Οι Κολλυβάδες καλόγεροι και η Ελληνική Επανάσταση

3 April 2021
Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από απομαγνητοφώνηση ομιλίας που έγινε στα πλαίσια της εκδήλωσης της Ένωσης Αθέων «1821: ο ρόλος της εκκλησίας στην επανάσταση».
Ο ιστορικός και πρώην κληρικός Συράκος-Ιωάννης Κεσέν, μιλά για τον ρόλο του κινήματος των Κολλυβάδων μοναχών στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Η ομιλία, με τίτλο  «Οι Κολλυβάδες καλόγεροι και η Ελληνική Επανάσταση», έχει αναρτηθεί στο κανάλι της Ένωσης Αθέων στο YouTube, όπου μπορείτε να σχολιάσετε.

Η δράση των Κολλυβάδων πατέρων πριν από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Ακούμε Κολλυβάδες και το μυαλό μας πηγαίνει στα κόλλυβα και καλά κάνει το μυαλό μας που πηγαίνει στα κόλλυβα γιατί πίσω από αυτό το φερώνυμο πνευματικό κίνημα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, κρύβονται ακριβώς τα κόλλυβα.
Το 1754 λοιπόν στη Σκήτη της Αγίας Άννης, στο Άγιον Όρος, που αν έχει πάει κανείς, θα είδε το καθολικό, το κυριακό, που λέγεται κυριακό γιατί μαζεύονταν σ’ αυτό οι καλόγεροι κάθε Κυριακή για να κάνουν τις λατρείες της Κυριακής, την αναστάσιμη λειτουργία και τα λοιπά. Λοιπόν, αποφάσισαν να το ανακαινίσουν. Και βέβαια, όταν οι παπάδες, οι καλόγεροι και λοιπά θέλουν να κάνουν τέτοιες εργασίες, όχι μόνο τότε, αλλά κατά τη διάρκεια όλης της χριστιανικής ιστορίας μέχρι σήμερα, θυμηθείτε «Αποπερατώσατε την ανακαίνισιν του Ιερού Ναού» που βλέπουμε σ’ όλες αυτές τις εκκλησίες που χτίζονται γιατί μάλλον αυξάνονται οι πιστοί και χτίζονται εκκλησίες, τέλος πάντων, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση, ζητάνε τα λεφτά του λαού. Ο λαός θα είναι αυτός που θα αναλάβει το ιερό καθήκον να αποπερατώσει τον ναό.

Έτσι λοιπόν, θέλανε να φτιάξουν ένα καινούργιο καθολικό, ένα καινούργιο κυριακό, για να θρησκεύουν την Κυριακή οι καλογέροι, και άρχισαν βέβαια τις ζητείες, τις ζητιανιές. Πούλαγαν λοιπόν κάποιου είδους συγχωροχάρτια. Να θυμίσω, τα συγχωροχάρτια δεν έπαψαν με τον Μαρτίνο Λούθηρο στη Δύση, αλλά μου φαίνεται ότι το τελευταίο συγχωροχάρτι, που δίνει άφεση αμαρτιών σε κάποιον ή κάποια, εκδόθηκε το 1957, από το Πατριαρχείο το ορθόδοξο της Αντιόχειας.

Όπως και να έχει, οι καλόγεροι μήνυσαν στον κόσμο ότι εμείς θα σας μνημονεύουμε τα ονόματα των νεκρών σας, αρκεί εσείς να μας δώσετε κάποια χρήματα, και χρησιμοποιώντας αυτά τα χρήματα, αφενός εμείς θα χτίσουμε το καθολικό εδώ, αφετέρου, οι νεκροί σας, μνημονευόμενοι θα αλλάξουν πιθανώς πνευματική κατάσταση, και από εκεί που μπορεί να βρίσκονται στο σκότος της κολάσεως, μέσα από τις δικές μας προσευχές να πάνε στον παράδεισο σαν αγγελάκια. Και άρχισαν τις ζητείες τέτοιου τύπου.

Κι ο κόσμος τσίμπησε, γιατί ο κόσμος τέτοια θέλει, κι άρχισε να στέλνει και ονόματα και λεφτά. Και ονόματα και λεφτά, και ονόματα και λεφτά, κι έτσι μαζεύτηκαν πάρα πολλά ονόματα και δεν έφτανε η ημέρα του Σαββάτου, η οποία θεωρείται και η μέρα η ιερή της μνημόνευσης των νεκρών, γιατί, ταυτόχρονα, οι καλόγεροι την ημέρα του Σαββάτου ήθελαν από τη σκήτη της Αγίας Άννας να πάνε στις Καρυές να κάνουν δηλαδή μια απόσταση, ώστε να συμμετάσχουν εκεί στο παζάρι το οποίο γινόταν για να βγάλουν τα προς το ζην. Κι έτσι λοιπόν κάποιοι είπαν ότι, έλα μωρέ, δεν πειράζει, αφού μαζεύονται τόσα ονόματα, θα τα διαβάζουμε και σε άλλες ακολουθίες και όχι μόνο σε εκείνες του Σαββάτου. Οι πιο παραδοσιακοί όμως, οι Κολλυβάδες, είπαν όχι, η αγία μας παράδοση λέει ότι οι νεκροί μνημονεύονται το Σάββατο, και τα κόλλυβα γίνονται το Σάββατο, δεν θα αλλάξουμε τώρα τις παραδόσεις.

Τέλος πάντων, έγινε ένα συμπούρμπουλο μεταξύ των καλογήρων, που στην ουσία, πίσω από αυτή τη σύγκρουση βρίσκεται η σύγκρουση του νεωτερικού πνεύματος, «Έλα μωρέ, να μνημονεύουμε κι άλλες μέρες» και του παραδοσιακού «Όχι, θα μνημονεύουμε την ημέρα εκείνη του Σαββάτου». Και μέσα από αυτό το κίνημα ξεπρόβαλαν κάποιες φιγούρες, κάποιες φυσιογνωμίες, που είναι γνωστές άχρι της σήμερον. Ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο Μακάριος ο Νοταράς, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, που έγραψε τόσο πολλά κείμενα και μετέφρασε εκείνη την περίοδο, που, στην ουσία, αποτελούν τη φωνή εκείνη μέσα απ’ το καλογερίστικο σκοτάδι που καλεί τους πιστούς συνεχώς σε μετάνοια, σε περισυλλογή και σε ελπίδα για τη μέλλουσα βασιλεία του Θεού που θα έρθει η οποία δεν έχει να κάνει με αυτήν την πραγματικότητα την οποία ζούμε και καλύτερα θα ήταν, σύμφωνα με τους Κολλυβάδες πατέρες, να κάνουν υπομονή οι Ρωμιοί, οι ορθόδοξοι ανεξαρτήτως εθνικότητας, να υπομένουν τον Οθωμανό δυνάστη γιατί «Έλα μωρέ, τι αξία έχει αυτή η ζωή» μπροστά στη μέλλουσα που θα μας χαρίσει ο γλυκός μας Ιησούς»;
Για να γίνει όμως περισσότερο κατανοητό αυτό, θα ήθελα να παραθέσω ένα μικρό σημείωμα για το τι σημαίνει καλογερίστικη παρουσία στο σύνολο της χριστιανικής ιστορίας, και μέσα σε αυτό το πλαίσιο να γίνει περισσότερο κατανοητό ποια είναι η συμβολή αυτών των ανθρώπων στην εθελοδουλία.

Τον 4ο αιώνα, μετά Χριστόν, στην Αλεξάνδρεια, εκεί ήταν – σύμφωνα με τον Αθανάσιο τον Μέγα, τον πατριάρχη που έγραψε τον βίο του – ο Αντώνιος. Ο Αντώνιος, ένας αγράμματος αγρότης, δεν του άρεσε και πολύ όλη αυτή η μετάλλαξη του χριστιανισμού, όπως είχε δηλαδή μεταλλαχθεί μέσα στα σαλόνια των επισκόπων, με τους διάφορους αυτούς γλείφτες με τις πολιτικές σκοπιμότητες, και αποφάσισε να πάρει των ομματιών του και να πάει στην έρημο να ζήσει για να βιώσει αυθεντικά το ευαγγελικό μήνυμα. Παράλληλα όμως με τον Αντώνιο, άρχισαν να πηγαίνουν και διάφοροι μαθητές κι έτσι να δημιουργείται μια δεύτερη πόλη, μια δεύτερη χριστιανική πόλη μέσα στην έρημο από ανθρώπους οι οποίοι θέλανε να ζήσουν έτσι αυθεντικά το κήρυγμα του ανυπόδητου και επί πώλου όνου Ναζωραίου, του επί πώλου όνου, που μπαίνει πάνω στο γαϊδουράκι και εισέρχεται στην πόλη των Ιεροσολύμων, του φτωχού αυτού θεού, φτωχοί οι ίδιοι.

Ξαφνικά όμως βλέπουν οι αυτοκράτορες ότι εκεί αρχίζουν να γίνονται διάφορες ραδιουργίες άλλου τύπου. Σου λέει «Ανεξέλεγκτοι είναι αυτοί, »πρέπει να τους εντάξουμε μέσα στο δικό μας πλαίσιο». Και τι κάνει; Στέλνει έναν πρώην στρατιωτικό, τον Παχώμιο, και φτιάχνει το πρώτο κοινόβιο, μαζεύοντας όλους αυτούς τους ξέμπαρκους καλογήρους και βάζοντάς τους μέσα στο μαντρί, εξ ου και «αρχιμανδρίτης» ο ηγούμενος, με ξεκάθαρη νομοθεσία στρατιωτικού τύπου. Κι έτσι σιγά-σιγά τα μοναστήρια, με τις εισφορές, στο διάβα των αιώνων, των αυτοκρατόρων, γίνονται κέντρα μέσα στα οποία μεγαλύνεται η αυτοκρατορική εξουσία και επιβάλλεται στους τόπους όπου τα μοναστήρια αυτά υπάρχουν.

Το μεγάλο «μπαμ» γίνεται μετά την Εικονομαχία, όπου η βδελυρή θα έλεγα νίκη των καλογήρων τους φέρνει πιο κοντά στην εξουσία και όπου πηγαίνουν αυτοί οι ενοχικοί τύποι κοντά το μόνο που θέλουν να κάνουν είναι να συσπειρώνουν, μέχρι και σήμερα, τους ανθρώπους, και κυρίως τους ανθρώπους της εξουσίας, γύρω τους ώστε όταν οι άνθρωποι της εξουσίας θαυμάζουν αυτούς τους διαχειριστές της ενοχής των άλλων, στην ουσία αυτοί να κινούν υπόγεια τα νήματα. και φτάνουμε στον Αθανάσιο τον Αθωνίτη, στον ο αιώνα, τον Λουκά, τον ιδρυτή της Μονής του Στειρίου, σε τέτοιες προσωπικότητες που αλλάζανε σφαλιάρες με τους αυτοκράτορες, ήταν πολύ φιλαράκια. Και οι αυτοκράτορες τους διαλέγουν και γύρω από το όνομά τους δημιουργούν μοναστικές αδελφότητες, οι οποίες αδελφότητες εξυπηρετούν πάντοτε τα συμφέροντα του εξουσιαστή.
Το ίδιο βέβαια και στη Μονή Δαφνίου, η νέα Μονή της Χίου εξίσου, με χρήματα του μονομάχου του Κωνσταντίνου Θ’, γίνεται η μεγάλη κρίση των Ησυχαστών και των Αντιησυχαστών. Κερδίζουν οι Ησυχαστές με τον Γρηγόριο τον Παλαμά, οι ομφαλοσκόποι, άλλο σκότος από εκεί, με αποτέλεσμα να φτάνουμε λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης και οι άνθρωποι να συγκρούονται μεταξύ Ενωτικών και Ανθενωτικών. Οι Ενωτικοί, όπως ξέρετε πολύ καλύτερα από μένα, θέλανε την ένωση με τη Δύση και τη βοήθεια της Δυτικής Εκκλησίας, οι Ανθενωτικοί έβλεπαν στο πρόσωπο του Πάπα και στη Δύση τον ίδιο τον σατανά και φώναζαν «Κάλλιο το τουρκικό φέσι παρά η παπική τιάρα».

Όταν ο Μωάμεθ ο Πορθητής αλώνει την Κωνσταντινούπολη, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να βρει έναν Ανθενωτικό, τον Γεννάδιο, τον Γεώργιο και μετέπειτα μετονομασθέντα Γεννάδιο Σχολάριο, που έλεγε ότι καλύτερα είναι στους ελληνόφρονες να κόβεις τα χέρια, μου φαίνεται, μπορεί να κάνω και λάθος σ’ αυτό, να τους κόβεις τα χέρια και να τους πετάς ζωντανούς στη θάλασσα ώστε να χαθεί η μαρτυρία τους στον χρόνο. Μιλάμε για τέτοια χριστιανική αγάπη. Όπου ο Σχολάριος, ως Ανθενωτικός, ήταν προσκολλημένος στις θέσεις της Ορθοδοξίας, και στη Δύση έβλεπε τον διάβολο. Αυτό έκαναν και οι Κολλυβάδες πατέρες, έβλεπαν στη Δύση τον διάβολο.

Ο Αθανάσιος ο Πάριος συγκρούεται διά εγγράφων και συγγραμμάτων με τον Κοραή, ο δε Κοραής συνθέτει την «Αδελφική διδασκαλία», ο άλλος απαντάει με την «Πατρική διδασκαλία», δια στόματος του φερωνύμου Πατριάρχου Ιεροσολύμων. Με τον «Νέο Ραψάκη», ένα άλλο κείμενό του προς τον Κοραή γυρνάει και λέει ότι όχι, θα προτιμήσουμε τον Τούρκο διότι ο Τούρκος είναι αυτός ο οποίος μας δίνει την ασφάλεια να συνεχίσουμε να πιστεύουμε και να υπομένουμε αυτή τη σάπια και σκάρτη ζωή, ώστε να λάβουμε τον στέφανο της βασιλείας των ουρανών, γιατί αυτός είναι ο σκοπός μας.
Διάβαζα τις επιστολές του Κοσμά του Αιτωλού, που τον έχουν οι ορθόδοξοι περί πολλού. Τέτοιο γλείψιμο σ όλους αυτούς, πασάδες, σουλτάνους, σου ‘πα μου ‘πες. «Μεγαλειότατε, που σε έστειλε ο Θεός, ώστε εμείς να μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι να ασκούμε την πίστη μας και τις θρησκευτικές, τις λατρευτικές μας πρακτικές».

Οι καλόγεροι πάντοτε τα ίδια προβλήματα δημιουργούσανε. Στην Κατοχή, στους Γερμανούς, αυτοί προϋπάντησαν τον Χίτλερ και τους Ναζί αναγνωρίζοντας το «θέλημα του Θεού» στο πρόσωπό τους. Οι καλόγεροι είναι αυτοί που κινούν μέχρι και σήμερα τα νήματα, με τις σύγχρονες ζητείες, και τις εικόνες και τα κόκαλα που μυροβλύζουν, διεκδικώντας τις ψυχές και τα λεφτά των ανθρώπων. Ξέχωρα απ’ αυτό το πλαίσιο, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει ο σκοταδισμός του κολλυβαδισμού.
Ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, εξέχων μέλος του κολλυβαδικού κινήματος, γράφει τους βίους των νεομαρτύρων. Και εμείς σήμερα, στη σύγχρονη Ελλάδα, έχουμε ένα ζήτημα πρόσληψης. Πώς διαβάζουμε αυτά τα κείμενα; Τα παίρνουμε και τα διαβάζουμε ως αυθύπαρκτα. και αναγιγνώσκουμε σε όλο αυτό τους καημένους τους χριστιανούς, που έδιναν τη ζωή τους για την πίστη τους, σαν να είναι ένα γεγονός το οποίο συνέβαινε άπαξ. Συνέβη εκεί, συνέβη εδώ, συνέβη παραπέρα. Παιδιά, το να σκοτώνεται ένας άνθρωπος εκείνη την εποχή ήταν μια καθημερινότητα. Την οποία, όμως, το εθνικό αφήγημα σήμερα, αφενός μας κάνει να τη διαβάζουμε ως μια διαφορετικότητα, ως κάτι το οποίο δεν συνέβαινε τόσο και συνέβαινε στους καημένους χριστιανούς. Και σε όλες αυτές τις προσωπικότητες, των νεομαρτύρων, όπως ονομάστηκαν από την εκκλησιαστική φιλολογία, προσδίδεται εθνική χροιά. Προσδίδεται εθνικός ρόλος, δηλαδή ότι αυτοί σκοτώθηκαν για του Χριστού την πίστη την αγία. Και ότι πίσω από αυτή την πίστη βρισκόταν, σου λέει, και η εθνική συνείδηση.

«Ρωμιούς» τους αναφέρει όλους ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Κολλυβάς αυτός πατήρ της Εκκλησίας. Δεν διαφοροποιείται η γραφή του όταν μιλάει για κάποιον Βούλγαρο, ή κάποιον Σέρβο στην καταγωγή, ή κάποιον Έλληνα. Για τους Κολλυβάδες δεν είχε σημασία τι εθνικότητας ήσουν. Είχε σημασία, όπως και για την κεντρική εξουσία, τίνος θρησκεύματος, πού θρησκεύεσαι, σε ποια θρησκεία ανήκεις. Δεν πρέπει λοιπόν να πολεμάμε τον Τούρκο, τον Οθωμανό, δεν πρέπει να του αντιστεκόμαστε, γιατί είναι φίλος μας. Αυτό λέει το κολλυβαδικό κίνημα. Σου λέει, είναι φίλος μας που θα μας βοηθήσει η παρουσία του να περάσουμε ωραία… «Ωραία», έστω και με καταπιέσεις.

Στον «Νέο Ραψάκη» ο Αθανάσιος ο Πάριος το λέει, ρε παιδί μου, ότι, εντάξει, δεν περνάμε τις καλύτερες μέρες, αλλά τουλάχιστον η δουλίτσα γίνεται. Περνάμε το διάβα της ζωής, η άλλη ζωή έχει σημασία, μην αγωνιστείς για αυτή τη ζωή. Στην «Ελληνική Νομαρχία», ο ανώνυμος συντάκτης το είχε καταλάβει αυτό. Σου λέει, αυτοί τώρα προτάσσουν την εθελοδουλία. Άρα, η Εκκλησία είναι εχθρός μας, δεν είναι φίλος μας. Δεν είναι φίλοι μας στο εγχείρημα για μια επανάσταση η οποία θα λάβει σάρκα και οστά στο μέλλον.

Οπότε, αν έχουμε να θυμόμαστε κάτι από τους καλογήρους αυτούς, αλλά και γενικότερα από τους μοναχούς κάθε εποχής, είναι ακριβώς αυτή η ομφαλοσκόπηση που πρέσβευε ο Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Κοίτα τον εαυτό σου μέσα σου, μη σε νοιάζει τι γίνεται έξω από σένα, μη σε νοιάζει αν σε εξουσιάζουν ή όχι, σημασία έχει να εξουσιάσεις εσύ, με τη βοήθεια του καλού Χριστούλη, τα πάθη σου».

Οι καλόγεροι ήταν πάντα εναντίον κάθε αφύπνισης γιατί οι ίδιοι ήθελαν να έχουν τα ηνία της ελευθερίας των άλλων ανθρώπων διότι έτσι υποστασιοποιούνται ανά τους αιώνες. Και, για να το θέσω λαϊκά, γουστάρουνε και αισθάνονται χρήσιμοι, στην αχρηστία τους. Σπέρματα του κολλυβαδικού πνεύματος σήμερα θα τα βρούμε στον Παΐσιο, στον Ιάκωβο τον Τσαλίκη, σε όλες αυτές επίσης τις σκιώδεις μορφές που η Εκκλησία, κατά το δοκούν και προς δόξαν της, και προς κλήση νέων προβάτων μέσα στους κόλπους της έχει κατάλληλα χρησιμοποιήσει.

Και με βλέπετε έτσι να πωρώνομαι μιλώντας για τους καλόγερους και την καλογερική γιατί πρώτος που έκαψε τη γούνα του από αυτού του είδους τα κηρύγματα για την αναζήτηση της πνευματικής εντός ημών ελευθερίας και τα λοιπά, είναι ο ομιλών, ο υποφαινόμενος. Οπότε, έχω μια προσωπική μαρτυρία, πέρα από εκείνη του ιστορικού, να καταθέσω.

Εύχομαι καλή συνέχεια σε αυτή την προσπάθεια και να στείλω ένα ανοιξιάτικο χαμόγελο σε όλες και όλους.

Συνέχεια…