Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Η Ιδιωτικοποίηση της θρησκείας

14 July 2012
Comments Off on Η Ιδιωτικοποίηση της θρησκείας
Αρθρογράφος: Φιλοκτήτης Διακομανώλης


Είναι γνωστό ότι οι εγκόσμιοι φορείς των θρησκειών είναι οι εκκλησίες, ή με γενικότερους ιστορικούς και κοινωνικούς όρους, τα ιερατεία. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ιερατείων είναι η διαχρονικότητα, η ιδεολογική σύμπνοια και η μακρόπνοη στρατηγική συνέχεια. Αυτές οι ιδιότητες τούς επιτρέπουν να κηδεμονεύουν τις πολιτικές ηγεσίες.

Σε αντίθεση με τα ιερατεία, οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών δεν αποτελούν ποτέ μια διαχρονική και ομοιογενή ομάδα εξουσίας. Συγκροτούνται πάντα από ετερόκλητες μονάδες, περιορισμένης χρονικής διάρκειας, με προσωπικές ιδιαιτερότητες, αλλά και κομματικές στρατηγικές. Για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα δυσχερές να μπορέσει η στενή ηγετική ομάδα της εξουσίας ν’ αντιπαρατεθεί με τη θρησκεία. Αδυνατεί ν’ αντιδράσει, ακόμα και αν βλέπει ξεκάθαρα μια ουτοπία να αποτελεί την τροχοπέδη της κοινωνικής προόδου και της ανέλιξης της κοινωνίας. Σε κάθε στενή ηγετική ομάδα δεν λείπουν οι προκατειλημμένοι υποστηρικτικές της θρησκείας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ελαχιστοποίηση των πιθανοτήτων μιας ενδεχόμενης ανατροπής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσπάθεια Τρίτση. Ως υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων ο Αντώνης Τρίτσης έφερε τον Ν. 1700/87, τον οποίο και υπερψήφισε η Βουλή. Παρά ταύτα, ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου δέχθηκε τόσο καταιγιστικές πιέσεις που είχαν ως αποτέλεσμα να καταχωνιαστεί ο Νόμος οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Η θρησκεία αποτελεί ένα κοινωνικό ταμπού, ανέγγιχτο επί αιώνες, και έτσι δείχνει να πορεύεται εις τους αιώνας των αιώνων. Ακόμα και αυτοί που ασκούν την κρατική εξουσία και διαθέτουν τη βούληση να αντιπαρατεθούν, δεν είναι διατεθειμένοι να διακυβεύσουν τη δημοτικότητά τους μεταξύ των, κατά πλειοψηφία, θρησκευόμενων ψηφοφόρων τους.

Το γεγονός ότι η θρησκεία συνεπάγεται ένα τεράστιο κρατικό κόστος για τη λειτουργία της, δεν εγείρει καμιά αγανάκτηση και οργή μεταξύ των οικονομικά δοκιμαζόμενων λαϊκών μαζών. Ούτε βέβαια ενθαρρύνει τους κυβερνώντες να απλώσουν το χέρι τους επ’ ωφελεία των κρατικών ταμείων και κατά συνέπεια του ίδιου του λαού.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο το άμεσο λειτουργικό κόστος της θρησκείας που αποτελεί αντικείμενο μελέτης και επαναπροσδιορισμού. Είναι η τεράστια εκκλησιαστική περιουσία που παραμένει ανέγγιχτη, άχρηστη και στείρα, όταν θα μπορούσε να επιλύσει προβλήματα φτώχειας και ανέχειας σ’ ένα μεγάλο και οικονομικά ασθενές κομμάτι της κοινωνίας.

Όλες οι θέσεις και οι απόψεις διαθέτουν επιχειρήματα. Ακόμα και οι πλέον εξωφρενικές αιτιάσεις, υποστηριζόμενες από τους κατά περίπτωση ενδιαφερόμενους, έχουν βρει ή ακόμα και εφεύρει πλήθος επιχειρημάτων για να υποστηρίξουν αυτά που υπαγορεύει το συμφέρον τους. Έχουν διατυπωθεί λοιπόν πολλές απόψεις, οι οποίες κλίνουν προς την κάθε πλευρά που υποστηρίζουν. Από τη μία η εκκλησία και από την άλλη οι θρησκοσκεπτικιστές. Η ειδοποιός διαφορά, όμως, βρίσκεται στο γεγονός ότι η εκκλησία επιχειρηματολογεί υπέρ των συμφερόντων της. Αντίθετα, η αντίπερα όχθη μάχεται υπέρ των συμφερόντων των αδυνάτων, αλλά και της ευημερίας της ευρύτερης κρατικής οντότητας.

Η έκταση της εκκλησιαστικής γης εκτιμάται σε 1.300.000 στρέμματα, ενώ περίπου 400.000 στρέμματα χαρακτηρίζονται ως «διακατεχόμενα» δεδομένου ότι δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας. Το γεγονός αυτό καθιστά ανέφικτο τον ακριβή προσδιορισμό της. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη μας τις προσφυγές στα ευρωπαϊκά δικαστήρια πέντε μοναστηριών ενάντια στο νόμο Τρίτση, θα διαπιστώσουμε ότι οι ίδιοι αποτιμούσαν, τότε, τα περιουσιακά τους στοιχεία στο απίστευτο ποσό των 8 τρις δραχμών, δηλαδή πάνω από 22 δις ευρώ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε συμβιβαστικά και επιεικώς, ως είθισται, αφού επρόκειτο για εσωτερική αντιδικία οργανισμού του κράτους με το κράτος, και επιδίκασε το ποσό των 3 τρις δραχμών, δηλαδή πάνω από 8 δις ευρώ.

Πριν από είκοσι πέντε χρόνια, λοιπόν, η περιουσία πέντε μοναστηριών αποτιμήθηκε σε 22 δις ευρώ, σύμφωνα πάντα με την προσφυγή της εκκλησίας. Από πληροφορίες του διαδικτύου, η εκκλησία διαθέτει περί τα 2.500 μοναστήρια. Επειδή όμως το κομπιουτεράκι μου δεν διαθέτει επάρκεια μηδενικών, αφήνω τις εκτιμήσεις στον κάθε καλόπιστο αναγνώστη. Πάντως, η εκκλησιαστική περιουσία, σύμφωνα με το επιδικασθέν ποσό από το ευρωπαϊκό δικαστήριο και χωρίς να αγνοείται ο κανόνας της αναλογικότητας των μεγεθών, θα μπορούσε κάλλιστα να συγκριθεί με το χρέος της Ελλάδας.

Από την πλευρά της η εκκλησία διατείνεται ότι τα περισσότερα έσοδα από την περιουσία της τα διαθέτει για φιλανθρωπικό έργο. Ωστόσο, η ένσταση δεν αφορά στην έκταση του φιλανθρωπικού έργου της εκκλησίας, το οποίο μάλιστα πολλοί θρησκοσκεπτικιστές θεωρούν διαφημιστική και προπαγανδιστική βιτρίνα, αλλά σ’ αυτή καθαυτή τη στρατηγική της φιλανθρωπίας. Για ποιο λόγο να ελεείς κάποιον όταν μπορεί να πάρει και να διαχειριστεί ο ίδιος την πηγή του ελέους, διατηρώντας και την αξιοπρέπεια και την οικονομική του αυτονομία;

Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος τους συναισθηματισμούς και τα αναθέματα και ας δούμε τη θρησκεία κάτω από ένα άλλο ορθολογικότερο πρίσμα. Η θρησκεία για άλλους είναι μια ανέγγιχτη και αναγκαία υπαρξιακή λειτουργία, για άλλους όμως αποτελεί μια ανορθολογική ουτοπία. Είναι σαφές ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να λειτουργεί, ως κοινωνική οντότητα, σύμφωνα με τα προσωπικά του πιστεύω. Η πίστη δηλαδή ή η απιστία αποτελούν προσωπική επιλογή για την κάλυψη απόλυτα ατομικών αναγκών. Γιατί όμως ο πολίτης που θεωρεί τη θρησκεία ως κάτι το άχρηστο να πληρώνει για την αντίστοιχη ανάγκη του πολίτη που τη θεωρεί απόλυτα αναγκαία; Γιατί αυτός που την έχει ανάγκη να μην αγοράζει ο ίδιος τις υπηρεσίες της;

Η θρησκεία καθαυτή δεν συνεπάγεται κόστος. Το να πιστεύει ή να μην πιστεύει κανείς ούτε επιβαρύνει ούτε ενοχλεί κανέναν. Αυτό που επιβαρύνει το κράτος, δηλαδή τον φορολογούμενο πολίτη, είναι οι οργανισμοί διαχείρισης της θρησκείας με τις λατρευτικές τους διαδικασίες.

Θα μπορούσαν λοιπόν οι κρατικοί οργανισμοί διαχείρισης της θρησκείας να καταργηθούν και να ανασυγκροτηθούν σε ιδιωτικά ιδρύματα. Ιδιωτικούς φορείς δηλαδή, με μέλη, Διοικητικά Συμβούλια, Γενικές Συνελεύσεις και με έσοδα που θα προέρχονται από συνδρομές και δωρεές. Σε καμιά περίπτωση όμως από τον οβολό των πολιτών, οι οποίοι θα πρέπει, θέλοντας και μη, να πληρώνουν για μια υπηρεσία που ούτε επέλεξαν ν’ αγοράσουν, αλλά ούτε και χρησιμοποιούν. Μια τέτοια διαδικασία θα απάλλασσε τον κρατικό προϋπολογισμό από το τεράστιο κόστος της συντήρησης των ιερατείων.

Δεν θα μπούμε στον πειρασμό να ανατρέξουμε στο «πόθεν έσχες» της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας, ούτε πόσο νόμιμα αποκτήθηκε. Δεν μας αφορούν, σ’ αυτή την αφήγηση, οι χαριστικές πράξεις, ούτε από πού αυτή η περιουσία έλκει την καταγωγή της. Θα χρειαζόμασταν βιβλίο ολόκληρο για εκτενείς αναφορές επί των πατριαρχικών σιγιλίων, των βερατίων και των σουλτανικών φιρμανίων. Ούτε ακόμα θα επικαλεστούμε τις τυχόν καλογερικές παραχαράξεις χρυσόβουλων και αυτοκρατορικών αποφάσεων. Δεν μας ενδιαφέρει ακόμα και η κατάχρηση της θεματοφυλακής και η ιδιοποίηση της περιουσίας πάμπολλων Ελλήνων που την παρέδιδαν στην εκκλησία για να τη διασώσουν από την αρπακτικότητα των Οθωμανών. Πού να φανταζόντουσαν, οι ατυχείς, ότι μετά τη Σκύλλα θα καραδοκούσε η Χάρυβδη.

Μας ενδιαφέρουν οι εύγλωττοι αριθμοί. Οι άμεσα μισθοδοτούμενοι από το Υπουργείο Παιδείας ιερωμένοι και εκκλησιαστικοί υπάλληλοι υπερβαίνουν τις 10.000 ανθρώπους. Στο κόστος μισθοδοσίας όλων αυτών πρέπει να προστεθεί το κόστος της ασφάλισης των εν ενεργεία, των συνταξιούχων και των οικογενειών τους.

Ας δούμε όμως και τις παράπλευρες απώλειες. Στο κόστος αυτό δεν λογαριάζεται η αποθετική ζημία από την απώλεια εθνικού προϊόντος των αντιπαραγωγικά απασχολούμενων υπαλλήλων της θρησκείας, ούτε και ο φόρος που θα προέκυπτε από την άσκηση οποιαδήποτε άλλης παραγωγικής δραστηριότητας. Ας ανακεφαλαιώσουμε όμως τα επιμέρους κόστη, για να δούμε το μέγεθος του κόστους της κρατικοδίαιτης θρησκείας.

Μισθοδοσία και ασφάλιση των εν ενεργεία μισθοδοτούμενων.

Συντάξεις και ασφάλιση πολλαπλάσιων συνταξιούχων.

Ιατροφαρμακευτικό και νοσοκομειακό κόστος όλων των δικαιούχων και των οικογενειών τους.

Κόστος μισθοδοσίας, ασφάλισης, σύνταξης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των υπαλλήλων των θρησκευτικών διευθύνσεων στα υπουργεία Παιδείας, Άμυνας, Εξωτερικών, και Προστασίας του πολίτη.

Κόστος μισθοδοσίας, ασφάλισης, σύνταξης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των θεολόγων καθηγητών μέσης εκπαίδευσης σε όλα τα σχολεία της χώρας.

Κόστος κατασκευής και συντήρησης κτιρίων και κόστος λειτουργίας εκκλησιαστικών σχολών και θεολογικών πανεπιστημιακών σχολών.

Οδηγούμαστε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το άμεσο και έμμεσο κόστος για την εξυπηρέτηση των αναγκών της θρησκείας αποτελεί ένα τεράστιο νούμερο που δεν μπορεί να σηκώσει η κρατική οικονομία.

Πώς θα μπορούσε, άραγε, να επιτευχθεί μια μετάβαση από το σημερινό κρατικοεξαρτώμενο καθεστώς της θρησκείας στην ανεξαρτητοποίηση και ιδιωτικοποίησή της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια πρόταση θα σκανδαλίσει το συντηρητικό κατεστημένο. Ωστόσο, θα μπορούσε να καταρτιστεί ένα πλάνο σταδιακού απογαλακτισμού, χωρίς τη δημιουργία κοινωνικής αναστάτωσης. Είναι αλήθεια ότι δεν είναι εφικτή η «εν μια νυκτί» αλλαγή του τρόπου ζωής σε μια ευρεία κοινωνική ομάδα, όπως είναι οι ιερωμένοι και γενικότερα όσοι υπηρετούν τη θρησκεία. Κανένας εχέφρων, δίκαιος και δημοκρατικός πολίτης δεν θα μπορούσε να προτείνει μια άμεση διαδικασία εφαρμογής της. Είναι όμως εφικτός ο σχεδιασμός, με πλάνο μιας πενταετίας, για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της θρησκείας. Έτσι κι’ αλλιώς, γάμοι, κηδείες, μνημόσυνα, ευχέλαια, κ.λπ., κ.λπ., αποτελούν υπηρεσίες για τις οποίες πληρώνουμε. Ας εξακολουθήσουμε λοιπόν να πληρώνουμε με απόδειξη και τον αναλογούντα ΦΠΑ.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Το Κουτί της Πανδώρας, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

[ΑπΚ] 4β. Το Σύγχρονο Ηθικό Επιχείρημα: C.S. Lewis

10 July 2012
Comments Off on [ΑπΚ] 4β. Το Σύγχρονο Ηθικό Επιχείρημα: C.S. Lewis

Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: Evan T


« Προηγούμενο Άρθρο [4α]
• Περιεχόμενα Επόμενο άρθρο [5] »

[…] γνωρίζουμε πως οι άνθρωποι υπόκεινται σε έναν ηθικό νόμο, τον οποίο δεν έφτιαξαν και δεν μπορούν να ξεχάσουν ακόμα και όταν προσπαθούν και τον οποίο γνωρίζουν πως θα έπρεπε να υπακούν. […] Αν υπάρχει μια δύναμη έξω από το σύμπαν […] ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα περιμέναμε να εμφανίζεται είναι μέσα μας, ως μια επιρροή ή μια εντολή που προσπαθεί να μας κάνει να συμπεριφερόμαστε με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Και αυτό ακριβώς είναι που βρίσκουμε μέσα μας.

C.S. Lewis, Mere Christianity, σελ.19, The Macmillan Company, 1960.

Μια ελαφρά διαφορετική εκδοχή του ηθικού επιχειρήματος που προωθούν ένθεοι όπως ο C. S. Lewis λέει πως υπάρχει ένας πανανθρώπινος ηθικός νόμος, ένα πρότυπο ορθού και λανθασμένου, το οποίο όλα τα ανθρώπινα όντα το αντιλαμβάνονται διαισθητικά, ακόμα κι αν κάποιοι επιλέγουν να το παραβιάσουν. Οι υποστηρικτές του επιχειρήματος αυτούς ισχυρίζονται πως αυτή η ηθική αντίληψη θα μπορούσε να τη βάλει μέσα μας μόνο ο Θεός.

Το πιο σοβαρό πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται όλοι οι άνθρωποι τους ίδιους ηθικούς κανόνες, όπως αποδεικνύει ακόμη και μια επιπόλαια ματιά στην ανθρώπινη ιστορία. Πολυγαμία, φυλετικός διαχωρισμός, δουλεία, ρατσισμός, βία ως μορφή σωφρονισμού, βρεφοκτονία, αιμομιξία, παιδοφιλία, ανθρωποθυσίες, τελετουργικές αυτοκτονίες, τελετουργικοί φόνοι, κανιβαλισμός, γενοκτονία· σε διάφορες κοινωνίες σε όλη την ανθρώπινη ιστορία ήταν πράγματα που όχι μόνο ήταν γενικώς αποδεκτά, αν συχνά και ενθαρρύνονταν. Καμία από αυτές τις κοινωνίες δεν έδειχνε να νιώθει πως έκανε κάτι λάθος. Πολλές δικαιολογούσαν τις πράξεις επικαλούμενοι το θεό τους. Κάποιες κοινωνίες απέρριπταν τη βία κάθε είδους, ενώ άλλες ενθάρρυναν τον πόλεμο και τη στρατοκρατία. Κάποιες προωθούσαν τον ελεύθερο λόγο και τα ατομικά δικαιώματα, ενώ άλλες θεσμοθετούσαν τον κομφορμισμό και την ανωτερότητα της πολιτείας. Ακόμα και σήμερα γίνονται εντονότατες συζητήσεις για θέματα όπως ο γάμος ομοφυλοφίλων, η έκτρωση, η θανατική καταδίκη, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, η νομιμοποίηση των ναρκωτικών, η χρήση αντισυλληπτικών και η ευθανασία. Το να ισχυρίζεται κανείς πως ο Θεός είναι υπεύθυνος για το πανανθρώπινο αίσθημα σωστού και λάθους δεν εξηγεί γιατί υπάρχει και πάντα υπήρχε τέτοια διαφωνία ως προς την ηθική.

Από την άλλη, η αθεΐα μπορεί να συμπεριλάβει και την ύπαρξη ενός ηθικού νόμου και το γεγονός ότι δεν τον αντιλαμβάνονται όλοι οι πολιτισμοί και όλοι οι άνθρωποι. Η εξήγηση είναι σαφής: η ηθική δεν είναι κάτι που εμφυτεύεται στην καρδιά του κάθε ανθρώπου από κάποιον δημιουργό, αλλά κάτι που προκύπτει από προσεκτική διαβούλευση και τη λογική κατανόηση της θέσης μας στον κόσμο και των μεταξύ μας σχεσεων. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε κάτι τέτοιο να γίνεται άμεσα αντιληπτό από όλους, όπως και δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε οι νόμοι της φυσικής να είναι άμεσα αντιληπτοί από όλους.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Γιατί φοράς ταμπέλα;

6 July 2012
Comments Off on Γιατί φοράς ταμπέλα;
Αρθρογράφος: Τεμπελόσκυλο


04/07/2012

Παίρνω αφορμή από γεγονότα της επικαιρότητας, για να γράψω κάτι το οποίο ήθελα εδώ και καιρό. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στις δηλώσεις του Σεραφείμ για το μποζόνιο Higgs και ιδίως στον τρόπο με τον οποίο τις υποδέχτηκε ο κόσμος. Άκουσα από πολλούς «χριστιανούς» να λέγεται ότι κακώς ο Σεραφείμ θεωρεί δαιμονικές τις προσπάθειες των σύγχρονων επιστημόνων (φυσικών, αστρονόμων, βιολόγων) να εξηγήσουν την ύλη και το σύμπαν· υποστηρίζουν μεν ότι όλες οι επιστημονικές ανακαλύψεις στα παραπάνω πεδία στέκουν, αλλά η απώτερη αρχή των πάντων (σωματιδίων κλπ) είναι ο θεός.

Δε θα ασχοληθώ εδώ με το «θεό των κενών», που όσο πάει και συρρικνώνεται. Το θέμα μου είναι οι άνθρωποι που δηλώνουν μεν πιστοί κάποιας θρησκείας (γι’ αυτό και τα εισαγωγικά στο χριστιανοί παραπάνω), αλλά επιλέγουν να ακολουθούν/πιστεύουν μόνο συγκεκριμένα στοιχεία της. Θεωρώ ότι αυτό αποτελεί μέγιστη υποκρισία και πρέπει να το συνειδητοποιήσει ο κόσμος. Εξηγούμαι: όταν ασπάζεσαι μια θρησκεία και δηλώνεις πιστός της, τότε ουσιαστικά επιλέγεις να ακολουθήσεις ένα δόγμα. Αντιγράφω από το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής: δόγμα, «θεμελιώδης αρχή που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή σε κριτική και που γίνεται υποχρεωτικά δεκτή» και ιδιαιτέρως «(θεολ.) οι εξ αποκαλύψεως αλήθειες στις οποίες στηρίζεται η πίστη» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Τι μας λέει αυτό; Ότι στο δόγμα δεν κάνουμε εκπτώσεις: ή το δεχόμαστε όπως είναι ή όχι.

Από δογματικής άποψης λοιπόν, ο Σεραφείμ είναι απόλυτα σωστός, ενώ όσοι πιστοί τον αμφισβητούν μπορούν να χαρακτηριστούν έως και αιρετικοί. Και εκεί βρίσκεται το μεγάλο ζήτημα της θρησκείας στην Ελλάδα: οι περισσότεροι δηλώνουν Χ.Ο., αλλά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το ορθόδοξο δόγμα. Δεν μπορείς να λες είμαι Χ.Ο. και να μην πιστεύεις στη δημιουργία ή στην ανάσταση, ή να μην κοινωνείς/εξομολογείσαι, ή να έχεις προγαμιαίες σχέσεις, ή, ή, ή… Δε γίνεται, πάρτε το χαμπάρι. Αν έχεις διαφωνίες με το δόγμα, τότε δεν είσαι πιστός αυτού του δόγματος, είσαι κάτι άλλο, τελεία και παύλα. Δεν είναι πολιτικό κόμμα η θρησκεία, να λες «συμφωνώ με τις βασικές θέσεις και θα το ψηφίσω να μπει στη Βουλή, παρόλο που έχω κάποιες διαφωνίες σε ελάσσονα ζητήματα». Όταν επιλέγεις ότι «θα πιστέψω το Α και θα τηρώ το Β, αλλά το Γ είναι μάλλον συμβολικό και το Δ είναι απομεινάρι μιας παλιότερης εποχής και δε συνάδει με τη σύγχρονη κοινωνία», τότε ουσιαστικά δημιουργείς το δικό σου δόγμα.

Η πρακτική αυτή εγείρει ένα σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, ερώτημα και ταυτόχρονα δημιουργεί ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα. Το ερώτημα που γεννάται (φαντάζομαι όχι μόνο σε μένα) όταν κάποιος κάνει ξεδιάλεγμα των επιταγών της θρησκείας του που θα ακολουθήσει, είναι το πώς γίνεται αυτό το ξεδιάλεγμα. Γιατί επιλέγεις π.χ. να μη σκοτώνεις και όχι να μην έχεις προγαμιαίες σχέσεις; Γιατί επιλέγεις να κοινωνείς και όχι να λιθοβολείς τα παιδιά που παρακούν τους γονείς τους; Με τι κριτήρια γίνεται αυτή η επιλογή; Με κριτήρια ηθικής; Μα τότε παραδέχεσαι ότι η ηθική είναι κάτι ανεξάρτητο και υπεράνω των θρησκειών. Με βάση τις κοινωνικές επιταγές; Μα τότε δε μιλάμε για κάτι δοσμένο κατευθείαν από το θεό αλλά για μόδα. Και στο κάτω-κάτω, ποιος είσαι εσύ που θα αμφισβητήσεις το λόγο του θεού, όπως τον μεταφέρουν και τον ερμηνεύουν οι πεφωτισμένοι αντιπρόσωποί του επί Γης; Μήπως δεν είναι και τόσο πεφωτισμένοι τελικά;

Τελειώνοντας, το θέμα που με ενοχλεί περισσότερο με αυτή την πρακτική είναι η εκμετάλλευση της «ταμπέλας» που επιλέγει να φοράει ο κόσμος. Αν κάποιος θέλει να πιστεύει σε ορισμένα κομμάτια ενός δόγματος, ή σε συνένωση πολλών δογμάτων, ή σε ό,τι θέλει τελοσπάντων, είναι δικό του προσωπικό θέμα. Γίνεται όμως δικό μου θέμα και ολόκληρης της κοινωνίας, όταν δηλώνει δημοσίως και επισήμως πιστός μιας θρησκείας, δίνοντας μια ψεύτικη εικόνα για τον εαυτό του. Εικόνα την οποία καπηλεύεται η επίσημη εκκλησία ή όσοι είναι πραγματικά πιστοί στο συγκεκριμένο δόγμα, ώστε να προωθήσουν την ατζέντα τους. Ας μην κρυβόμαστε, στην Ελλάδα είμαστε και η μόνιμη καραμέλα στα χείλη της εκκλησίας για να ζητάει χρήματα, απαλλαγές και ειδική μεταχείριση από το κράτος είναι το «είμαστε 97% του πληθυσμού». Έλα όμως που δεν είστε. Αν μετρήσεις αυτούς που πραγματικά πιστεύουν στο ορθόδοξο δόγμα, τότε με το ζόρι να πιάσεις ένα 10% και πολύ λέω. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί η ορθόδοξη εκκλησία να ανακατεύεται στα κρατικά ζητήματα και να απολαμβάνει μια σκανδαλώδη ασυλία.

Γι’ αυτό σας προτείνω, αν είστε πιστοί αλλά όχι στο πλήρες ορθόδοξο δόγμα, μη δηλώνετε Χ.Ο. μόνο και μόνο για να αισθάνεστε μέρος της μάζας, υπάρχουν κι άλλοι πολλοί σαν εσάς. Αν από την άλλη δεν πιστεύετε, προσπαθήστε να κάνετε τους «χριστιανούς» φίλους σας να καταλάβουν ότι δεν είναι τόσο χριστιανοί όσο νομίζουν. Ίσως όταν το συνειδητοποιήσουν, να βρεθούμε ένα βήμα πιο κοντά στην πραγματική ανεξιθρησκία και το διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας, που θα μας ωφελήσει όλους, «πιστούς» και άθεους.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Τεμπέλικες Σκέψεις…, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

[ΑπΚ] 4α. Το κλασσικό ηθικό επιχείρημα: Immanuel Kant

2 July 2012
Comments Off on [ΑπΚ] 4α. Το κλασσικό ηθικό επιχείρημα: Immanuel Kant

Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: Evan T


« Προηγούμενο Άρθρο [3β]
• Περιεχόμενα Επόμενο άρθρο [4β] »

Also ist das höchste Gut in der Welt nur möglich, so fern eine oberste Ursache der Natur angenommen wird, die eine der moralischen Gesinnung gemäße Causalität hat. Nun ist ein Wesen, das der Handlungen nach der Vorstellung von Gesetzen fähig ist, eine Intelligenz (vernünftig Wesen) und die Causalität eines solchen Wesens nach dieser Vorstellung der Gesetze ein Wille desselben. Also ist die oberste Ursache der Natur, so fern sie zum höchsten Gute vorausgesetzt werden muß, ein Wesen, das durch Verstand und Willen die Ursache (folglich der Urheber) der Natur ist, d. i. Gott.

Συνεπώς το υπέρτατο καλό είναι δυνατόν σε ένα κόσμο μόνο αν δεχθούμε πως υπάρχει ένα υπέρτατο Ον ως αιτία της ηθικής. Ένα ον που μπορεί να ενεργεί βάσει της σύλληψης νόμων είναι ευφυές (ένα έλλογο ον) και η αιτιότητα ενός τέτοιου όντος βάσει αυτής της σύλληψης νόμων είναι η θέλησή του· άρα η υπέρτατη αιτία της φύσης, που πρέπει να προϋποτεθεί ως συνθήκη του υπέρτατου καλού, είναι ένα ον που είναι η αιτία της φύσης βάσει ευφυΐας και θελήσεως και κατά συνέπεια συγγραφέας της [φύσης], που είναι ο Θεός.

Immanuel Kant, Kritik der praktischen Vernunft,
βιβλίο ΙΙ, κεφ. V, σελ. 125 (γραμμες 15-22)
, 1788
Βάσει της Αγγλικής μετάφρασης του Thomas Kingsmill Abbott

Τα ηθικά επιχειρήματα, η τελευταία μεγάλη κατηγορία των επιχειρημάτων υπέρ της ύπαρξης Θεού, είναι δύο ειδών. Το πρώτο, όπως αναπτύσσεται στα κείμενα φιλοσόφων, π.χ. την “Κριτική του Πρακτικού Λόγου” του Immanuel Kant, υποστηρίζει πως υπάρχει ηθική τάξη στον κόσμο και πως η ύπαρξή της μπορεί να εξηγηθεί μονάχα από την ύπαρξη ενός θεϊκού νομοθέτη. Σε άλλα απολογητικά έργα το επιχείρημα παίρνει τη μορφή ισχυρισμού πως κάθε κρίση περί καλού και κακού προϋποθέτει την ύπαρξη Θεού, αφού μπορούμε να κρίνουμε το πόσο καλό είναι κάτι μόνο συγκρίνοντάς το με τον Θεό, που είναι το ανώτερο καλό.

Φυσικά υπάρχουν κάποιοι άθεοι που αρνούνται ότι η ηθική είναι κάτι υπαρκτό και, παρόλο που αυτό θα διέλυε το ηθικό επιχείρημα, πιστεύω πως μια τέτοια νίκη θα είχε πολύ μεγάλο τίμημα. Μια καλύτερη λύση είναι να αναγνωρίσουμε πως η αθεΐα είναι πλήρως συμβατή με μια παγκόσμια, αντικειμενική ηθική φιλοσοφία, μια φιλοσοφία χτισμένη στη λογική, την ενσυναίσθηση και την αναγνώριση της κοινής ανθρώπινης φύσης μας. “Το Άρρητο Καρότο και το Άπειρο Μαστίγιο” εξηγεί περισσότερο αυτό το ηθικό σύστημα και δείχνει για ποιον λόγο δεν απαιτείται Θεός για να αιτιολογήσει την ύπαρξή του.

Για την ακρίβεια, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως η αθεΐα είναι καλύτερο θεμέλιο για μια αντικειμενική ηθική από τον θεϊσμό. Ο λόγος γι’ αυτό είναι πως, όταν υποθέσουμε, όπως κάνουν οι ένθεοι, ότι ένα ον είναι η υπέρτατη πηγή ηθικής, τότε βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το Δίλημμα του Ευθύφρoνα: Ο Θεός εγκρίνει κάτι επειδή είναι καλό, ή είναι καλό επειδή το εγκρίνει ο Θεός; Αν ισχύει το πρώτο, τότε υπάρχει αντικειμενική ηθική πέρα από τον Θεό, και μπορούμε να τον παρακάμψουμε για να αντλήσουμε την ηθική μας απ’ ευθείας από εκεί. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε το καλό και το κακό βασίζονται αποκλειστικά στα καπρίτσια του Θεού, και δεν υπάρχει γνήσια αντικειμενική ηθική, οπότε δεν υπάρχει καθόλου ηθική. Υπό αυτό το πρίσμα, το ηθικό επιχείρημα αυτοαναιρείται.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

[ΑπΚ] 3β. Το Σύχρονο Επιχείρημα του Σχεδιασμού: Michael Behe

28 June 2012
Comments Off on [ΑπΚ] 3β. Το Σύχρονο Επιχείρημα του Σχεδιασμού: Michael Behe

Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: Evan T


« Προηγούμενο Άρθρο [3α]
• Περιεχόμενα Επόμενο άρθρο [4α] »

Το αθροιστικό αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών να ερευνηθεί το κύτταρο, να ερευνηθεί η ζωή στο μοριακό επίπεδο, είναι μια δυνατή, καθαρή, διαπεραστική κραύγη που φωνάζει “σχεδιασμός!” […] Γιατί δεν αποδέχεται όλη η επιστημονική κοινότητα αυτή την εκπληκτική ανακάλυψη; Γιατί τον παρατηρούμενο σχεδιασμό όλοι τον χειρίζονται με σκεπτικιστικά γάντια; Το δίλημμα είναι ότι ενώ η μια πλευρά του ελέφαντα ονομάζεται ευφυής σχεδιασμός, η άλλη πλευρά μπορεί να ονομάζεται Θεός.

Michael Behe, Darwin’s Black Box, σελ.232-233, The Free Press, 1996.

Διακόσια χρόνια αργότερα και το επιχείρημα του σχεδιασμού έχει αλλάξει ελάχιστα. Η σύχρονη εκδοχή, που προτάθηκε από τον βιοχημικό Michael Behe, είναι σχεδόν ακριβώς ίδια με του Paley. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο Behe παραδέχεται πως η εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει την περιοπλοκότητα σε μακροσκοπικό επίπεδο, που ο Paley τη θεωρούσε απόδειξη σχεδιασμού, και στρέφει το βλέμμα του στα μικροσκοπικά επίπεδα μέσα στα κύτταρα, στα μοριακά συγκροτήματα που ευθύνονται για λειτουργίες όπως η κίνηση των βακτηριδίων ή η πήξη του αίματος. Αυτές οι δομές, ισχυρίζεται ο Behe, παραείναι περίπλοκες για να έχουν παραχθεί με την εξέλιξη. Ο Behe ονομάζει αυτό το κριτήριο “μη ελαττώσιμη περιπλοκότητα”· αν ένα σύστημα αποτελείται από πολλά αλληλένδετα μέρη που όλα απαιτούνται για να τη λειτουργία του συστήματος, τότε αυτό το σύστημα δε θα μπορούσε να παραχθεί από σταδιακή εξέλιξη και πρέπει να έχει σχεδιαστεί.

Κάποιος μπορεί να το μπερδέψει αυτό με το επιχείρημα του Θεού των Κενών. Όταν η γνώση μας για ένα σύστημα αυξηθεί σε σημείο ώστε να μη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα σχεδιασμού, απλά προχωράμε στο επόμενο ελλιπώς κατανοητό σύστημα και ισχυριζόμαστε ότι αυτό είναι η νεότερη αδιαμφισβήτητη απόδειξη σχεδιασμού. Είναι ορθή κατηγορία κατά του επιχειρήματος του σχεδιασμού, αλλά το επιχείρημα είναι λανθασμένο σε πιο θεμελιώδες επίπεδο. Είναι γεγονός πως η εξέλιξη μπορεί να παράξει μη ελαττώσιμα περίπλοκες δομές, ένα γεγονός που έχει παρατηρηθεί και σε ζωντανούς οργανισμούς, αλλά και σε εξελικτικές προσομοιώσεις σε υπολογιστή με τους λεγόμενους “γενετικούς αλγόριθμους”. Για παραδείγματα δείτε αυτή την ανάρτηση που περιγράφει την εξέλιξη ενός νέου, μη ελαττώσιμα περίπλοκου ενζύμου πολλαπλών βημάτων για την διάσπαση μιας ανθρωπογενούς τοξίνης ή αυτό το άρθρο που περιγράφει τη δημιουργία βάσει γενετικού αλγορίθμου, ενός μη ελαττώσιμα περίπλοκου κυκλώματος που αποτελείται από 37 λογικές θύρες.

Πώς μπορεί μια εξελικτική διαδικασία να παράξει ένα μη ελαττώσιμο, περίπλοκο σύστημα; Υπάρχουν τρεις τρόποι. Τον πρώτο μπορούμε να τον συμπτύξουμε στην έννοια “σκαλωσιά”. Επιπλέον μέρη στηρίζουν ένα μερικώς λειτουργικό σύστημα μέχρι να ολοκληρωθεί η κατασκευή του, οπότε οι “σκαλωσιές” παύουν να χρειάζονται και απομακρύνονται από τη φυσική επιλογή. Η δεύτερη είναι η αλλαγή χρήσης, ένας σημαντικός εξελικτικός μηχανισμός, γνωστός από την εποχή του Δαρβίνου ακόμα. Ένα σύστημα που αρχικά εκτελούσε μια συγκεκριμένη εργασία, μετατρέπεται για να επιτελεί μια νέα λειτουργία, ξεκινώντας με πολλαπλά λειτουργικά μέρη κατ’ ευθείαν, χωρίς να χρειάζεται να τα αποκτήσει ένα-ένα. Τέλος υπάρχει και η περίπτωση που η βελτίωση καθίσταται ανάγκη, όπου ένα σύστημα αρχικά είναι απλά ευεργετικό, αλλά καθώς αυξάνεται η περιπλοκότητά του καθίσταται απαραίτητο. Όλοι αυτοί οι μηχανισμοί έχουν εμπλακεί στην παραγωγή περίπλοκων μοριακών δομών.

Σε αντίθεση με τον Paley, που έλεγε σαφώς πως ο σχεδιαστής ήταν ο Θεός, οι σύγχρονοι υποστηρικτές του ευφυούς σχεδιασμού συνήθως υπεκφεύγουν όταν ρωτούνται ποιος πιστεύουν πως ήταν ο σχεδιαστής (το παραπάνω κείμενο είναι μια σπάνια εξαίρεση). Αυτή είναι μια νομικίστικη τακτική, όχι θεολογική. Ελπίζουν να γλιτώσουν από τις αναπόφευκτες προσφυγές στα δικαστήρια για τη διδασκαλία του ευφυούς σχεδιασμού στα σχολεία, αποδεύγοντας άμεση συσχέτισή του με τη θρησκεία. Παρ’ όλα αυτά, αν τα σύχρονα επιχειρήματα σχεδιασμού πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού, πρέπει να αντιμετωπίσουν τις ίδιες θεολογικές αντιρρήσεις που κατατρέχουν και το επιχείρημα του Paley. Δεδομένου του τι βλέπουμε στη φύση, γιατί να συμπεράνουμε έναν άπειρο δημιουργό, αντί για πολλούς πεπερασμένους και αντιμαχόμενους; (το μαστίγιο των βακτηριδίων, που έχει γίνει εικόνισμα του κινήματος του ευφυούς σχεδιασμού, είναι παρόμοιο με το σύστημα που χρησιμοποιούν παθογόνα βακτήρια για τη διάδοση τοξινών). Και πως θα αντιμετωπίσουν οι υποστηρικτές του την κατηγορία της ειδικής έκκλησης που προκύπτει από την απαίτησή τους τα περίπλοκα φυσικά συστήματα να αποτελούν προϊόν σχεδιασμού, αλλά το πολύ πιο περίπλοκο μυαλό του σχεδιαστή να εξαιρείται χωρίς αιτιολόγηση;

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.