχέση με το κυρίαρχο σε μία κοινωνία παράδειγμα για να οδηγηθούμε στη διαμόρφωση, όχι απαραίτητα ενός νέου κυρίαρχου προτύπου, αλλά στη ρήξη, στη διαφοροποίηση και εν συνεχεία στην επικράτηση ενδεχομένως πολλών και διαφορετικών νέων μορφών εντός της κοινωνίας.

Ένα άλλο ζήτημα που σχετίζεται με δύο τρόπους με την έρευνά μας είναι το ζήτημα της μνήμης. Αφενός, η μνήμη είναι παρούσα εντός της οικογένειας των αφηγούμενων και κυρίως η μνήμη της θρησκευτικής ομάδας, για την οποία έχουν γίνει ιδιαίτερες μελέτες και αναλύσεις.18 Η οικογένεια, δηλαδή, αναπαράγει τη μνήμη της θρησκευτικής ομάδας στην οποία εντάσσεται και τη μεταφέρει και στα νεότερα μέλη της συντελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη διαμόρφωση/κατασκευή της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αυτή τη μνήμη-διαδικασία αφηγούνται συχνά στις ιστορίες τους οι σημερινοί άθεοι, ενθυμούμενοι τη λιγότερο ή περισσότερο αυστηρή θρησκευτική ανατροφή τους. Με όρους μνήμης, θα λέγαμε ότι η μετάβαση στην αθεΐα αποτελεί μία μορφή ρήξης της αλυσίδας της μνήμης της θρησκευτικής ομάδας, που προσπάθησαν να τους μεταφέρουν οι γονείς τους, με συνέπεια οι ίδιοι να καταστούν ο ελλείπων κρίκος αυτής της αλυσίδας.

Ένα τρίτο σημείο είναι εκείνο του νοήματος. Εάν νόημα είναι μία συνολική, αυτονόητη, αντίληψη ή εικόνα της σχέσης του ανθρώπου με την κοινωνία και τη φύση, η οποία του επιτρέπει να κατανοήσει με κάποιον τρόπο την παρουσία του στον κόσμο και να αποκτήσει έναν ορισμένο προορισμό,19 τότε σαφέστατα και η θρησκεία αποτελεί μία μορφή νοήματος και μάλιστα, από τις πιο σημαντικές. Επί του προκειμένου είναι προφανές ότι το εν λόγω θρησκευτικό νόημα, μεταδίδεται δια μέσου της μνήμης από γενιά σε γενιά και πρωτίστως εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος με το σχολείο να έρχεται εν συνεχεία να θεμελιώσει τη διαμόρφωση του κυρίαρχου θρησκευτικο-πολιτισμικού παραδείγματος. Συνεπώς, στα πλαίσια της παρούσας μελέτης, γίνεται προσπάθεια να καταγραφούν οι αντιλήψεις ή αλλιώς μία νέα μορφή νοήματος των αυτοχαρακτηριζόμενων άθεων έναντι αυτού του κυρίαρχου θρησκευτικού νοήματος που μεταδίδεται μέσω της οικογενειακής μνήμης.


1 (Μινουά 2007, Mauthner 1992, Ginzburg 1994, Febvre 1982, Ladurie 2008)
2 Ενδεικτικά βλ. του Ρ. Ντόκινς (2007), του Ντ. Ντένετ (2007), του Κ. Χίτσενς (2008, 2012), του Σ. Χάρις (2008), αλλά και άλλα βιβλία υπέρ ή εναντίον της αθεΐας, όπως των Α.ντε Μποτόν (2012), Α. ΜακΓκραθ (2008), Α. Κοντ-Σπονβίλ (2009), Μ. Ονφρέ (2006), Τ. Ίγκλετον (2011), Τ. Μπαγκίνι (2006), Ζ.Μελιέ (2008)
3 (Martin 2007)
4 (Taira 2012)
5 Βλ. Για παράδειγμα NSRN και The Diversity of Non-Religion http://nsrn.net/ και http://www.nonreligion.net/
6 (Graham 2011)
7 (Silver 2013, Smith 2013)
8 Πρόκειται για οργανώσεις που συνήθως ονομάζονται Humanist Associations και εντοπίζονται κυρίως στον αγγλοσαξονικό χώρο.
9 (Μινουά 2007, 23, 45-48)
10 (LeDrew 2013, 455-457 και Silver 2013, 114)
11 (Norris and Inglehart 2011, 90)
12 (Φαφούτη 2012, 3)
13 Δεν διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ της ηλεκτρονικής έκδοσης και της έντυπης ως προς το υλικό. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιείται η ηλεκτρονική έκδοση σε μορφή pdf, η οποία και εκτυπώθηκε, αλλά πλέον δεν είναι ηλεκτρονικά διαθέσιμη. Η εν λόγω έκδοση βρίσκεται, βεβαίως, στο προσωπικό μου αρχείο.
14 http://sfrang.blogspot.gr/2011/02/blog-post_18.html (τελευταία πρόσβαση 1 Σεπτεμβρίου 2014).
15 (Mason 2003, 156-173 και Κυριαζή 2001, 283-301)
16 (Φίλιας 2000, 435)
17 (Παπαρίζος 2001, 110)
18 (Hervieu-Leger 2000, Halbwachs 2013)
19 (Παπαρίζος 2001, 288-9)

Συνέχεια...


* Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, μεταδιδακτορικός ερευνητής Παντείου Πανεπιστημίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας. Η παρούσα εργασία αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης μεταδιδακτορικής έρευνας σχετικά με τις μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, την οποία διεξάγει από το 2012 υπό την επίβλεψη του καθηγητή Α. Παπαρίζου. Στοιχεία επικοινωνίας: sociology.panteion@gmail.com

Ο σχολιασμός του άρθρου γίνεται με άδεια του συγγραφέα στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη.