Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

ΦσΜ [4.1] Το πρόβλημα αλληλεπίδρασης Εγκεφάλου-Ψυχής

19 November 2011
Comments Off on ΦσΜ [4.1] Το πρόβλημα αλληλεπίδρασης Εγκεφάλου-Ψυχής
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [3.3] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [4.2] »

Τα στοιχεία που μας παρέχει η νευρολογία καθιστούν την ψυχή, στην καλύτερη περίπτωση, άχρηστη στην ερμηνεία των νοητικών λειτουργιών και στη χειρότερη, ασύμβατη με την παρατηρούμενη μεταβλητότητα του εαυτού. Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετά επιπλέον επιχειρήματα που αποσαθρώνουν περαιτέρω αυτό το θεϊστικό δόγμα.

Κατ’αρχάς, ένα πολύ παλιό επιχείρημα: Πώς ακριβώς αλληλεπιδρά μια άυλη ψυχή με ένα υλικό σώμα και έναν υλικό εγκέφαλο; Τι είδους δύναμη ή τι είδους επιρροή ασκεί και με τι μηχανισμό;

Αυτό το επιχείρημα είναι μέρος ενός μεγαλύτερου επιχειρήματος ενάντια στο θεϊσμό, δηλαδή ότι πολλοί από τους πιο σημαντικούς του όρους έχουν μείνει χωρίς ορισμό. Το να ονομάσεις κάτι "πνευματικό" ή "άυλο" δεν εξηγεί τι είναι, αλλά τι δεν είναι. Το μόνο που μας λέει είναι ότι ένα άυλο αντικείμενο ούτε δέχεται, ούτε ασκεί δυνάμεις στην ύλη. Η ψυχή, υποτίθεται, δεν επηρεάζεται από μαγνητικά και ηλεκτρικά πεδία, δεν έλκεται από τη βαρύτητα και δεν συγκρατείται ούτε από την ισχυρή, ούτε από την ασθενή πυρηνική δύναμη. Τα άτομα και γενικώς τα σωματίδια τη διαπερνούν χωρίς να επηρεάζονται και χωρίς να την επηρεάζουν, αν καν καταλαμβάνει κάποιο συγκεκριμένο σημείο στο χώρο. Δεν συνδέεται με τον εγκέφαλο και δεν επηρεάζεται από τις ηλεκτροχημικές διεργασίες του. Τότε πώς μπορεί να λαμβάνει δεδομένα από τον εγκέφαλο και να τον ωθεί να ενεργήσει; Πώς ακριβώς παράγει συνείδηση και πώς την αναμεταδίδει στον εγκέφαλο;

Το να απαντηθούν οι ερωτήσεις αυτές με ένα "θαύμα" είναι καθ’όλα μη ικανοποιητικό. Αν επικαλεστούμε ένα θαύμα, δεν ξέρουμε τίποτε περισσότερο απ’όταν ξεκινήσαμε τη διερεύνηση, απλώς χαρακτηρίσαμε το ερώτημα ως μη απαντήσιμο. Εξ ορισμού, τα θαύματα δεν εξετάζονται, δεν εξηγούνται και δεν περιγράφονται περαιτέρω, διαφορετικά δε θα ήταν θαύματα, αλλά συνηθισμένα γεγονότα κατάλληλα για επιστημονική διερεύνηση, το οποίο θα μας γυρνούσε στο αρχικό ερώτημα του πώς αλληλεπιδρά η ψυχή με τον εγκέφαλο. Στην ουσία, η επίκληση θαύματος είναι ένα προπέτασμα καπνού για να προστατέψει μη ικανοποιητικές δηλώσεις από περαιτέρω διερεύνηση.

Γι’αυτή την άποψη (τον "δυϊσμό της υπόστασης της ψυχής") υπάρχουν δύο εναλλακτικές. Η μία είναι να υποθέσουμε ότι η ψυχή υπάρχει, αλλά αποτελείται κι αυτή από ύλη (η θέση των αρχαίων Ελλήνων ατομικών φιλοσόφων). Αυτό όμως, υπονοεί ότι η ψυχή μπορεί να καταστραφεί και ότι η συνείδηση εξαφανίζεται μαζί με τη διάλυση του υλικού σώματος μετά το θάνατο. Αυτή η άποψη είναι απαράδεκτη για τους περισσότερους σύγχρονους θεϊστές. Η άλλη εναλλακτική είναι να υποτεθεί, όπως έχουν κάνει κάποιοι φιλόσοφοι, ότι υπάρχει μια άυλη ψυχή, αλλά δεν αλληλεπιδρά καθόλου με το σώμα. Αυτή η άποψη ονομάζεται "επιφαινομεναλισμός". Σύμφωνα με αυτόν, η ψυχή είναι σα μια σκιά που ακολουθεί το άτομο ή σαν τον ατμό που παράγει η σφυρίχτρα μιας ατμομηχανής· ακολουθεί το σώμα, αλλά είναι ανεξάρτητη από αυτό.

Ο επιφαινομεναλισμός φαντάζει εξ ίσου απαράδεκτος για τους περισσότερους θεϊστές, επειδή κατ’ανάγκην απορρίπτει την ελεύθερη βούληση. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, αν πεινάσω και πάω στην κουζίνα να φάω, μπορεί να νομίζω ότι πήγα στην κουζίνα επειδή πείνασα, αλλά αυτό θα ήταν λάθος. Το σώμα μου πείνασε και πήγε μόνο του στην κουζίνα και ο ανήμπορος νους μου λανθασμένα πίστεψε ότι προκάλεσε την ενέργεια. Στην ουσία, για τον επιφαινομεναλισμό, η συνείδηση υπάρχει σε μια κατάσταση δια βίου λογικής πλάνης του τύπου post hoc ergo propter hoc. Όσο παράλογο κι αν ακούγεται, αυτό ουσιαστικά ισχυρίζεται ο επιφαινομεναλισμός.

Αν δεν αρκεί όμως καμία από τις δύο εναλλακτικές, παραμένει το αίνιγμα του πώς μια άυλη ψυχή μπορεί να μεταβάλλει την κατάσταση του σώματος. Αφού δεν υπάρχει επαρκής εξήγηση του προβλήματος, προτείνω πως μόνο ο αυστηρός υλισμός μένει ως εναλλακτική που ερμηνεύει ικανοποιητικά τα δεδομένα. Δηλαδή, δεν χρειαζόμαστε κάποιο εξωτερικό, άυλο αντικείμενο που να επηρεάζει τον εγκέφαλο με κάποιο άγνωστο, μυστηριώδη μηχανισμό, αλλά ο ίδιος ο εγκέφαλος είναι ένα αυτοπροσαρμοζόμενο σύστημα που αυτενεργεί· είναι δηλαδή ένας ιστός από ανατροφοδοτούμενα κυκλώματα που είναι αρκετά περίπλοκα, ώστε να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται την ίδια του τη λειτουργία. Αυτή η πρόταση είναι συνεπής με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και παρέχει μια ουσιαστική εξήγηση για τα νοητικά φαινόμενα.

« Προηγούμενο Άρθρο [3.3] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [4.2] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Πιστεύω εις έναν Θεό…

15 November 2011
Comments Off on Πιστεύω εις έναν Θεό…
Αρθρογράφος: Α. Φ.


Κατ’ αρχάς, όταν λέτε ότι πιστεύετε στον θεό, σε ποιον θεό αναφέρεστε; Στον Βάαλ, τον Δία, τον Κετζαλκοάτλ, τον Όντιν, τις ινδουϊστικές θεότητες ή τον θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών (ιουδαϊσμός, χριστιανισμός, ισλάμ);

Με ποιο κριτήριο έχετε επιλέξει τον έναν από τον άλλο; Και μη μου πείτε “τα ιερά βιβλία που λένε για θαύματα”. Γιατί τα ιερά βιβλία ΚΑΘΕ θρησκείας λένε για θαύματα τα οποία έγιναν “τότε” και, κατά διαβολική σύμπτωση, έπαψαν να επαναλαμβάνονται.

Ας υποθέσουμε όμως ότι επιλέγετε τον θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών. Αυτό τι σημαίνει αυτομάτως; Σημαίνει ότι οι πιστοί όλων των άλλων θρησκειών είναι ανόητοι ενώ εσείς έξυπνοι.

Γιατί, αν είναι καθαρά θέμα λογικής, τότε γιατί δεν καταλήγουν όλοι οι άνθρωποι να λατρεύουν τον δικό σας θεό; Αρκεί απλώς να τους ενημερώσετε για την επιχειρηματολογία σας και αμέσως θα τους προσηλυτίσετε.

Αν λοιπόν δεν θέλετε να βγάλετε όλους τους αλλόθρησκους εκ γενετής χαζούς, πρέπει να δεχτείτε ότι είναι θέμα πίστης. Αλλά αν είναι μόνο θέμα πίστης, τότε πού υπερέχει η δική σας θρησκεία από οποιαδήποτε άλλη; Όσο αυθαίρετα πιστεύω εγώ στον ένα και μοναδικό θεό, πιστεύει και ο γείτονάς μου στον Δία.

Άντε όμως και καταλήξαμε στον συγκεκριμένο θεό. Από εκεί και πέρα πώς προχωράμε; Πώς επιλέγουμε ανάμεσα σε ιουδαϊσμό, χριστιανισμό ή ισλάμ; Αν επιλέξουμε χριστιανισμό, ποιο είναι το ασφαλές κριτήριο για να επιλέξουμε ανάμεσα σε ορθόδοξη και καθολική πίστη; Ανάμεσα στο παλιό και το νέο ημερολόγιο; Ανάμεσα στα διδάγματα του Άνθιμου ή του Ιερώνυμου;

Μπορείτε να βρείτε όποιο (αυθαίρετο προφανώς) κριτήριο θέλετε. Και πριν μου πείτε ότι δεν είναι αυθαίρετο, αναλογιστείτε ξανά. Αν λόγου χάρη είστε καθολικοί, τόσα εκατομμύρια ορθόδοξοι είναι ανόητοι και εσείς είστε οι έξυπνοι; Δηλαδή αυτοί είναι βλάκες που δεν πιστεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα είναι “και εκ του υιού εκπορευόμενο”; Και πώς ακριβώς μπορούμε να επιβεβαιώσουμε ή να διαψεύσουμε ότι συμβαίνει το ένα ή το άλλο; Δεν μπορούμε φυσικά. Αφού δεν μπορούμε λοιπόν, τι δηλώνει για τη διανοητική μας κατάσταση ότι επιλέγουμε τη μία εκδοχή ή την άλλη;

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, αν ο θεός υπάρχει και είναι ένας και έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις από εμάς, γιατί υπάρχουν τόσο πολλές θρησκείες και αιρέσεις; Γιατί ο καθένας λέει το μακρύ του και το κοντό του για τον θεό και δίνει τη δική του ερμηνεία για τη φύση και τη θέλησή του; Αν υπήρχε πράγματι θεός, δεν θα έλυνε αυτόματα όλα αυτά τα ζητήματα με κάποιον, απλό για εκείνον, τρόπο; Λόγου χάρη να στείλει από έναν άγγελο στον επικεφαλής κάθε θρησκείας για να του εξηγήσει ότι το θέλημά του εκφράζεται σωστά μόνο από τους Χριστιανούς Ορθοδόξους Νεοημερολογίτες και ότι πρέπει όλοι οι υπόλοιποι να ακολουθήσουν τα διδάγματα των τελευταίων.

Το ότι δεν μπαίνει ο θεός σε μια τόσο απλή και εύκολη διαδικασία, αφήνοντας το μεγαλύτερο κομμάτι της ανθρωπότητας στην άγνοια και την αμαρτία, δεν εξηγείται πολύ εύκολα αν σκεφτούμε ότι ο θεός, όπως τον κατανοείτε τουλάχιστον, δεν υπάρχει;

Αν είστε χριστιανοί, σκεφτείτε το εξής: αν υπήρχε ο θεός, όπως τον περιγράφει η θρησκεία σας και όπως τον κατανοείτε, θα επέτρεπε ποτέ να δημιουργηθεί το σχίσμα; Θα επέτρεπε ποτέ στο ισλάμ να γίνει μια τόσο μεγάλη θρησκεία;

Αν είστε μουσουλμάνοι, αναρωτηθείτε: αν υπήρχε ο παντοδύναμος θεός, όπως τον περιγράφει η θρησκεία σας και όπως τον κατανοείτε, δεν θα έβρισκε κάποιον καλύτερο τρόπο για να κάνει γνωστό το θέλημά του από έναν αγράμματο καμηλιέρη; Θα χρειαζόταν άραγε να βάλει τους πιστούς του να κάνουν ιερούς πολέμους για να προσηλυτίσουν τους αλλόδοξους λαούς; Δεν θα είχε πετύχει μέχρι σήμερα τον συνολικό προσηλυτισμό κάθε ανθρώπου και κάθε κοινωνίας στον ορθό δρόμο; Θα επέτρεπε ποτέ τη διάσπαση του ισλάμ σε σουνίτες και σιίτες;

Μα καλά, θα μου αντιπροτείνετε: αν δεν υπάρχει θεός, πώς γίνονται τόσα θαύματα;

Δεν γίνονται. Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει θεός.

Κατ’ αρχάς δεν έχουμε ακριβή στατιστικά στοιχεία για το πόσοι “θεραπεύονται” κάθε χρόνο από τις κατά τόπους Παναγίες. Επιπλέον δεν έχουμε ακριβή στοιχεία για το τι ακριβώς είχαν και αν η ασθένεια επανήλθε. Π.χ. μπορεί κάποιος να έχει διαγνωστεί με μια ασθένεια και να κάνει τάμα στη Μεγαλόχαρη προκειμένου να γίνει καλά. Και πράγματι, μετά από κάποιο διάστημα, οι εξετάσεις να δείξουν ότι θεραπεύτηκε. Αυτό όμως δεν είναι κριτήριο για την αποτελεσματικότητα της Μεγαλόχαρης.

-Πρώτον, δεν ξέρουμε αν είχε γίνει λάθος διάγνωση.
-Δεύτερον, δεν ξέρουμε αν πρόκειται για κάποια περίπτωση αυτοΐασης. Όπως ίσως να γνωρίζετε, κάποιοι άνθρωποι θεραπεύονται, ακόμη και από πολύ σοβαρές ασθένειες, μόνοι τους.
-Τρίτον, μπορεί η ασθένεια μετά από κάποιο διάστημα να επανήλθε.
-Τέταρτον, μπορεί, αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε ξεκινήσει θεραπεία, να ήταν η θεραπεία που τον θεράπευσε και όχι το τάμα. Ούτε που σας είχε περάσει από το μυαλό, ε;

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι ούτε η Μεγαλόχαρη ούτε κανένας άλλος άγιος δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν ένα ακρωτηριασμένο χέρι να ξαναφυτρώσει; Και ότι θαύματα γίνονται μόνο εκεί που θα μπορούσε η θεραπεία να οφείλεται σε άλλους, μη θεϊκούς, παράγοντες;

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι αν υπήρχε ο πανάγαθος και παντοδύναμος θεός, δεν θα υπήρχε τόσος πόνος, τόσο κακό και τόση οδύνη στον κόσμο; Φυσικά οι θεολόγοι κάνουν πολύπλοκα νοητικά κατασκευάσματα του τύπου “ναι, αλλά θα ανταμειφθούν στην επόμενη ζωή”, “το κάνει για να μας δοκιμάσει”, ”άγνωστες οι βουλές του Κυρίου”, και άλλα παρόμοια.

Αντί να χρησιμοποιείτε τέτοια νοητικά τερτίπια, για σκεφτείτε το λίγο. Θα επέτρεπε πράγματι ένας πανάγαθος και παντοδύναμος θεός να πραγματοποιούνται όλες αυτές οι φρικαλεότητες που ακούμε να συμβαίνουν σε πολέμους, εγκλήματα, ασθένειες, λιμούς και τόσα άλλα;

Αντί να πούμε “άγνωστες οι βουλές του Κυρίου”, δεν είναι πιο λογικό να υποθέσουμε ότι ο Κύριος δεν υπάρχει; Και ότι μυθολογίες 2.000 ετών και βάλε δεν είναι καλοί λόγοι για να διαμορφώνουμε την καθημερινότητά μας;

Γιατί δεν είναι απλά θέμα πίστης, όπως αντιλαμβάνεστε. Αν εγώ θέλω να είμαι σωστός χριστιανός, πρέπει να νηστεύω, να μην παίζω το πουλί μου, να μην κάνω σεξ πριν το γάμο ή με άτομα του ίδιου φύλου με εμένα και ένα σωρό άλλα πράγματα. Γενικώς να έχω ένα εκατομμύριο περιορισμούς στην καθημερινότητά μου. Αν πράγματι υπάρχει θεός και μπορώ να εξασφαλίσω οικόπεδο στον παράδεισο, άντε να στερηθώ τις παρτούζες και τα λουκάνικα τη Μεγάλη Παρασκευή.

Αν όμως δεν υπάρχει θεός, δεν θα ήμουν λίγο αφελής να χάσω τόσες απολαύσεις χωρίς τελικά να υπάρχει λόγος; Και όταν λέω αφελής, να καταλαβαινόμαστε, έτσι;

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι οι περισσότερες θρησκευτικές απαγορεύσεις αφορούν φυσικές και εγγενείς τάσεις του ανθρώπου; Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί υπάρχει απαγόρευση για τη μοιχεία, αλλά όχι για την κατανάλωση περιττωμάτων; Επειδή το να ξενοπηδάμε το έχουμε στη φύση μας αλλά το να τρώμε σκατά δεν το έχουμε. Άρα δεν χρειαζόταν να δημιουργηθεί απαγόρευση για το συγκεκριμένο θέμα.

Αν ο θεός ήθελε να μην κάνουμε κάποια πράγματα, δεν θα ήταν πιο απλό να μας “προγραμματίσει” ώστε να μη μας αρέσουν; Και μη μου πείτε τώρα για ελευθερίες βούλησης και άλλες τέτοιες χαζομάρες. Γιατί και σκατά είμαστε ελεύθεροι να φάμε αν το επιθυμούμε. Απλώς ΔΕΝ το επιθυμούμε. Και όχι απλώς δεν το επιθυμούμε, μας αηδιάζει. Δεν θα ήταν πιο απλό για τον θεό να κάνει κάτι αντίστοιχο για τη μοιχεία ή το σεξ πριν το γάμο αντί να μας λέει “ου μοιχεύσεις”;

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι η πλειονότητα των θρησκευτικών απαγορεύσεων έχουν κοινωνικές προεκτάσεις; Λόγου χάρη, επειδή η κλοπή ως φαινόμενο δημιουργεί προβλήματα στο κοινωνικό σύνολο, δεν αρκεί να την απαγορεύσω νομικά. Είναι πολύ πιο αποτελεσματικό να την συμπεριλάβω στις αμαρτίες που οδηγούν στην κόλαση.

Αν θέλω να ντύνονται οι γυναίκες πιο σεμνά, αντί να τις κυνηγάω, αρκεί να πω ότι είναι θέλημα θεού. Ξέρετε, οι μουσουλμάνες που φοράνε τις μαντίλες, δεν το κάνουν απαραίτητα επειδή τους το επιβάλλουν οι σύζυγοι τους. Συνήθως ντύνονται έτσι θεωρώντας ότι αυτό επιθυμεί ο θεός τους.

Αν και τα πιο πάνω νομίζω ότι καλύπτουν το θέμα, θα ήθελα να μείνω σε κάποια επιμέρους ζητήματα, όπως είναι τα θαύματα.

Πριν μου πείτε για τις εικόνες που δακρύζουν, θα σας ρωτήσω: και πού το ξέρω εγώ ότι δεν υπάρχει κάποιος πίσω από την εικόνα που της καθαρίζει κρεμμύδια; Ή, για να σοβαρευτούμε λίγο: Μια καλή ερμηνεία για τα “άγια” δάκρυα είναι η υγρασία. Επίσης αν μια εκκλησία έχει αφραγκιές, μπορεί με μια σύριγγα να ρίξει σταγονίτσες υγρού μέσα από το τζάμι της εικόνας και να την κάνει αυτόματα να δακρύσει.

Αντιλαμβάνεστε φυσικά πόσα χρήματα θα εισπράξει η εκκλησία από τα κεριά που θα αγοράσουν οι χιλιάδες πιστοί που θα συρρεύσουν να δουν το “θαύμα”. Και για να βάλουμε και λίγο το μυαλό μας να δουλέψει: το γεγονός ότι για κάτι δεν έχουμε λογική εξήγηση, δεν σημαίνει ότι είναι θαύμα. Σημαίνει ότι δεν έχουμε, αυτήν τη στιγμή, λογική εξήγηση. Αν δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τους κεραυνούς, αυτό δεν σημαίνει ότι τους ρίχνει ο Δίας. Αν δεν έχουμε ερμηνεία για τους σεισμούς, αυτό δεν σημαίνει ότι τους προκαλεί ο Εγκέλαδος.

Πριν καταφύγετε στην εκδοχή του “θαύματος”, σκεφτείτε αν το γεγονός στο οποίο αναφέρεστε είναι ΑΔΥΝΑΤΟ να ερμηνευθεί με τον νόμο των πιθανοτήτων ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Αλλά ακόμη και αυτό να συμβαίνει, πάλι δεν σημαίνει τίποτε. Σημαίνει απλώς ότι, αυτήν τη στιγμή, δεν μπορούμε να δώσουμε μια ικανοποιητική ερμηνεία.

Αν πράγματι υπάρχει θεός, αντί να κάνει εικόνες να δακρύζουν, ας στείλει πέντε αγγέλους στην πλατεία Συντάγματος και ας κάνει μερικά χέρια ή πόδια να ξαναφυτρώσουν. Ή, ακόμη καλύτερα, ας κάνει μια κατάθεση μερικών εκατομμυρίων ευρώ στον τραπεζικό μου λογαριασμό.

Σε αυτό το πνεύμα, της λογικής ερμηνείας, συμπεριλαμβάνεται και η απάντηση για το θέμα της δημιουργίας του σύμπαντος. Δεν ξέρω πώς ακριβώς δημιουργήθηκε το σύμπαν. Το ότι δεν ξέρω όμως και πιθανόν να μην το κατανοήσω ποτέ, δεν σημαίνει ότι το δημιούργησε κάποιος.

Γιατί τότε τίθεται το ερώτημα, ποιος δημιούργησε αυτό τον κάποιο. Αν μπορώ να δεχτώ αυθαίρετα ότι ο θεός υπήρχε πάντα, μπορώ να δεχτώ, εξίσου αυθαίρετα, και ότι το σύμπαν υπήρχε πάντα. Γιατί δηλαδή η μία αυθαίρετη σκέψη είναι καλύτερη από την άλλη;

Ακόμη όμως και αν δεχτώ ότι κάποια δύναμη δημιούργησε τον κόσμο, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι αυτή η δύναμη ακούει τις προσευχές μου, ενδιαφέρεται για μένα, τι κάνω, πώς ζω τη ζωή μου και ότι μου έχει εξασφαλίσει οικόπεδο στον παράδεισο αν νηστέψω τη Μεγάλη Παρασκευή. Το ένα δεν συνεπάγεται το άλλο.

Ας πάρουμε τώρα και το επιχείρημα “μα καλά, αν δεν πιστεύεις, σε ποιον θα έχεις να στραφείς όταν αισθάνεσαι αδύναμος;”. Αντιλαμβάνεστε, ελπίζω, ότι η ανάγκη μου να στραφώ σε κάποιον, δεν συνεπάγεται και την ύπαρξή του. Η ανάγκη μου για δώρο την Πρωτοχρονιά, δεν συνεπάγεται την ύπαρξη του Άγιου Βασίλη.

Ένα ακόμη επιχείρημα που μπορεί κανείς να ακούσει είναι “αν δεν υπάρχει Θεός, τότε επιτρέπονται τα πάντα”. Τη “λογική” αυτού του επιχειρήματος δεν χρειάζεται καν να την σχολιάσω. Το ότι δεν σας αρέσει ένα συμπέρασμα, δεν σημαίνει ότι οι προκείμενες που οδηγούν σε αυτό είναι εσφαλμένες. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος για τον οποίο δεν σκοτώνετε, κλέβετε, ψεύδεστε είναι μόνο ότι απαγορεύονται από τη θρησκεία σας; Αν ναι, σκεφτείτε τι γνώμη θα σχηματίσουν για εσάς εκείνοι που δεν τα κάνουν όλα αυτά παρ’ όλο που δεν πιστεύουν ότι θα τιμωρηθούν στην επόμενη ζωή.

Τι γίνεται όμως με όσους είχαν μια “βιωματική” εμπειρία του θεού; Κατ’ αρχάς θα πρέπει να τους υπενθυμίσουμε ότι, ανά τους αιώνες και ανά τις θρησκείες, πάντα υπήρχαν άνθρωποι που είχαν βιωματική εμπειρία του θείου. Ποιος έχει δίκιο λοιπόν; Αυτός που έχει βιωματική εμπειρία του Απόλλωνα, της θεάς Κάλι, του θεού των χριστιανών ή των εξωγήινων που τον απήγαγαν;

Και πώς συμβαίνει οι χριστιανοί, οι ινδουϊστές και οι λοιποί θρήσκοι να έχουν ο καθένας βιωματική εμπειρία του δικού τους θεού και ποτέ το αντίστροφο; Γιατί δεν εμφανίζεται η
θεά Κάλι σε έναν χριστιανό καλόγερο ή ο Ιησούς σε έναν ινδουιστή ιερέα;

Το μυαλό μάς παίζει περίεργα παιχνίδια. Μια εμπειρία την οποία βιώνουμε ως αληθινή, δεν είναι απαραίτητα και αληθινή. Νευρολόγοι και ψυχίατροι έχουν μελετήσει και εξηγήσει αυτές τις “βιωματικές” εμπειρίες εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να πείσεις έναν πιστό, ο οποίος νοιώθει ξεχωριστός επειδή ο θεός του τον “επέλεξε”, ότι αυτό που βίωσε ήταν κάτι που θα μπορούσε να να συμπεριληφθεί στην ευρύτερη κατηγορία των παραισθήσεων. Εξάλλου, εκείνος το ένιωσε σαν να ήταν πραγματικό.

Θεός μάλλον δεν υπάρχει. Ζήστε λοιπόν τη ζωή σας ελεύθεροι από ψεύτικους περιορισμούς και παραμυθάκια!

Δηλαδή όλοι αυτοί που πιστεύουν στο θεό είναι χαζοί;

Όχι, δεν είναι χαζοί. Όχι περισσότερο από εμένα και από εσένα.

Κοιτάξτε τι γίνεται όμως.

Η πίστη στον θεό συνεπάγεται πολλά πράγματα.

Συνεπάγεται ότι δεν χανόμαστε στο τίποτε όταν φεύγουμε από τη ζωή. Ότι συνεχίζουμε να υπάρχουμε κάπου αλλού.

Συνεπάγεται ότι οι αγαπημένοι μας βρίσκονται κάπου ψηλά και μας κοιτάζουν και ότι θα τους ξανασυναντήσουμε κάποια στιγμή.

Συνεπάγεται ότι οι καλές μας πράξεις θα ανταμειφθούν, ενώ όλοι αυτοί οι κακοί άνθρωποι θα εισπράξουν τη δίκαιη τιμωρία τους –αν όχι σε αυτήν– τουλάχιστον στην επόμενη ζωή.

Συνεπάγεται ότι υπάρχει μια οντότητα η οποία, σαν στοργικός πατέρας, μας ακούει όταν του απευθυνόμαστε, μας προσέχει και μπορεί να μας στηρίξει στις δυσκολίες που περνάμε.

Συνεπάγεται ότι σε πολλά ηθικά θέματα υπάρχουν έτοιμες και εύκολες απαντήσεις.

Αν κάποιος αρνηθεί την πίστη στον θεό, τα χάνει όλα αυτά. Στερείται ένα πολύ ισχυρό ψυχικό δεκανίκι. Η καθημερινότητά μας δεν είναι μια παιδική χαρά. Αντιθέτως. Είναι γεμάτη πόνο, αποτυχίες, δυσκολίες και απογοητεύσεις. Η πίστη στον θεό σε βοηθάει να τα αντιμετωπίσεις όλα αυτά. Σου δίνει δύναμη και ελπίδα.

Εξάλλου, εκείνος που αρνείται την πίστη του, πρέπει επίσης να δεχτεί ότι όλα όσα άκουγε τόσα χρόνια από σχολείο, γονείς και εκκλησία είναι ψέμματα. Πρέπει να αναθεωρήσει την ταυτότητά του. Το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του εντός του σύμπαντος, αλλά και εντός της κοινωνίας και της οικογένειάς του.

Είναι πολύ δύσκολο για έναν άνθρωπο να σηκώσει αυτό το βάρος. Και το δεκανίκι του να στερηθεί και να πρέπει να αντιληφθεί τον εαυτό του σε έναν διαφορετικό κόσμο. Δεν είναι χαζομάρα λοιπόν, ούτε αφέλεια. Είναι απλώς αδυναμία χαρακτήρα. Και η αδυναμία χαρακτήρα είναι κάτι ανθρώπινο. Πολύ ανθρώπινο.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (27)

12 November 2011
Comments Off on Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (27)
Αρθρογράφος: Βασίλης Φ., 70 ετών, αρχιτέκτονας, γενν. στην Αθήνα, επί μια 50ετία ζει στη Δανία και Γροιλανδία, έγγαμος, 4 παιδιά.


Ο αποχαιρετισμός μου ή μάλλον η διαρκής δυσπιστία μου στη θρησκευτική πίστη εμφανίστηκε πολύ νωρίς. Και ένας από τους λόγους ήταν ότι αυτοί που με καθοδήγησαν στη χριστιανική πίστη λέγανε απίθανες τερατολογίες, όπως π.χ. ο παππούς Στέλιος: «Όταν τρώμε κάθονται δυο αόρατοι άγγελοι, ένας σε κάθε ώμο των ανθρώπων, και καταγράφουν λεπτομερώς τον τρόπο που τρώμε, αν κάνουμε προσευχή πριν φάμε και μετά. Αν δεν κάνουμε προσευχή, ο θεός θα μας τιμωρήσει.» Και άλλες τέτοιες αρλούμπες. Παρόλο που ήμουν μικρός και επιπόλαιος, είχα τη δυνατότητα να βγάλω το συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ανοησίες!

Ο πατέρας μου ήταν στην αρχή ο κυριότερος καθοδηγητής σε θρησκευτικά θέματα. Διηγιόταν κι αυτός πολλές τρίχες και αηδίες, π.χ. ότι ένας άνδρας που βρισκόταν στο καφενείο, μια ημέρα που έκανε πολύ δυνατή καταιγίδα, είπε χασκογελώντας σε κάτι φίλους του ότι «σήμερα παντρεύει ο θεός τον γιο του και γίνεται γλέντι εκεί πάνω». Αμέσως έπεσε ένας κεραυνός στο στόμα του και τον σκότωσε! Δεν ήταν παρών στο επεισόδιο ο πατέρας μου, βέβαια, αλλιώς θα καταλάβαινε ότι δεν πέφτει ο κεραυνός μόνο στη γλώσσα ενός άλλου, ενώ όλοι οι άλλοι κοιτάνε! Του είπε κάποιος άλλος την ιστορία και αυτουνού πάλι κάποιος άλλος κ.ο.κ. Πάντως, ο πατέρας μου απέδωσε το γεγονός του επινοημένου κεραυνού σε τιμωρία από τον θεό, ο οποίος θεώρησε την παρομοίωση της καταιγίδας με θεϊκό γλέντι ως βλαστήμια! Καθένας δίνει τις εξηγήσεις που ταιριάζουν στις προκαθορισμένες απόψεις του!

Εκτός αυτού, ο πατέρας μου υποστήριζε πως ο ίδιος είχε επιζήσει μέσω θαύματος, όταν σαν παιδί ήταν πολύ άρρωστος και όλοι νόμιζαν ότι θα πεθάνει, όπως πέθαιναν πολλοί άλλοι τότε επειδή δεν υπήρχαν γιατροί και φάρμακα. Όμως μια μέρα, ενώ είχε πέσει σε λήθαργο, ονειρεύτηκε ότι δύο νέοι ξεσκούφωτοι τον πλησίασαν και τον μετέφεραν από το κρεβάτι του σε μια καρέκλα απέναντι στο δωμάτιο. Και ξαφνικά ξύπνησε ο πατέρας μου και βρέθηκε να κάθεται στην καρέκλα αυτή και η αρρώστια του είχε εξαφανιστεί. Τους δύο νέους, που έκαναν το θαύμα και έγινε καλά, εννοούσε πως ήταν οι δύο άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός!!! Την περίπτωση να σηκώθηκε ο ίδιος μισοκοιμισμένος και να κάθισε στην καρέκλα ούτε που την εξέτασε ποτέ, αφού υπήρχαν διαθέσιμοι άγιοι για να τον μεταφέρουν…

Τη θρησκευτική μου διαπαιδαγώγηση εκτελούσαν, όπως προανέφερα, ο πατέρας και ο παππούς Στέλιος, ήδη πριν αρχίσω το σχολείο. Τότε ήμουν πολύ ευχαριστημένος με όλα αυτά και ιδίως με τον παππού. Όμως έχω διαπιστώσει μέσω της περιγραφής για τον «αποχαιρετισμό» που έκανε ο Στελάκης Αρώνης, που είναι ξάδελφός μου, ότι ο παππούς Στέλιος κάθε άλλο παρά ένας χουζούρικος παππούς ήταν στην καθημερινή του οικογένεια. Ο πατέρας μου είχε κι αυτός στα τελευταία του χρόνια διηγηθεί ότι ο πατέρας του ήταν στα νιάτα του πολύ σκληρός άνθρωπος απέναντι στα παιδιά του, και ότι η μητέρα του μεσολαβούσε τακτικά για να σώσει τα παιδιά από την οργή του παππού!

Ο παππούς όμως δεν ερχόταν σ’ εμάς πολύ συχνά, και θυμάμαι που, εκτός του ότι μας έβαζε και κάναμε μια προσευχή, διαφορετική από αυτήν που μας είχε επιβάλει ο πατέρας μας (δεν θυμάμαι καμία από αυτές σήμερα), διηγιόταν διάφορες ιστορίες με τρομερές σφαγές και εντυπωσιακά θαύματα, που προφανώς ήταν δικής του εμπνεύσεως, επηρεασμένος από τα διάφορα χριστιανικά βιβλία που συνήθως διάβαζε!

Εγώ και η μεγάλη αδελφή μου βρίσκαμε αυτές τις ιστορίες πολύ ενδιαφέρουσες και θυμάμαι πάντα, όταν ερχόταν ο παππούς, τον ικετεύαμε να πας πει «μια ιστορία», όπως όλα τα παιδιά θέλουν να ακούν παραμύθια.

Επίσης μου άρεσε πολύ όταν κάπου κάπου ο παππούς ερχόταν σ’ εμάς Κυριακή νωρίς το πρωί και έπαιρνε εμένα και την αδελφή μου να πάμε στη λειτουργία σε άγνωστες εκκλησίες, μακριά από το σπίτι μας. Το απολαμβάναμε αυτό σαν μια εκδρομή. Σε αντίθεση με αυτές τις εκστρατείες στις μακρινές και άγνωστες σε μας εκκλησίες, στην Αγία Ζώνη, που πηγαίναμε τακτικά με τον πατέρα μας και έβγαζε λόγους ο ιεροκήρυκας Καψιμάλης, βαριόμασταν πολύ, ο δε πατέρας μας πάλευε ηρωικά για να μην κοιμηθεί όρθιος στη διάρκεια του ανιαρού, ανισόρροπου, οπισθοδρομικού και βλακώδους κηρύγματος.

Από ό,τι θυμάμαι, άρχισα από αρκετά νωρίς να δυσπιστώ στη θρησκεία και έκανα προέκταση αυτής της δυσπιστίας μου και στα άλλα μαθήματα, όπως στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, αφού οι ίδιοι δάσκαλοι και καθηγητές τα δίδασκαν και συχνά πέρναγαν από το ένα μάθημα στο άλλο. Σκεπτόμουν πάντα ότι αυτά που οι δάσκαλοί μας διηγούνταν για τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων, σε άλλους λαούς οι δικοί τους δάσκαλοι θα δίδασκαν κάτι παρόμοιο για το δικό τους αρχαίο πολιτισμό.

Όταν εγκαταστάθηκα για πρώτη φορά στη Δανία, στις αρχές του ’60, αντιλήφθηκα μέσω της αρχιτεκτονικής μου σπουδής ότι πραγματικά ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ήταν άξιος λόγου για όλο τον πολιτισμένο κόσμο και διαχώρισα αυτό τον κύκλο γνώσεων από άλλους, ιδίως από τα θρησκευτικά! Διαπίστωσα επίσης ότι υπάρχουν πολλά κτήρια, οδοί, ακόμα και πόλεις στη Δανία που έχουν ελληνικές ονομασίες προς τιμήν της αρχαίας Ελλάδας και αγάλματα αρχαίων ελληνικών θεοτήτων, φιλοσόφων, επιστημόνων κ.ά. Τα αποφθέγματα πολλών αρχαίων Ελλήνων κοσμούν δε δρόμους, μουσεία και πανεπιστήμια της χώρας. Έπρεπε λοιπόν να φύγω από την Ελλάδα για να καταλάβω τι ήταν αλήθεια και τι προπαγάνδα!

Στην Ελλάδα πήγαινα τις Κυριακές στην εκκλησία, όσο μπορούσε να με αναγκάζει ο πατέρας μου, όμως όταν μου δινόταν η παραμικρή ευκαιρία την κοπάναγα!

Η ιστορία των θρησκευτικών στο δημοτικό σχολείο μού άρεσε πολύ, όπως και άλλα παραμύθια, όμως αργότερα στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου έβρισκα τις ερμηνείες των 10 εντολών γελοίες. Τον «λόγο του θεού» δεν τον πίστεψα ποτέ και θεωρούσα «βλαμμένους» και «ψώνια» όλους τους πιστούς. Έφαγα δε γι’ αυτό πολλά χαστούκια και κλωτσιές στα πόδια κάτω από το τραπέζι από τον θεοσεβούμενο πατέρα μου. Στον στρατό με αποκαλούσαν Εβραίο, γιατί δεν σταυροκοπιόμουν ποτέ!

Η αθεΐα μου ήταν εν μέρει και αντίδραση στο γεγονός ότι ο πατέρας με θεωρούσε το μαύρο πρόβατο της οικογένειας και πάντα προσπαθούσε, μπροστά σε άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα θρησκόληπτους, να με ξεφτιλίσει, επειδή νόμιζε πως αυτός ήταν ο κατάλληλος τρόπος για να «βάλω μυαλό»: Δεν ήμουν εγώ για τίποτα, ούτε για χαμάλης δεν άξιζα, εγώ ήδη ήμουν οριστικά χαμένος! Και όλα αυτά έδιναν πάντα την ευκαιρία σε ανθρώπους σαν τον μαέστρο στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής Καρποδίνη ή στον καθηγητή μου τον Τσάκα ή τον μεγάλο δωρητή σε χριστιανικούς οργανισμούς Καλόθετο ή σε διάφορους γνωστούς μου ή και άγνωστους μηχανικούς στις οικοδομές, καθώς και σε άλλους ψυχοπαθείς θεόπληκτους, να μου κάνουν κήρυγμα με συμβουλές, χωρίς φυσικά να έχει κανένα αποτέλεσμα αυτή η προσπάθειά τους. Μου έλεγαν π.χ.: «Δεν ντρέπεσαι, παιδί μου, τέτοιον καλό, ευσεβή και δημιουργικό πατέρα που έχεις και δεν κάνεις ό,τι σου λέει; Αχ, αυτό είναι μια μεγάλη αμαρτία και κάποτε θα το μετανιώσεις!»

Στο σχολείο μου δεν τα πήγαινα από την αρχή καθόλου καλά, και σ’ αυτό συνέβαλε αφενός το γεγονός ότι για την ηλικία μου ήμουν ψηλέας και έτσι με έβαζαν να καθίσω διαρκώς στα τελευταία θρανία της τάξης, αφετέρου το ότι ήμουν βαρήκοος! Το 1964 πήγα για πρώτη φορά σε ειδικό γιατρό στη Δανία και μου είπε ότι το αριστερό μου αυτί ήταν κατά 70% αδρανές και το δεξί κατά 40%! Θυμάμαι δε την τότε δασκάλα μου στο 30ό δημοτικό σχολείο στην Κυψέλη, την κυρία Σκούρα, που με ρώταγε, όταν παρατηρούσε ότι δεν παρακολουθούσα το μάθημα αλλά χάζευα: «Πες μου, τι έχω πει μέχρι τώρα;» Φυσικά δεν ήξερα να απαντήσω, γιατί δεν άκουγα καλά όσα είχε πει, οπότε ερχόταν η δασκάλα και με χαστούκιζε.

Κανένας όμως από όλους αυτούς δεν σκέφτηκε, μήπως δεν ακούει ή δεν βλέπει καλά αυτό το παιδί, ώστε να με πάνε σε ένα γιατρό για εξέταση. Στη Δανία, μερικά χρόνια αργότερα, πέρασα σαν αριστούχος στο Bygningskonstruktørskole του Randers, ιδιαίτερα στα μαθηματικά και τη στατική!

Αφού «δεν άξιζα εγώ για γράμματα» με πήρε λοιπόν πατέρας μου στις οικοδομές από τα 13 μου χρόνια για να του κάνω «κάνα μεροκάματο», όπου στην αρχή μάζευα με έναν τεράστιο μαγνήτη και στη συνέχεια ίσιωνα πρόκες που είχαν βγει από τα ξύλα στο ξεκαλούπωμα! Αργότερα δούλευα τις οικοδομικές μηχανές, μπετονιέρα και αναβατόριο.

Την ημέρα πήγαινα στην οικοδομή και το βράδυ στο νυκτερινό γυμνάσιο, οπότε βρέθηκα σε ακόμη μεγαλύτερη απόσταση από την εκκλησία και τη θρησκεία. Ο πατέρας μου προσπαθούσε βέβαια να με αναγκάσει να εξομολογούμαι και, φυσικά, του έλεγα ότι το έκανα. Όμως δεν θυμάμαι ούτε μια φορά να είχα πάει σε ρασοφόρο από τότε που με πήρε στις οικοδομές. Εκεί, αντιθέτως, άκουγα τους μαστόρους και εργάτες να βλαστημάνε για διάφορους λόγους «χριστοπαναγίες» και «καντήλια» όλη μέρα, τα οποία έμαθα πολύ σύντομα κι εγώ και τα χρησιμοποιούσα μετά χαράς!

Με γοητεύανε οι εσπερινοί της μεγάλης εβδομάδος, στους οποίους πήγαινα μέχρι τα 13 μου χρόνια, μερικούς δε από τους ψαλμούς τούς θυμάμαι ακόμα και σήμερα! Όμως δεν είχα ποτέ προβληματιστεί για ποιο λόγο μου άρεσαν οι ψαλμοί, τους οποίους βέβαια δεν ταύτιζα με τη θρησκεία ή με κάποια πάθη του Χριστού κ.λπ. Ήταν σαν να λάβαινα μέρος σε μια παραδοσιακή τελετή ή σε μια όπερα!

Σήμερα μου κάνει μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι η θρησκεία παίζει έναν σημαντικό ρόλο στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο με ορισμένους αγράμματους ή αφελείς, φτωχούς ή πλούσιους, αλλά μια μεγάλη πλειοψηφία από όλα τα κοινωνικά στρώματα, μορφωμένοι και νέοι, είναι σήμερα ευσεβείς. Π.χ. ένας ανιψιός μου, ο Kristian, που είναι σπουδαγμένος και ζει στη Δανία, είναι ορθόδοξος και πιστεύει στο πτώμα και στα θαύματα κάποιου μακαρίτη και τέως ψυχοπαθή άγιου Ευδόκιμου! Μεγάλο ψώνιο…

Με πιστούς και ανθρώπους της εκκλησίας είχα πάντα πολλές επαφές μέσω της δουλειάς μου ως ανακαινιστής-αρχιτέκτων παλαιών κτηρίων και κυρίως ναών. Τα θρησκευτικά κτήρια είναι από τα σπουδαιότερα μνημεία της αρχιτεκτονικής, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα (Παρθενώνας/Sagrada Família/ναός στο Uummannaq του Nuuk της Γροιλανδίας ανακατασκευασμένη από εμένα), γιατί αντικατοπτρίζουν τις ιδέες των ανθρώπων, των διαφόρων εθνών και διαφόρων εποχών. Γι’ αυτό παρατηρώ πάντα με ενδιαφέρον και φωτογραφίζω σε όλο τον κόσμο θρησκευτικά κτήρια, τα οποία έχω σπουδάσει ιστορικώς, τεχνικώς, κτηριολογικώς και αρχαιολογικώς.

Όσες φορές έχω όμως προσπαθήσει να αρχίσω μια συζήτηση με έναν θρησκόληπτο, συναντάω έναν τοίχο από μπετόν. Διαπιστώνω ότι πολλοί από τους πιστούς ντρέπονται να παραδεχθούν ότι πιστεύουν και σε τι ακριβώς. Οι περισσότεροι από αυτούς πιθανότητα δεν σκέφτηκαν ποτέ σε τι πιστεύουν, ίσως όμως χρησιμοποιούν τη θρησκεία σαν πατερίτσα για τα προβλήματά τους. Και να μην ξέρουν θεολογικές λεπτομέρειες, σκέφτονται, ο άγιος Χ θα με βοηθήσει…

Έχω δε την εντύπωση ότι πολλοί από τους χριστιανούς και μουσουλμάνους δεν έχουν υπόψη τους ότι ο λεγόμενος «πατέρας του Χριστού» είναι ένας θεός, κατασκευασμένος από τους Εβραίους!

Σε ερώτημά μου, αν πιστεύουν σε έναν θεό γέρο άνδρα που κάθεται αδιάκοπα σε έναν ουράνιο θρόνο και μελετάει τις πράξεις του καθενός (7 δισ. ανθρώπων μόνο στη Γη, βάλε τόσους άλλους και πολύ παραπάνω σε όλο το σύμπαν) με σκοπό να τους τιμωρήσει/ανταμείψει όταν θα πεθάνουν, πολλοί από αυτούς που με ακούν γελάνε με έναν αμήχανο τρόπο που δείχνει ότι είτε δεν έχουν προβληματιστεί ποτέ, είτε ντρέπονται να παραδεχθούν πως πράγματι πιστεύουν σε μια τέτοια βλακεία!

Ελάχιστοι είναι αυτοί (κυρίως οι Ιεχωβάδες) που απαντάνε σίγουρα σε τέτοιες ερωτήσεις και κάνουν αμέσως αντεπίθεση υποστηρίζοντας, με στόμφο στη φωνή, ότι η ζωή στη Γη είναι προσωρινή και ότι υπάρχει μια καλύτερη ζωή μετά τον θάνατο! Ο λόγος και ο προορισμός μας στη γήινη ζωή μας είναι αποκλειστικά να δοξάζουμε τον Θεό της παλαιάς διαθήκης!!!

Όμως κανένας τους δεν μπορεί να βρει αποδείξεις για όλα αυτά που λένε ότι πιστεύουν, και ζητάνε από τους άθεους να αποδείξουν ότι είναι ψέματα!!! Πώς είναι δυνατόν να αποδείξει κάποιος ότι δεν υπάρχει κάτι ανύπαρκτο; Αυτοί που υποστηρίζουν την ύπαρξη των διάφορων απίθανων θεοτήτων και δαιμόνων είναι υποχρεωμένοι να έλθουν με ατράνταχτες αποδείξεις. Αυτό θα έπρεπε να είναι μια εύκολη υπόθεση για τον παντοδύναμο θεό τους!

Οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι γνωρίζουν τις διάφορες «επιστημονικές θεωρίες» για τη δημιουργία του κόσμου και των ανθρώπων, όμως δεν τις πιστεύουν ή προτιμούν να πιστεύουν στον Αδάμ και την Εύα!

Κατά κανόνα είναι ελάχιστοι αυτοί που ξέρουν/καταλαβαίνουν με ακρίβεια τι γράφουν η παλαιά και η καινή διαθήκη και τους προκαλεί έκπληξη. Οι περισσότεροι εκπλήσσονται όταν ακούνε π.χ. για τα Σόδομα και Γόμορρα, ότι ο Λωτ παρότρυνε τους άνδρες γείτονές του να πηδήξουν τις δύο παρθένες κόρες του, παρά τους δύο άνδρες (δήθεν αγγέλους), που είχαν ζητήσει καταφύγιο στο σπίτι του, ώστε να γλιτώσουν από τους κωλομπαράδες γείτονες! Άμα ήταν άγγελοι, όπως περιγράφονται στα ιερά βιβλία, θα είχαν σίγουρα τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τους μερακλωμένους γείτονες του Λωτ.

-«Μα, τι λες τώρα, είναι δυνατόν ένα άγιο βιβλίο να αναφέρει τέτοια πράγματα;» μου λένε όλοι αυτοί που τους περιγράφω την πίστη τους!

(1) Ήλθον δε οι δύο άγγελοι εις τα Σόδομα το εσπέρας· και εκάθητο ο Λωτ παρά την πύλην των Σοδόμων· ιδών δε ο Λωτ, εσηκώθη εις συνάντησιν αυτών και προσεκύνησεν επί πρόσωπον έως εδάφους· (2) και είπεν, Ιδού, κύριοί μου, εκκλίνατε, παρακαλώ, προς την οικίαν του δούλου σας, και διανυκτερεύσατε και πλύνατε τους πόδας σας· και σηκωθέντες πρωΐ, θέλετε υπάγει εις την οδόν σας· οι δε είπον, Ουχί, αλλ’ εν τη πλατεία θέλομεν διανυκτερεύσει. (3) Αφού δε εβίασεν αυτούς πολύ, εξέκλιναν προς αυτόν και εισήλθον εις την οικίαν αυτού· και έκαμεν εις αυτούς συμπόσιον, και έψησεν άζυμα και έφαγον. (4) Πριν δε κοιμηθώσιν, οι άνδρες της πόλεως, οι άνδρες των Σοδόμων, περιεκύκλωσαν την οικίαν, νέοι και γέροντες, άπας ο λαός ομού πανταχόθεν· (5) και έκραζον προς τον Λωτ και έλεγον προς αυτόν, Που είναι οι άνδρες οι εισελθόντες προς σε την νύκτα; έκβαλε αυτούς προς ημάς, διά να γνωρίσωμεν αυτούς. (6) Εξήλθε δε ο Λωτ προς αυτούς εις το πρόθυρον, και έκλεισε την θύραν οπίσω αυτού, (7) και είπε, Μη, αδελφοί μου, μη πράξητε τοιούτον κακόν· (8) ιδού, έχω δύο θυγατέρας αίτινες δεν εγνώρισαν άνδρα· να σας φέρω λοιπόν αυτάς έξω· και κάμετε εις αυτάς, όπως φανή εις εσάς αρεστόν· μόνον εις τους άνδρας τούτους μη πράξητε μηδέν, επειδή διά τούτο εισήλθον υπό την σκιάν της στέγης μου.

Στην συνέχεια του παραμυθιού πήδηξε και ο ίδιος ο Λωτ και τις δύο (όχι πια παρθένες) θυγατέρες του και η μία του έκανε έναν γιο, τον Βεν-αμμί και η άλλη τον Μωάβ (παράδειγμα στο ιερό βιβλίο για μίμηση;!). Είναι όμως πιθανόν οι σελίδες που αναφέρουν αυτά τα ιερά πηδήματα να απουσιάζουν από το σχολικό «ιερό βιβλίο» των μαθητών — κρίμα που δεν το διάβαζα πιο προσεκτικά μικρός για να έχω να λέω σήμερα.

Όμως αυτά τα παραδείγματα και οι επιστημονικές αποδείξεις δεν πείθουν τους ηλίθιους ότι ο λόγος του Θεού είναι μόνο φαντασία των ανθρώπων και η προσευχή, οι κωλοτούμπες στα τζαμιά και τις παγόδες και το άναμμα κεριών είναι χάσιμο χρόνου. Ακόμη κι αν πείθονται από τα λεγόμενά μου, απαρνιούνται τις συνέπειες.

Δηλαδή «στου κωφού τη βρόντα όσο θέλεις πόρτα!!!»

Το συμπέρασμα πρέπει να είναι ότι οι πιστοί βρίσκουν ακόμα και σήμερα στη θρησκεία τους μια ανακούφιση, παρηγοριά και ελπίδα, που δεν τη βρίσκουν στην καθημερινή ζωή, λόγω μειωμένων ικανοτήτων, και στα αποτελέσματα της επιστήμης, λόγω ανεπαρκούς μόρφωσης.

Γεια χαραντάν παίδες και από μακριά τους παπάδες!

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Θεοδικία

9 November 2011
Comments Off on Θεοδικία
Αρθρογράφος: s. frang


Με τον όρο Θεοδικία (στις λατινογενείς γλώσσες: Théodicée, Theodizee, Theodicy) χαρακτηρίζεται το φιλοσοφικό και θεολογικό πρόβλημα της (αμφισβητούμενης) δικαιοσύνης του θεού, ιδίως σ’ εκείνες τις θρησκείες όπου ο θεός έχει στο ανώτατο δυνατό επίπεδο τις ιδιότητες της παντοδυναμίας, πανσοφίας, παναγαθότητας, πανταχού παρουσίας κ.τ.λ.

Το πρόβλημα

Είναι προφανές ότι ανέκαθεν οι άνθρωποι διαπίστωναν πως, παρά τη θεϊκή παρουσία και τις όποιες εικαζόμενες θεϊκές ιδιότητες, στον κόσμο επικρατούν αδικία, στέρηση και πόνος. Είτε από φυσικά φαινόμενα, ασθένειες και επιδημίες, είτε από ενέργειες άλλων ανθρώπων και λαών, οι άνθρωποι πάντα υποφέρουν και, κάποια στιγμή, αναρωτιούνται, γιατί ο θεός επιτρέπει αυτή την κατάσταση;

Με αυτό το δίλημμα έχουν ασχοληθεί ήδη οι φιλόσοφοι της ελληνικής Αρχαιότητας (σκεπτικιστές), και ανάλογοι προβληματισμοί αναφέρονται και στο βιβλίο Ιώβ της Π.Δ. Στη νεότερη φιλοσοφική Ιστορία ασχολήθηκαν –ανεπιτυχώς– με το πρόβλημα σημαντικοί φιλόσοφοι, ανάμεσά τους ο Gottfried Leibniz (Λάιμπνιτς, 1646-1716), ο οποίος μάλιστα, μια και δεν μπορούσε να δώσει επαρκείς εξηγήσεις, προσπάθησε να θεωρήσει το πρόβλημα ανύπαρκτο: ο υπάρχων κόσμος είναι ο καλύτερος δυνατός, οπότε δεν παρουσιάζονται αδικίες, στερήσεις και καημοί. Αυτοί που ισχυρίζονται το αντίθετο, κακώς διαπιστώνουν σύγκρουση με τις επιθυμίες και τις δυνατότητες του θεού.

Εννοείται ότι ο Λάιμπνιτς δεν γνώρισε τις χιτλερικές θηριωδίες με τα εκατομμύρια δολοφονημένους Εβραίους, ομοφυλόφιλους, τσιγγάνους, αριστερούς κ.λπ., ούτε τα έργα του Στάλιν στα γκουλάγκ ή τις δολοφονίες του Πινοσέτ στη Χιλή και του Βιντέλα στην Αργεντινή εναντίον πολιτών αυτών των χωρών, ούτε γνώριζε τους βομβαρδισμούς αμάχων από τους Αμερικάνους στο Βιετνάμ με ναπάλμ, στη Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ με απεμπλουτισμένο ουράνιο και όλα τα άλλα που γνωρίζουμε εμείς σήμερα επαρκώς. Γνώριζε όμως πολύ καλά ο Λάιμπνιτς τις δολοφονίες «μαγισσών» και «αιρετικών» από τα θεοκρατικά φεουδαρχικά καθεστώτα του Μεσαίωνα, οι οποίες δολοφονίες γίνονταν μάλιστα στο όνομα ακριβώς του θεού που θα έπρεπε να έχει παρέμβει.

Ο συγκεκριμένος προβληματισμός διατυπώνεται απλουστευτικά με τα εξής λόγια:

Είτε ο θεός θέλει να αποτρέψει την αδικία, αλλά δεν μπορεί, οπότε είναι αδύναμος, πράγμα που αντιβαίνει στην παντοδυναμία του.
Είτε μπορεί να την αποτρέψει, αλλά δεν θέλει, επειδή δεν έχει αισθήματα συμπόνιας, οπότε δεν είναι πανάγαθος.
Είτε θέλει και μπορεί, αλλά δεν γνωρίζει πού και πότε υπάρχει αδικία, άρα δεν γνωρίζει παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα, οπότε δεν είναι πάνσοφος.
Είτε, τέλος, δεν ξέρει, δεν θέλει και δεν μπορεί, οπότε δεν είναι θεός.
Σε αντίθετη περίπτωση, από πού προέρχεται η αδικία;

Λέγεται ότι ο Επίκουρος (341-271 π.Χ.) είχε ήδη απαντήσει σ’ αυτό τον προβληματισμό, σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό ιστορικό Λακτάντιο, πράγμα που αμφισβητείται όμως σήμερα και θεωρείται ότι η συγκεκριμένη απάντηση οφείλεται σε κάποιον άγνωστο σκεπτικιστή φιλόσοφο:

«Αν ο θεός δεν θέλει να αποτρέψει το κακό, τότε δεν είναι πανάγαθος.
Αν δεν μπορεί να το αποτρέψει, δεν είναι παντοδύναμος.
Άρα, η παναγαθότητα και η παντοδυναμία ενός θεού
δεν συμβιβάζονται με τον πραγματικό κόσμο.
Είτε λοιπόν δεν υπάρχει κακό, είτε δεν υπάρχει θεός!»

Με αυτόν το συλλογισμό καταδεικνύεται η ασυμβατότητα ενός θεού με τις συγκεκριμένες ιδιότητες που τον φορτώνουν οι θεολόγοι. Σίγουρα από τον Επίκουρο κατάγεται η άποψη ότι «ακόμα κι αν υπάρχουν θεοί, αυτοί δεν ανακατεύονται στα ανθρώπινα», οπότε παρέλκει το πρόβλημα της θεοδικίας, αφού κάθε μικρή ή μεγάλη αδικία δεν έχει σχέση με τους θεούς.

Προσπάθειες επίλυσης

Διάφοροι θεοκράτες διανοούμενοι προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, είτε σχετικοποιώντας την έννοια της αδικίας (περίπου όπως ο Λάιμπνιτς), οπότε δεν υπήρχε λόγος αμφισβήτησης των ιδιοτήτων του θεού, είτε δίνοντας άλλη σημασία στις θεϊκές ιδιότητες, άρα μόνο οι άνθρωποι έβλεπαν την αντίφαση και δεν υπήρχε πρόβλημα προς επίλυση.

Όλες αυτές οι προσπάθειες εμπεριέχουν το κεντρικό μειονέκτημα της μεσαιωνικής «σχολαστικής» μεθοδολογίας, στην οποία είναι γνωστός ο στόχος (όσα αναφέρονται στα «ιερά βιβλία») και αναζητείται τρόπος να επιβεβαιωθούν. Αντίθετα, στην κλασική και στη σύγχρονη φιλοσοφία, γνωστή είναι η μέθοδος και αναζητείται το αποτέλεσμα.

Στο πλαίσιο των θεοκρατικών αντιλήψεων, ο χριστιανός πατέρας Ιερώνυμος (Sophronius Eusebius Hieronymus, 342-420 μ.Χ.) εκπλήσσεται που δεν επεμβαίνει ο θεός να τιμωρήσει τους «αιρετικούς» και προτείνει την εξόντωσή τους για να λήξει το πρόβλημα! Λέει ο «άγιος»: «Μπορούμε να ρωτήσουμε, πώς γίνεται ο Θεός να είναι αγαθός, ο οποίος έδωσε τον νόμο και τους προφήτες, όταν βλέπει τη ζωή των διεφθαρμένων να ευδοκιμεί, και αυτοί να μην υφίστανται τίποτα απ’ αυτόν, σύμφωνα με την τιμωρία που τους αρμόζει. […] Έχουν γεννήσει γιους, και έχουν προσφέρει καρπούς. Τί καρπούς έχει προσφέρει ο Μαρκίων, με το να δημιουργήσει υιούς της απιστίας; […]».

Επικαλείται λοιπόν ο δάσκαλος της αγάπης ένα χωρίο της Π.Δ. από το βιβλίο του Ιερεμία (12: 1-3) και συνεχίζει επεξηγώντας αυτό το χωρίο, λέγοντας ότι τα βασανιστήριά τους είναι «αγιασμός». Συνεχίζει το μισάνθρωπο εγκληματικό παραλήρημά του με τα λόγια: «Αγίασε αυτούς, όταν φθάσει η ημέρα της σφαγής αυτών”. Δηλαδή, «φονεύοντάς τους τούς αγιάζεις!» (Εργασίες του Ιερωνύμου, Τόμος V, 818).

Σε μια παράλληλη θεολογική γραμμή, ο «άγιος» Αυγουστίνος (Aurelius Augustinus, 354-430) και ο Θωμάς Ακινάτης (Tommaso d’ Aquino, 1225-1274) –σημειωτέον αμφότεροι χριστιανοί πατέρες, στων οποίων τα λόγια και γραπτά στηριζόταν η Ιερά Εξέταση για να εγκληματεί– θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει αυτοτελώς το κακό, αλλά αυτό αποτελεί απουσία καλού. Άρα, όσοι παραπονιούνται για στερήσεις, αδικίες κ.λπ., στην ουσία επιζητούν αυτά που τους λείπουν και, απλώς, ακόμα δεν τα πέτυχαν. Αυτή η αντιμετώπιση επιβλήθηκε σε όλο τον εκκλησιαστικό μηχανισμό, και κανείς δεν τολμούσε να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό: θα κηρυσσόταν πάραυτα «μάγος» και «αιρετικός», σε Δύση και Ανατολή. Εννοείται ότι η συγκεκριμένη αντίληψη εγκαταλείφθηκε, όπως τόσες άλλες αντιλήψεις, από την Αναγέννηση και μετά, οπότε θεωρήθηκε ότι το καλό και το κακό μπορούν να αποτελούν αυτοτελείς αξιολογήσεις του ίδιου φυσικού ή κοινωνικού γεγονότος. Σημαντικός είναι επίσης ο συλλογισμός ότι καλό και κακό ως αξιολογικοί χαρακτηρισμοί είναι υποκειμενικά χαρακτηριστικά και δεν επιδέχονται αντικειμενική αντιμετώπιση.

Μια άλλη αντίληψη, ιουδαϊκής μυστικιστικής προελεύσεως, που γινόταν για αιώνες αποδεκτή και από χριστιανούς (ίσως γίνεται ακόμα), είναι αυτή περί την ατέλεια του κόσμου και τη δοκιμαστική δημιουργία (καμπάλα): Ο θεός έφτιαξε δοκιμαστικά έναν κόσμο για να μελετήσει τα προβλήματα που θα προκύψουν, στη συνέχεια όμως θα τον καταστρέψει για να φτιάξει έναν τέλειο! Ο θεός ως μελετητής μοντέλων…

Αυτή η αντίληψη αντιβαίνει, βέβαια, σε όλες τις ιδιότητες του θεού, έλλειψη πανσοφίας που δεν ήξερε από την αρχή την κατάληξη της δημιουργίας του, έλλειψη παντοδυναμίας που δεν μπόρεσε και μπορεί να διορθώσει τα λάθη που έγιναν, και έλλειψη παναγαθότητας που κάποιοι ανυποψίαστοι άνθρωποι δυστυχούν, χωρίς να ευθύνονται για οτιδήποτε. Για να αποφύγουν οι καμπαλιστές αυτές τις αντιφάσεις, έχουν εισαγάγει πρόσθετες ιδιότητες του θεού, οι οποίες σκοπό έχουν να αποτρέψουν ή αμβλύνουν τα προβλήματα που απορρέουν από την αρχική επιχειρηματολογία τους.

Στον κύκλο σκέψεων του Λάιμπνιτς που προαναφέρθηκε, κινήθηκαν κι άλλοι διανοητές, οι οποίοι θεώρησαν ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει απόλυτη δικαιοσύνη και παντελής απουσία δυστυχίας, γιατί ο κόσμος αυτός θα ήταν ο Παράδεισος, από τον οποίο όμως έχουν αποβληθεί οι άνθρωποι και «δεν δικαιούνται δια να ομιλούν». Εννοείται ότι αυτές οι απόψεις διατυπώνονταν κυρίως από μέλη και υποτακτικούς της φεουδαρχικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, όταν έπρεπε να βρουν παρηγορητικές εξηγήσεις για τα πεινασμένα θύματα του εκμεταλλευτικού καθεστώτος που οι ίδιοι στήριζαν. Και δεν είναι τυχαίο ότι, σε όλες αυτές τις επιχειρηματολογίες, στο τέλος βρίσκεται μια δογματική απόφανση ή ένα φανταστικό γεγονός, οπότε παύει οποιαδήποτε προοπτική διαλόγου. Η μια πλευρά «πιστεύει» και η άλλη «ερευνά»!

Στο ίδιο περίπου πλαίσιο κινήθηκε ο Χέγκελ (Έγελος, Hegel, 1770-1831), ο οποίος πολύ συχνά διατύπωνε φιλοσοφικές απόψεις που βόλευαν την εξουσία του κράτους και της εκκλησίας, όπως τον κατηγόρησε αργότερα ο Πόπερ. Συγκεκριμένα ο Χέγκελ θεωρούσε ότι βρισκόμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο της Ιστορίας και, κάποια εποχή, θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη και ό,τι άλλο ποθούν οι άνθρωποι. Και σ’ αυτή την περίπτωση ο Χέγκελ ήταν μέσα στο σύστημα και το υπηρετούσε, ενώ οι παραπονούμενοι βρίσκονταν εκτός και έπρεπε να παρηγορηθούν και να πεισθούν να κάνουν υπομονή, για μερικές χιλιάδες χρόνια ακόμα, με ταυτόχρονη μακροημέρευση της εξουσίας.

Οι αυστηρά προσηλωμένοι στις θεολογικές σκέψεις έχουν διατυπώσει την άποψη ότι το «κακό» είναι θέλημα θεού, για να μάθουν οι άνθρωποι να διακρίνουν μεταξύ καλού και κακού, κάτι που δεν κατέχουν εκ γενετής. Για να μπορέσει να μάθει, όμως, ο άνθρωπος αυτήν τη διάκριση, πρέπει ο ίδιος να ζήσει καταστάσεις καλού και κακού και να αποκτήσει τη σχετική εμπειρία. Αυτά που θεωρούν οι άνθρωποι άδικα, ο θεός τα αντιλαμβάνεται αλλιώς, και εντάσσονται στο «σχέδιό» του με τρόπο που δεν γίνεται κατανοητός από τους γηγενείς.

Κι αυτή η άποψη είναι παρηγορητική, δεν λαμβάνει δηλαδή υπόψη ότι μερικοί άνθρωποι βιώνουν μόνο αδικίες στη ζωή τους, πείνα, σκλαβιά, βασανιστήρια, ασθένειες, ενώ κάποιοι ευνοημένοι βιώνουν «αδικίες», επειδή τους ψόφησε ο σκύλος ή έχασαν την πτήση του αεροπλάνου κ.ο.κ. Πέρα απ’ αυτά, το μικρό παιδί που καίγεται από βόμβες ναπάλμ, ή γεννιέται ως τέρας στο Ιράκ λόγω του ουρανίου, ποιες εμπειρίες μπόρεσε να συλλέξει, και πώς εντάσσεται στο όποιο θεϊκό σχέδιο; Να σημειώσουμε με την ευκαιρία, επίσης, ότι στα «ιερά βιβλία» του χριστιανισμού αναφέρονται συγκεκριμένα επεισόδια βαρβαρότητας, όπου γυναικόπαιδα κατασφάχτηκαν με θεϊκή εντολή που έδωσε σε στρατιώτες του «περιούσιου λαού», άρα κάτι δεν στέκει καλά με την παναγαθότητα του θεού.

Υπάρχουν ακόμα πολλά εδάφια της Βίβλου, όπου αναφέρεται ότι ο θεός ο ίδιος δημιούργησε το «κακό», χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, π.χ. Ησαΐας 45:7, ή ότι θα εκδικηθεί με θηρία και δαίμονες, όπως περιγράφεται στην «Αποκάλυψη», ή ότι ο θεός δεν αντιμετωπίζει όλους τους ανθρώπους ίδια αλλά κατά περίπτωση (Παύλος, Ρωμ. 9:14-18 με αναφορά πάλι στην Π.Δ.) κ.ο.κ. Κι αυτά τα επιχειρήματα, που δείχνουν κατά κανόνα τη μισανθρωπία και το φθόνο αναχωρητών που τα διατύπωσαν, δεν συμβιβάζονται με την παναγαθότητα του θεού και επιτείνουν τη διάχυτη εντύπωση της αδικίας.

Αλλαγή πλεύσης

Αφού με όλα αυτά τα επιχειρήματα (και άλλα όμοια) δεν απαντήθηκε το αρχικό δίλημμα και δεν ξεπεράστηκε η επιχειρηματολογία που αποδίδεται στον Επίκουρο, επινοήθηκαν άλλες μέθοδοι, όπως η σχετικοποίηση των θεϊκών ιδιοτήτων. Ο «πανάγαθος» θεός είναι, λένε μερικοί θεολόγοι, μια συντομογραφία για το βιβλικό θεό. Ο πραγματικός θεός είναι πολυσύνθετος και πολύπλευρος, κάτι που οι άνθρωποι, έχοντας μια απλοϊκή αντίληψη για την καλοσύνη, δεν μπορούν να αντιληφθούν και περιμένουν από το θεό αυτά που ελπίζουν οι ίδιοι. Το ίδιο ισχύει και με τις υπόλοιπες απόλυτες ιδιότητες του θεού, με κάποιες φραστικές προσαρμογές.

Αυτός ο κύκλος επιχειρημάτων δείχνει πάλι μια υποχώρηση, και μάλιστα υποχώρηση από λογικής αλλά και ιστορικής σκοπιάς. Η λογική υποχώρηση έγκειται στο γεγονός ότι η θεϊκή καλοσύνη ανάγεται σε μια ανώτερη ιδιότητα, ας την ονομάσουμε Χ, την οποία οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται και προσβλέπουν μόνο σε ένα υποσύνολό της που είναι η ανθρωπίνως κατανοητή καλοσύνη. Αν δεχθούμε αυτό, τότε πρέπει να αποδεσμεύσουμε τον θεό από τις ιδιότητες που τον φορτώνουν οι θεολόγοι, και μάλιστα από αυτές τις ιδιότητες που καταλαβαίνουν οι άνθρωποι με συγκεκριμένο τρόπο, και να διατυπώσουμε από την αρχή ότι «υπάρχει θεός με τις ιδιότητες Χ, Υ, Ζ, τις οποίες κανείς δεν είναι σε θέση να καταλάβει». Το ερώτημα που τίθεται αφορά πλέον το είδος της θεολογίας που μπορεί να συγκροτηθεί με αυτά τα αρχικά αξιώματα και πόσοι «πιστοί» είναι διατεθειμένοι να την ακολουθήσουν.

Η ιστορική υποχώρηση στο προηγούμενο επιχείρημα σχετίζεται με το γεγονός ότι οι ινδουιστικοί, οι αιγυπτιακοί και οι ελληνικοί θεοί διέθεταν ακριβώς αυτό το μίγμα καλού και κακού, δύναμης και αδυναμίας, καλοσύνης και κακίας και, κατά περίπτωση, εκδηλώνονταν για συγκεκριμένους ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων, με τη μια ή την άλλη ιδιότητά τους. Συχνά ο ένας θεός υπερίσχυε του άλλου, και όλο και κάποιοι ήταν ευχαριστημένοι, αλλά και οι δυσαρεστημένοι θα είχαν την ευκαιρία να ευχαριστηθούν κάποτε — περίπου όπως γίνεται στα αθλήματα σήμερα, όπου όλοι προσεύχονται να κερδίσει η ομάδα τους, και όταν συμβεί αυτό το αποδίδουν στο θεό, αν όμως χάσουν φταίει ο διαιτητής. Αν λοιπόν έγινε όλη αυτή η βαβούρα με την επιβολή της «αληθινής» θρησκείας (και της επόμενης «αληθινής» του μωαμεθανισμού), για να καταλήξουμε πάλι στον πολυθεϊσμό, τότε έγινε τσάμπα η φασαρία.

Άλλες αντιλήψεις που επίσης δεν απαντούν οριστικά στο πρόβλημα σχετίζονται, άλλοτε με ιδιοτροπίες του θεού, επειδή απέσυρε το ενδιαφέρον του από τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν τον σέβονται, άλλοτε με τη σχετικότητα του χρόνου, ότι δηλαδή δεν έχει τελειώσει ακόμα η εποχή της δημιουργίας και γι’ αυτό ορισμένα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα δημιουργούν ακόμα προβλήματα κ.τ.λ. κ.τ.λ. Κάθε μία από αυτές τις απόψεις, και άλλες πολλές που δεν αναφέρονται εδώ, εκτίθεται συνήθως σε δεκάδες συγγράμματα που μόνο ως τίτλοι μπορούν να αναφερθούν.

Κάποιοι, τέλος, αμφισβητούν δογματικά το δικαίωμα των ανθρώπων να θέτουν τέτοια ερωτήματα, και λένε ότι κακώς διατυπώνεται το δίλημμα της θεοδικίας! Κινδυνεύουμε δηλαδή να φάμε χαστούκι, άμα μας συναντήσουν στο δρόμο. Πρόκειται εμφανώς για μια λογική η οποία έχει ξεπεραστεί, τόσο από τους Ίωνες φιλοσόφους της Αρχαιότητας όσο και από τους φιλοσόφους της ελληνιστικής εποχής, αλλά και από όλους σχεδόν τους φιλοσόφους και φυσιοδίφες, από τον Κοπέρνικο, τον Κέπλερ και τον Γαλιλαίο, μέχρι τους σύγχρονους ερευνητές.

Στο τέλος, η μόνη σωστή απάντηση σ’ αυτό τον κυκεώνα των απόψεων που δεν έχουν δώσει και δεν φαίνεται να μπορούν να δώσουν απάντηση στο αρχικό ερώτημα, είναι η φυσιοκρατική απάντηση που βρίσκεται από αιώνων στο μυαλό όλων των σκεπτόμενων ανθρώπων και στα χείλη των πιο θαρραλέων εξ αυτών: Δεν υπάρχει ο νομιζόμενος θεός! Και μόνο με αυτό το απλό κτύπημα λύνεται οριστικά ο συγκεκριμένος γόρδιος δεσμός!

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Σκέψεις ενός δεκατετράχρονου…

5 November 2011
Comments Off on Σκέψεις ενός δεκατετράχρονου…
Αρθρογράφος: Γιώργος, 14 ετών.


Οποιοσδήποτε οργανισμός στον πλανήτη έχει κάτι το εξαιρετικό που του επιβάλει την ικανότητα της μοναδικής του ύπαρξης. Είναι το γονίδιο. Αποτελείται από το DNA. Μια αλληλουχία τεσσάρων χημικών ενώσεων (T, C, A και G). Το γονίδιο δίνει τις απαραίτητες πληροφορίες στο κύτταρο για την πραγματοποίηση της διαμόρφωσης των χαρακτηριστικών του οργανισμού.

Ο κάθε οργανισμός διαθέτει μία μοναδική ικανότητα για την επιβίωσή του. Τα μυρμήγκια έχουν το πλεονέκτημα του σκαψίματος, επεξεργάζονται το χώμα έτσι ώστε το προϊόν όλης της χρονοβόρας αυτής εργασίας να αποτελέσει ένα καλό καταφύγιο και αποθήκη τροφής. Οι χαμαιλέοντες προσαρμόζουν το χρώμα τους με απόλυτη ακρίβεια στο περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται. Είναι ένας καταπληκτικός και όμορφος τρόπος για να αποφεύγουν τους εχθρούς. Ο σκαντζόχοιρος παράγει σε όλο του το σώμα βελόνες οι οποίες αντιστέκονται στον εχθρό με σκοπό την προστασία του σώματός του. Παρατηρείται έντονα το φαινόμενο να έχουν όλοι οι οργανισμοί τον δικό τους τρόπο επιβίωσης. Ανεξαρτήτως αν αυτός τοποθετείται στον αέρα, στο νερό ή στη γη, ή αν έχει να κάνει με ταχύτητα, καμουφλάζ, δύναμη, τεχνική και οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να είναι το ίδιο αποτελεσματικός, άλλοτε περισσότερο σε σχέση με άλλους, και άλλοτε λιγότερο. Ωστόσο ο κάθε ένας δέχεται την ικανότητα που η φυσική επιλογή της εξέλιξης των ειδών τού έχει χαρίσει, και προσπαθεί να την αξιοποιήσει σε όσο μεγαλύτερο βαθμό μπορεί. Είναι επίσης σε θέση να δεχτεί τα λάθη του με αντάλαγμα μια ποιοτικότερη, ασφαλέστερη ζωή. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σας παρουσιάσω ένα ερώτημα: Ποιο ον στον πλανήτη πιστεύετε ότι είναι εξυπνότερο; Ξέρω την απάντησή σας. Είναι: Ο άνθρωπος! Λάθος! Ο άνθρωπος είναι δημιουργικότερος αλλά ως επί το πλείστον όχι εξυπνότερος! Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πραγματοποιούν ορισμένες ενέργειες των παραπάνω ζώων.

Όπως είπαμε, κάθε οργανισμός έχει τη δικιά του μοναδική ικανότητα επιβίωσης. Ο άνθρωπος έχει τη σκέψη. Ο σκεπτικισμός είναι εξαιρετικά ισχυρότερος τρόπος επιβίωσης σε σχέση με των άλλων ζώων. Είμαστε όμως σε θέση να τον χρησιμοποιήσουμε, και μάλιστα όσο περισσότερο/καλύτερα μπορούμε; Δεν νομίζω. Και αυτό κάνει το συναίσθημα της απογοήτευσης μέσα μου να υπερισχύει, να κυριαρχεί, όταν έρχομαι αντιμέτωπος με την απάθεια των ανθρώπων στη σημερινή πραγματικότητα. Μας έχει δοθεί χρυσάφι και εμείς το πετάμε στον κάδο τον αχρήστων. Πώς είναι υπαρκτή η είσπραξη παραμυθιών ως γεγονότων για ένα τέτοιο είδος όπως ο άνθρωπος; Πώς είναι υπαρκτός ο φόβος της αντιμετώπισης της πραγματικότητας και της πίστης μας σε αυτήν; Πώς δεχόμαστε την εύκολη λύση κάθε δύσκολου αλλά λυμένου προβλήματος στον υποτιθέμενο Θεό που εμείς δημιουργήσαμε; Πώς μπορείτε να απολαμβάνετε τη μη αναγνώριση και κατανόηση των γεγονότων; Πώς μπορείτε να τα γενικοποιείτε όλα λόγω του φόβου σας;

Όταν μιλάμε για πραγματικότητα μιλάμε για γεγονότα και όχι θεωρίες οι οποίες έχουν μάλιστα απορριφτεί. Συμπεριφερόμαστε σαν μικρά παιδιά που δεν έχουν ανεπτυγμένη την αντίληψή τους, τη νοημοσύνη τους. Πώς γίνεται να πιστεύετε ότι ο πλανήτης μας έχει ζωή μόλις 6.000 χρόνια όταν τα στοιχεία μάς αποδεικνύουν ότι είναι 4.540.000.000 χρόνια;

Αποδεικνύεται ότι η επιλογή της δυνατότητας της σκέψης στον άνθρωπο δεν χρησιμοποιείται όπως θα έπρεπε. Είμαστε αδύνατοι στην αποδοχή της πραγματικότητας λόγω της κακής χρήσης του φόβου μας. Είναι αδιανόητο να επιλέγουμε την απομάκρυνσή μας από την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να βυθιζόμαστε στο απόλυτο σκοτάδι λόγω του ότι ο Θεός καλύπτει όλα τα ενοχλητικά μυστήρια και ανεξήγητα ερωτήματα που μας έχουν περικυκλώσει. Αυτή είναι η λάθος πάγια τεχνική σχεδόν όλων των ανθρώπων. Προσωπικά βρίσκω όλα αυτά τα ερωτήματα ανάσα και αιτία ύπαρξης επιπλέον ενδιαφέροντος για την επιστήμη. Δεν έχουμε προσπαθήσει καν να κατανοήσουμε και να ανακαλύψουμε την πραγματική ομορφιά, πολυπλοκότητα, ποικιλομορφία της πραγματικότητας. Τη βρίσκουμε βαρετή και δύσκολη στην αντίληψή της. Το πρόβλημα είναι ότι τα αποτελέσματα της απόφασής μας αυτής είναι τέτοια επειδή όχι απλά δεν την έχουμε αγγίξει αλλά ούτε καν έχουμε κοιτάξει προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν νομίζετε ότι είναι καιρός να χρησιμοποιήσουμε και εμείς επιτέλους τη μοναδική μας ικανότητα — τη σκέψη;

Richard Dawkins – Άνοιξε τα μάτια σου (bonus 🙂 )
httpv://www.youtube.com/watch?v=sCfThidRPuU

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Διαγόρας ο Μήλιος, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.