Πού γίνεται ο σχολιασμός;
Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Από πού προήλθε η ιδέα του Θεού;
τού Ντάγκλας Άνταμς
απόσπασμα από έναν λόγο του στο Καίμπριτζ, με θέμα “υπάρχει τεχνητός Θεός;”
μετάφραση δική μου
Πιστεύω πως έχουμε μια πολύ διαστρεβλωμένη εικόνα για πολλά, ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε από πού προήλθε αυτή η εικόνα. Σκεφτείτε τους πρωτόγονους ανθρώπους. Οι πρωτόγονοι άνθρωποι ήταν προϊόντα της εξέλιξης, όπως και όλα τα υπόλοιπα πλάσματα. Βρίσκονται λοιπόν σ’ έναν κόσμο που άρχιζουν σιγά σιγά κάπως να τον ελέγχουν. Άρχιζουν να φτιάχνουν εργαλεία, και ν’ αλλάζουν το περιβάλλον τους μ’ αυτά τα εργαλεία, εργαλεία που κατασκευάζουν με το συγκεκριμένο στόχο ν’ αλλάξουν το περιβάλλον τους. (…) Ο πρωτόγονος άνθρωπος – κατασκευαστής εργαλείων δεν χρειάζεται πιά να [ προσαρμόζει τον εαυτό του στο περιβάλλον του, όπως πχ ένα κοπάδι ζώα που βρίσκεται σ’ ένα ψυχρότερο περιβάλλον και σε μερικές γενιές αναπτύσσει γενετικά, μέσω της φυσικής επιλογής, ένα παχύτερο τρίχωμα]. Ο άνθρωπος μπορεί να κατοικήσει ένα εκπληκτικά ευρύ φάσμα οικοσυστημάτων, από την τούντρα ως την έρημο Γκόμπι – μπορεί να ζήσει ακόμα και στη Νέα Υόρκη, για όνομα του Θεού! Ο λόγος είναι πως όταν φτάνει σ’ ένα νέο περιβάλλον δεν χρειάζεται να περιμένει πολλές γενιές για να προσαρμοστεί: φτάνοντας σ’ ένα ψυχρότερο περιβάλλον, αν δει ένα ζώο που διαθέτει τα γονίδια που τού εξασφαλίζουν ένα παχύ τρίχωμα, σκέφτεται: «θα του το βουτήξω!» Τα εργαλεία μας μάς επέτρεψαν να σκεφτόμαστε τελεολογικά, να φτιάχνουμε αντικείμενα που δημιουργούν έναν περιβάλλον που μάς ταιριάζει καλύτερα.
Φανταστείτε τώρα έναν πρωτόγονο άνθρωπο να επιθεωρεί τον κόσμο του μετά από μια μέρα χαρούμενου μαστορέματος: Γύρω του βλέπει έναν κόσμο που τον ευχαριστεί αφάνταστα! Πίσω του είναι βουνά με σπηλιές – οι σπηλιές είναι υπέροχες, γιατί μέσα τους μπορείς να κρυφτείς και να γλυτώσεις τη βροχή και να ξεφύγεις από τις αρκούδες. Μπροστά του είναι το δάσος, γεμάτο καρύδια και μούρα και υπέροχα φρούτα. Παραδίπλα είναι ένα ρέμα γεμάτο νερό- το νερό είναι γλυκόπιοτο, μπορείς να ρίξεις μέσα τη βάρκα σου, μπορείς να κάνεις πολλά ακόμα μ’ αυτό. Να κι ο ξάδερφος Ούγκα που έπιασε ένα μαμούθ, τα μαμούθ είναι απίθανα, μπορείς να τα φας, μπορείς να φορέσεις τη γούνα τους, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τα οστά τους για να φτιάξεις όπλα για να πιάσεις κι άλλα μαμούθ. Ο κόσμος του πρωτόγονου ανθρώπου είναι υπέροχος, φανταστικός.
Όμως ο πρωτόγονος άνθρωπος το σκέφτεται λίγο: «για δες, τι ωραίος που είναι αυτός ο κόσμος που βρίσκεται γύρω μου». Κι αμέσως μετά, θέτει στον εαυτό του ένα πολύ ύπουλο ερώτημα, ένα ερώτημα που στερείται εντελώς νοήματος, ένα παραπλανητικό ερώτημα, που όμως προκύπτει ακριβώς από τη φύση της προσωπικότητας του πρωτόγονου ανθρώπου, της προσωπικότητας στην οποία εξελίχτηκε, της προσωπικότητας που τού επέτρεψε να θριαμβεύσει, ακριβώς επειδή σκέφτεται με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο.
Ο άνθρωπος ο δημιουργός, κοιτάζει τον κόσμο του και λέει: «λοιπόν, ποιος τα έφτιαξε όλα αυτά;»
Ποιος τα έφτιαξε; Καταλαβαίνετε γιατί πρόκειται για ύπουλη ερώτηση. Να πώς σκέφτεται ο πρωτόγονος άνθρωπος: «λοιπόν, επειδή γνωρίζω ένα μόνο ον που φτιάχνει πράγματα, εμένα, όποιος τα έφτιαξε όλα αυτά θα πρέπει να είναι ένα παρόμοιό μου ον, πολύ μεγαλύτερο, πολύ ισχυρότερο, κι αναγκαστικά αόρατο (…)». Έτσι προκύπτει η ιδέα του Θεού.
Κι επειδή όταν φτιάχνουμε κάτι το φτιάχνουμε με στόχο να το χρησιμοποιήσουμε, ο πρωτόγονος άνθρωπος αναρωτιέται: «αν λοιπόν αυτό το ον έφτιαξε τον κόσμο, για ποιόν λόγο τον έφτιαξε;» Εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα, γιατί ο πρωτόγονος άνθρωπος το πάει ακόμα παραπέρα: «αυτός ο κόσμος μού ταιριάζει απόλυτα. Να ‘τα γύρω μου όλ’ αυτά που μ’ εξυπηρετούν και με ταΐζουν και με προστατεύουν. Ναι, αυτός ο κόσμος μού ταιράζει υπέροχα».
Κι έτσι φτάνει στο αναπόφευκτο συμπέρασμα, πως όποιος κι αν τον έφτιαξε αυτόν τον κόσμο, τον έφτιαξε ειδικά γι αυτόν.
Φανταστείτε μια νερολακκούβα που ξυπνάει ένα πρωί και σκέφτεται: «για δες τι ωραίος πού ‘ναι ο κόσμος γύρω μου! Τί ωραία που είναι η τρύπα μου, μού ταιριάζει απόλυτα! Εδώ που τα λέμε, μού ταιριάζει εκπληκτικά απόλυτα, λες και φτιάχτηκε ειδικά για να με υποδεχτεί!» Είναι τόσο ισχυρή αυτή η εντύπωση, που όταν βγαίνει ο ήλιος και η θερμοκρασία αρχίζει ν’ ανεβαίνει, καθώς η νερολακκούβα αρχίζει σιγά σιγά να εξατμίζεται και να μικραίνει, και να μικραίνει, παραμένει μανιωδώς προσκολλημένη στην εντύπωση ότι όλα θα πάνε καλά, γιατί αυτός ο κόσμος υποτίθεται πως φτιάχτηκε ειδικά γι αυτήν, πως δημιουργήθηκε ειδικά γι’ αυτήν. Κι έτσι, τη στιγμή που εξαφανίζεται, αντιμετωπίζει μια μεγάλη έκπληξη…
Νομίζω πως αυτό είναι κάτι που πρέπει να το προσέξουμε. Όλοι ξέρουμε ότι κάποια στιγμή το σύμπαν θα φτάσει στο τέλος του, κι ότι κάποια άλλη στιγμή, πολύ νωρίτερα, αλλά και πάλι όχι και πολύ στα προσεχώς, ο ήλιος μας θα εκραγεί. Πιστεύουμε πως υπάρχει πολύς καιρός μπροστά μας για ν’ ανησυχούμε για κάτι τέτοια, αλλά και πάλι είναι μια επικίνδυνη σκέψη. (…) Νομίζω ότι πρέπει να δούμε τα πράγματα με μεγαλύτερη προοπτική, σε σχέση με το ποιοι είμαστε και με το τί κάνουμε εδώ, αν πρόκειται να επιβιώσουμε μακροπρόθεσμα.
Διαβάστε ακόμα:
Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΓΑΤΟΥ:
DOUGLAS ADAMS, PHILIP DICK, MIKE OLDFIELD

Το πρωτότυπο κείμενο μπορείτε να το βρείτε εδώ. Η μετάφραση έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Μαύρος Γάτος, όπου γίνεται ο σχολιασμός.
Αφιερωμένο στον καλό μου φίλο Δημήτρη Μαρούλη!
…και η μαυροφορεμένη και σκεβρωμένη από τη ραχίτιδα γιαγιά, στο διπλανό στασίδι, αναφώνησε: – Θάμα πιδί μ’, θάμα!!!
…και τότε ο κύριος καθηγητής, έντρομος, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των φοιτητών του, φώναξε: – Θαύμα! Αυτό που βιώνουμε αυτήν την στιγμή, δεν μπορεί να εξηγηθεί με κανέναν άλλον τρόπο, παρά μόνο με την παρέμβαση του θεού!!!
Ερώτηση: Ποια από τις δύο ανωτέρω μίνι διηγήσεις αναφέρεται στην πραγματικότητα, και ποια σε κάποιο φανταστικό μυθιστόρημα τύπου Dan Brown; Φαντάζομαι ότι όλοι οι αναγνώστες, ανεξαρτήτως πεποιθήσεων, θα μπορέσουν πολύ εύκολα να κατατάξουν την πρώτη στην πραγματικότητα και τη δεύτερη στη μυθιστορηματική αφήγηση. Ακόμα και οι έχοντες πίστη στα θαύματα, θα μπορέσουν να κάνουν αυτήν τη διάκριση, αν και προς μέγιστη απογοήτευση ή και οργή τους όσον αφορά τις προθέσεις και τους σκοπούς του αφηγητή.
Τι είναι όμως αυτό που κάνει τις δύο διηγήσεις να ξεχωρίζουν μεταξύ τους, αν και αναφέρονται και οι δυο σε θαύμα; Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τον ορισμό του θαύματος. Αντιγράφω από τους Τεγόπουλο και Φυτράκη:
Θαύμα, κ. θάμα (το) ουσ.:
- καθετί που γίνεται παρά τους φυσικούς νόμους: τα θαύματα της Παναγίας – του Χριστού – των αγίων
- παράδοξο, ανεξήγητο περιστατικό: είναι θαύμα το ότι κατάφερε να βγει ζωντανός από τα ερείπια
- φρ. ως εκ θαύματος, για κάτι τόσο απροσδόκητο ώστε να αποδίδεται σε θαύμα: γλίτωσε ως εκ θαύματος
- φρ. ω του θαύματος, για κάτι αναπάντεχο: εκεί που λέγαμε ότι μας ξέχασε, ω του θαύματος, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο ίδιος – εν τω άμα και το θάμα, για κάτι που συμβαίνει απροσδόκητα και αμέσως μετά από μνεία που έγινε γι’ αυτό· και στις λόγ. φρ. θαύμα ιδέσθαι (ά. θαυμαστόν ιδείν), είναι αξιοθαύμαστο
- καθετί που προκαλεί κατάπληξη, θάμπος: νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια (Διον. Σολωμός)
Με μια πρώτη ματιά, οι ορισμοί 2 έως 5 φαίνεται να πηγάζουν από τον ορισμό 1. Παράδοξο, ανεξήγητο, απροσδόκητο, αναπάντεχο, προκαλεί κατάπληξη… Κάτι δηλαδή το οποίο είναι πέρα από το αναμενόμενο. Και για να γίνουμε πιο σαφείς, τι είναι αυτό που καθορίζει το αναμενόμενο; Μα οι Φυσικοί Νόμοι φυσικά (ορισμός 1)!

Η Άγνοια (των Φυσικών Νόμων)
Τα άμεσα ερώτηματα που προκύπτουν λοιπόν είναι:
Ερώτηση: Τι είναι θαύμα;
Απάντηση: Δόθηκε στον ορισμό 1, και συμπληρωματικά στους 2,3,4 και 5..
Ερώτηση: Πως θα μπορούσε κάποιος να ξεγελαστεί και να θεωρήσει θαύμα κάτι το οποίο στην πραγματικότητα δεν είναι θαύμα;
Απάντηση: Μόνο από Άγνοια. Θα μπορούσε εύκολα να ξεγελαστεί, αν δεν γνωρίζει τους Φυσικούς Νόμους, ή έστω ότι υπάρχουν Φυσικοί Νόμοι που διέπουν κάποιο φαινόμενο! Αν π.χ. κάποιος δεν γνωρίζει ότι η κίνηση των πλανητών και ουρανίων σωμάτων υπόκειται σε νόμους, και οι εκλείψεις μπορούν να προβλεφθούν, θα γίνει εύκολα θύμα κάποιου ο οποίος έχει διαβάσει για την ακριβή ώρα της έκλειψης ηλίου, και θα ζητήσει από το θεό να κρύψει τον ήλιο μισή ώρα πριν!
Ερώτηση: Ποιος είναι αρμόδιος να χαρακτηρίσει κάτι ως θαύμα;
Απάντηση: Μα φυσικά αυτός ο οποίος γνωρίζει τους Φυσικούς Νόμους και μπορεί να θέσει τις κατάλληλες συνθήκες για ένα πείραμα ώστε να δείξει αν καταστρατηγούνται αυτοί οι νόμοι.
Ααα, πολύ ωραία, τώρα ξεκαθαρίζουν κάπως τα πράγματα! Για την γιαγιά το μυαλό μας κάνει αυτόματα τους εξής συμπερασμούς. Γεννημένη πριν από πολλά χρόνια, τότε που λίγοι άντρες και ακόμα λιγότερες γυναίκες είχαν την ευκαιρία να μορφωθούν. «Θάμα πιδί μ’, θάμα», η προφορά της δείχνει καταγωγή από χωριό, άρα ένας παραπάνω λόγος να υποθέσουμε ότι η συγκεκριμένη κυρία μεγάλωσε μακριά από τα κέντρα γνώσης. Μέσα στην εκκλησία, μαυροφορεμένη και με ραχίτιδα, είναι μια εικόνα που παραπέμπει σε άτομο μεγαλωμένο μέσα σε θρησκευτικό περιβάλλον. Το περιβάλλον αυτό, βρίσκει πρόσφορο έδαφος να προβάλλει και να εξυμνεί τα θαύματα σε ανθρώπους που δεν έχουν γνώσεις και ανεπτυγμένη κριτική σκέψη. Επίσης η γιαγιά ξέρει ότι δεν θα χρειαστεί να αιτιολογήσει το γιατί κάτι είναι θαύμα· το θαύμα στο χώρο της είναι η κρατούσα αντίληψη! Η γιαγιά συνεπώς είναι πιθανότερο να διακατέχεται από Άγνοια. Άρα είναι και εύκολος στόχος για τους θαυματοποιούς!
Για τον καθηγητή από την άλλη, οι συμπερασμοί μας είναι κάπως διαφορετικοί. Γνωρίζει τους φυσικούς νόμους, ή μερικούς από αυτούς, ή έστω ότι όλα τα φαινόμενα διέπονται από κάποιους νόμους, τους οποίους μπορεί να μάθει από τον εκάστοτε ειδικό. Επιπλέον γνωρίζει ότι σε έναν χώρο όπου οι φοιτητές του πρέπει να αραδιάσουν τρεις αποδείξεις και δέκα επιστημονικές παραπομπές στις εξετάσεις, προκειμένου να περάσουν το μάθημα, δεν θα τη βγάλει αναίμακτα εκστομίζοντας πράγματα ανήκουστα, χωρίς να εμφανίσει και τις αντίστοιχες αποδείξεις! Τέλος, και μόνο ως καθηγητής πανεπιστημίου, ανήκει γενικά στους ανθρώπους της Γνώσης. Άρα αποτελεί persona non grata για τα θαύματα!
Το Αποτέλεσμα
Που ακριβώς εμφανίζονται οι συνθήκες για ένα θαύμα; Εκεί όπου υπάρχει ανάγκη για κάποιο αποτέλεσμα. Μόνο με θαύμα θα περάσω στις εξετάσεις! Θεέ μου κάνε το θαύμα σου, να βγει ο γιος μου από την εντατική! Τρεις μέρες περιμένουμε να ακούσουμε για επιζώντες από το ναυάγιο, Άγιε Νικόλαε κάνε το θαύμα σου να γυρίσει ζωντανός ο Λυκούργος!
Μα για μισό λεπτό! Πολλοί άνθρωποι γενικά περνάνε στις εξετάσεις, πολύς κόσμος βγαίνει από την εντατική χάρις στους γιατρούς και αρκετοί καταφέρνουν να επιζήσουν από ναυάγιο. Τότε τι σόι θαύμα είναι αυτό;
Η πολυκατοικία μας έγινε συντρίμμια από το σεισμό, δεν έμεινε τίποτα. Θεέ μου κάνε το θαύμα σου να σηκωθεί και πάλι όρθια και να βρίσκονται όλα στη θέση τους! Και μονολογεί ο θεός: «Τίποτα άλλο ρε μεγάλε;;; Μήπως να κερδίσεις και το τζόκερ και να σε ερωτευτεί και η μις Γιανγκ 2009;;;».
Ο Τρόπος
Για την επίτευξη κάποιου αποτελέσματος, όταν αυτό είναι εφικτό, υπάρχει πάντα κάποιος τρόπος. Και ποιο αποτέλεσμα είναι εφικτό; Μα αυτό που δεν αντίκειται στους Φυσικούς Νόμους! Για να περάσω στις εξετάσεις, πρέπει να γνωρίζω το αντικείμενο, επομένως να διαβάσω! Για να σωθεί κάποιος από σοβαρό τροχαίο, πρέπει να κάνουν χειρουργική επέμβαση οι ειδικοί γιατροί! Για να γυρίσει πίσω όμως ο νεκρός; Μπαα, χλωμό το βλέπω!
Υπάρχουν και άλλοι τρόποι; Χαριτολογώντας πάντα θα έλεγα, επικουρικά ΝΑΙ! Θα περάσω στις εξετάσεις, αν διαβάσει κάποιος άλλος, και αντιγράψω από αυτόν! Θα σωθεί ο Λυκούργος, αν τρέξουν τα σωστικά συνεργεία, και πάω και εγώ να κάνω ένα τάμα στον Άγιο! Θα σωθεί το παιδί στην εντατική αν οι γιατροί κάνουν καλά τη δουλειά τους, και ανάψω και εγώ ένα κεράκι στο ναό!
Θα ξανασηκωθούν τα συντρίμμια από μόνα τους σε μια όρθια και χωρίς ζημιές πολυκατοικία επειδή προσευχήθηκα; ΟΧΙ! Γιατί πολύ απλά, ποιος θα κάνει την πραγματική δουλειά να τα σηκώσει;;;
Το Συμπέρασμα
Οι υποστηρικτές των θαυμάτων χαρακτηρίζονται από τη ευλαβική εμμονή τους να εστιάζουν στον τρόπο και όχι στο αποτέλεσμα, για κάθε φαινόμενο του οποίου τα δεδομένα αγνοούν! Γιατί συμβαίνει αυτό; Πιθανότατα γιατί θέλουν και αυτοί συμμετοχή σε επιτεύγματα τα οποία δεν μπορούν να πετύχουν οι ίδιοι από μόνοι τους. Θέλουν αποτελέσματα δίχως κόπο. Και, δυστυχώς για εμάς, αυτό αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του νεοέλληνα. «Θέλω να περάσω στις εξετάσεις, έστω και χωρίς να έχω ιδέα!». «Θέλω να γίνει καλά ο άνθρωπος μου, αλλά να μην αισθάνομαι και υποχρεωμένος στο γιατρό, τον οποίο πολλάκις έχω φθονήσει για την ευημερία του!». Και ποιος είναι ο πιο εύκολος τρόπος να χρεωθώ μερίδιο στο επιτυχές αποτέλεσμα; Μα φυσικά το να έχω ΜΕΣΟΝ! Και μάλιστα το υπέρτατο μέσον, το οποίο είναι στο πλάι μου και κάνει θαύματα για να ικανοποιήσει τα αιτήματα μου. Στα επιτεύγματα έχουν μερίδιο ελάχιστοι· στα θαύματα όλοι, αρκεί να πιστεύουν!!!
Αυτό λοιπόν που θα έπρεπε να απασχολεί τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο είναι το αποτέλεσμα. Και ως προς τη σημαντικότητα του αλλά και ως προς την εφικτότητα του. Οπότε, έχοντας γνωρίσει ήδη τον ορισμό του θαύματος, ας δούμε τι δεν είναι θαύμα. Θαύμα δεν είναι κάτι το οποίο είναι ασήμαντο – άχρηστο. Δεν νομίζω να ζητούσατε ποτέ την παρέμβαση θεού ή αγίου για να σας φτιάξει ένα τοστ!!! Θαύμα επίσης δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να επιτευχθεί και με άλλους τρόπους, γιατί αυτό σημαίνει ότι επιτρέπεται από τους Φυσικούς Νόμους!!! Τόσο απλά είναι τα πράγματα.
Η ανυπολόγιστη δύναμη της ερώτησης «Εεε και;»
Πρακτικός κανόνας ανίχνευσης θαυμάτων: Οτιδήποτε μπορεί να απαντηθεί με το «Εεε και;» δεν είναι θαύμα. ΠΡΟΣΟΧΗ! Στα παρακάτω παραδείγματα δεν χρειάζεται καν να ελέγξουμε την αλήθεια των ισχυρισμών.
– Η λαμπάδα στον πανάγιο τάφο ανάβει από μόνη της!
– Εεε και; Και εγώ την ανάβω με αναπτήρα, ενίοτε και με σπίρτα.
– Δάκρυσε η εικόνα της Παναγίας!
– Εεε και;
– Θαύμα! Από αυτήν την ασθένεια σώζονται 2 στους 1000, κι ο Αγησίλαος την ξεπέρασε!
– Εεε και; Υπάρχει λοιπόν άλλος ένας στους χίλιους που την ξεπέρασε, είναι ο Ομάρ και κατάγεται από το Μαρόκο και πιστεύει στον Αλάχ. Θαύμα ήταν και εκείνο;
– Ο Ασημάκης έπασχε χρόνια από το στομάχι του. Προσευχήθηκε όμως γι αυτόν ο γέροντας Παχούμιος και τελικά έγινα καλά.
– Εεε και; Και σε έναν καλό διατροφολόγο αν πήγαινε, το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε!
– Θυμάσαι τον Περικλή, που πήγαμε προχτές στην κηδεία του! Έγινε θαύμα και πριν από δύο ώρες σηκώθηκε και είναι και πάλι μαζί μας!
Θα διανοηθεί κανένας να απαντήσει εδώ με το «Εεε και;»; Δεν νομίζω!!! Αλλά μην αγχώνεστε, δεν θα ακούσετε ποτέ σας τέτοιον ισχυρισμό γιατί κάτι τέτοιο αντίκειται στους Φυσικού Νόμους. Είναι δηλαδή πραγματικό θαύμα (μέχρι να αποδειχτεί ότι μπορεί να γίνει ανάνηψη ακόμα και μετά από πέντε μέρες). Και όταν θα ακούσετε για τέτοιο θαύμα, θα είναι πάντα μακριά από κάθε έλεγχο, όπως:
Χωρίς καμία πληροφορία (αδύνατος ο τοπικός έλεγχος). Ανάστησε νεκρό μουσουλμάνο η Παναγία στη Συρία! Πως τον λένε τον Σαουδάραβα; Ααα δεν μπορώ να σου πω! Που θα τον βρούμε να του μιλήσουμε; Ααα δεν μπορώ να σου πω! Εσύ που το ξέρεις ότι έγιναν έτσι; Μα έχει βουίξει ο κόσμος!
Τα πολύ πολύ παλιά χρόνια (αδύνατος ο χρονικός έλεγχος). Σάββατο του Λαζάρου Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ
Το πανίσχυρο «Εεε και;» οφείλει την δύναμη του στο κρυμμένο μήνυμα που ακολουθεί και λέει «…και εγώ μπορώ να το κάνω!. Και αν μπορώ να το κάνω και εγώ, δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί το δικό σου είναι θαύμα, και δεν είναι το δικό μου!!!». Όλα αυτά διατυπωμένα λακωνικά, με δύο απλές λεξούλες, «Εεε και;». Οι οποίες μπορούν να διατυπωθούν σε ένα μεγάλο φάσμα, από το χαμηλόφωνο και ψιλοαδιάφορο «εεε και;», μέχρι το εριστικό και μακρόσυρτο «ΕΕΕ ΚΑΙΑΙΑΙΑΙ….;». Γεμίστε λοιπόν τη φαρέτρα σας με πολλά «Εεε και;» και αρχίστε να τα πετάτε στα μούτρα κάθε απολογητή! Ούτε εξηγήσεις από μέρους σας, ούτε αμφισβητήσεις των λεγόμενων τους. Ξερά «Εεε και;». Βάλτε τους στη διαδικασία να το απαντήσουν! Είναι σαν να βάζεις τον κλέφτη να καλέσει αστυνομία…
Το άρθρο αυτό έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο the Schrodinger’s Dragon, όπου γίνεται ο σχολιασμός.
«Άγιο φως»: η άλλη όψη τού νομίσματος – III
|
|
|
(συνέχεια από το δεύτερο μέρος)
Η αναγκαιότητα τού θαύματος
Πέραν τούτου θα πρέπει όμως να απαντηθεί και ένα άλλο ερώτημα׃ Γιατί άραγε να πρέπει να συμβαίνει αυτό το τόσο επιβλητικό, αλλά και συνάμα τόσο προβλέψιμο θαύμα; Ποια η σκοπιμότητά του; «Μα για να αναδειχθεί η Χάρη τού Θεού και η Ορθοδοξία και να πιστέψει ο κόσμος!», είναι η συχνότερη απάντηση, απλοϊκά διατυπωμένη. Όσοι όμως συμμερίζονται την άποψη αυτή, δε θα πρέπει να ξεχνούν τη «θρησκειολογική και θεολογική διαβεβαίωση, ότι ‘‘το θαύμα είναι παιδί τής πίστεως και τής θελήσεως” τού ατόμου» [19]. Με άλλα λόγια το θαύμα έρχεται με την πίστη, και όχι η πίστη με το θαύμα! Άλλωστε αυτό δεν κήρυττε σύμφωνα με τις Γραφές κι ο Ιησούς; «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε», «μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες»! Αυτό δεν υπαγορεύει το ίδιο το πνεύμα τού χριστιανισμού, ότι δηλαδή η πίστη πρέπει να είναι προϊόν τής ελεύθερης και ανεπηρέαστης ενέργειας τής βούλησης τού ανθρώπου και όχι να επιβάλλεται με τη δύναμη τού ισχυρότερου Θεού; Το ίδιο ακριβώς δεν απαντούν κι οι θεολόγοι στο προκλητικό ερώτημα γιατί ο Ιησούς, εφόσον ως Θεός είχε τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του και να κατέβει ενώπιον όλων θαυματουργικά από τον σταυρό, εντούτοις δεν το έκανε; Γιατί λοιπόν όλα αυτά τα όμορφα λόγια δεν φαίνεται να ισχύουν πια και στην περίπτωση τού «Αγίου Φωτός»; Μάλλον επειδή ενός ατόπου δοθέντος, μύρια έπονται…
Για τού λόγου το αληθές, ας θυμηθούμε την απίστευτη εκείνη δημόσια δήλωση τού π. Μεταλληνού που σχολιάσαμε πιο πάνω, σύμφωνα με την οποία «όταν υπάρχει πίστις και χάρις Θεού στον συγκεκριμένο Πατριάρχη, γίνεται το θαύμα», αλλιώς «μπορεί η κανδήλα να χρησιμοποιηθεί». Αντιλαμβάνονται άραγε οι ορθόδοξοι τη βαρύτητα τής δήλωσης αυτής; Συνειδητοποιούν ότι ένας ορθόδοξος λόγιος κληρικός τής εμβέλειας τού π. Μεταλληνού με τη μεσοβέζικη αυτή ερμηνεία που έδωσε, όχι μόνο σχετικοποίησε και μετρίασε το «θαύμα», όχι μόνο άφησε ανοιχτό το ερώτημα όλους αυτούς τους αιώνες που πέρασαν, πότε το φως όντως εμφανίστηκε θαυματουργικά και πότε όχι, όχι μόνο δεν απέκλεισε την περίπτωση η αφή τού φωτός να γίνεται με καθ’ όλα φυσικό τρόπο από την Κανδήλα, όχι μόνο έβγαλε ψεύτες ή τρελούς όλους εκείνους τους χριστιανούς, κληρικούς και μη, που μας διαβεβαιώνουν κατηγορηματικά ότι η Κανδήλα τη συγκεκριμένη μέρα μεταφέρεται σβηστή μές στο Κουβούκλιο, αλλά ήρθε και σε ευθεία σύγκρουση με το χριστιανικό δόγμα ότι η ευλογία των πιστών κατά την τέλεση μυστηρίων, δεήσεων και λοιπών λατρευτικών πράξεων σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από τον βαθμό αξιοσύνης των ιερουργούντων [20]; Αναρωτήθηκαν λοιπόν οι ορθόδοξοι για τα παρεπόμενα αυτά; Πολύ αμφιβάλλουμε. Όπως και να ’χει, το ελάχιστο για το οποίο θα πρέπει να αναρωτηθούν είναι για ποιον λόγο ο άνθρωπος αυτός που κάποιοι απολογητές επιχείρησαν να παρουσιάσουν ως… δεδηλωμένο φωταμύντορα, παρότι είχε τη χρυσή ευκαιρία ενώπιον τού μεγαλύτερου σύγχρονου Έλληνα φωτομάχου και εκατομμυρίων ορθοδόξων που παρακολουθούσαν τη συζήτηση, να πει καθαρά, ξάστερα και απερίφραστα αυτό που άλλοι χριστιανοί στη θέση του θα βροντοφώναζαν, εκείνος ΠΟΤΕ δεν το ’κανε! Αντ’ αυτού περιορίστηκε σ’ ένα μάλλον καινοφανές, μεσοβέζικο «ναι μεν, αλλά..» που αντί να χρυσώσει το χάπι για τους χριστιανούς, τελικά ήγειρε ακόμα περισσότερα ερωτήματα! [21]
Η σχισμένη κολώνα
Ένα άλλο σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθεί κανείς εξετάζοντας την προϊστορία τού φωτός, είναι η περιβόητη σχισμένη κολώνα και το θαύμα που (θρυλείται ότι) συνδέεται μ’ αυτήν: κάποτε, λέει, όταν ετερόδοξοι επιχείρησαν να εμποδίσουν τον Πατριάρχη να πάρει το φως, αυτό εμφανίστηκε θαυματουργικά ξεπηδώντας μέσα από μία κολώνα η οποία ακόμα και σήμερα φέρει τα ίχνη από τη σαρωτική δύναμη τού υπερφυσικού φαινομένου! Πολλοί ορθόδοξοι λοιπόν κάνουν λόγο για «ιστορικό γεγονός», όταν ακόμα και σκληροπυρηνικοί απολογητές στην περίπτωση αυτή συνιστούν επιφυλακτικότητα [22]. Η πραγματικότητα πάντως είναι ότι η εν λόγω ιστορία παρουσιάζει όλα τα στοιχεία ενός θρύλου. Για παράδειγμα δεν ξέρουμε καλά-καλά πότε ακριβώς συνέβη και ποιοι κρύβονταν πίσω από τη σκευωρία׃ Έγινε ανάμεσα στο 1579-1580 επί Πατριάρχου Σωφρονίου τού Δ΄με υπαιτιότητα των Αρμενίων ή το 1520, εξήντα δηλαδή χρόνια νωρίτερα, επί Δωρόθεου τού Β΄ και με ανάμειξη των Ρωμαιοκαθολικών [23]; Χώρια που το 1634 επί Θεοφάνους τού Γ΄, συνέβη λέει ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό, πάλι με εμπλοκή των Αρμενίων! Μόνο που αυτή τη φορά η φλόγα δεν ξεπήδησε μέσα από κάποια κολώνα, αλλά -σειομένης, λέει, τής γης- από μιαν οπή τής σκέπης τού τρούλου!
Εξετάζοντας ωστόσο τις δύο αυτές ιστορίες, γεννιούνται κάποια ερωτήματα. Το σχίσιμο τής κολώνας φερ’ ειπείν (το οποίο εστιάζεται στο κατώτερο τμήμα της) δεν είναι διαμπερές! Συνεπώς θα πρέπει να δοθεί μια πειστική εξήγηση για το πώς (αλλά κυρίως ΓΙΑΤΙ) το φως διαπερνώντας το υλικό εμπόδιο τής κολώνας άφησε τα ίχνη του μόνο στην εξωτερική πλευρά. Εκτός βέβαια κι αν το σχίσιμο προκλήθηκε από έξω προς τα μέσα κι όχι από μέσα προς τα έξω! Ο Ιάσων Ευαγγέλου στο Θρησκευτικό φαινόμενο κάνει λόγο για φθορά «από την πυρκαγιά του 1808», ενώ ο Καλοκύρης υποστηρίζει ότι επρόκειτο για λάμψη κεραυνού, χωρίς ωστόσο να δίνει περαιτέρω πληροφορίες ή να διευκρινίζει πόθεν τούτο τεκμαίρεται. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει παρ’ όλα αυτά η εικασία του ότι ο θρύλος περί θαυματουργικής εμφάνισης τού φωτός μέσα από την κολώνα «πιθανόν να σχετίζεται με την παλαιά παράδοση που διασώζει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κατά την οποία ο Θεός ‘‘καί τῶ πυρί δεδίττεται -δηλαδή εκπλήσσει, φοβίζει- τους ἀνθρώπους ἀνάπτων ἐκ κίονος τήν φλόγα” […] Και εδώ όμως ο Θεός ‘‘δεδίττεται” με τη φλόγα του κεραυνού που […] έσχισε την κολώνα»! [24]

Όπως και να ’χει, αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν οι Αρμένιοι να βίωσαν μπροστά στα μάτιά τους αυτό το απίστευτο θαύμα, κι όμως αντί να αποκηρύξουν πάραυτα τα σφαλερά τους πιστεύω και να ασπαστούν το ορθόδοξο δόγμα, απλώς αποχώρησαν «ντροπιασμένοι και απογοητευμένοι» όπως επιχαίρουν οι ορθόδοξοι; Γιατί δεν έκαναν αυτό που έκανε ο περιβόητος εκείνος μουσουλμάνος μουεζίνης, ο οποίος, λέει, μόλις είδε το θαύμα εγκατέλειψε τη θρησκεία του κι έγινε χριστιανός; Έπειτα, μόλις μερικές δεκαετίες αργότερα υποτίθεται ότι συνέβη και το δεύτερο θαύμα, με τη γη να σείεται και το φως αυτή τη φορά να βγαίνει από τον τρούλο! Ούτε τότε λοιπόν πείστηκαν οι Αρμένιοι; Κι άντε να δεχθούμε ότι για τον άλφα ή τον βήτα λόγο, δεν το έκαναν. Έκτοτε έχουν παρέλθει πάνω από 400 χρόνια και το θαύμα έχει επαναληφθεί μπροστά στα μάτιά τους ισάριθμες φορές! Ακόμα λοιπόν να πιστέψουν; Εδώ πράγματι, όπως με χιούμορ σχολιάζει ο Μιχάλης Καλόπουλος στο βιβλίο του Θαύμα ή απάτη το «Άγιον» φως τής Ιερουσαλήμ;, ο Αρμένιος παρατηρητής πρέπει σίγουρα να είναι «ο πιο δύσπιστος χριστιανός όλων των εποχών! […] Μόνο ο διάβολος θα είχε τόσο αρνητισμό!».
Η ορθόδοξη αποκλειστικότητα
Ένα άλλο αναπόσπαστο στοιχείο τής υπερφυσικής φωταψίας, είναι η περιβόητη ορθόδοξη αποκλειστικότητα. Το Άγιο Φως όπως θρυλείται, ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει «θαυματουργηθεί» από εκπρόσωπο άλλου δόγματος, παρά μόνο από Ορθόδοξο και Έλληνα Πατριάρχη! Το θέμα ωστόσο -και το διατυπώνουμε πολύ προσεκτικά- δεν είναι απόλυτα αποσαφηνισμένο. Διότι πέραν τής πληροφορίας (κατ’ άλλους εικασίας) τού Κοραή ότι οι Λατίνοι κατά την περίοδο τής κυριαρχίας τους στα Ιεροσόλυμα (1099-1187) «ὀγδοήκοντα ὀκτώ ἔτη ἔθρεψαν μέ τό θαῦμα τοῦτο τήν ἀκολασίαν των», πέραν τής παρατήρησης στο «Ανθολόγιο τής Ιερουσαλήμ» τού Τ. Ψαράκη ότι «οι αρχηγοί των Σταυροφόρων είδαν την τελετήν τού Αγίου Φωτός ως αληθές χρυσωρυχείον […] εμπορευόμενοι την ιεράν φλόγα εντατικώς», και ανεξαρτήτως τού γεγονότος ότι οι Δυτικοί διακύρητταν και διαβεβαίωναν πως μ’ αυτούς μονάχα πραγματοποιείται το θαύμα, υπάρχει και η αναφορά τού μοναχού Βαρθολομαίου Βριτζιανού ως αυτόπτη μάρτυρα το έτος 1168, δεκαεννέα δηλαδή χρόνια προτού ο Πανάγιος Τάφος τεθεί και πάλι υπό τον έλεγχο τής Ανατολικής Εκκλησίας [25]! Τη μαρτυρία αυτή ωστόσο αντιπαρέρχονται οι ορθόδοξοι απολογητές χαρακτηρίζοντας την «ύποπτη και απορριπτέα». Γιατί; Επειδή ο Βαρθολομαίος είδε μεν το θαύμα το 1168, όχι όμως και κατά το πρώτο του προσκύνημα δέκα χρόνια νωρίτερα [26]! Και βέβαια αναπόφευκτη εδώ είναι η σύγκριση με την αντίστοιχη μαρτυρία τής Αιθερίας που παρότι δεν περιέχει την παραμικρή νύξη περί θαύματος, προσμετράται εντούτοις, όπως είδαμε, ανενδοίαστα στα τεκμήρια παλαιότητας τού φαινομένου…
Τελικά με ποια μορφή εμφανίζεται το φως;
Όσον αφορά τώρα τη μορφή με την οποία το «Άγιο Φως» γίνεται εξωτερικά αισθητό, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο: οι αρχαιότερες μαρτυρίες περί θαύματος κάνουν απλώς λόγο για «οὐρανόθεν κατερχόμενο φῶς» χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, ενώ από τον 10ο αιώνα και μετά, το φως εμφανίζεται είτε ως περιστέρι υπεράνω τής ανοικτής οροφής τής ροτόντας είτε ως θεία χρυσή βροχή (αναπόφευκτη εδώ η σύγκριση με τον μύθο τής Δανάης)! Σήμερα δε, βλέπουμε και -με τη βοήθεια της τεχνολογίας- απαθανατίζουμε γαλάζιες αστραπές, πύρινες σφαίρες και φλεγόμενα, μα μη κατακαιόμενα πατριαρχικά Κουβούκλια! [27]

Το πώς μπορεί να συμβαίνουν όλα αυτά τα απίστευτα πράγματα αν όχι θαυματουργικά, είναι φυσικά ένα ζήτημα. Ωστόσο πολλά από τα φαινόμενα που για τους ορθοδόξους αποτελούν ακλόνητες αποδείξεις θεϊκής παρουσίας, μπορούν άνετα να εξηγηθούν και χωρίς την καταφυγή στο υπερφυσικό. Η περίφημη «πύρινη σφαίρα» φερ’ ειπείν, που στο πολυσυζητημένο βίντεο τού π. Στυλιανάκη, βλέπουμε να ελίσσεται ανάμεσα από τους προσκυνητές χωρίς αυτοί να καίγονται ή να αντιλαμβάνονται την παρουσία της, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τη λεπτομερή εξέταση τής επίμαχης σκηνής [28], δεν μπορεί να ήταν παρά ένας από τους… δαδούχους που λίγο πριν από την έξοδο τού Πατριάρχη περνούν τρέχοντας ανάμεσα από το πλήθος! Εξίσου ορθολογικά μπορούν επίσης να εξηγηθούν οι διάφορες αστραπές, πύρινες γλώσσες, λάμψεις και λοιπές συγκεντρώσεις φωτός που -θαυματουργικά, υποτίθεται- εμφανίζονται εκ των υστέρων στα βίντεο και στις φωτογραφίες [29]! Όλα αυτά είναι φαινόμενα που επιδέχονται λογικές εξηγήσεις. Ακόμα και για τις αυταναφλεξεις σε κανδήλες και κεριά, όπως όλοι γνωρίζουμε, έχουν διατυπωθεί συγκεκριμένες υποψίες και εικασίες, με βασικότερο τους εκφραστή τον σκεπτικιστή συγγραφέα-ερευνητή Μιχάλη Καλόπουλο. Η θεωρία βέβαια, σύμφωνα με την οποία τα κεριά εμβαπτίζονται σε λευκό φώσφορο και αυταφλέγονται αργότερα δημιουργώντας «συνθήκες θαύματος», δε φαίνεται να εξηγεί το φαινόμενο πειστικά σε όλες του τις εκφάνσεις και σίγουρα χρειάζεται περαιτέρω τεκμηρίωση. Ακόμα κι έτσι όμως, φαίνεται εξαιρετικά δύσκολο να αποσείσει κανείς την αίσθηση ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο τής Δανιμαρκίας…
Και πότε;
Παρεμπιπτόντως, δεν είναι μόνο ο τρόπος, αλλά και ο χρόνος εμφάνισης τού φωτός που διαφοροποιήθηκε στο πέρασμα των αιώνων: Κάποτε, γύρω στα τέλη τού 4ου αιώνα η φωταψία άρχιζε το απόγευμα, αργότερα από τον 5ο έως και τον 7ο αιώνα κατά το σούρουπο, ενώ σήμερα -προφανώς λόγω τής μεταφοράς τού φωτός με ειδική πτήση και τιμές αρχηγού κράτους- στις 12:00 το μεσημέρι. Ό,τι μας βολεύει δηλαδή και ο Θεός ακολουθεί… Το θέμα τού χρόνου ωστόσο δεν είναι μονοδιάστατο. Διότι πέραν τής γνωστής διαλεκτικής περί Παλαιού και Νέου Ημερολογίου, αξιοπρόσεχτη είναι και η θεολογική επισήμανση τού αρχιμανδρίτη Προκοπίου Δενδρινού γύρω στο 1833 ότι εφόσον «κατά το Μέγα Σάββατο, κατά την πίστη τής Εκκλησίας, ο Χριστός ‘‘ἦν ὑπό γῆν”», η τελετή και κατ’ επέκταση το «θαύμα» γίνεται «παρά καιρόν», και «κατά τον Μ. Βασίλειο, ό,τι γίνεται ‘‘παρά καιρόν” ανήκει στα ‘‘παρ’ ἐντολήν”, αντίθετα δηλαδή με το θέλημα τού Θεού». [30]
Η ακαΐα
Η εξελικτική πορεία τού «Αγίου Φωτός» μέσα στον χρόνο, δεν ήταν βέβαια δυνατόν να μην αγγίξει και την κατά πολλούς εντυπωσιακότερη ιδιότητά του: την περιβόητη ακαΐα. Αρχικά, λέει, η φλόγα δεν καίει, και μόνο μετά την πάροδο τριάντα τριών ολόκληρων λεπτών, αποκτά τις φυσικές της ιδιότητες [31]! Το εκπληκτικό δε είναι ότι η ακαΐα ΔΕΝ συνδέεται, λέει, με τον βαθμό πίστης ή τις γενικότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις τού ατόμου, με αποτέλεσμα να βιώνεται ακόμα και από ανθρώπους που δεν πιστεύουν καν στο Άγιο Φως! Φαίνεται όμως πως και εδώ υπήρξαν σημαντικές τροποποιήσεις προϊόντος τού χρόνου. Διότι τουλάχιστον την εποχή τού ιερομονάχου και ιεροδιδασκάλου Γαβριήλ (1755-1815), όπως ο ίδιος μας διαβεβαιώνει, η ακαΐα εξαρτάτο ΑΜΕΣΑ από τον βαθμό τής πίστης με την οποία προσερχόταν κανείς στο φως: Ευλαβείς και ενάρετοι προσκυνητές «τό ἐβάστασαν μετά πίστεως ὥραν ἱκανήν καί εἰς τάς χεῖρας καί εἰς τούς κόλπους καί εἰς τό πρόσωπον αὐτό καί δέν ἐκάησαν. Ἀλλ’ ἤρχισες νά διστάζεις […] καί νά δοκιμάζεις ὄχι μέ πίστιν, ἀλλά μέ ἀμφιβολίαν […]; Καίει˙ τό ομολογώ»! [32]
Το τι ισχύει λοιπόν τελικά για το θέμα αυτό, παραμένει ομιχλώδες. Ο ίδιος ο εκπρόσωπος Τύπου τού Πατριαρχείου Ιεροσολύμων πάντως, σε ερώτηση που τού απήυθυνε δημοσίως ο Μιχάλης Καλόπουλος εάν υπάρχει επίσημη αποδοχή τού φαινομένου, σύμφωνα με τη μαρτυρία τού συγγραφέα, απάντησε δύο φορές με ένα ξερό όχι! Γεγονός είναι παρ’ όλα αυτά ότι στην πραγματικότητα πολλοί προσκυνητές με τον ένα ή τον άλλον τρόπο έρχονται σε επαφή με τη φλόγα -κατά τα φαινόμενα- χωρίς να καίγονται. Βέβαια όλα αυτά τα βίντεο που κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο αποτελούν αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης αφού συνήθως -όχι όμως πάντα- παρουσιάζουν ανθρώπους να περνούν το χέρι με μεγάλη ταχύτητα πάνω από τα κεριά αποφεύγοντας την παρατεταμένη επαφή με την αναμμένη φλόγα. Πολλοί επίσης παραπέμποντας στο πανάρχαιο έθιμο τής πυροβασίας, υποστηρίζουν ότι το φαινομένο τού Μ. Σαββάτου μπορεί να εξηγηθεί με παρόμοιο τρόπο, λαμβάνοντας δηλαδή υπ’ όψιν την υπερβατική ψυχική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πιστοί τη στιγμή εκείνη καθώς και την επακόλουθη έντονη εφίδρωση, ενώ άκρως εντυπωσιακές και απόλυτα απομυθοποιητικές είναι και οι επιδείξεις ακαΐας τού Ρώσου σκεπτικιστή Ιγκόρ Ντομπροκότωφ που μπροστά τους οι περισσότερες από τις αντίστοιχες των χριστιανών μοιάζουν μ’ αθώο παιχνιδάκι! [33]

Ανεξάρτητα όμως από την πραγματική -αντικειμενική ή υποκειμενική- υπόσταση τού φαινομένου, γεννάται το ερώτημα: Γιατί 33, 23, 13 ή οσαδήποτε λεπτά και όχι πάντα; Γιατί το θαύμα στη γένεσή του να είναι τόσο εντυπωσιακό, τόσο υπέρλογο, μα στη συνέχεια να υπόκειται σε φυσικούς περιορισμούς; Γιατί αυτή η μεσοβέζικη μετριότητα; Μην ξεχνάμε ότι το φως εφόσον υποτίθεται πως κατέρχεται θαυματουργικά εξ ουρανού, απ’ ευθείας από την άκτιστη χάρη τής Τριαδικής θεότητας, είναι ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ, αλλά και εντελώς ΑΣΚΟΠΟ να υφίσταται στη συνέχεια αυτήν την αλλοίωση! Εδώ ακόμα κι ο αγιασμός που στην αρχή δεν είναι παρά απλό φυσικό νεράκι, σύμφωνα με τους ορθοδόξους δεν αλλοιώνεται όσα χρόνια κι αν περάσουν, και αλλοιώνεται το «Άγιο φως» που υποτίθεται πως κατεβαίνει από τον ουρανό; Όσο δε για το αντεπιχείρημα ότι η απαίτηση για χρονικά μη πεπερασμένη ακαΐα αποτελεί ασέβεια προς τον Θεό αφού τα θαύματα δε γίνονται χάριν εντυπωσιασμού, ο ισχυρισμός αυτός συνιστά κατάφωρη αντίφαση που έρχεται σε απόλυτη σύγκρουση με όλη τη μεγαλοπρέπεια των φαινομένων που προηγούνται: των συριγμών, των υπερφυσικών, εξωκόσμιων λάμψεων, των ανεμοστρόβιλων, των πύρινων σφαιρών, των αναφλέξεων από το πουθενά και όλων αυτών των… ταπεινών θεϊκών σημαδιών που καταγράφονται κάθε Μεγάλο Σάββατο στον Ναό τής Αναστάσεως! Εκτός κι αν ούτε αυτά αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό μας…
Η δικτατορία των αυτοπτών μαρτύρων
Όμως έχουν το δικαίωμα να συζητούν περί τού θαύματος όσοι δεν έχουν βρεθεί καν ποτέ τους εκεί; Μα… γιατί όχι άραγε; Αναντίρρητα η -νηφάλια- παρατήρηση εκ τού σύνεγγυς, εξ ορισμού παρέχει περισσότερα πλεονεκτήματα, με κυριότερο τη δυνατότητα σχηματισμού σφαιρικότερης εικόνας τού θέματος. Όμως ακόμα κι αυτό το επιχείρημα θα πρέπει να σχετικοποιηθεί. Εν προκειμένω, η πρόσκληση-πρόκληση προς όλους τους δύσπιστους να επισκεφθούν όποτε θέλουν τούς Αγίους Τόπους ώστε να βεβαιωθούν ιδίοις όμμασι για τη γνησιότητα τού θαύματος, δεν έχει ουσιαστικό αντίκρυσμα. Η τόσο μεγαλόψυχη αυτή πρόταση, βλέπετε, θα αποκτούσε νόημα μόνο αν τον έλεγχο διενεργούσε μια ανεξάρτητη επιστημονική ομάδα που θα είχε τη δυνατότητα να εργαστεί υπό συνθήκες πλήρους διαφάνειας ακολουθώντας όλους τούς εμπλεκομένους κατά πόδας και καταγράφοντας το φαινόμενο σε όλες του τις φάσεις – ακόμα και μέσα στο ίδιο το Κουβούκλιο! Αλλιώς σε τι θα διέφεραν οι ελεγκτές από τούς υπόλοιπους, απλούς επισκέπτες τού Ναού; Τι παραπάνω θα έβλεπαν από το «θαύμα» σε σχέση μ’ αυτά που μπορούν να δουν και στα βίντεο; Θα ’βλεπαν κεριά να αυταναφλέγονται; Τα ’χουνε δει ήδη. Μήπως κανδήλες ν’ ανάβουν από το πουθενά; Κι αυτό είναι γνωστό. Πύρινες σφαίρες να σχίζουν τον αιθέρα και φωτεινές κορώνες να αιωρούνται πάνω από τα κεφάλια των προσκυνητών; Μα αυτά δεν τα βλέπουν ούτε καν οι ίδιοι οι πιστοί που υποτίθεται πως τους συμβαίνουν! Οπότε με ποιο σκεπτικό δεν αναγνωρίζεται στους υπόλοιπους το δικαίωμα να μιλούν; Ασφαλώς, το ιδανικό -όπως είπαμε- θα ήταν η κριτική να συνοδεύεται και από κάποια προσωπική μαρτυρία, αλλά επίσης ιδανικό θα ήταν, κάμερες να σάρωναν κάθε τετραγωνική ίντσα τού Ναού τής Αναστάσεως συμπεριλαμβανομένου και τού ίδιου τού Κουβουκλίου! Συνεπώς το τι θα ήταν ιδανικό και τι όχι, είναι ένα ζήτημα το οποίο από μόνο του θα μπορούσε να μας βάλει σε μια διαδικασία ατέρμονων συζητήσεων. Άλλωστε δε γίνονται δα και όλοι όσοι παρίστανται στην τελετή, αυτομάτως… χριστιανοί ορθόδοξοι ούτε και πείθονται πως όντως συμβαίνει κάποιο θαύμα. Χαρακτηριστικές είναι για παράδειγμα οι περιπτώσεις των Ιάσονα Ευαγγέλου και Κώστα Δημόπουλου οι οποίοι παρότι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες στην τελετή, όχι μόνο δεν είδαν τις αμφιβολίες τους να σκορπούν στούς τέσσερις ανέμους, αλλά το αντίθετο: τις είδαν να θεριεύουν και στο τέλος να γίνονται απόλυτη άρνηση [34]! Ομοίως όμως, ούτε το γεγονός ότι πολλοί πράγματι πείθονται και πιστεύουν, σημαίνει ότι τα αίτια τής μεταστροφής τους βρίσκονται και εντός πραγματικότητας! Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση τού π. Στυλιανάκη ο οποίος -όπως προαναφέραμε- πίστεψε πως αξιώθηκε να δει και να απαθανατίσει μιαν άυλη πύρινη σφαίρα -το ίδιο το «Άγιο φως»!- να περνά ανάμεσα από το πλήθος χωρίς όμως να γίνεται ορατή και αισθητή, ενώ αυτό που στην πραγματικότητα είδε, δεν ήταν παρά ένας απλός άνθρωπος μ’ έναν δαυλό στο χέρι! Ακλόνητη απόδειξη, αν μη τι άλλο, ότι η απλή παρουσία μας και μόνο στον Ναό τής Αναστάσεως, σε καμία περίπτωση δε θα ήταν αρκετή για να μάθουμε τι πραγματικά συμβαίνει!
Η αδυσώπητη πρόκληση
Όλη αυτή τη μυστικότητα με την οποία περιβάλλεται το «θαύμα», καυτηριάζει στο ανέκδοτο σύγγραμμά του Τα περί του Αγίου φωτός και ο Αγιορίτης Αρχιμανδρίτης Προκόπιος Δενδρινός, χαρακτηρίζοντας την ευθέως ύποπτη και παραπλανητική. Δε διστάζει μάλιστα να απευθύνει στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα μιαν απίστευτη πρόκληση:
«Ας αφήσουν τις κανδήλες τού Ναού απαρασκεύαστες, χωρίς λάδι και φυτίλια, την θύρα τού Κουβουκλίου ανοικτή, για να φαίνεται από παντού ο ‘‘επιτάφιος λίθος”, ώστε να είναι όλα φανερά, όπως στην περίπτωση τού προφήτου Ηλία. Ας απομακρυνθούν και οι θυρωροί, ή μάλλον να πραγματοποιήσουν λεπτομερή αυτοψία τού επιτάφιου λίθου, να καθαρίσουν όλο τον λίθο με ύδωρ καθαρό, χύνοντας μετά μία υδρία ύδατος επάνω του. Να εμποδίσουν την είσοδο και σ’ αυτόν τον εκπρόσωπο τού Πατριάρχη από το πρωί τής Μεγάλης Πέμπτης, ως το πρωί της Κυριακής. Και τότε, ας εισέλθει ο ‘‘φωτεκφόρος” και ας παραλάβει το Φως! Η μυστικότητα όμως είναι ύποπτη και γίνεται όχι για να μη ‘‘παρεισαχθεί φως χειροποίητον” -αφού τούτο είναι αδύνατον- αλλά για να μη ‘‘φωραθή η λανθάνουσα προκατασκευή”, δηλαδή η απάτη. Διότι οι κανδήλες ετοιμάζονται από τον πατριαρχικό Επίτροπο, και όχι ως συνήθως από τον Νεοκώρο. Τα κεριά αλείφονται με ‘‘σπίρτον” και δεν επιτρέπεται εις άλλον να παραλάβει το φως, ούτε και στούς επισημότερους κληρικούς-προσκυνητές. Όλα δείχνουν ότι είναι ‘‘αυτόχρημα δημιουργία” και αυτό ψιθυρίζεται και από τους ίδιους τούς Αγιοταφίτες.» [35]
Τα κεριά
Το αν πράγματι πρόκειται περί αισχρού τεχνουργήματος -όπως ήδη τονίσαμε-, υπό τις παρούσες συνθήκες και δεδομένης τής αδυναμίας διενέργειας αυστηρού επιστημονικού ελέγχου, δεν είναι δυνατόν να τεκμηριωθεί με αδιάσειστα στοιχεία. Εικασίες βέβαια γίνονται, αλλά ακόμα υπάρχουν πολλά που πρέπει να εξηγηθούν πειστικά. Παρ’ όλα αυτά για κάποια από τα επιχειρήματα που συνήθως προβάλλουν οι ορθόδοξοι κατά τής θεωρίας τού Καλόπουλου, υπάρχουν απαντήσεις.
Λένε για παράδειγμα οι χριστιανοί ότι ο σκεπτικιστής συγγραφέας παραβλέπει το γεγονός πως ενώ τα κεριά αγοράζονται σε διαφορετικές στιγμές, «κόντρα σε κάθε λογική ανάβουν την ίδια στιγμή». Το ότι όμως ανάβουν ΟΛΑ τα κεριά, και μάλιστα ακριβώς την ίδια στιγμή, ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ! Τα πλάνα που βλέπουμε κάθε χρόνο στην τηλεόραση, αλλά και διάφορες μαρτυρίες ανθρώπων που έχουν βρεθεί εκεί, το επιβεβαιώνουν. Στην υποθετική λοιπόν περίπτωση απάτης, το γεγονός ότι τα κεριά διατίθενται ήδη μέρες πριν προς πώληση και αγοράζονται σε διαφορετικες στιγμές, δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα αφού πρώτον, σημασία δε θα είχε το πότε θα αγοράζονταν τα κεριά, αλλά το πότε θα εμβαπτίζονταν στο διάλυμα φωσφόρου. Δεύτερον, ο Καλόπουλος υποστηρίζει ότι σε τηλεοπτική εκπομπή που έχει μαγνητοσκοπημένη, ο τέως διευθυντής τού Δημοκρίτειου ερευνητικού κέντρου Νίκος Κατσαρός, βεβαίωσε υπεύθυνα πως η χρονοκαθυστέρηση στην αυτανάφλεξη του φωσφόρου μπορεί να ανέλθει ακόμα και σε ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ! Πέραν τούτου, το φαινόμενο να καπνίζουν τα κεριά λίγο πριν από την αυτανάφλεξή τους, είναι εξαιρετικά ύποπτο [36]! Το ίδιο ακριβώς, βλέπετε, γίνεται και με τον φωσφόρο, και όπως είναι φυσικό δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι ένα ουρανόπεμπτο φως είναι λογικό να έχει την ίδια συμπεριφορά! Άλλωστε, άκαιρες αυταναφλέξεις είναι πολύ πιθανό πράγματι να συμβαίνουν! Στο βιβλίο του ο Καλόπουλος αναφέρει μάλιστα μία κωμικοτραγική περίπτωση όπου αντί να αυταναφλεχθεί το κερί μιας κοπέλας, πήρε φωτιά το… καπέλο της! «Πράγμα που σημαίνει πως […] κάποιος, με τη χημική κεφαλή του κεριού του, ακούμπησε κατά λάθος το καπέλο της, με αποτέλεσμα την ώρα του θαύματος, η πίστη της κοπέλας να αναφλέξει το… καπέλο της και όχι τη λαμπάδα της!» [37]. Τέλος, εξίσου πιθανό είναι και το ενδεχόμενο να μην είναι ΟΛΑ τα κεριά «πειραγμένα»! Αν ΟΛΑ τα κεριά άναβαν από μόνα τους, δε θα βλέπαμε ολοκάθαρα τον Πατριάρχη να μοιράζει το φως, ούτε και ανθρώπους να προσφέρουν τη φλόγα τους στο διπλανό τους!
Όπως και να ’χει, το τι πραγματικά συμβαίνει κάθε Μεγάλο Σάββατο στον Πανάγιο Τάφο, όντως δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα. Σίγουρα, από τη στιγμή που κάποιος δεν πιστεύει στον χριστιανικό Θεό, προφανώς τού είναι και αδύνατον να δεχθεί την (αν)ορθόδοξη εκδοχή περί θαύματος. Υποψίες και ενδείξεις άλλωστε -όπως είπαμε- υπάρχουν πολλές. Και ποιος ξέρει: κάποια στιγμή ίσως έρθουν κι οι αποδείξεις…
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
19 ![]() | Μεταλληνός, σελ. 20 |
20 ![]() | Οι υβρίζοντες απολογητές που διατείνονται ότι το εν λόγω δόγμα ισχύει μόνο για τα 7 μυστήρια, θα πρέπει να δώσουν μια πειστική απάντηση στο ερώτημα τι γίνεται λοιπόν στην περίπτωση ενός μνημοσύνου ή αγιασμού που τελείται από ανάξιο ιερέα! Αφού ΔΕΝ πρόκειται περί μυστηρίων, μας λένε ότι το αιτούμενο των πιστών δεν λαμβάνεται καν υπ’ όψιν;; |
21 ![]() | Εκτενή σχολιασμό τής συζήτησης μπορείτε να βρείτε στις σελίδες: http://anazitiseis-hh.blogspot.com/2008/08/blog-post_27.html και http://omadeon.wordpress.com/2007/04/08/.../#comment-21585 |
22 ![]() | «Σημ: Καλό θα είναι να είναι κανείς λίγο επιφυλακτικός σε αυτό το γεγονός, χωρίς και να θέλω να το αμφισβητήσω, καθόσον θέλω να πιστεύω ότι ο Θεός δεν ξεχωρίζει εθνικότητες. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι το Άγιο φως μέσα στον ναό μεταξύ πιστών δεν κάνει τέτοιες διακρίσεις. Λέτε όμως να κάνει έναντι δογμάτων;» (Aπό σχετικό άρθρο τού Ανώνυμου Απολογητή |
23 ![]() | Καλοκύρης, σελ. 172-173 |
24 ![]() | Ομ., σελ. 195 |
25 ![]() | Ομ., σελ. 185-186 |
26 ![]() | Μεταλληνός, σελ. 272 |
27 ![]() | Συχνά προβάλλεται ως επιχείρημα η απουσία πυρκαγιών παρά την ανεξέλεγκτη φωτοχυσία. Πέραν ωστόσο των διαφόρων μικροατυχημάτων που ενίοτε συμβαίνουν, καθώς και τής πυρκαγιάς τού 1808 που κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος τού Ναού τής Αναστάσεως και το Κουβούκλιο τού Παναγίου Τάφου, ο π. Στυλιανάκης στην ιστοσελίδα του γράφει επί λέξει τα εξής: «Ευτυχώς υπήρχαν οι αστυνομικοί και με πυροσβεστηράκια έσβηναν από μακριά, τις προκλητικές φλόγες! Θα είχαμε πάρει φωτιά όλοι και κάποια στιγμή κινδύνεψα να χάσω και την κάμερα από τις φλόγες!». Όντως λοιπόν θαύμα (δουλεύουν οι πυροσβεστήρες...)! |
28 ![]() | Εκτενής ανάλυση και απομυθοποίηση τού φαινομένου στο http://anazitiseis-hh.blogspot.com/2009/05/blog-post_21.html |
29 ![]() | Πλούσιο φωτογραφικό υλικό στο http://anazitiseis-hh.blogspot.com/2009/05/blog-post_19.html |
30 ![]() | Ομ., σελ. 125, 349 |
31 ![]() | 33 τα κεριά, 33 και τα λεπτά τής ακαΐας - όσα δηλαδή και τα χρόνια τού Ιησού! Συνεπώς ακατανόητες όλες αυτές οι διχογνωμίες και εικασίες των μελετητών γύρω από το ζήτημα τής πραγματικής του ηλικίας. Το θέμα λύθηκε: 33! |
32 ![]() | Μεταλληνός, σελ. 96, 205-206, 214 |
33 ![]() | http://neholyfire.narod.ru/ob/10.6.01.htm |
34 ![]() | Ι. Ευαγγέλου, Το θρησκευτικό φαινόμενο και Κ. Δημόπουλος, Άγιοι Τόποι |
35 ![]() | Μεταλληνός, σελ. 128, 361 |
36 ![]() | Το ότι τα κεριά καπνίζουν πριν από την ανάφλεξη επιβεβαιώνει ρητά και ο ίδιος ο π. Στυλιανάκης στην ιστοσελίδα του: «Δεν άναψε όμως η δική μου, αλλά είδα με τα μάτια μου και ρίγησα, άλλες λαμπάδες μέσα στο πλήθος του κόσμου να ανάβουν σποραδικά, αφού για λίγο στην αρχή κάπνιζαν!». |
37 ![]() | Μ. Καλόπουλος, Θαύμα ή απάτη το «Άγιον» φως τής Ιερουσαλήμ;, σελ. 189 |
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στην πλήρη του μορφή (πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος μαζί) στο ιστολόγιο Τι εστίν αλήθεια,όπου γίνεται ο σχολιασμός.
→ Θεολογία
«Άγιο φως»: η άλλη όψη τού νομίσματος – II
|
|
|
(συνέχεια από το πρώτο μέρος)
Ο σωματικός έλεγχος και η Ακοίμητη Κανδήλα
Όσον αφορά τώρα τη σωματική έρευνα στην οποία (υποτίθεται ότι) υποβάλλεται ο Πατριάρχης πριν από την είσοδό του στο Κουβούκλιο, κατά τον κ. Καλοκύρη όλα αυτά «είναι ένας θρύλος, προïόν κατώτερης λαïκής ευσεβόφρωνος αφέλειας […] που υποβιβάζει σε ‘‘απάτη” την έντιμη και ακατάκριτη συμπεριφορά του, και τον παρουσιάζει έτσι ως συνεργό στην εμφάνιση ενός ψευδοθαύματος […]». Διότι «η αφαίρεση των αμφίων και η εμφάνισή του μόνο με το στιχάριο αποτελεί μέρος τού σχετικού Τυπικού της Εκκλησίας. Δηλαδή πρόκειται για διαδικασία η οποία σημαίνει ότι ο Πατριάρχης, εκφράζοντας ταπείνωση και άκρα ευλάβεια, πριν πλησιάσει και περάσει στο Πανάγιο Άδυτο απεκδύεται τα δηλωτικά τού επισκοπικού αξιώματος άμφια» μένοντας με «το στιχάριο (το απλούστερο και κοινό άμφιο για κάθε βαθμίδας κληρικό)» [10]! Ακόμα κι έτσι όμως, ο χαρακτηρισμός τής διαδικασίας που μεσολαβεί μεταξύ τής συμβολικής αφαίρεσης των εξωτερικών αμφίων (μόνο αυτών!) τού Πατριάρχη και τής εισόδου του στο Κουβούκλιο ως «εξονυχιστικού σωματικού ελέγχου», αποτελεί, αν μη τι άλλο, μια… υπερβολικά γενναιόδωρη διατύπωση που καθιστά οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση για το θέμα ήδη εκ των προτέρων άνευ αντικειμένου!
Το ζήτημα δε περιπλέκεται ακόμα περισσότερο όταν έρχεται κανείς αντιμέτωπος με δημόσιες τοποθετήσεις θεολογικά πεπαιδευμένων ορθοδόξων, σύμφωνα με τις οποίες η περίφημη Ακοίμητος Κανδήλα -κατά τους χριστιανούς σβηστή τη συγκεκριμένη μέρα- στην πραγματικότητα είναι… αναμμένη! Ο π. Μεταλληνός φερ’ ειπείν, σε δημόσια τηλεοπτική του εμφάνιση παρουσία τού Μιχάλη Καλόπουλου, δήλωσε επί λέξει ότι κατά την προσωπική του πεποίθηση «όταν υπάρχει πίστις και χάρις Θεού στον συγκεκριμένο Πατριάρχη, γίνεται το θαύμα. Όταν δεν υπάρχει πίστις, μπορεί η κανδήλα να χρησιμοποιηθεί…»! Μόνο που για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί η Κανδήλα σε περίπτωση αναξιότητας τού Πατριάρχη, προφανώς δεν είναι σβηστή! Αλλιώς με ποιον άλλον τρόπο θα άναβε;! Εξίσου προβληματική είναι και η τοποθέτηση τού θεολόγου Δ. Κόκορη ο οποίος παρότι στο βιβλίο του βιβλίο «Άγιο Φως» αναφέρθηκε ρητά στο σβήσιμο όλων των πηγών φωτός, σε τηλεοπτική συζήτηση που έγινε τη Μεγάλη Πέμπτη, δήλωσε επανειλημμένα ότι φως ΥΠΑΡΧΕΙ μέσα στο Κουβούκλιο, αλλά… δε χρησιμοποιείται! Έτσι λοιπόν το ερώτημα που αβίαστα προκύπτει εδώ, είναι πώς είναι δυνατόν να γίνονται τέτοιου είδους δηλώσεις από θεολογικά καταρτισμένους ανθρώπους που συν τοις άλλοις έχουν ασχοληθεί σε ειδικά πονήματά τους επισταμένως με το θέμα;! Πώς γίνεται να μας διαβεβαιώνει ο Κόκορης στο βιβλίο του ότι σ’ ολόκληρο τον Ναό δεν καίει τίποτα τη συγκεκριμένη μέρα, και στην τηλεόραση να ομολογεί ΡΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΙΛΗΜΜΕΝΑ (άρα δεν επρόκειτο περί λάθους που έγινε εν τη ρύμη τού λόγου) ότι ναι, μέσα στο Κουβούκλιο υπάρχει μεν αναμμένη φλόγα, όμως δεν ανάβει από ’κεί τα κεριά του ο Πατριάρχης;! Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να τονίζει κιόλας με έμφαση ότι ούτως ή άλλως προηγείται και… σωματικός έλεγχος!
Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερον ότι ακόμα και μεταξύ ανθρώπων των οποίων ο λόγος -τουλάχιστον θεωρητικά- έχει βαρύνουσα σημασία, επικρατεί βαρεία σύγχυση – για να μην πούμε διγλωσσία. Διότι το ζητούμενο εδώ δεν είναι τόσο να εξακριβωθεί το τι πραγματικά συμβαίνει με την Ακοίμητη Κανδήλα, όσο το να εξηγηθούν και να κατανοηθούν οι ανακόλουθες και αποκλίνουσες δηλώσεις ορθοδόξων ειδικών για το ζήτημα. Το τι αναφέρει η χριστιανική βιβλιογραφία, ούτως ή άλλως είναι ευρέως γνωστό ۬ το ίδιο και οι πολυάριθμες αναφορές αυτοπτών μαρτύρων. Αυτό όμως που δεν είναι γνωστό και χρήζει διερεύνησης είναι το γιατί ενώ γίνονται τέτοιες εξωφρενικές δηλώσεις σαν κι αυτές που είδαμε, κάποιοι αντί να αναγνωρίσουν την προβληματικότητα των τοποθετήσεων αυτών, προτιμούν να σφυρίζουν αδιάφορα…
Η αθώωση τής εκκλησίας
Η αδιαμφισβήτητης εγκυρότητας μελέτη τού κ. Καλοκύρη, την οποία, σημειωτέον, υποστήριξε ηθικά και υλικά η ίδια η Αγιοταφιτική Αδελφότητα (εξού και η σχετική αφιέρωση τού συγγραφέα στον πρόλογο τού βιβλίου), αν μη τι άλλο εγείρει τεράστια ζητήματα και έρχεται να δικαιώσει όλες τις φωνές αμφισβήτησης που υψώθηκαν ποτέ γύρω από το αμφιλεγόμενο φαινόμενο. Ακόμα και η ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία εκείνου τού Κύπριου ιεροψάλτη στις 9/12/2002 κατά τη διάρκεια μιας σχετικής με το θέμα τηλεοπτικής εκπομπής τού καναλιού EXTRA ή οι εκπληκτικές δηλώσεις τού τοποτηρητή τού Πατριαρχικού θρόνου Ιεροσολύμων, Μητροπολίτη Πέτρας Κορνήλιου στις 11/4/2001 στο MEGA, αποκτoύν πλέον άλλη βαρύτητα. Ο κ. Καλοκύρης πάντως μολονότι ελέγχει -με το γάντι πάντως- την Ποιμαίνουσα Εκκλησία για την επιλογή της να «αντιπαρέρχεται σιωπηρά τον υποκειμενικό θρησκευτικό ενθουσιασμό και την ιερή έξαψη» των πιστών («ίσως με τη σκέψη να μην κλονιστεί το φρόνημα τού απλούστερου λαού») [11], την απαλλάσσει στο τέλος από κάθε ευθύνη, αφού «η αρμόδια Εκκλησία Ιεροσολύμων επισήμως, με μια ειδική τελετουργική πράξη της (δηλαδή την ειδική δέηση) εκφράζει σαφώς την όλη αλήθεια για το Άγιο Φως και τη φύση του».
Τα αναπάντητα ερωτήματα
Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Διότι τα ερωτήματα που εγείρει ο υπερτονισμός τής ακεραιότητας των Πατριαρχών και ο ισχυρισμός ότι για τη μυθοποίηση τής Τελετής σε καμία περίπτωση δεν ευθύνεται η Εκκλησία, αλλά ο απλός λαός, είναι αμείλικτα: Προς τι λοιπόν οι κατ’ έτος επαναλαμβανόμενες υμνολογίες των Αγιοταφιτών και οι πλήρεις ιερής συγκίνησης διαβεβαιώσεις περί γνησιότητας τού θαύματος; Και προς τι το σφράγισμα τού Τάφου; Κι ο χρόνος παραμονής τού Πατριάρχη εντός Κουβουκλίου γιατί ενίοτε παρουσιάζει σημαντικές αυξομειώσεις; Και τα κεριά των πιστών (και απίστων) γιατί αυταναφλέγονται; Και οι κανδήλες; Κι οι πύρινες σφαίρες που έχουμε δει σε διάφορα βίντεο να σχίζουν τον αιθέρα; Και οι γαλάζιες λάμψεις; Αφού -όπως οι ίδιοι οι ορθόδοξοι φωτομάχοι υποστηρίζουν- δεν πρόκειται για θαύμα, προφανώς κάποιος τα προετοιμάζει όλα αυτά. Ποιος όμως; Δεν είναι ο Θεός, δεν είναι οι πιστοί, δεν είναι η Εκκλησία – μα ποιος είναι τότε επιτέλους;! Κι όποιος κι αν είναι, γιατί τον αφήνουν να ενισχύει «την τού χύδην λαού υπόληψιν»;
Αυτά είναι σημαντικότατα ζητήματα τα οποία δυστυχώς ούτε ο κ. Καλοκύρης, αλλά ούτε και οι υπόλοιποι εκ των έσω προερχόμενοι επικριτές τόλμησαν ποτέ να ενσωματώσουν στην κριτική τους. Αμφισβήτησαν, απομυθοποίησαν, καυτηρίασαν, μα εν τέλει απέφυγαν να βάλουν το δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων. Έκαναν δηλαδή, για να το πούμε λαϊκά, μισές δουλειές! Πραγματικά όμως το θέμα πρέπει επιτέλους να ξεκαθαρίσει. Διότι από τη μία μεν έχουμε την πραγματικότητα τής ευχής που μας λέει ξεκάθαρα ότι το φως, μπορεί μεν να είναι άγιο, αλλά όχι για τον λόγο που πιστεύουν οι ορθόδοξοι, μα κι απ’ την άλλη την εξίσου απτή πραγματικότητα των αυταναφλέξεων και τής εντυπωσιακής φωτοχυσίας. Οι δύο αυτές πραγματικότητες όμως είναι σαφές ότι δεν μπορούν να εναρμονιστούν η μία με την άλλη. Για την ακρίβεια, αλληλοαναιρούνται! Διότι ούτε ο Πατριάρχης θα έλεγε αυτά που λέει μέσα στο Κουβούκλιο, αν όλη αυτή η απίστευτη φωτοχυσία είχε θεϊκή προέλευση, κυρίως δε δύσκολα θα ζητούσε τον καθαγιασμό ενός ΗΔΗ πανίερου φωτός!
Τα πράγματα είναι λοιπόν ξεκάθαρα׃ Είτε το θαύμα είναι όντως γνήσιο κι όμως οι Πατριάρχες υπακούοντας σε μια παντελώς ακατανόητη εμμονή συνεχίζουν εδώ και αιώνες να αναπέμπουν κατ’ έτος μία δέηση με σαφώς απομυθοποιητικό περιεχόμενο ή η δέηση περιγράφει αυτό ακριβώς που συμβαίνει στην πραγματικότητα, οπότε από κάποιους θα πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες για μία από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές απάτες που στήθηκαν ποτέ στην ιστορία τού πλανήτη!
Το περιεχόμενο τής προσευχής τού Πατριάρχη όμως δεν είναι η μοναδική αντίφαση για την οποία αναζητείται απάντηση. Υπάρχουν και κάποια άλλα «σκοτεινά» σημεία που πρέπει επιτέλους να φωτιστούν ώστε -όπως χαρακτηριστικά το θέτει ο κ. Καλοκύρης- να οδηγηθούμε «από την παραπληροφόρηση στην ορθή πληροφόρηση». Για παράδειγμα το ζήτημα τής παλαιότητας.
Ο μύθος τής παλαιότητας
Πολλοί ορθόδοξοι επιχειρώντας να γεφυρώσουν το χάσμα των «άφωτων» αιώνων και να προσδώσουν στο «θαύμα» μεγαλύτερη παλαιότητα απ’ ότι στην πραγματικότητα τού αναλογεί, μιλούν για «χρονική συνέχεια που εκτείνεται μέχρι τον 1ο αιώνα, όταν ο Απόστολος Πέτρος βλέπει το Φως μέσα στον Τάφο τού Ιησού» [12] και μέμφονται τον Κοραή που στον Διάλογο του τοποθετεί την πρώτη μαρτυρία για το φως ως θεόπεμπτο όχι νωρίτερα από το έτος 870. Και πράγματι η μαρτυρία τού Βερνάρδου δεν είναι η αρχαιότερη׃ Σύμφωνα με τον Μοσχέμιο ήδη τον 8ο αιώνα ο Πρεσβύτερος Οθμάρος από το Πικτάβιο είδε το υπερφυσικό φως με τα ίδια του τα μάτια [13]. Η μαρτυρία τής Αιθερίας ωστόσο (κατ’ άλλους Σύλβιας τής Ακουιτανίας), την οποία οι απολογητές επίσης προσμετρούν στα τεκμήρια παλαιότητας, όπως είδαμε, σε καμία περίπτωση δεν περιγράφει το φως ως θεόπεμπτο, αλλά αναφέρει ότι τα κεριά που σήμερα βλέπουμε ν’ αυταναφλέγονται, τότε απλώς ΑΝΑΒΟΝΤΑΝ, το δε φως που χρησιμοποιούνταν για τον σκοπό αυτό, εξαγόταν από τον Πανάγιο Τάφο όπου και ΕΚΑΙΓΕ ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΝ! Περί αυτααναφλέξεων όμως, γαλάζιων αστραπών και συριγμών, ουδέν! Πώς είναι όμως δυνατόν εάν τα φαινόμενα αυτά συνέβαιναν και την εποχή εκείνη, η Αιθερία να μη σπατάλησε ούτε μια λεξούλα για να τα μνημονεύσει; Έτσι λοιπόν είναι σαφές ότι η επίμαχη μαρτυρία σε καμία περίπτωση δε μπορεί να συνδεθεί με την εκδοχή περί θαύματος. Το επιχείρημα δε ότι η Ισπανίδα προσκυνήτρια «ΔΕΝ αναφέρει ΠΟΥΘΕΝΑ αν το φως αυτό ανάβει θαυματουργικά ή όχι», όπως ακριβώς και η ένσταση ότι η ευχή ΔΕΝ αναφέρει πουθενά ρητά ότι το φως ΔΕΝ κατέρχεται εξ ουρανού, ασφαλώς δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική, αφού -όπως εξηγήσαμε- δεν είναι δυνατόν οτιδήποτε λέγεται για οποιοδήποτε θέμα, να αποκλείει ρητά και οποιοδήποτε άλλο πιθανό σενάριο εξυπηρετεί τον καθένα! Εν προκειμένω, μήπως θα έπρεπε δηλαδή η Αιθερία να είχε καταστήσει σαφές ότι δεν ίσχυε κάτι που θα εμφανιζόταν… μερικούς αιώνες αργότερα και το οποίο συνεπώς εκείνη ούτε καν… γνώριζε ως ζήτημα;!
Άνευ αντικειμένου είναι επίσης η αναφορά τού Ιωάννη τού Δαμασκηνού (κάθισμα Όρθρου, τού πλαγίου δ´ ήχου τής Παρακλητικής) και κατ’ επέκταση κι αυτή τού Γρηγορίου Νύσσης (Περί της Αναστάσεως τού Χριστού, Λόγος Β´), πρώτον επειδή η σύνδεσή τους μ’ αυτό καθαυτό το «Άγιο Φως» είναι τραβηγμένη από τα μαλλιά, κυρίως δε επειδή στο σχετικό ευαγγελικό εδάφιο (το οποίο συνήθως μνημονεύεται ως η αρχαιότερη μαρτυρία και ουσιαστικά απαρχή τού θαύματος) δεν γίνεται πουθενά λόγος περί φωτός, η έκπληξη δε του Πέτρου προέρχεται -όπως ρητά αναφέρεται- από τη θέα των κενών περιεχομένου οθονίων!
Την απουσία ωστόσο οποιασδήποτε μνείας περί φωτός στην εν λόγω ευαγγελική περικοπή αντιπαρέρχονται οι ορθόδοξοι με το επιχείρημα ότι εφόσον ο Πέτρος έφτασε στον τάφο «σκοτίας ἔτι οὔσης» και μολαταύτα μπόρεσε να διακρίνει τα «ὀθόνια κείμενα μόνα», τότε λογικά θα πρέπει να υπήρχε εκεί και κάποια άλλη πηγή φωτός που δεν προερχόταν από τους αγγέλους [14], παραβλέποντας όμως ότι το Ευαγγέλιο -όπως εύστοχα επισήμανε ο Αγιορίτης Αρχιμανδρίτης Προκόπιος Δενδρινός περί το 1833- δε λέει ότι ο Πέτρος ήταν αυτός που έφθασε στο μνήμα «σκοτίας ἔτι οὔσης», αλλά η Μαγδαληνή. Έτσι λοιπόν μέχρι να ειδοποιηθεί ο Πέτρος και να μεταβεί κι αυτός με τη σειρά του στον τάφο, το σκοτάδι λογικά θα είχε παρέλθει [15], πράγμα που σημαίνει ότι και αυτό το επιχείρημα καταρρίπτεται.
Όπως γίνεται λοιπόν σαφές, με λεκτικές ακροβασίες και εικασίες επί εικασιών, τα πράγματα δεν αλλάζουν׃ Οι μεγάλοι πατέρες τής Εκκλησίας αλλά και όλες εκείνες οι στρατιές περιηγητών και προσκυνητών που επί αιώνες όργωναν σπιθαμή προς σπιθαμή τούς Άγιους Τόπους, εξακολουθούν να σιωπούν σαδιστικά γύρω από το υποτιθέμενο θαύμα, αφήνοντας τούς πιστούς μ’ ένα πελώριο γιατί. Η απάντηση όμως είναι απλή׃ Επειδή δεν υπήρχε κανένα θαύμα! Σύμφωνα με πολυάριθμες μαρτυρίες που φτάνουν μέχρι και το 745 [16], αυτό που λάμβανε χώρα κάθε Μ. Σάββατο ήταν απλώς μια τελετή ευλογίας ενός καθ’ όλα φυσικού, κτιστού φωτός προερχομένου από μία ή και περισσότερες λυχνίες που έκαιγαν νυχθημερόν στο εσωτερικό τού Πανάγιου Τάφου! Κάποια στιγμή όμως, πιθανότατα περί τα τέλη τού 8ου αιώνα, η τελετή αυτή μυθοποιήθηκε κι έτσι προέκυψε το «θαύμα». Αυτά δεν είναι απλώς εικασίες, αλλά το συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει μελετώντας τη για τους περισσότερους από μας -πιστούς και μη- ελάχιστα γνωστή προϊστορία τού «Αγίου Φωτός».
Κτιστό ή άκτιστο; Η μεγάλη αντίφαση
Και στο ζήτημα αυτό φαίνεται να υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα. Σύμφωνα λοιπόν με το ορθόδοξο δόγμα, το άκτιστο φως, εκπορευόμενο απ’ ευθείας από τον Τριαδικό Θεό, αξιώνονται να το δούν και να το βιώσουν μόνο οι λίγοι εκείνοι εκλεκτοί που με την αγνή προσευχή και την άσκηση καταφέρνουν να φτάσουν σε ανώτερα πνευματικά επίπεδα. Ως κτιστό αντίθετα νοείται το φυσικό φως που προέρχεται είτε από τον άνθρωπο (π.χ. κεριά, δαυλοί κ.λπ.) ή από διάφορα φυσικά αίτια όπως π.χ. ο ήλιος. Στην περίπτωση τού «Αγίου Φωτός» όμως περί τίνος πρόκειται; Είναι άκτιστο ή κτιστό; Η πρώτη περίπτωση απορρίπτεται ασυζητητί, αφού αν ήταν άκτιστο, τότε σίγουρα δε θα γινόταν «αισθητό από όλους αδιακρίτως , από δικαίους και αδίκους, από αμαρτωλούς και εξαγνισμένους, πιστούς ή απίστους, από αδιάφορους τουρίστες και παντοειδείς περίεργους, από Ορθοδόξους και ετεροδόξους, αλλά ακόμη και από είρωνες τής Πίστεως και από φανατικούς αλλόθρησκους» [17]! Κι επειδή βέβαια το δεύτερο ενδεχόμενο -να πρόκειται δηλαδή περί κτιστού φωτός- συνεπάγεται την απόρριψη κάθε περίπτωσης θαύματος, οι ορθόδοξοι ισχυρίζονται ότι το «Άγιο Φως» στην πραγματικότητα είναι κάτι ενδιάμεσο: ενέργημα μεν τής ακτίστου Χάριτος τού Θεού, όμως σίγουρα όχι το άκτιστο θείο Φως τού Θαβώρ και τής Αναστάσεως. «Οπως αγιάζεται το νερό και το έλαιον, έτσι αγιάζεται και το στοιχείον του φωτός». Μ’ αυτά ακριβώς τα λόγια προσδιόρισε ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος σε άρθρο του στο Βήμα το φαινόμενο τού «Αγίου Φωτός», παραβλέποντας ωστόσο την καθοριστικής σημασίας λεπτομέρεια ότι συγκρίνοντάς το με καθ’ όλα φυσικές ύλες (νερό και λάδι) που κατά τη χριστανική πίστη μόνο κατόπιν τής ειδικής ευχής τού ιερέα καθίστανται άγιες, απλά το τοποθέτησε -χωρίς να το θέλει βέβαια- στην ίδια ακριβώς βάση: στην αρχή φυσικό και μόνο μετά την ευχή τού Πατριάρχη άγιο!! Ως εκ τούτου είναι σαφές ότι το ζήτημα τής φύσης τού φωτός ούτε με τη συγκεκριμένη ερμηνεία τού Ναυπάκτου διευθετείται. Το αντίθετο θα λέγαμε: περιπλέκεται σοβαρά!
Το ίδιο ακριβώς λάθος μάλιστα βλέπουμε και στην ερμηνεία τού Ν. Λογάδη (1779-1835) ο οποίος στο ανέκδοτο έργο του Αντιπροσβολή, επιχειρώντας να εξηγήσει το γεγονός ότι το φως δεν παραμένει αναλλοίωτο, το παραλλήλισε με το«νερόν τοῦ βαπτίσματος» στηριζόμενος στο επιχείρημα ότι και τα δύο αγιάζουν και γεμίζουν με χάρη τον πιστό (αλλά στη συνέχεια αλλοιώνονται). Όπως ακριβώς και ο Ναυπάκτου δηλαδή, επικεντρώθηκε στο κοινό στοιχείο που συνδέει το νερό και το φως (ευεργετική δύναμη), παραβλέποντας όμως εντελώς την καθοριστικής σημασίας διαφορά ότι το πρώτο πριν από την ευχή τού ιερέα ΔΕΝ εμφανίζεται θαυματουργικά και ως εκ τούτου ούτε το ίδιο είναι άγιο ούτε μπορεί ν’ αγιάσει κανέναν! Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να παραλληλίζεται με το «Άγιο Φως» το οποίο -κατά τους Ορθοδόξους- και θαυματουργικά εμφανίζεται και εξαρχής είναι άγιο;
Όπως και να ’χει, κατά τον Λογάδη το φως όντως κατέρχεται ουρανόθεν, αλλά επειδή δεν εκπηγάζει «ἀπό την ἀναλλοίωτον τοῦ Θεοῦ οὐσίαν», δεν είναι άκτιστο και γι’ αυτό (μετά την αρχική ακαΐα) αλλοιώνεται [18]. Πώς είναι όμως δυνατόν το φως -έτσι όπως το βλέπουμε κάθε χρόνο να εμφανίζεται- από τη μια να χαρακτηρίζεται ενέργημα τής ακτίστου Χάριτος τού Θεού κι από την άλλη να μην «ἐκπηγάζει ἀπό την ἀναλλοίωτον τοῦ Θεοῦ οὐσίαν»; Τι δικολαβίστικες ερμηνείες είναι αυτές; Ας εισαχθεί τουλάχιστον κάποιος νέος όρος για να μπορούμε να συννενοηθούμε. Ας χαρακτηριστεί το φως «ημιάκτιστο»: ένα όχι άπαξ εμφανισθέν, αλλά κατ’ εμφανιζόμενο έτος φως, το οποίο, παρότι προέρχεται από την άκτιστη θεία χάρη, εν τούτοις γίνεται απ’ όλους ορατό και συν τοις άλλοις, μετά την παρέλευση ενός χρονικού διαστήματος μερικών λεπτών τής ώρας, αλλοιώνεται χάνοντας την ιδιότητα εκείνη που το ’κανε να ξεχωρίζει από οποιοδήποτε άλλο κοινό φυσικό φως!
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
(η συνέχεια και το τέλος στο επόμενο)
Το άρθρο θα παρουσιαστεί σε τρία μέρη και μετά την ολοκλήρωση της ανάρτησής του θα δοθεί σύνδεσμος για τα σχόλιά σας.
«Άγιο φως»: η άλλη όψη τού νομίσματος – I
|
|
|

Ας είμαστε ειλικρινείς: η περίπτωση το φαινόμενο τού «Αγίου Φωτός» όντως να οφείλεται σε θαύμα, για τους περισσότερους από εμάς τους «θρησκευτικά αποστασιοποιημένους», δεν μπορεί να ιδωθεί διαφορετικά παρά μόνο ως ένα απειροελάχιστο θεωρητικό ενδεχόμενο που ο προσδιορισμός τής πιθανοφάνειάς του ελάχιστα θα απείχε από τη διαρρήδην απόρριψή του. Γεγονός είναι όμως επίσης ότι οι διάφορες προσπάθειες απομυθοποίησης που κατά καιρούς έχουνε γίνει από την πλευρά των σκεπτικιστών, παρότι εξηγούν κάποιες εκφάνσεις τού φαινομένου, προς το παρόν δεν έχουν καταφέρει ακόμα να δώσουν απόλυτα πειστικές απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που εγείρει η πολυσυνθετότητά του. Το τι λοιπόν πραγματικά συμβαίνει κάθε Μεγάλο Σάββατο στα Ιεροσόλυμα, υπό τις παρούσες συνθήκες δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο αυστηρής επιστημονικής έρευνας. Αυτό ωστόσο που ανενδοίαστα μπορεί να διερευνηθεί και να προσεγγισθεί με κριτικό πνεύμα είναι το θεολογικό υπόβαθρο τού φαινομένου και η -για την πλειονότητα των πιστών- λιγότερο γνωστή προϊστορία του.
Ο μύθος τής μυστικής προσευχής
Γύρω από την ειδική δεητική ευχή που αναπέμπεται από τον Έλληνα Πατριάρχη, έχουν υφανθεί φοβεροί μύθοι και θρύλοι, με κοινό παρονομαστή την πεποίθηση ότι πρόκειται για κάποια μυστική προσευχή που μόνο εκείνος γνωρίζει! Κάτι τέτοιο ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Η εν λόγω ευχή δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1933 από τον Αρχιμανδρίτη (διδάκτορα τού Πανεπιστημίου Αθηνών) Κάλλιστο Μηλιαρά και αναδημοσιεύτηκε το 1967 στο περιοδικό Νέα Σιών, επίσημο όργανο δημοσιευμάτων τού Πατριαρχείου Ιεροσολύμων [1] ۬ συνεπώς δε μιλάμε για κάποιο επτασφράγιστο, φοβερό μυστικό στο οποίο κανείς άλλος δεν έχει πρόσβαση πλην τού Ορθόδοξου Πατριάρχη, αλλά για ένα κείμενο που είδε για πρώτη φορά το φως τής δημοσιότητας ήδη πριν από ογδόντα σχεδόν ολόκληρα χρόνια!
Η απίστευτη ομολογία
Τι λέει όμως άραγε η πολυθρύλητη αυτή προσευχή; Τι δέεται ο Πατριάρχης όταν απομονώνεται στο Κουβούκλιο τού Παναγίου Τάφου; Μα τι άλλο -θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς- παρά να συμβεί αυτό που (υποτίθεται ότι) κάθε φορά συμβαίνει: να κατέλθει δηλαδή το «Άγιο Φως» θαυματουργικά από τον ουρανό και να φωτίσει όλη την οικουμένη! Όμως αλίμονο, οι φραστικές διατυπώσεις που χρησιμοποιούνται στην ευχή, είναι σαφέστατες και οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η φωταψία στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια τελετή συμβολικού χαρακτήρα και ότι το φως που εμφανίζεται κάθε Μεγάλο Σάββατο στα Ιεροσόλυμα, δεν κατέρχεται εξ ουρανού, αλλά έχει απολύτως φυσική προέλευση, χαρακτηρίζεται δε άγιο ακριβώς επειδή εξάγεται από τον Πανάγιο Τάφο!
Η ερμηνεία αυτή -όπως θα καταδειχθεί παρακάτω- προκύπτει αβίαστα με την απλή ανάγνωση και μόνο τής ευχής, κάτι που στο βιβλίο του Φωτομαχικά-Αντιφωτομαχικά ρητά παραδέχθηκε ακόμα και ο π. Μεταλληνός (!), συντασσόμενος έτσι απόλυτα με «τόν σεβαστό μου διδάσκάλο, γνωστό άρχαιολόγο καί άριστο γνώστη τού χώρου τής Ὀρθόδοξης Λατρείας, καθηγητή καί ακαδημαϊκό κ. Κωνσταντίνο Καλοκύρη».
Ο π. Μεταλληνός στο βιβλίο του συμπυκνώνει και σχολιάζει έργα υπερμάχων, αλλά και αρνητών τής θεωρίας περί θαύματος, τα οποία και αναδημοσιεύει αυτούσια. Ορισμένα επιχειρήματα -τόσο υπέρ όσο και κατά- αξιολογούνται με προσεχτικούς, μετριοπαθείς χαρακτηρισμούς, ενώ άλλα αφήνονται ασχολίαστα. Αυτό όμως που πραγματικά αφήνει τον αναγνώστη άναυδο είναι η απερίφραστη παραδοχή ότι στην ευχή -την οποία κι ο ίδιος ο κληρικός-καθηγητής δέχεται ως «‘‘κλειδί” για την κατανόηση της Τελετής και την τεκμηρίωση της φύσεως τού ‘‘Αγίου Φωτός”»– «[…] ‘‘πουθενά δεν γίνεται λόγος (ούτε καν υπαινιγμός) περί ‘άνωθεν κατερχομένου αΰλου Φωτός’ κατά τη στιγμή εκείνη, αλλά νοείται μόνο φως φυσικό, πού ανάβεται στην ανάμνηση του Αναστάντος Χριστού”». [2]
Με το συγκλονιστικό αυτό σχόλιο λοιπόν, ο π. Μεταλληνός -όπως κι ο ίδιος πριν από μερικούς μήνες ρητά παραδέχθηκε σε δημόσια τηλεοπτική του εμφάνιση- εξέφρασε σαφείς επιφυλάξεις για το φαινόμενο τού «Αγίου Φωτός», γεγονός για το οποίο -όπως ο ίδιος παρατήρησε- θα έπρεπε μάλιστα όχι να κατηγορείται, αλλά να επαινείται! Διά τής έμμεσης δε αυτής αμφισβήτησης, συντάχθηκε όχι μόνο με την ερμηνεία τού διδασκάλου του Κωνσταντίνου Καλοκύρη, αλλά στον πυρήνα της εν μέρει και μ’ αυτήν τού Στ. Καραθεοδωρή, ιατρού, κορυφαίου στελέχους τού φαναριώτικου κύκλου και συγγραφέα σημαντικών φιλολογικών και θεολογικών έργων, ο οποίος θεωρούνταν από τη Μεγάλη Εκκλησία θεολογική αυθεντία [3]. Ο Καραθεοδωρής στο ανέκδοτο έργο του Αντίρρησις (1832-1836) ενώ ασκεί κριτική στον Κοραή για την πολεμική του κατά των Ιεροσολυμίτων Πατριαρχών, στο ζήτημα τού «Αγίου Φωτός» δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών [4]:
«[…] ἐκράτησεν ἔθος ἀνάπτεσθαι φῶς ἐπί τοῦ ἁγίου τάφου καί ἀπ’ ἀυτό ἄλλα φῶτα πανηγυρικά […]»
«Τό ἐν Ἱερουσαλήμ Ἅγιον φῶς οὐδείς τῶν πατριαρχῶν, τῶν ἄρχιερέων, τῶν ἱερέων, τῶν ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας μετόχων, ὡς οὐδέ οἱ πλείους τῶν τυχόντων πιστεύουσι θαυματουργικόν […]»
«Ἀλλά διατί τό λέγουσιν Ἅγιον Φῶς; Ναίσκε! Ἅγιον Φῶς! Διότι ἀνάπτεται ἐπί τόν ἅγιον τάφον, καί οἱ πιστοί ευλαβῶς τό λαμβάνουσιν, ἀλλ’ ἡ εὐλάβεια αὕτη μεταπεσοῦσα εἰς δεισιδαιμονίαν διά τήν τῶν πολλῶν ἀμάθειαν ἰσχυροποίησε μεταξύ τῶν ἁπλουστέρων ἀδελφῶν καί τόν λόγον, ὅν προλαβόντως διέδωκαν οἱ Φραγκοπαπάδες ἀνέκαθεν, ὅτι διά θαύματος ἅπτεται φῶς»
«Τό φῶς, λοιπόν, οὐδ’ ἄλλην ἁγιότητα ἔχει, εἰ μή ὅτι ἀνάπτεται εἰς τόν τάφον τοῦ Κυρίου [5], καθ’ ἥν ἡμέραν ἐτελέσθη τό μέγα μυστήριον τῆς ἀναστάσεως […]»
Ο προβληματισμός τού π. Μεταλληνού
Συνεκτιμώντας δε την κατηγορηματική διαβεβαίωση τού Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη το 1800 ότι το φως δεν κατέρχεται θαυματουργικά εξ ουρανού, αλλά ανάβεται από τον Πατριάρχη κι εν συνεχεία μεταδίδεται στους πιστούς ως αγιασμένο, χωρίς η εκκλησία να μπορεί να θεραπεύσει «τήν τοῦ χύδην λαοῦ ὑπόληψιν» [6] και σε συνδυασμό με παλαιότερες μαρτυρίες όπως αυτήν τής Αιθερίας το 385 μ.Χ. («κατά τήν δεκάτη ὥρα […], ἀνάβουν ὅλους τούς λύχνους καί τά κηρία, πράγμα πού κάνει μιά ἐξαίρετη φωτοχυσία. Ἀλλά τό φῶς μέ τό ὁποῖον ἀνάβουν (αὐτά), δέν τό φέρνουν ἀπ’ ἔξω ἀλλά προέρχεται ἀπό τό ἐσωτερικό του σπηλαίου […] ὅπου νυχθημερόν καίει λύχνος») [7], δεν μπορεί κανείς παρά να προβληματιστεί σφόδρα. Ο ίδιος ο π. Μεταλληνός στη μελέτη του αποστασιοποιήθηκε ρητά από τη συλλογιστική τής κατ’ οικονομίαν σιωπώσης Εκλησίας δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι προτιμά «τους ‘‘αθέους” που απορρίπτουν διαρρήδην κάθε περίπτωση θαύματος στο θέμα τού ‘‘Αγίου Φωτός”, από την για οποιονδήποτε λόγο απόκρυψη […] τής αλήθειας» [8]! Μιας αλήθειας την οποία ωστόσο η Εκκλησία κατά τον κ. Καλοκύρη στην ουσία ομολογεί με την ευχή έστω που διαβάζεται κατά την Τελετή τού Μ. Σαββάτου. Την εν λόγω δέηση παραθέτει και αναλύει στο βιβλίο του ο κ. Καλοκύρης διεξοδικά καταλήγοντας στο συμπέρασμα που -όπως είδαμε πιο πάνω- ασπάστηκε στη μελέτη του το 2001 και ο π. Μεταλληνός: ότι δηλαδή εάν θέλουμε να κατανοήσουμε την τελετή και τη φύση τού φωτός («φυσικό ή υπερφυσικό;»), θα πρέπει να δούμε τι λέει η ευχή και αυτό που αβίαστα προκύπτει από την ευχή είναι ότι το φως ανάβει με καθ’ όλα φυσικό τρόπο, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και η αγιότητά του συνίσταται απλώς και μόνο στο γεγονός ότι προέρχεται από τον Πανάγιο Τάφο!
Διαβάζοντας την προσευχή
Να όμως μερικά από τα επίμαχα σημεία τής ευχής στα οποία ο αναγνώστης καλείται να εστιάσει την προσοχή του:
«[…] μνείαν ποιούμεθα καὶ τῆς ἐν Ἅδου καθόδου σου, […] τῇ ἀσταπῇ τῆς σῆς θεότητος φωτὸς πληρώσας τά καταχθόνια. Ὅθεν […] κατὰ τοῦτο τὸ ὑπερευλογημένον Σάββατον […] σὲ τό ὄντως ἱλαρὸν καὶ ἐφετὸν φῶς ἐν τοῖς καταχθονίοις θεϊκῶς ἐπιλάμψαν, ἐκ τάφου δέ θεοπρεπῶς ἀναλάμψαν ἀναμιμνησκόμενοι, φωτοφάνειαν ποιούμεθα, σού τήν πρός ἡμᾶς συμπαθῶς γενομένην θεοφανείαν, εἰκονίζοντες˙[…] Διά τοῦτο, ἐκ τοῦ ἐπὶ τοῦτον τὸν φωτοφόρον σου Τάφον ἐνδελεχῶς καί ἀειφώτως ἐκκαιομένου φωτός εὐλαβῶς λαμβάνοντες, διαδίδομεν τοῖς πιστεύουσιν εἰς σὲ τὸ ἀληθινὸν φῶς καὶ παρακαλοῦμεν καὶ δεόμεθὰ σου, Παναγιότατε Δέσποτα, ὅπως ἀναδείξῃς αὐτὸ ἁγιασμοῦ δῶρον καὶ πάσης θεϊκῆς σου χάριτος πεπληρωμένον, διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου καὶ φωτοφόρου Τάφου σου˙καὶ τοὺς ἁπτομένους ευλαβῶς αὐτοῦ εὐλογήσης καί ἁγιάσης […]. Αμήν.»
Όπως επισημαίνει ο κ. Καλοκύρης «η ευχή είναι πολύ διαφωτιστική». Και πράγματι, πουθενά δε γίνεται λόγος για θαυματουργικά εμφανιζόμενο φως, αλλά «νοείται μόνο φως φυσικό, που ανάβεται στην ανάμνηση τού Αναστάντος Χριστού, τού αληθινού φωτός τού Κόσμου». Εις ανάμνησιν λοιπόν τού θαύματος εκείνου, ο Πατριάρχης δημιουργεί -ο ίδιος!- εμφάνιση φωτός, εικονίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη θεοφάνεια τού Χριστού που βίωσαν οι άνθρωποι. «Και η Ευχή […] προχωρεί και εξηγεί το από πού παίρνεται το φως για να ανάψουν οι λαμπάδες και, στη συνέχεια, να μεταδοθεί στούς πιστούς. Και είναι ο τόπος αυτός ο άγιος Τάφος και πηγή τού φωτός το οποίο ευλαβώς λαμβάνει ο Πατριάρχης, είναι η ιερή λυχνία που ΣΥΝΕΧΩΣ και πάντοτε καίει εκεί».
Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του ο κ. Καλοκύρης τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση τη λέξη «ἀναδείξῃς» η οποία «δηλώνει καθαρά ότι το φως (όχι μόνο δεν είναι ουρανόπεμπτο, αλλά) δεν έχει ακόμα αναδειχθεί ιδιαίτερον ‘‘αγιασμοῦ δώρον” […]. Εάν όμως, με άλλα λόγια, το φως ήταν ουρανόπεμπτο, τότε δεν θα παρακαλούσε ο Πρωθιεράρχης όπως το αναδείξει ο Θεός. Και πώς θα γίνει αυτή η ανάδειξη; Επεξηγεί η ευχή: Διά τής χάριτος τού Παναγίου Τάφου».
Προς επίρρωσιν δε τής ερμηνείας αυτής ο κ. Καλοκύρης παραπέμπει «στις ευχές τού Μεγάλου Αγιασμού των Θεοφανείων (όπως γίνει το ‘‘ὕδωρ ἁγιασμοῦ δῶρον καί … ἀναδειχθῆναι αὐτό ἀποτρόπαιον…”), και τής ευχής για τη μετουσίωση των Τ. Δώρων στη Λειτουργία τού Μ. Βασιλείου (δέεται ο ιερέας όπως ο Θεός τα Τίμια Δώρα ‘‘εὐλογῆσαι, ἁγιάσαι και ἀναδεῖξαι”). Λοιπόν ‘‘ἁγιάσαι και ἀναδεῖξαι” έχουμε σε αυτές τις ευχές, όπως ακριβώς και στην ευχή τού αγίου φωτός».
Ο χριστιανικός αντίλογος
Η ευχή, αντιλέγουν οι ορθόδοξοι, σε κανένα σημείο δεν αναφέρει ρητά ότι το φως ΔΕΝ κατέρχεται θαυματουργικά, αλλά ανάβεται συμβολικά (εννοείται υπό τινός). Εκτός αυτού, η διατύπωση «ὅπως ἀναδείξῃς αὐτὸ ἁγιασμοῦ δῶρον» ουδόλως σημαίνει ότι το φως δεν είναι ήδη άγιο. Απλώς ο Πατριάρχης δέεται οι πιστοί που θα το λάβουν με ευλάβεια, να ευλογηθούν και να γίνουν κοινωνοί τής αγιότητάς του. Ό,τι ακριβώς δηλαδή συμβαίνει και με τη Θεία Ευχαριστία όπου ο ιερέας μετά τη μετάληψη των (μεταβληθέντων και συνεπώς ΗΔΗ αγίων) Τιμίων Δώρων, αναπέμπει ευχές με αιτούμενο την ευλογία των μεταλαβόντων.
Οι ενστάσεις όμως αυτές είναι πέρα για πέρα αβάσιμες. Καταρχάς ο ισχυρισμός ότι η ευχή σε κανένα σημείο δεν αναφέρει ρητά πως το φως ΔΕΝ κατέρχεται θαυματουργικά, αλλά ανάβεται συμβολικά υπό τινός, έρχεται καταφανώς σε σύγκρουση με τη θέση που διατύπωσε ο π. Μεταλληνός στο βιβλίο του. Ο κληρικός-καθηγητής, υπενθυμίζουμε, χαρακτήρισε το συμπέρασμα τού Καλοκύρη ότι πουθενά στην ευχή δεν αναφέρεται ρητά ή έστω υπονοείται ένα ουρανόθεν κατερχόμενο φως, αυτολεξεί ΟΡΘΟ. Συνεπώς οποιαδήποτε απόπειρα εξαγωγής τού αντίθετου συμπεράσματος επί τη βάσει τού κειμένου τής ευχής, αυτομάτως θέτει σε άμεση αμφισβήτηση την κρίση τού π. Μεταλληνού. Η ορθοδοξία, ασφαλώς, δεν εκπροσωπείται ούτε και δεσμεύεται από το τι λέει κάθε φορά ο κληρικός-καθηγητής ή οποιοσδήποτε άλλος λόγιος θεολόγος, επειδή όμως από την πλευρά των απολογητών επιχειρήθηκε να διαστρεβλωθεί το νόημα των δηλώσεων αυτών και να υποβαθμισθεί το θέμα, καλό είναι να μπουν τα πράγματα στη σωστή τους βάση.
Πέραν τούτου, με ποια λογική η σιωπή μιας μαρτυρίας περί τού οποιουδήποτε συμπεράσματος θα ήθελε να εξαγάγει κανείς, θεωρείται επιχείρημα υπέρ τής ορθότητας τού μη ρητά αναφερομένου ή σαφώς υπονοουμένου αυτού συμπεράσματος; Πώς είναι δυνατόν δηλαδή, επειδή η ευχή δεν αναφέρει το τι ΔΕΝ συμβαίνει, να συνάγεται με τόση ευκολία το συμπέρασμα ότι αυτό κάλλιστα μπορεί να… συμβαίνει;! [9]
Ούτως ή άλλως όμως, δε χρειάζεται να ψάχνουμε για εκείνα που ποτέ δεν ειπώθηκαν, αφού κι αυτά που ειπώθηκαν αρκετά είναι. Το ότι το φως δεν κατέρχεται ουρανόθεν, αλλά προέρχεται από ανθρώπινο χέρι, προκύπτει φερ’ ειπείν από τη φράση «φωτοφάνειαν ποιούμεθα» η οποία σημαίνει «κατασκευάζουμε, δημιουργούμε εμφάνιση φωτός». Όσον αφορά τη μετοχή «ἐκκαιομένου φωτός», μπορεί μεν δεδομένης τής απουσίας ποιητικού αιτίου να μην είναι απόλυτα σαφές ότι εδώ έχουμε πράξη διενεργούμενη υπό τινός, η παθητική φωνή ωστόσο ως γνωστόν δεν ενδιαφέρεται άμεσα για το ποιητικό αίτιο. Συνεπώς το ότι δεν αναφέρεται ρητά ποιος ή τι «εκκαίει» το φως, από τη στιγμή που προηγείται η φράση «φωτοφάνειαν ποιούμεθα», ελάχιστη σημασία έχει. Όπως είδαμε άλλωστε, ο ίδιος ο π. Μεταλληνός, συμφώνησε ανεπιφύλαχτα με το συμπέρασμα ότι από την ευχή συνάγεται πως το φως «ανάβεται» (όχι: «ανάβει»)! Δέχτηκε δηλαδή αδιαμαρτύρητα και επανέλαβε μια διατύπωση που πέραν πάσης αμφισβήτησης εκφράζει πράξη διενεργούμενη υπό τινός! Όσον αφορά δε τον συμβολικό χαρακτήρα τής φωταψίας, οι φράσεις «τό φῶς […] ἀναμιμνησκόμενοι», «φωτοφάνειαν ποιούμεθα» και «θεοφάνειαν εικονίζοντες» είναι κάτι παραπάνω από σαφείς, γι’ αυτό και ο (όχι μόνο θεολογικά, αλλά και γλωσσικά καταρτισμένος) π. Μεταλληνός δεν προέβαλε την παραμικρή ένσταση.
Όσο για τον επιχειρούμενο παραλληλισμό με τη Θεία Ευχαριστία (ή το αγιασμένο νερό, το Ευχέλαιο κ.ο.κ.), η όλη επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται είναι εντελώς αβάσιμη. Καταρχάς, σε αντίθεση με (αυτό που πιστεύεται για) το «Άγιο Φως», ο Άρτος κι ο Οίνος τής Θείας Κοινωνίας στην αρχή έχουν απολύτως φυσική σύσταση και προέλευση. Άγια γίνονται μόνο ΜΕΤΑ την ειδική δέηση τού ιερέα, ενώ οι ευχαριστήριες ευχές που επικαλούνται οι χριστιανοί λόγω κάποιων ομοιοτήτων με τη δέηση για το φως, αναπέμπονται κι αυτές ΜΕΤΑ τη μετάληψη, αφού δηλαδή συντελεσθεί το θαύμα και οι πιστοί γίνουν κοινωνοί αυτού. Η ευχή τού Πατριάρχη όμως αναπέμπεται ΠΡΙΝ από την εκδήλωση τού αμφιλεγόμενου «θαύματος», όταν δηλαδή δεν υπάρχει ακόμα ούτε σπίθα υπερφυσικού φωτός εντός Κουβουκλίου! Όσο για τις ευχαριστιακές παρακλήσεις τού τύπου «γενέσθω μοι ὁ ἄνθραξ τοῦ παναγίου σου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου σου Αἵματος […] εἰς προσθήκην τῆς θείας σου χάριτος», σε καμία περίπτωση δε δύνανται να παραλληλιστούν με το «ἀναδείξῃς αὐτὸ […] πάσης θεϊκῆς σου χάριτος πεπληρωμένον» που λέει η δέηση τού Πατριάρχη, αφού στην μεν πρώτη περίπτωση το αιτούμενο είναι η θεία χάρη να μεταδοθεί στους πιστούς πού ήδη έγιναν κοινωνοί τού θαύματος (μεταβολή των Τιμίων Δώρων), ενώ στη δεύτερη να πλημμυρίσει με χάρη Η ΙΔΙΑ Η ΥΛΗ που υποτίθεται πως είναι ήδη εξ αρχής θεόπεμπτη!! Όμως επαναλαμβάνουμε: Έχει ανάγκη ένα υπερκόσμιο, εξωσυμπαντικό φως που υποτίθεται πως κατέρχεται θαυματουργικά απ’ ευθείας από την άκτιστη χάρη τού Θεού, οποιαδήποτε ειδική δέηση για να πλημμυρίσει μ’ αυτό από το οποίο εξ ορισμού θα έπρεπε ήδη να έσφυζε; Ασφαλώς και όχι. Οπότε;
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
(η συνέχεια στο επόμενο)
Το άρθρο θα παρουσιαστεί σε τρία μέρη και μετά την ολοκλήρωση της ανάρτησής του θα δοθεί σύνδεσμος για τα σχόλιά σας.







