Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Η ώρα του Θεού

17 Μαΐου 2012
Σχόλια κλειστά
Αρθρογράφος: Γιάννης Παντελάκης


12/03/2012

Να μου το θυμηθείτε, ο Θεός θα παίξει καθοριστικό παράγοντα στις εκλογές που έρχονται. Η αλήθεια είναι πως ακόμα δεν μπορώ να υπολογίσω αν θα ρίξει το βάρος του προς τον Ευάγγελο Βενιζέλο ή τον Αντώνη Σαμαρά, αλλά δεν μπορεί, σύντομα θ’ αποκαλυφθεί και αυτή η σημαντική λεπτομέρεια! Ενδέχεται να μοιράσει την εύνοιά του, εξαρτάται από τους δύο άλλωστε, όχι από τον ίδιο…

Την περασμένη Τρίτη και ενώ οι διεργασίες για το PSI βρισκόντουσαν στην κορύφωσή τους —όπως και η αγωνία για την επιτυχία ή όχι του πρωτοφανούς αυτού εγχειρήματος— ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομικών δεν ξέχασε το θρησκευτικό-ψηφοθηρικό του καθήκον. Συνάντησε τις διοικήσεις των έξι μεγαλύτερων Τραπεζών της χώρας για να συζητήσουν το θέμα της ανταλλαγής ομολόγων. Ανάμεσα σ’ αυτές τις συναντήσεις —και όχι μόνο— ο Ευάγγελος Βενιζέλος ωστόσο βρήκε χρόνο για να συναντηθεί και με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Ο τελευταίος, δυο ημέρες πριν, είχε τοποθετηθεί δημόσια για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εκκλησία στα σχέδιά της να δημιουργήσει φωτοβολταϊκό πάρκο σε έκταση της Μονής Πεντέλης. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης προφανώς τον καθησύχασε πως η εκκλησία μπορεί να συνεχίσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες απρόσκοπτα. Business as usual!

Την Κυριακή το μεσημέρι, ο έτερος διεκδικητής της μελλοντικής πρωθυπουργίας της χώρας, ο Αντώνης Σαμαράς, ξεκινούσε την προεκλογική του προσπάθεια μιλώντας στην πολιτική επιτροπή του κόμματός του. Εκεί, δεν αρκέστηκε να επιτεθεί στην Αριστερά, θυμίζοντας στο ακροατήριό του πως αυτός αποτελεί την ορθόδοξη έκφραση της δεξιάς, και όχι κάτι Καρατζαφέρηδες, Καμμένοι και άλλοι. Είπε ακόμα με έμφαση πως τις εκλογές δεν θα τις κερδίσει μόνο με τη βοήθεια των ψηφοφόρων, αλλά και εκείνη του Θεού! “Με τη βοήθεια του Θεού να νικήσουμε”, ήταν οι ακριβείς λέξεις του.

Το συμπέρασμα είναι ασφαλές: ο Ύψιστος σύντομα πρέπει να πάρει θέση. Ή με τον Βαγγέλη ή με τον Αντώνη. Αν και οφείλουμε να παραδεχτούμε πως στην προκειμένη περίπτωση, η θέση του (για τον Θεό μιλάμε) είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Και οι δυο αποτελούν γνήσια τέκνα της Χριστιανοσύνης, ενδέχεται να πήγαιναν και οι δυο στο κατηχητικό, σίγουρα επισκέπτονται εκκλησίες και κάνουν τον σταυρό τους, επίσης σίγουρα πήραν συντηρητική θέση στο θέμα των ταυτοτήτων και, στην τελική, έχουν δείξει στην πολύχρονη πορεία τους πως σ’ ένα από τα λίγα πράγματα στα οποία ήταν συνεπείς ήταν αυτό των καλών σχέσεων με τον Θεό. Για την ακρίβεια, με τους εκπροσώπους του επί της γης. Σεραφείμ, Χριστόδουλο παλαιότερα, Ιερώνυμο σήμερα.

Δεν έχουμε λοιπόν παρά να περιμένουμε τη στάση του Υψίστου, θέμα το οποίο θα κριθεί από τις επιδόσεις των δυο. Περιμένοντας, ωστόσο, μπορούμε να βγάλουμε μερικά πρώτα ασφαλή συμπεράσματα.

Πρώτον, ότι η περίφημη εκκλησιαστική περιουσία θα μείνει ανέγγιχτη, κανένας δεν θα τολμήσει να μιλήσει έστω γι’ αυτήν.

Δεύτερον, οι χιλιάδες ναοί σε όλη τη χώρα θα εξακολουθήσουν να μην πληρώνουν το χαράτσι, το οποίο επέβαλλαν οι Χριστιανοί της κυβέρνησης. Οι καλύβες, οι γκαρσονιέρες και τα χαμόσπιτα οφείλουν να καταθέτουν τον οβολό τους στα δημόσια οικονομικά, οι εκκλησίες όχι.

Τρίτον, θα παραμείνουν ως έχουν τα προνόμια ιερέων και κυρίως αρχιερέων. Έτσι, μπορούμε να λιθοβολούμε τους πολιτικούς, αλλά όχι και τους απεσταλμένους του Υψίστου. Οι φορολογούμενοι θα εξακολουθήσουν να πληρώνουν τους μισθούς των περίπου 10.000 ιερέων και οι τελευταίοι δεν θα πρέπει ν’ ανησυχούν για το ενδεχόμενο να τεθούν σε εργασιακή εφεδρεία. Σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι υπάλληλοι του δημοσίου κινδυνεύουν, οι ιερείς έχουν εξαιρεθεί. Το κράτος μας —όχι το καθεστώς του Ιράν, για το Ελληνικό κράτος μιλάμε— θεωρεί πιο αναγκαίους τους ιερείς από τους επιστήμονες που οδηγούνται σε εφεδρεία.

Η απαρίθμηση μπορεί να συνεχιστεί, αλλά λίγο ως πολύ όλοι τα γνωρίζουμε. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε είναι πώς θ’ αντιδράσει η Ελληνική κοινωνία σε όλα αυτά. Και δεν είναι απαραίτητο να είσαι εχθρός της εκκλησίας, άθεος, αριστερός ή εξτρεμιστής για να ζητήσεις να μην εξαιρείται η εκκλησία από τα βάρη της κρίσης. Ο γείτονας Μάριο Μόντι φορολόγησε την πανίσχυρη καθολική εκκλησία, και κανένας δεν μπορεί να τον κατατάξει σε καμιά από τις προαναφερόμενες κατηγορίες…

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στη διαδικτυακή εφημερίδα protagon.gr, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

[ΑπΚ] 1β. Το Σύγχρονο Οντολογικό Επιχείρημα: Alvin Plantinga

14 Μαΐου 2012
Σχόλια κλειστά

Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: Evan T


« Προηγούμενο Άρθρο [1α]
• Περιεχόμενα

“Το ον Ο* έχει την ιδιότητα υπάρχω σε κάθε δυνατό κόσμο. Το Ο* είναι πρόδηλο στον κόσμο Κ*· συνεπώς αν ο Κ* ήταν υπαρκτός, το Ε* θα γινόταν πρόδηλο από κάτι που υπάρχει και θα γινόταν πρόδηλο και σε κάθε δυνατό κόσμο [...] Αυτό σημαίνει πως υπάρχει ένα ον που είναι πάνσοφο, παντοδύναμο και ηθικά τέλειο· και αυτό υπάρχει και έχει αυτές τις ιδιότητες σε κάθε δυνατό κόσμο. Αυτό το ον είναι ο Θεός.”

Alvin Plantinga, Η Φύση της Αναγκαιότητας, σελ. 215-216· Oxford University Press, 1974.

Μια πιο εκλεπτυσμένη μορφή του οντολογικού επιχειρήματος έχει προταθεί από τον χριστιανό φιλόσοφο Alvin Plantinga. Η μορφή του επιχειρήματος του Plantinga χρησιμοποιεί την έννοια των δυνατών κόσμων· κάθε κόσμος που μπορούμε να φανταστούμε πως υπάρχει, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας, είναι ένας δυνατός κόσμος. Έπειτα ο Plantinga επιχειρηματολογεί πως αν υπάρχει κάποιος δυνατός κόσμος στον οποίο ο Θεός υπάρχει (που απλά υπάρχει) τότε ο Θεός πρέπει να υπάρχει σε όλους τους δυνατούς κόσμους, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας. Πιο συγκεκριμένα το επιχείρημα πάει ως εξής:

  1. Ένα ον είναι υπέρτατα εξέχον σε έναν δυνατό κόσμο, αν και μόνο αν είναι πάνσοφο, παντοδύναμο και ηθικά τέλειο σε εκείνο τον κόσμο.
  2. Ένα ον είναι υπέρτατα εξέχον σε έναν δυνατό κόσμο, αν και μόνο αν είναι υπέρτατα εξέχον σε κάθε δυνατό κόσμο.
  3. Υπάρχει κάποιος δυνατός κόσμος στον οποίο υπάρχει ένα ον που να είναι υπέρτατα εξέχον
  4. Άρα υπάρχει ένα ον το οποίο είναι υπέρτατα εξέχον σε κάθε δυνατό κόσμο.
  5. Άρα υπάρχει Θεός.

Αν και χρησιμοποιεί διαφορετική γλώσσα, το επιχείρημα του Plantinga στην ουσία βασίζεται στο ίδιο κόλπο: προσπαθεί να προκαλέσει την ύπαρξη ενός όντος με ορισμό. Ουσιαστικά λέει: “Υπάρχει ένας δυνατός κόσμος που περιέχει ένα ον που υπάρχει σε όλους τους δυνατούς κόσμους” ή πιο απλά “Εξ ορισμού, ο Θεός υπάρχει, αν μπορούμε να φανταστούμε ότι υπάρχει”. Αυτό είναι απαράδεκτο. Οι δυνατοί κόσμοι, εξ ορισμού, είναι απόλυτα διαχωρισμένοι· δεν μπορούν να επηρεάσουν ο ένας τον άλλο (αν μπορούσαν, δεν θα ήταν διαφορετικοί δυνατοί κόσμοι, αλλά ο ίδιος δυνατός κόσμος· πάλι εξ ορισμού). Άρα είναι άκυρο να ορίζεις κάτι που η ύπαρξή του σε έναν δυνατό κόσμο προκαλεί την ύπαρξή του σε έναν άλλο δυνατό κόσμο. Διαφορετικά θα προέκυπτε μια σωρεία παραλογισμών.

Ένα ιδιαίτερα φαιδρό παράδειγμα προκύπτει αν αναλογιστείτε την ακόλουθη πρόταση: “Υπάρχει ένας δυνατός κόσμος που περιέχει ένα ον που καταστρέφει όλους τους δυνατούς κόσμους”. Αλλά αν υπάρχει ένας τέτοιος δυνατός κόσμος, εξ ορισμού δεν θα υπάρχει κανένας δυνατός κόσμος. Κατά συνέπεια η λογική του Plantinga οδηγεί σε ένα προφανές άτοπο: μόλις απέδειξε ότι δεν υπάρχει τίποτα. Η λύση είναι να αναγνωριστεί πως το να ορίζεις τα περιεχόμενα ενός δυνατού κόσμου σε σχέση με τα περιεχόμενα ενός άλλου είναι απαράδεκτο και στερείται νοήματος.

Υπάρχει άλλος ένας προφανής τρόπος για να ακυρωθεί αυτό το επιχείρημα. Σκεφτείτε αυτό το παράδειγμα:

  1. Υπάρχει ένας δυνατός κόσμος στον οποίο δεν υπάρχει ον που να κατέχει υπέρτατη ανωτερότητα.
  2. [ΣτΜ: Αλλά για να είναι ένα ον υπέρτατα εξέχον, πρέπει να υπάρχει σε κάθε δυνατό κόσμο.]
  3. Άρα δεν υπάρχει ον που να κατέχει υπέρτατη ανωτερότητα.
  4. Άρα δεν υπάρχει Θεός.

Η λογική αυτού του επιχειρήματος μοιάζει να είναι απαραβίαστη. Σίγουρα δεν υπάρχει κάποια λογική αντίφαση στο να συλλάβω έναν κόσμο που δεν διαθέτει κάποια υπέρτατα εξέχουσα οντότητα, συνεπώς είναι ένας δυνατός κόσμος. Συνεπώς, με τη λογική του Plantinga, δεν υπάρχει ένα τέτοιο ον σε κανέναν δυνατό κόσμο και κατά συνέπεια δεν υπάρχει Θεός. Μέχρι στιγμής κανένας υποστηρικτής του οντολογικού επιχειρήματος δεν έχει προσφέρει κάποια απάντηση σ’ αυτό.
[Προσεχώς θα ακολουθήσει η δημοσίευση του επόμενου άρθρου (1γ).]

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (38)

11 Μαΐου 2012
Σχόλια κλειστά
Αρθρογράφος: Σπύρος Κ., ετών 66, Ορκωτός Λογιστής από Κέρκυρα, έγγαμος, με έναν γιο.


Θεός, ποιος θεός;

 

Ο μεταφυσικός φόβος

Ήταν ένα ωραίο πρωινό του Σεπτέμβρη στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα όταν με πήραν μαζί τους στον τρύγο η μάνα μου και οι δύο θείες της οικογένειας, αδερφές του πατέρα μου.

Εγώ ήμουνα σε προσχολική ηλικία, ο πατέρας μου ο Μήτσος, είχε καφενείο και δούλευε μέρα-νύχτα εκεί και η νόνα (γιαγιά) μου ήταν ηλικιωμένη και έμενε στο σπίτι.

Απόλαυσα πολύ τη διαδρομή για το αμπέλι πάνω στο γάιδαρο και στη συνέχεια διασκέδαζα με το μάζεμα των σταφυλιών. Όλα τα ένοιωθα όμορφα στο αμπέλι, τις μυρουδιές της φύσης, τα διαφορετικά χρώματα και γεύσεις των σταφυλιών, ακόμη και το φίδι που είδα ξαφνικά και το περιεργαζόμουν. Στεκόταν κουλουριασμένο με το κεφάλι στο εσωτερικό της κουλούρας και το δέρμα του είχε διάφορες αποχρώσεις του γκρι με συνεχόμενους τέλειους ρόμβους.

Δεν πρόλαβα να πω «φίδι» και εν ριπή οφθαλμού η θεία Κατερίνα (η μεγαλύτερη σε ηλικία) το σκότωσε με μια πέτρα στο κεφάλι βρίζοντάς το. Τότε έμαθα πόσο κακό φίδι ήταν και ήμουνα τυχερός που το είδα και δεν το πάτησα γιατί ήταν αστρίτης, το πιο φαρμακερό φίδι. Η θεία Κατερίνα συνέχισε να βρίζει το σκοτωμένο φίδι που «ήθελε να δαγκάσει το παιδί».

Εξάλλου η θεία Κατερίνα συνήθιζε να βρίζει τους πάντες και τα πάντα, θεούς και δαίμονες, εκτός από μένα που με λάτρευε και τον αδερφό της, τον πατέρα μου. Πιο συχνά έβριζε τους παπάδες και μια θεια της καλόγρια που, όταν πέθανε, άφησε την περιουσία της στο μοναστήρι.

Η μικρότερη θεία η Αριάδνη προσπαθούσε πάντα να την επαναφέρει στην τάξη, γιατί αντίθετα εκείνη ήταν θεούσα, η πιο θεοσεβούμενη γυναίκα στο χωριό, κυριολεκτικά η ψυχή της ενορίας. Μέχρι που ο παπάς της είχε εμπιστευθεί τα κλειδιά της εκκλησιάς για γενική φροντίδα.

Επειδή η μάνα μου είχε μείνει στα κλασσικά της θρησκείας, «να αγαπάς τον Χριστούλη και την Παναγία, να κάνεις τον σταυρό σου κ.λπ.», τη θρησκευτική μου διαπαιδαγώγηση την είχε αναλάβει η θεία Αριάδνη, που συχνά με έπαιρνε μαζί της στην εκκλησιά. Από εκείνη μάθαινα για τον παράδεισο με τους αγγέλους, για την κόλαση με τα καζάνια και τον διάολο με την πιρούνα, για τους νεκρούς που θα σηκωθούνε από τους τάφους τους, για τον θεό που αγαπάει αλλά και τιμωρεί όσους τον βρίζουν, για κακά πνεύματα που γυροφέρνουν τα βράδια και πολλά άλλα παρόμοια.

Τον πατέρα μου δεν τον άκουσα ποτέ τότε να μιλάει για θεό και θρησκεία, εξάλλου τον έβλεπα ελάχιστα αφού όλη μέρα και κάθε μέρα ήταν στο καφενείο. Ούτε στη εκκλησιά τον είδα ποτέ, «Λόγω του καφενείου» έλεγε η μάνα μου, που πήγαινε στις γιορτές και αραιά σε Κυριακές.

Η «διαπαιδαγώγηση» όμως από τη θεία Αριάδνη είχε πιάσει τόπο και είχα γίνει ένα φοβισμένο πλάσμα, που ένοιωθα τον «τιμωρό» να με παρακολουθεί σε κάθε μου βήμα, διαόλους με την πιρούνα να πετάγονται από τα σκοτάδια τα βράδια, νεκρούς να βγαίνουν από τους τάφους τους και άλλα ανάλογα δημιουργήματα της νοσηρής μου φαντασίας.

Τίποτα από όλα αυτά δεν είχα στο μυαλό μου εκείνο το πρωινό, αφού απολάμβανα τις εμπειρίες που μου πρόσφερε το αμπέλι. Ξαφνικά όμως ο ουρανός άρχισε να γεμίζει με σύννεφα που έρχονταν φουριόζικα από τον νότο. Σε λίγο άκουσα τη θεία τη μεγάλη να λέει ότι έρχεται βροχή και να βρίζει πάλι, αυτή τη φορά τον καιρό, τον ουρανό και ό,τι άλλο, ενώ η μικρή να της λέει τη χιλιοειπωμένη φράση «τσώπα ορή!!!!».

Οι πρώτες σταγόνες ήδη πέφτανε και ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει αρκετά, οπότε οι γυναίκες τα μαζέψανε άρον-άρον, με φορτώσανε και μένα στον γάιδαρο και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Όσο περνούσε η ώρα η βροχή δυνάμωνε, ο ουρανός έγινε μολυβένιος, και το πρωινό έμοιαζε δειλινό. Οι αστραπές φώτιζαν πια παιχνιδιάρικα το τοπίο και οι βροντές με ταρακουνούσαν πάνω στον γάιδαρο. Στην αρχή μπορώ να πω ότι το διασκέδαζα, όταν όμως πλησιάζαμε το νεκροταφείο του χωριού με τα ψηλά κυπαρίσσια στην περίμετρο, και συνεχώς αυξανόταν η συχνότητα των αστραπόβροντων, άρχισε να με διαπερνάει ένα ρίγος.

Γυρισμένος από την αντίθετη πλευρά για να μη βλέπω το νεκροταφείο, ήρθαν στο μυαλό μου όλα αυτά για τους δαίμονες, τους νεκρούς που σηκώνονται από τους τάφους τους, τα διαόλια και τα τριβόλια, και το αρχικό ρίγος έγινε ασυγκράτητο τρέμουλο με κλάμα από τον φόβο, τον μεταφυσικό φόβο.

Δεν περιγράφεται με λόγια αυτός ο απροσδιόριστος φόβος που ένοιωσα τότε, ήταν κάτι σαν να με κυνηγάνε όλα αυτά τα φανταστικά όντα που πετάγονταν με τις αστραπές και ρίχνανε εκείνα τις βροντές και ενώ οι γυναίκες προσπαθούσαν να με παρηγορούν, εγώ είχα πια κατουρηθεί.

Έχω νοιώσει φόβο και άλλες φορές στη ζωή μου από τότε, αλλά παρόμοιο τρόμο για την ύπαρξή μου δεν ένοιωσα ποτέ, και έχω περάσει κάποιες δύσκολες καταστάσεις στη ζωή μου.

Οι πρώτες αμφιβολίες

Έναν χρόνο αργότερα, μαθητής του Δημοτικού πια, έγινα μαζί με άλλα δύο παιδάκια εθελοντής βοηθός του παπά στις λειτουργίες της Κυριακής. Τα καθήκοντα που είχαμε ήταν μέσα στο «ιερό» να δίνουμε στον παπά τα κατά περίπτωση βιβλία, να ανάβουμε και να σβήνουμε καντήλια και κεράκια, να ετοιμάζουμε το θυμιατήρι με κάρβουνο και λιβάνι, και διάφορα άλλα.

Ο παπα-Ευγένιος, κατά γενική ομολογία πολύ καλός άνθρωπος, ήταν νεόκοπος παπάς χωρίς πείρα στο επάγγελμα, και η βοήθεια ήταν απαραίτητη λόγω γήρατος του επίσημου καντηλανάφτη. Ο παπάς ήταν μεγάλος, γύρω στα πενήντα πέντε με εξήντα, και μέχρι τότε το επάγγελμά του ήταν καρολόγος και μάλιστα σε φορτηγό κάρο, που τα λέγαμε «λίσες».

Το επάγγελμα αυτό, λόγω εμφάνισης των αυτοκίνητων φορτηγών και τρικύκλων, δεν είχε πια πέραση και έτσι, αφού χήρεψε η θέση, βρέθηκε να γίνει παπάς για να εξασφαλίσει τον επιούσιο. Ως πρώην καρολόγος βέβαια είχε βιώματα και συμπεριφορές ανάλογες των σημερινών φορτηγατζήδων, που δεν ήταν εύκολο να αποκοπεί από αυτά ύστερα από 40 χρόνια δουλειάς.

Σαν νέος στο επάγγελμα είχε ο παπα-Ευγένιος μεγάλη ανάγκη τα βιβλία, που κάποιες φορές τα μπερδεύαμε αθέλητα, και ώσπου να το καταλάβει έλεγε άλλα αντ’ άλλων, μετά μουρμούριζε διάφορα ακαταλαβίστικα και, μέχρι να βρεθεί το σωστό βιβλίο, έκανε και κανένα σταυρό παραπάνω και έριχνε και ένα άγριο βλέμμα σ’ εκείνον που τού ’δωσε το λάθος βιβλίο.

Όλα τα υλικά που ήταν αναγκαία για τη διαδικασία, λάδι, κεριά, λιβάνια, ήταν εξασφαλισμένα πριν την έναρξη, μόνο η προμήθεια του κάρβουνου για το θυμιατήρι έπρεπε να γίνει αυθημερόν από κάποια κουζίνα της γειτονιάς, στην οποία η νοικοκυρά θα είχε βάλει ξύλα για να φτιάξει το φαγητό της Κυριακής.

Εκείνα τα χρόνια η μόνη καύσιμη ύλη για την κουζίνα και τη θέρμανση ήταν τα ξύλα. Αρκετά αργότερα μάθαμε το υγραέριο σε μπουκάλες και πολύ αργότερα το ηλεκτρικό ρεύμα. Την προμήθεια του κάρβουνου για το θυμιατήρι την είχε αναλάβει ο Νικόλας, ένα από τα τρία παιδάκια, που έφερνε κάρβουνο από το σπίτι του, δίπλα στην εκκλησία.

Μία χειμωνιάτικη Κυριακή ο Δημήτρης, ο τρίτος της παρέας, κι εγώ είχαμε αναλάβει καθήκοντα στην ώρα μας, ξημερώματα, πριν αρχίσει ο Όρθρος, και περιμέναμε μέσα στο «ιερό» τον Νικόλα με τα κάρβουνα. Ο Νικόλας αργούσε και ο παπάς ανήσυχος μας ρωτούσε, χωρίς να ξέρουμε να του απαντήσουμε.

Με κάποια καθυστέρηση ο παπάς άρχισε τη διαδικασία, μουρμουρίζοντας εκεί τα διάφορα, πηγαινοερχόμενος από την «Αγία Τράπεζα» στην κεντρική «Πύλη» του «Ιερού», και λέει «δεν πας ορέ Δημήτρη να δεις τι κάνει ο Νικόλας;» Έφυγε ο Δημήτρης, και ο παπάς, όλο αγωνία γιατί δεν είχε θυμιατήρι, περίμενε τα κάρβουνα.

Τα λεπτά περνούσαν και η έλλειψη του κάρβουνου ήταν ολοφάνερη. Ο παπάς άρχισε να χάνει την υπομονή του και λοξοκοιτάζοντας προς την πόρτα μονολογούσε ανάμεσα στις ψαλμωδίες, «… πού είσαι, ορέ Νικόλα, τι κάνεις τόσην ώρα;» και λίγο αργότερα «πού είσαι, Νικόλα, γαμώ την Παναγία σου, Νικόλα, το Χριστό σου».

Στην αρχή σκέφτηκα πως δεν θα άκουσα καλά, αλλά επειδή τα δύο-τρία λεπτά που μεσολάβησαν μέχρι να εμφανιστεί ο Νικόλας με τα κάρβουνα ο παπάς συνέχισε να τον ψέλνει, τρόμαξα και ενστικτωδώς κοίταξα ψηλά προς τα καντήλια περιμένοντας να πέσουν.

Για το ότι πέφτουν τα καντήλια όταν ακουσθούν βλαστήμιες είχα πεισθεί κατά τη σχετική διαπαιδαγώγηση. Κανένα καντήλι βέβαια δεν κουνήθηκε, και ησύχασα μεν, γέμισα με απορίες δε. Κάτι άρχισε να μη μου πηγαίνει, αλλά το τελικό συμπέρασμα ήταν ότι ο παπάς, λόγω ειδικών σχέσεων με τα θεία, ίσως είχε και ξεχωριστά δικαιώματα, κάτι ας πούμε σαν την ασυλία των πολιτικών.

Περνώντας ο καιρός, σταμάτησα να προσφέρω εθελοντική εργασία στον παπά, ενώ η βλαστήμια στο χωριό έπεφτε σύννεφο στα καφενεία, στον δρόμο, στα χωράφια από όλους σχεδόν τους άντρες. Μόνο τον πατέρα μου δεν είχα ακούσει ποτέ να βλαστημάει, και τον παπά βέβαια δημόσια.

Ήταν ένας γέρος εκεί που του άρεσε να μιλάει με παιδιά και μια μέρα πήρα το θάρρος και του είπα το περιστατικό με τον παπά και τα καντήλια. Όταν το άκουσε γέλασε και μου λέει «ορέ και ο παπάς άντρας είναι και ήτανε και καρολόγος, κι αυτά που σου μαθαίνει η θεια σου είναι για τσι γυναικούλες».

Ύστερα από αυτή την κουβέντα με τον γέρο, ένα απόγευμα που με έστειλε κάτι να πάρω στην εκκλησία η θεία μου, πήρα τελικά την απόφαση γι’ αυτό που από καιρό σκεφτόμουνα. Μπήκα μέσα στην εκκλησιά, αρκετά φοβισμένος μπορώ να πω, και αφού το ξανασκέφθηκα και φρόντισα να βρίσκομαι μακριά από καντήλια και κοντά στην έξοδο, κοιτώντας λοξά προς τα πάνω έριξα στα γρήγορα μερικές χριστοπαναγίες.
Όπως ήταν φυσικό δεν έγινε απολύτως τίποτα, ούτε καντήλι έπεσε, ούτε φωτιά εξ ουρανού να με κάψει, ούτε με πήρε ο διάολος, ούτε καν βροντερή φωνή «Κυρίου» ακούσθηκε. Αυτό ήταν, και άρχισα να καταλαβαίνω πια το παραμύθι και να μου φεύγει σιγά-σιγά ο φόβος. Γιατί αυτό που ένοιωθα σε σχέση με τα θεία ήταν μόνο φόβος, αφού ποτέ δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να προσευχηθώ, να επικοινωνήσω, να πιστέψω τελικά σ’ αυτό που λένε Θεό και να ακολουθήσω τις εντολές του.

Έτσι τη Μεγάλη Παρασκευή, που η μάνα μου με υποχρέωνε σε νηστεία όλη τη βδομάδα, πήρα κρυφά μια σοκολάτα από το καφενείο του πατέρα μου και τρώγοντάς την, πήγα επίτηδες μπροστά της. Όταν με είδε έγινε έξω φρενών και άρχισε να με κυνηγάει φωνάζοντας «ορέ αντίχριστε, θα σε σκοτώσω». Πού να με πιάσει βέβαια, και έφαγα ολόκληρη τη σοκολάτα, χωρίς μάλιστα να τιμωρηθώ στη συνέχεια, αφού ο πατέρας μου δεν έκρινε ότι έκανα κάτι κακό, λέγοντας «παιδί είναι Βασιλική δεν είναι αμαρτία!!!»;

Η οριστική απόρριψη

Πέρασαν τα χρόνια, τέλειωσα το Δημοτικό, και αφού ήμουνα καλός μαθητής πήγα στο Γυμνάσιο, που ήταν μόνο στην πόλη. Ελάχιστα παιδιά συνέχιζαν σπουδές εκείνη την εποχή, ενώ ο δάσκαλος έκρινε ποιο παιδί μπορεί και πρέπει να συνεχίσει στο Γυμνάσιο και να σπουδάσει στη συνέχεια.

Κατά κανόνα αποδέχονταν οι γονείς την κρίση του δασκάλου, και σε κάποιες περιπτώσεις πολύ φτωχών πολύτεκνων οικογενειών, το να πάει το παιδί στο Γυμνάσιο αντί να δουλέψει ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση, τόσο για τους γονείς, όσο και για το παιδί. Κάποιοι, που οι πατεράδες τους αφού πιέστηκαν από τον δάσκαλο και με χίλια ζόρια τους έστειλαν στο Γυμνάσιο, έγιναν στη συνέχεια επιτυχημένοι επιστήμονες και επαγγελματίες.

Εγώ δεν ανήκα σε αυτή την κατηγορία, γιατί αφενός ήμουνα μοναχοπαίδι, και αφετέρου, λόγω του καφενείου του Μήτσου κυρίως, φορούσα πέδιλα το καλοκαίρι αντί να είμαι ξυπόλυτος, έτρωγα κάθε μέρα βούτυρο και κάθε βδομάδα μπριζόλα, μέχρι και «Κλασσικά Εικονογραφημένα» μου έφερνε ο πατέρας μου όταν πήγαινε στην πόλη για προμήθειες.

Άλλο σοβαρό πλεονέκτημα ήταν η εξασφαλισμένη διαμονή στην πόλη, στο σπίτι της θείας Χριστίνας, αδελφής της μάνας μου, που ήταν παντρεμένη χωρίς παιδιά και έμενε στην πόλη με τον άντρα της. Ο θείος Μιμίκος, κουρέας στο επάγγελμα, που άρχισε να μαθαίνει την τέχνη από όταν τελείωσε το Δημοτικό, τότε είχε δικό του κουρείο στο κέντρο της πόλης με έναν συνεργάτη και έναν μαθητευόμενο.

Σε τρία θέματα είχε κατασταλαγμένη και ξεκάθαρη άποψη ο θείος. Ήταν άθεος, Ένωση Κέντρου και Αεκτζής, σε αντίθεση με τον πατέρα μου που ήταν με την ΕΡΕ, Βάζελος και αγνωστικιστής, όπως μου εκδηλώθηκε αργότερα, γιατί όσο ήμουνα μικρός απέφευγε να κουβεντιάζει το θέμα. Εγώ ήμουνα ήδη Γαύρος και δεν άλλαξα, στα άλλα δύο όμως συμφωνούσα με τον θείο.

Όλα σχεδόν τα αγόρια της εποχής, εκτός από τις φιλαρμονικές, πηγαίνανε ή στους προσκόπους ή στη χριστιανική εστία. Σε φιλαρμονική στην πόλη πήγαινα ήδη γιατί είχα μάθει μουσική από το χωριό, που είχε δική του από το 1909.

Επιθυμία μου ήταν να γραφτώ στους προσκόπους, ο θείος όμως είχε σοβαρές αντιρρήσεις επειδή γνώριζε ότι ο αρχηγός των προσκόπων είχε… αδυναμίες στα παιδάκια. Έτσι έμεινε η Χριστιανική Εστία, όπου εξάλλου πήγαινε και ο πρώτος φίλος που απέκτησα στο Γυμνάσιο.

Ωραία περνούσαμε εκεί τα απογεύματα, γιατί είχε διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια και πινγκ-πονγκ. Τις Κυριακές βέβαια στο Κατηχητικό, όπου ερχόταν και ο πάτερ Βασίλειος (παπάς καριέρας, Αρχιμανδρίτης της Μητρόπολης, που αργότερα έγινε κάπου Μητροπολίτης), έπαιρνα πάντα απουσία.

Στις καλοκαιρινές σχολικές διακοπές η Χριστιανική Εστία έκανε κατασκήνωση για ένα μήνα τον Ιούλιο. Ο φίλος μου, που είχε ξαναπάει, μου έλεγε πόσο ωραία ήταν στην εξοχή δίπλα στη θάλασσα, με μπάνιο, παιχνίδια κ.λπ., και έτσι πείστηκα να πάω κι εγώ, διατηρώντας όμως κάποιους ενδοιασμούς.

Το τοπίο ήταν πράγματι μαγευτικό, ένας απέραντος ελαιώνας που κατέληγε σε μια πλατιά αμμουδιά σε όλο το μήκος του, μπροστά η γαλαζοπράσινη πεντακάθαρη θάλασσα και δίπλα το ποτάμι που κυλούσε αργά ανάμεσα από καλαμιές και βούρλα. Εκεί κοντά στο ποτάμι είχε ετοιμασθεί η κατασκήνωση όταν φθάσαμε, και εγκατασταθήκαμε αμέσως.

Όταν ξαναπήγα εκεί μετά από τριάντα χρόνια η εικόνα ήταν απογοητευτική, αφού είχαν οικοδομηθεί τα πάντα, και για να φανεί η θάλασσα και το ποτάμι έπρεπε να πλησιάσεις πολύ. Τότε όμως ήταν ο παράδεισος του «χριστιανόπαιδου».

Το τοπίο, ναι, ήταν παράδεισος, αλλά όταν μπήκαμε σε κανονικούς ρυθμούς χριστιανοσύνης τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν από την πρώτη μέρα. Πρωινό ξύπνημα στις 6.30, λίγη ώρα γυμναστική, μετά προσευχή πριν το πρωινό γεύμα, προσευχή με το τέλος του πρωινού, καμιά ώρα κατήχηση, ελεύθερη ώρα και μπάνιο, προσευχή πριν το μεσημεριανό γεύμα, προσευχή μετά το γεύμα, υποχρεωτική μεσημεριανή κατάκλιση, μετά το ξύπνημα παιχνίδια, προσευχή πριν το δείπνο, κατήχηση μετά το δείπνο, πάλι προσευχή πριν τον βραδινό ύπνο, και δώσ’ του από την αρχή.

Από την πρώτη μέρα ήθελα να φύγω, αλλά λίγο το μπάνιο, η βαρκάδα στο ποτάμι, τα παιχνίδια και κάποιες εκδρομές, με έκαναν να ξεχνάω τις προσευχές και τα παραμύθια. Τις Κυριακές βέβαια είχαμε παπά για λειτουργία με υποχρεωτικό εκκλησιασμό. Τέλος πάντων, όλα συνηθίζονται, και μάλιστα όταν διαπιστώνεις ότι δεν είσαι μόνος, αφού οι περισσότεροι τα παίρνουν στην πλάκα και οι θρησκοβλαμμένοι είναι μετρημένοι στα δάκτυλα, και τους γίνεται η σχετική καζούρα. Η τελευταία βδομάδα όμως ήταν η κρίσιμη, ενώ μάθαμε ότι έρχεται μεσοβδόμαδα ο πάτερ Βασίλειος να μας εξομολογήσει.

Δε βαριέσαι λέγαμε, σιγά το πράμα, θα γελάσουμε λίγο και μ’ αυτόν. Έτσι άρχισε να εξελίσσεται η διαδικασία της εξομολόγησης, πήγαινε ένας-ένας στη σκηνή του αρχηγού, όπου είχε εγκατασταθεί ο πάτερ Βασίλειος, έμεναν μέσα τρία με τέσσερα λεπτά και έβγαιναν γελαστοί οι περισσότεροι, και σοβαροί σταυροκοπούμενοι οι θρησκοβλαμμένοι.

Κάποτε ήρθε η σειρά μου, και αφού μπήκα στη σκηνή βλέπω τον πατέρα Βασίλειο να κάθεται βλοσυρός, έχοντας μπροστά του ένα τραπεζάκι και μία άδεια καρέκλα. «Κάθισε παιδί μου, τι έχεις να μου εξομολογηθείς, τι αμαρτίες έχεις κάνει;» μου είπε, και αφού κάθισα και τον έβλεπα έτσι βλοσυρό με τα πετραχήλια του και ένα απόκοσμο βλέμμα, συγκρατήθηκα αρχικά για να μη με πιάσουν τα γέλια.

Αμέσως μετά μπερδεύτηκα, και ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς με ώθησε να του αραδιάσω κάποια πράγματα. Ήταν για να τον προκαλέσω; Για να δοκιμασθώ; Γιατί κρατούσα πισινή; Πραγματικά δεν το ξεκαθάρισα ποτέ. Και τι του λέω; «Ναι, πάτερ Βασίλειε, έχω κάνει αμαρτία, γιατί ένα μεσημέρι, από μία τρύπα που έχει η σκηνή, έβλεπα ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα δίπλα στο ποτάμι και ήθελα να έκανα κι εγώ».

Το ζευγάρι ήταν ένας ντόπιος με μία τουρίστρια από τον Βορρά την πρώτη εποχή των αφίξεων σε αναζήτηση μεσογειακού εραστή. Όπως ήταν φυσικό, στη σκηνή είχε γίνει χαμός ποιος να πρωτοκοιτάξει από την τρύπα, αλλά από τους συμμετέχοντες στο μπανιστήρι, όσοι προηγήθηκαν στην εξομολόγηση δεν είχαν αναφέρει κάτι τέτοιο, τη μαλακία εγώ την έκανα.

Το τι άκουσα για είκοσι λεπτά περίπου από τον πατέρα Βασίλειο δεν περιγράφεται. Ολόκληρη η κόλαση του Δάντη άνοιξε μπροστά στα μάτια μου, ήθελε να νιώσω τόσο αμαρτωλός σαν να είχα σκοτώσει τη μάνα μου και να με κάνει καρφί να του πω ποιοι άλλοι έκαναν το ίδιο, χωρίς να το καταφέρει βέβαια.

Τελειώνοντας μου είπε ότι ως αμαρτωλός δεν μπορούσα να λάβω τη θεία μετάληψη την άλλη μέρα και θα έπρεπε να πάω να τον βρω σε έναν μήνα στη Μητρόπολη. Περιττό να πω ότι βγαίνοντας από τη σκηνή της εξομολόγησης είχα σκυλομετανιώσει για τη μαλακία που έκανα, αλλά συγχρόνως είχα πεισθεί πια για το ότι μέχρι εδώ ήταν όσα έχουν σχέση με τη θρησκεία και τον Θεό τους, αρκετά κράτησε το παραμύθι και η ανοχή.

Εκείνο που δεν περιγράφεται είναι τι έπαθα όταν εξήγησα στους άλλους τον λόγο της καθυστέρησης στην εξομολόγηση. Το τι σφαλιάρα και βρισιά έπεσαν μαζεμένα δεν έχω ξαναδοκιμάσει στη ζωή μου, και τα δέχτηκα στωικά γιατί είχαν απόλυτο δίκιο.

Κάπως έτσι άδοξα τελείωσε η κατασκήνωση και γύρισα στο χωριό για το υπόλοιπο των διακοπών, ενώ ο πάτερ Βασίλειος ακόμα θα με περιμένει, και η μόνη περίπτωση να συναντηθούμε πια είναι στην Κόλαση, αν είχε δίκιο σε όσα έλεγε.

Χωρίς μεταφυσικό φόβο

Είχα από τότε καταλήξει οριστικά στην ανυπαρξία Θεού, χωρίς να έχουν απαντηθεί τα ερωτήματα που δημιουργήθηκαν και απαντήθηκαν σταδιακά αργότερα, περί του τι είμαστε, τι νόημα έχει η ζωή, τι είναι ο θάνατος, τι είναι όλα αυτά που βλέπουμε και αισθανόμαστε.
Αν όλα αυτά δεν σε απασχολήσουν ποτέ, ή αν δεν αποκτήσεις τις κατάλληλες γνώσεις για να τα απαντήσεις, όπως η θεια μου η Κατερίνα για παράδειγμα, που ήταν εντελώς αγράμματη και ογδόντα χρόνια από τη ζωή της τα πέρασε στα αγροκτήματα, δεν παύεις να είσαι άθεος αν έτσι νιώθεις.

Προσωπικά πιστεύω πως το ζήτημα της πίστης σε Θεό σχετίζεται άρρηκτα με τον μεταφυσικό φόβο, και όποιος απλά δεν τον αισθάνεται, δεν έχει ανάγκη από κανέναν θεό. Σε αυτόν το φόβο έχουν βασισθεί όλες οι θρησκείες, και σε όλη την ανθρώπινη ιστορία παπάδες, μουλάδες και πάσης φύσεως …άδες ρίχνουν το δίχτυ και πιάνονται οι διάφοροι ταλιμπάν, που είτε απλώς περιμένουν να τους υποδεχτεί ο Άγιος Πέτρος με δόξα και τιμή, είτε σκοτώνονται μετά των αλλοφύλων για να εξασφαλίσουν το αιώνιο πιλάφι.

Πώς διάολο γίνεται όλοι οι θεοί της ειρήνης και της αγάπης να είναι ταυτόχρονα μπαμπούλες και να μας βάζουν να σκοτωνόμαστε, ανέκαθεν μου ήταν αδιανόητο. Έτσι και, ενώ ο πάτερ Βασίλειος ήταν σίγουρος, φαντάζομαι, πως με τα λεγόμενά του μου ενίσχυσε τον φόβο, κατόρθωσε ακριβώς το αντίθετο, και όχι μόνο δεν ξανακατουρήθηκα στη θέα του νεκροταφείου αλλά, για να ξεμπερδεύω μια και καλή, αποφάσισα να πάω μια νύχτα μόνος μου εκεί. Όταν το γνωστοποίησα στην παρέα, καμιά δεκαριά πιτσιρικάδες δεκατριών με δεκαέξι χρονών, στην πλατεία του χωριού, κάποιοι άρχισαν να ειρωνεύονται, άλλοι έβαζαν στοιχήματα, και όταν τελικά κατάλαβαν πως σοβαρολογώ, ξεκινήσαμε όλοι μαζί για το νεκροταφείο.

Το χωριό είναι αμφιθεατρικά κτισμένο στην πλαγιά του βουνού, και το νεκροταφείο βρίσκεται χαμηλά γύρω στα 150 μέτρα από τα τελευταία σπίτια. Να σκεφθείτε ότι τότε δεν είχαμε ηλεκτρικό ρεύμα και ήταν όλα θεοσκότεινα τη νύχτα που δεν είχε φεγγάρι. Τέτοια νύχτα ήταν τότε με αστροφεγγιά, και το ζητούμενο που τέθηκε για να θεωρηθεί επιτυχημένο το εγχείρημα ήταν να πάω να σταθώ στη μέση του νεκροταφείου, πάνω σε έναν φρέσκο τάφο, να αναβοσβήσω εκεί τρεις φορές τον φακό και να φέρω λουλούδια από τα στεφάνια του τάφου.

Σταματήσαμε στα τελευταία σπίτια και, αφού πήρα τον φακό, συνέχισα με έναν της παρέας τον κατηφορικό χωματόδρομο για το νεκροταφείο. Ο άλλος σταμάτησε στη μέση της διαδρομής, και μόνος μου πια πλησίαζα το νεκροταφείο.

Αντικρίζοντας από κοντά τα κυπαρίσσια με τον τεράστιο σκοτεινό όγκο τους, κοντοστάθηκα για λίγο, αφού πέρασε από τον νου μου αυτό που είχα πάθει τότε που κατουρήθηκα από τον φόβο μου. Ο δισταγμός ήταν φευγαλέος και, χωρίς τον παραμικρό φόβο, προχώρησα σταθερά, μπήκα μέσα, βρήκα τον τάφο με τα φρέσκα στεφάνια και κάθισα στην άκρη της ταφόπλακας. Στη συνέχεια αναβόσβησα τρεις φορές τον φακό για τα σήματα, πήρα μερικά λουλούδια από τα στεφάνια και αντί να φύγω αμέσως άρχισα να θυμάμαι τον πεθαμένο όπως τον γνώριζα να περπατάει λίγο σκυφτά με το μπαστούνι του και να μιλάει με την ψιλή κάπως αστεία φωνή του.

Κοιτάζοντας τον ουρανό ξεχώρισα τη Μεγάλη και τη Μικρή Άρκτο με όλα τους τα αστέρια, που φαίνονταν πεντακάθαρα από την απουσία φωτορύπανσης, και ένοιωθα γαλήνιος, σίγουρος για τον εαυτό μου και έχοντας αποκτήσει μια πρώτη ιδέα περί ζωής και θανάτου.
Ο ρεμβασμός μου κόπηκε απότομα από τη φωνή του κοντινού παρατηρητή που ρωτούσε τι κάνω. Επίτηδες δεν του απάντησα, και ξεκίνησα με σβηστό τον φακό να επιστρέψω, ενώ εκείνος συνέχισε να με φωνάζει, με ανησυχία τώρα.

Όταν ξεμύτισα από την πόρτα του νεκροταφείου, είχε ήδη αρχίσει να τρέχει προς τα πάνω φοβισμένος, φωνάζοντας στους άλλους που περίμεναν. Τότε έβαλα τα γέλια και φώναξα δυνατά να τους καθησυχάσω. Όταν τους έφθασα με τα λουλούδια του τάφου στα χέρια ηρέμησαν, και η αναγνώριση ήταν πλέον γενική.

Νόημα και επιπτώσεις

Με το περιστατικό αυτό τελειώνουν οριστικά και αμετάκλητα οι δοκιμασίες που μου επιβλήθηκαν ή επέβαλα εγώ στον εαυτό μου, και εξαφανίστηκε κάθε μικρή έστω αμφιβολία για κάθε τι το μεταφυσικό. Κριτής των πράξεών μου ήταν, είναι και θα παραμείνει μέχρι τέλος πιστεύω, η συνείδησή μου και, αναγκαστικά βέβαια, η ανθρώπινη δικαιοσύνη.

Η ζωή έχει νόημα απλά γιατί σε κάθε περίπτωση είναι το κάτι αντί του τίποτα, η ύπαρξη απέναντι στην ανυπαρξία, το φωτεινό ενδιάμεσο ανάμεσα σε δύο μαύρες τρύπες, κατά τον Καζαντζάκη. Από αστερόσκονη δημιουργηθήκαμε και αστερόσκονη θα καταλήξουμε, που είναι ο κύκλος της ζωής.

Αν σκεφθεί κάποιος πόσα δισεκατομμύρια ουράνια σώματα σαν τη Γη υπάρχουν μόνο στον Γαλαξία τον δικό μας, είναι απλό να φαντασθεί πόσα άλλα όντα και νοήμονα υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν όταν το δικό μας είδος, το «περιούσιο», θα έχει εξαφανισθεί.

Σ’ αυτή την ψευδαίσθηση του «περιούσιου» είδους που επεκτεινόμενο καταλήγει στον άκρατο εγωισμό, σε συνδυασμό με τον μεταφυσικό φόβο, βασίζεται και η πίστη σε όποιον θεό. Η κλασσική φράση που ακούμε «με βοήθησε η Παναγία και σώθηκα», όταν έχουν σκοτωθεί δίπλα του κάποιοι άλλοι που προφανώς «δεν τους βοήθησε η Παναγία», τι άλλο από υπέρτατο φιλοτομαρισμό μπορεί να υπονοεί;

Κι όμως είναι αποδεκτό αυτό, όπως τα σταυροκοπήματα και οι αφιερώσεις στον θεό που κάνει ο Μέσι, για παράδειγμα, ύστερα από κάθε, «θεϊκό» είναι αλήθεια, γκολ που πετυχαίνει. Δηλαδή η λογική των θρησκόληπτων λέει πως κάποια ανώτερη δύναμη ασχολείται μαζί τους, τους προικίζει με ταλέντο, τους αγαπάει, τους βοηθάει ή τους προστατεύει, και όταν ζορίσουν τα πράγματα πάλι εκεί προστρέχουν για να τα ξεπεράσουν.

Αν αυτό είναι λογική, τότε προσωπικά είμαι εντελώς παράλογος, αφού πιστεύω απλά ότι η ύπαρξή μου οφείλεται σε ένα τυχαίο γεγονός, όπως τυχαία γεγονότα δημιούργησαν το ανθρώπινο είδος, τη Γη, τον Ήλιο και καμία ανώτερη δύναμη, κι αν υπήρχε τέτοια, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα ασχολιόταν μαζί μου.

Με αυτά τα μυαλά που πορεύτηκα από μικρός, ήξερα πως τη ζωή μου την καθορίζουν οι δικές μου πράξεις και επιλογές, που κάποιες επηρεάστηκαν από άλλους ανθρώπους ή γενικότερες κοινωνικές καταστάσεις, και ασφαλώς από σειρά τυχαίων γεγονότων.

Η επιλογή της αθεΐας, μπορώ να πω, δεν είχε αρνητικές συνέπειες στην οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική μου ζωή. Βέβαια, σε κάποιες περιπτώσεις, χωρίς να προτιμήσω την απόκρυψη, δεν είχα επιμείνει στη σαφή δήλωση.

Απόκρυψη από τον φόβο των επιπτώσεων έγινε μόνο μία φορά στη ζωή μου στον στρατό, όπου υπηρετούσα (1970-1972) με ειδικότητα σκαπανέα, την εποχή της «Ελλάδος-Ελλήνων-Χριστιανών», σε μονάδα ανεπιθυμήτων (κάτι σαν στρατόπεδο σωματικής και ψυχολογικής εξόντωσης για μη «εθνικόφρονες»), ως πρώην μέλος της νεολαίας των Λαμπράκηδων.

Ήταν Μεγάλη Τετάρτη απόγευμα, και είχαν φέρει στο στρατόπεδο τρεις-τέσσερις παπάδες με σκοπό να εξομολογηθούμε οι φαντάροι, προκειμένου να μεταλάβουμε την επόμενη μέρα. Η διαταγή του διοικητή (καραβανάς από τον εμφύλιο και αντάρτης του Ζέρβα πριν) ήταν σαφέστατη: «όλοι πλην των μωαμεθανών», γιατί είχαμε και μερικούς Πομάκους.

Πριν λίγο καιρό είχα φάει μια δεκαήμερη αυστηρά φυλάκιση για άρνηση εκτέλεσης διαταγής του διοικητή (αρνήθηκα να γίνω χαφιές), είχα ήδη χάσει 12 κιλά και έσερνα τα πόδια μου, άντε τώρα να αρνηθείς δεύτερη φορά διαταγή του διοικητή. Δεν είχα το κουράγιο, αλλά στον παπά την είπα την αμαρτία μου, δηλαδή δήλωσα άθεος.

Αντίθετα από τον πατέρα Βασίλειο, εκείνος με κοίταξε ήρεμος και μου λέει: «Αν είσαι εντάξει με τη συνείδησή σου, αυτό αρκεί. Πήγαινε όμως αύριο να μεταλάβεις για να μην έχεις άλλα μπλεξίματα». Άκουσα τη συμβουλή του, αλλά κατάφερα να μη μεταλάβω, μεταπηδώντας χωρίς να με προσέξει ο αξιωματικός, από τη σειρά που πήγαινε σε κείνη που γυρνούσε από τη μετάληψη, και έτσι καθάρισα με τη συνείδησή μου, με την οποία μπορώ να πω ότι δεν τα έχω χαλάσει μέχρι σήμερα.

Αυτή τη συμβουλή, που μόνο από ορθόδοξο παπά δεν περίμενα να ακούσω, δίνω κι εγώ σε όσους κατά καιρούς με έχουν συμβουλευτεί. Όσο γι αυτή την εκφοβιστική παρλαπίπα που ακούμε σαν αντίλογο από τους θρησκοβλαμμένους ή τους επαγγελματίες της θρησκείας, «άσε να δούμε τι θα λες μπροστά στον θάνατο», έχω να τους λέω αυτό που άκουσα από τη μάνα μου λίγο πριν πεθάνει στα ογδόντα οκτώ της χρόνια.

Ήταν στο κρεβάτι καλοκαίρι με μια από τις συνηθισμένες της πνευμονίες, και την είχα βοηθήσει να φάει για μεσημέρι. Αφού έφαγε, ήρεμη εντελώς και πίνοντας μισό ποτηράκι κόκκινο κρασί που μου είχε ζητήσει, την ακούω να μου λέει: «Σπύρο μου, όλα αυτά που λένε για παράδεισο και κόλαση, παραμύθια δεν είναι;» Ένοιωσα έκπληξη γιατί μπορεί να μην ήταν θεούσα, αλλά και τις προσευχές της έκανε, και νηστείες τηρούσε, και διάφορα τελετουργικά ακολουθούσε. «Παραμύθια είναι ρε μάνα, για τσου κουτούς» της είπα και την βοήθησα να ξαπλώσει για να κοιμηθεί.

Κάθισα να την κοιτάζω μέχρι που την πήρε γρήγορα ο ύπνος και στο πρόσωπό της φαινόταν η εσωτερική της γαλήνη. Ύστερα από μια ώρα που πήγα να δω τι κάνει, ξύπνησε, με κοίταξε για λίγο και έφυγε ήρεμη.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

[ΑπΚ] 1α. Το Κλασσικό Οντολογικό Επιχείρημα: Άνσελμος του Καντέρμπουρυ

8 Μαΐου 2012
Σχόλια κλειστά

Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: Evan T


« Περιεχόμενα Επόμενο άρθρο [1β] »
II

Ergo Domine, qui das fidei intellectum, da mihi, ut, quantum scis expedire, intelligam, quia es sicut credimus, et hoc es quod credimus. Et quidem credimus te esse aliquid quo nihil maius cogitari possit. An ergo non est aliqua talis natura, quia “dixit insipiens in corde suo: non est Deus” [Ps 13,1]? Sed certe ipse idem insipiens, cum audit hoc ipsum quod dico: ‘aliquid quo maius nihil cogitari potest’, intelligit quod audit; et quod intelligit, in intellectu eius est, etiam si non intelligat illud esse. Aliud enim est rem esse in intellectu, alium intelligere rem esse. Nam cum pictor praecogitat quae facturus est, habet quidem in intellectu, sed nondum intelligit esse quod nondum fecit. Cum vero iam pinxit, et habet in intellectu et intelligit esse quod iam fecit.

 

Κι έτσι, Κύριε, εσύ που δίνεις νόημα στην πίστη, μου δίνεις να καταλάβω, όσο θεωρείς εσύ χρήσιμο, ότι είσαι όπως εμείς πιστεύουμε· και ότι είσαι αυτό που εμείς πιστεύουμε. Και πράγματι, πιστεύουμε πως είσαι ένα ον του οποίου τίποτε ανώτερο δεν μπορεί να νοηθεί. Ή μήπως δεν υπάρχει τέτοια φύση, μια και ο άφρων είπε στην καρδιά του ότι δεν υπάρχει Θεός (Ψαλμός 13,1); Αλλά, εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αυτός ο άφρων καταλαβαίνει για τι είδους ον μιλάω –ένα ον του οποίου ανώτερο δεν μπορεί να νοηθεί– καταλαβαίνει αυτό που ακούει, και αυτό που καταλαβαίνει υπάρχει στο νου του, παρόλο που δεν το νοεί ως υπαρκτό. Γιατί είναι άλλο για κάτι να υπάρχει στη νόηση και άλλο να γίνεται αντιληπτό ως υπάρχον. Όταν ένας ζωγράφος πρώτα συλλαμβάνει αυτό που θα ζωγραφίσει αργότερα, το έχει στη νόησή του, αλλά δεν το αντιλαμβάνεται ως υπάρχον γιατί δεν το έχει ζωγραφίσει ακόμα. Αλλά, αφού κάνει τη ζωγραφιά, υπάρχει και στη νόησή του και αντιλαμβάνεται την ύπαρξή της, αφού την έφτιαξε.

Convincitur ergo etiam insipiens esse vel in intellectu aliquid quo nihil maius cogitari potest, quia hoc, cum audit, intelligit, et quidquid intelligitur, in intellectu est. Et certe id quo maius cogitari nequit, non potest esse in solo intellectu. Si enim vel in solo intellectu est, potest cogitari esse et in re; quod maius est. Si ergo id quo maius cogitari non potest, est in solo intellectu: id ipsum quo maius cogitari non potest, est quo maius cogitari potest. Sed certe hoc esse non potest. Existit ergo procul dubio aliquid quo maius cogitari non valet, et in intellectu et in re.

Έτσι ακόμα και ο άφρων πείθεται ότι κάτι του οποίου ανώτερο δεν μπορεί να συλληφθεί υπάρχει τουλάχιστον στο νου. Και σίγουρα κάτι του οποίου ανώτερο δεν μπορεί να νοηθεί δεν μπορεί να υπάρχει μόνο στο νου. Γιατί, ας υποθέσουμε πως υπάρχει μόνο στο νου: τότε μπορεί να νοηθεί πως υπάρχει και στην πραγματικότητα· το οποίο είναι ανώτερο. Άρα, αν αυτό του οποίου τίποτε ανώτερο δεν μπορεί να νοηθεί υπάρχει μόνο στο νου, αυτό το ίδιο ον, του οποίου τίποτα ανώτερο δεν μπορεί να νοηθεί, είναι ον του οποίου μπορεί να συλληφθεί ανώτερο ον. Αλλά προφανώς αυτό είναι αδύνατον. Άρα, υπάρχει μικρή αμφιβολία πως υπάρχει ένα ον του οποίου τίποτα ανώτερο δεν μπορεί να νοηθεί, και υπάρχει και στο νου και στην πραγματικότητα.

III

Quod utique sic vere est, ut nec cogitari possit non esse. Nam potest cogitari esse aliquid, quod non possit cogitari non esse; quod maius est quam quod non esse cogitari potest. Quare si id quo maius nequit cogitari, potest cogitari non esse: id ipsum quo maius cogitari nequit, non est id quo maius cogitari nequit; quod convenire non potest. Sic ergo vere est aliquid quo maius cogitari non potest, ut nec cogitari possit non esse. Et hoc es tu, Domine Deus noster. [...]

 

Και σίγουρα υπάρχει τόσο πραγματικά που δεν μπορεί να νοηθεί ότι δεν υπάρχει. Γιατί είναι δυνατόν να νοηθεί ένα ον το οποίο δεν μπορεί να νοηθεί ότι δεν υπάρχει· και αυτό είναι ανώτερο από ένα που μπορεί να νοηθεί πως δεν υπάρχει. Συνεπώς, αν αυτό, του οποίου δεν μπορεί να νοηθεί τίποτα ανώτερο, μπορεί να νοηθεί ότι δεν υπάρχει, δεν είναι ανώτερο από εκείνο του οποίου ανώτερο δεν μπορεί να νοηθεί. Αλλά αυτό είναι μια ασυμβίβαστη αντίφαση. Υπάρχει λοιπόν πραγματικά ένα ον του οποίου τίποτα ανώτερο δεν μπορεί να νοηθεί, ώστε δεν μπορεί καν να νοηθεί ότι δεν υπάρχει· και αυτό το ον είσαι εσύ, ω Κύριε, Θεέ μας. [...]

Άνσελμος του Καντέρμπουρυ, Προσλόγιον, 1077 μ.Χ.
Βάσει της Αγγλικής μετάφρασης του Sidney Norton Deane (1903)
[ΣτΜ: Η επιλογή αποσπάσματος είναι λίγο διαφορετική από του Ebonmuse, καθώς και η επιλογή μεταφραστή από τα λατινικά]

Το πρώτο και ένα από τα παλιότερα “κλασσικά” επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης Θεού (με ηλικία σχεδόν μία χιλιετία) είναι το οντολογικό επιχείρημα. Το επιχείρημα αυτό προσπαθεί να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού με τη λογική και μόνο, χωρίς αναφορά στον εξωτερικό κόσμο, βασιζόμενο μονάχα στον τυπικό ορισμό του ποιος και τι είναι ο Θεός. Παρόμοια επιχειρήματα με του Άνσελμου έχουν καταθέσει φιλόσοφοι όπως ο Καρτέσιος, ο Λάιμπνιτς, ο Γκέντελ και ο Alvin Plantinga (του οποίου το επιχείρημα θα δούμε στην επόμενη ενότητα). Στην κλασσική του μορφή, όπως παρουσιάζεται από τον Άνσελμο, το επιχείρημα έχει ως εξής:

  1. Ο Θεός είναι εξ ορισμού το ανώτερο ον που μπορεί να συλληφθεί με το νου.
  2. Αλλά αν ο Θεός δεν υπήρχε στην πραγματικότητα, τότε θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα ον που θα είχε όλες τις ιδιότητες του Θεού και θα υπήρχε στην πραγματικότητα, οπότε αυτό το ον θα ήταν ανώτερο από τον Θεό.
  3. Αφού ο Θεός είναι το ανώτερο ον που μπορεί να συλληφθεί με το νου, αυτό είναι αδύνατον.
  4. Άρα ο Θεός πρέπει να υπάρχει στην πραγματικότητα.

Αν και ένας απρόσεκτος αναγνώστης μπορεί να διαισθανθεί γιατί αυτό δεν μπορεί να είναι σωστό, είναι πιο εύκολο να πει ότι το επιχείρημα μοιάζει λάθος, παρά να βρει τι ακριβώς είναι λάθος. Αυτή η ιδιότητα του οντολογικού επιχειρήματος προκαλούσε ενδιαφέρον στους φιλοσόφους για αιώνες. Μια πιο προσεκτική ανάλυση όμως αποκαλύπτει το σφάλμα που περιέχει. Στην ουσία, το οντολογικό επιχείρημα είναι ύπουλα κυκλικό· εισάγει λάθρα μια προ-υπόθεση σε ένα καίριο σημείο. Αυτό μπορεί να μην είναι προφανές σ’ αυτήν τη μορφή, αλλά μπορούμε να το ξαναγράψουμε για να το κάνουμε πιο εμφανές. Αναλογιστείτε την ακόλουθη τροποποιημένη μορφή του οντολογικού επιχειρήματος που καθιστά προφανή την κρυμμένη εικασία.

  1. Εξ ορισμού ο Θεός είναι ένα ον παντοδύναμο, που γνωρίζει τα πάντα, είναι πανάγαθο και το οποίο υπάρχει.
  2. Άρα ο Θεός υπάρχει.

Το σφάλμα είναι προφανές: δεν μπορείς απλά να ορίσεις ότι κάτι υπάρχει. Κάποιος μπορεί να κολλήσει φράσεις όπως το “και το οποίο υπάρχει” σε οποιονδήποτε ορισμό επιθυμεί, αλλά αυτό δεν πρόκειται να προκαλέσει την ύπαρξή του στην πραγματικότητα. Αν αυτό ήταν δυνατό, η φιλοσοφία θα ήταν ένα πολύ επικερδές επάγγελμα. Σκεφτείτε ορισμούς όπως “η τσάντα γεμάτη χρήματα δίπλα μου η οποία υπάρχει”. Προφανώς αυτό δεν είναι έγκυρη λογική. Ένας ορισμός, αν είναι ακριβής, αντικατοπτρίζει ορθά την πραγματικότητα· δεν πλάθει την πραγματικότητα. Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι που προσπαθεί να κάνει αυτό το επιχείρημα, αν και με έναν πολύ πιο πλάγιο τρόπο.

Το κεντρικό σημείο είναι αυτό: Αν είναι αληθές ότι ένα ον που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι ανώτερο από ένα που υπάρχει στη φαντασία, τότε το να ορίσουμε τον Θεό ως το ανώτερο δυνατόν ον εμπεριέχει τον ισχυρισμό ότι ο Θεός υπάρχει. Αλλά αυτό προσπαθεί να αποδείξει το επιχείρημα! Το οντολογικό επιχείρημα χρησιμοποιεί το αποδεικτέο ως αρχική υπόθεση, διαπράττοντας το στοιχειώδες σφάλμα του κυκλικού επιχειρήματος. Συνεπώς είναι λογικά ασυνεπές και δεν αποδεικνύει τίποτα.

Οι άθεοι δεν δέχονται την οντολογική δέσμευση που προσπαθεί να εισάγει λάθρα αυτό το επιχείρημα με τους ορισμούς του. Είναι σίγουρα πιθανό να συλλάβει κανείς ένα ον ονόματι “Θεός” που υπάρχει μόνο στη σκέψη και είναι εξίσου πιθανό να συλλάβει κανείς ένα ον ονόματι “Θεός” που υπάρχει και στη σκέψη και στην πραγματικότητα. Ένας θα μπορούσε ακόμα και να συμφωνήσει ότι αν η δεύτερη περίπτωση υπήρχε στην πραγματικότητα θα ήταν ανώτερη από την πρώτη. Αλλά δεν μπορεί να θεωρήσει πως ένα τέτοιο ον πρέπει να υπάρχει και στην πραγματικότητα. Ξαναλέω πως είναι μια προσπάθεια να ενσωματωθεί η ύπαρξη στον ορισμό και να εξαχθεί το συμπέρασμα πως το οριζόμενο κατά συνέπεια υπάρχει, και αυτό είναι εσφαλμένο. Είναι ένα ανεπίτρεπτο άλμα από το ένα επίπεδο στο άλλο. Το να ορίζει κανείς τον Θεό ως ένα ον που πρέπει να υπάρχει είναι ακριβές μόνο αν ο Θεός όντως υπάρχει και το αληθές του ορισμού μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο εξετάζοντας την εξωτερική πραγματικότητα.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (37)

4 Μαΐου 2012
Σχόλια κλειστά
Αρθρογράφος: Βαλάντης Κ., 26 ετών, αστυνομικός, άγαμος.


Το πρόβλημα είναι ότι νομίζετε πως έχετε χρόνο…

Γεννήθηκα σε μια μικρή πόλη της Βορείου Ελλάδος και μετά το τέλος του Λυκείου αποφάσισα να καταταγώ στην Ελληνική Αστυνομία, καθότι ήταν κάτι που το ήθελα από παιδί. Μετά από 2 χρόνια στη Σχολή κατοικώ πλέον μόνιμα στην Αθήνα.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια όπου η θρησκεία ήταν μεν παρούσα, ωστόσο δεν θυμάμαι να κυριαρχούσε σε μεγάλο βαθμό, πέραν των εθίμων και των γενικότερων ηθικών κανόνων. Περίπου στο Γυμνάσιο έκανα και ένα πέρασμα από το κατηχητικό. Πήγαινα εκεί κάθε Σάββατο απόγευμα. Τώρα μου φαίνεται τόσο ξένο, αλλά τότε ήταν μια ρουτίνα.

Το μεγαλύτερο παράπονό μου από τη «δραστηριότητα» αυτή ήταν το ότι πάντοτε τα «γιατί» μου τα ακολουθούσαν τα «άγνωσται αι βουλαί…». Δεν είναι και το καλύτερο πράγμα να μην μπορείς να πάρεις τις απαντήσεις που ζητάς.

Θέλω να πω πως… να πάρει η ευχή, ΕΚΕΙΝΟΙ είναι αυτοί που υποτίθεται ότι έπρεπε να ξέρουν τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που έθετα. Και οι απαντήσεις τους δεν ήταν τίποτα παραπάνω από υπεκφυγές… Μετά από έναν χρόνο εκεί, δεν επανέλαβα το ίδιο λάθος.

Οπότε, έχουμε και λέμε: Σχολείο, πρωινή προσευχή και εκκλησιασμός. Θρησκευτική κατήχηση και η θλιμμένη εικόνα του Χριστούλη πάνω από τον πίνακα… Φθηνό χτύπημα κάτω από τη ζώνη, θα έλεγα. Σαν παιδί και εγώ, που ήθελα όλοι να είναι καλά και να πάω στο σχολείο να δω τους φίλους μου και ό,τι κάνει ένα παιδί τέλος πάντων στο σχολείο, το να πέσει το μάτι μου στη ματωμένη όψη του Ιησού ήταν κάτι το οποίο το ένιωθα ξένο, και με κράταγε πίσω κατά κάποιο τρόπο.

Τί έπρεπε να καταλάβω από αυτό; Ακόμα και τώρα προσπαθώ να βρω τις λέξεις για να το περιγράψω… Θα το πω και όπως μου βγει: ποιος ψυχικά ασταθής βάζει φωτογραφίες από ματωμένες, θλιμμένες φιγούρες σε μια αίθουσα με παιδιά; Ήταν κάποιου είδους πείραμα, που λάμβανε χώρα σε όλα τα σχολεία της Ελλάδος, από το οποίο θα προκρίνονταν μόνο όσοι ήταν γεννημένοι εκτελεστές, σαν σε Γιαπωνέζικο θρίλερ; Σοβαρά τώρα, ποιου ιδέα ήταν; Αλλά αφού κανείς δεν παραπονιόταν, μάλλον το «έκανα γαργάρα» κι εγώ…

Ωστόσο, όλος ο λανθάνων ψυχαναγκασμός που μας «πότιζαν» σε μικρές δόσεις κατά τα σχολικά μας χρόνια, δεν θα μπορούσε να μας προετοιμάσει για το γεγονός που θα σας διηγηθώ τώρα. Ήταν Γ’ Γυμνασίου, και η καθηγήτρια των Θρησκευτικών, η οποία «βρωμούσε» κατηχητικό από χιλιόμετρα, μας ανακοίνωσε ότι θα πάμε σε μια άλλη αίθουσα για να δούμε βίντεο (χαρά εμείς…)! Λίγα όμως ξέραμε για το τι μας περίμενε.

Το βίντεο που μας επέτρεψε να παρακολουθήσουμε η εν λόγω καθηγήτρια ήταν ένα ντοκιμαντέρ το οποίο περιελάμβανε εικόνες και βίντεο από γυναίκες που υποβάλλονται σε έκτρωση. Η εικόνα που έχει χαρακτεί στο μυαλό μου, και δεν υπάρχει περίπτωση να την ξεχάσω ΠΟΤΕ, είναι ενός εμβρύου που παλεύει για τη ζωή του, καθώς ο χειρούργος το σκοτώνει και το αφαιρεί σε κομμάτια από το εσωτερικό μιας γυναίκας…

Περιττό να αναφέρω ότι έκανα κάμποση ώρα να συνέλθω. Το παιδικό μου μυαλό αδυνατούσε στην αρχή να αντιληφθεί το τι ακριβώς είχε συμβεί. Όταν πλέον έβαλα όλα τα κομμάτια του παζλ στη σωστή σειρά ένιωσα απερίγραπτη θλίψη. Τότε, μόνο αυτό μπορούσα να καταλάβω.

Μετά το τέλος του ντοκιμαντέρ η καθηγήτρια συνέδεσε το περιεχόμενό του με τη σεξουαλική ζωή μας, που θα άρχιζε σε λίγο καιρό, και με το ότι θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για να ΜΗΝ φτάσουμε σε αυτό το σημείο και σκοτώσουμε ένα ανυπεράσπιστο έμβρυο, απλά επειδή δεν ακούσαμε τον λόγο του θεού και παραδοθήκαμε στα πάθη μας.

Με λίγα λόγια, το δίλημμα στο οποίο μας έβαζε ήταν: ή φονιάδες μωρών ή δίπλα στον θεό… Ευρισκόμενος σε κατάσταση σοκ, δεν μπορώ να πω αν είχα την ικανότητα να επεξεργαστώ τι ακριβώς είχα δει, το μόνο που ήξερα όμως ήταν ότι θα έπρεπε να αισθάνομαι άσχημα για το ότι είμαι άνθρωπος και ότι η ζωή μου ελέγχεται (ή θα έπρεπε να ελέγχεται) από ένα ον που δεν βλέπω, αλλά για το οποίο μόνο ακούω…

Σε όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να ισορροπήσω ανάμεσα στο να μαθαίνω τι υπάρχει εκεί έξω, πώς βλέπουν άλλοι άνθρωποι τον κόσμο που βλέπω και εγώ, τι απαντήσεις δίνουν σε ερωτήσεις που απασχολούν όλους τους ανθρώπους, ή που τους έχουν απασχολήσει τουλάχιστον μια φορά, και στο να σέβομαι τι έχω διδαχθεί, να μην αμφισβητώ αυτά που δεν δέχονται αμφισβήτηση, να δέχομαι πράγματα που αφορούν τη ζωή μου χωρίς αποδείξεις.

Δυστυχώς όμως για τους οπαδούς των εκάστοτε δογμάτων, η φύση του Ανθρώπου δεν μπορεί να περιγραφεί από τις λέξεις «ποίμνιο» ή «δούλος», χωρίς ελεύθερη λογική σκέψη και με το κεφάλι κατεβασμένο μπροστά σε κάποιο «ιερό» βιβλίο. Η προσπάθεια του Ανθρώπου, από την αρχή της Ιστορίας του, ήταν να αντιληφθεί και να μάθει όσο περισσότερα μπορεί για τον κόσμο στον οποίο ζει, και αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι εφικτό χωρίς τη βοήθεια της αμφισβήτησης.

Η μετάβασή μου από χριστιανό σε μη-χριστιανό, ή καλύτερα σε αρνησίθεο (πολύ πιο εύηχη λέξη) δεν έγινε εν μια νυκτί. Υπήρξαν φορές που γινόμουν τελείως «σπαστικός» και έκανα παρατηρήσεις σε φίλους που «έβριζαν», και υπήρξαν φορές που έπρηζα στις ερωτήσεις παπάδες και θεόπληκτους, αρνούμενος την επίκληση στην πίστη σαν επιχείρημα.

Ωστόσο, όπως θα συμφωνήσει και όποιος έχει καταλήξει να διαβάζει αυτό το κείμενο, κάτι δεν κολλούσε με το θέμα θρησκεία και τη σιγουριά που είχαν όλοι γύρω από την ύπαρξη ενός δημιουργού θεού.

Όπως το έθεσε ο Επίκουρος χαρακτηριστικά:
«Θέλει ο Θεός να εμποδίσει το κακό αλλά δεν είναι ικανός;
Τότε δεν είναι παντοδύναμος. Μπορεί αλλά δεν θέλει; Τότε δεν είναι πανάγαθος.
Και θέλει και μπορεί; Τότε γιατί υπάρχει το κακό;
Δεν θέλει, ούτε μπορεί; Τότε γιατί να τον αποκαλούμε Θεό;»
Οι παραπάνω τέσσερις γραμμές είναι εξαιρετικά δυνατές. Η παραπάνω σκέψη μπορεί να σε ρίξει σε βαθιά θλίψη, αν έχεις το «ελάττωμα» να αναρωτιέσαι πραγματικά και όχι σαν μια μορφή «επανάστασης». Μετά από λίγο όμως, αν κάτσεις να το σκεφτείς καλύτερα, θα δεις πως τα πράγματα είναι καλύτερα απ’ όσο νόμιζες… Θα δεις πως όταν δεν έχεις κάτι στο οποίο να ελπίζεις, δεν έχεις και να φοβάσαι αν θα το χάσεις. Ή αν δεν έχεις κάτι να φοβάσαι, είσαι ένα βήμα πιο κοντά στο να είσαι ευτυχισμένος.

Η χριστιανική θρησκεία άρχιζε να ξεβάφει από πάνω μου, γιατί στην τελική δεν είναι κανενός το πραγματικό «χρώμα». Δεν με τρόμαζαν πλέον οι απειλές για καταδίκη στην κόλαση. Δεν μπορούσαν να πείσουν πλέον κανέναν οι φωνές και οι απόλυτες απόψεις των παπάδων και των φαν τους. Όταν κάποιος μιλάει για πράγματα τα οποία ΔΕΝ ΔΥΝΑΤΑΙ να γνωρίζει, απλά τον αγνοείς, δεν λαμβάνεις υπόψιν τις απόψεις του. Ωστόσο κάτι το τόσο λογικό, στον Πλανήτη Γη του 2012 πρέπει να το εξηγήσεις, να το «κάνεις δεκάρικα» που λένε, κάτι το τόσο αυτονόητο…

Η αναζήτηση της αλήθειας ήταν αυτή που με έκανε να ασχοληθώ με τη θρησκεία στην αρχή της ζωής μου και η ίδια αναζήτηση είναι αυτή που με οδήγησε χιλιόμετρα μακριά της. «Αρκετά παίξατε με τους φόβους και τις ελπίδες μου, κύριοι… Αρκετά χειριστήκατε τα συναισθήματά μου με τον πιο καταπιεστικό τρόπο απ’ όλους, προκειμένου να με βάλετε στο μαγαζάκι σας, να με γράψετε στη λίστα με τους οπαδούς σας!».

Έχω θυμό μέσα μου για αυτού του είδους τις δραστηριότητες, αυτές που λένε θρησκείες. Θυμός που, πολλές φορές, δεν με αφήνει να συζητήσω με καλύτερη τακτική, προκειμένου να πείσω, αλλά το δουλεύω…

Αντί μιας θρησκείας που να μου λέει πώς είναι ο κόσμος και το τι θα έπρεπε να κάνω στη ζωή μου, έχω καταλήξει να έχω δύο απαντήσεις στα δύο ερωτήματα. Στο πρώτο, η προφανής λύση είναι η Επιστήμη, η οποία «ΔΕΝ είναι μια δημοκρατία στην οποία η πλευρά με τις περισσότερες ψήφους ή την πιο δυνατή φωνή μπορεί να αποφασίζει ποιο είναι το σωστό» (Gregory A. Poland, M.D. and Robert M. Jacobson, M.D., New England Journal of Medicine, 2011; 364:97-99). Όσο για το τι θα έπρεπε να κάνω και τον τρόπο που θα έπρεπε να συμπεριφέρομαι, προσπαθώ να ακούω την Κοινή Λογική, που τόσο έχουμε ξεχάσει…

Ένα πράγμα μπορώ να πω όμως πως με βοήθησε στη διαδικασία απεμπλοκής από τη θρησκεία και στη συνεχή μου προσπάθεια να αντιληφθώ τον κόσμο και τον εαυτό μου. Ο διαλογισμός. Όχι, δεν έγινα βουδιστής… Αν και όσοι έχουν πρόβλημα με το οτιδήποτε έχει θρησκευτική χροιά, δικαίως ή αδίκως, τώρα θα λένε από μέσα τους ότι έφυγα από τον ένα κομπογιαννίτη και πήγα στον άλλον. Θεωρώ πως όταν ο Χριστός λέει «αν δεν είσαι μαζί μου, είσαι εναντίον μου και θα καείς στην κόλαση», είναι πολύ χειρότερο από το:

«Μην πιστεύετε τίποτε, ανεξάρτητα από πού το διαβάσατε ή ποιος το είπε, ακόμα κι αν το έχω πει εγώ, αν δεν συμφωνεί με τη δική σας λογική και τον κοινό νου.»
~Βούδας

Μέσω του διαλογισμού, έχω παρατηρήσει και εξηγήσει πράγματα και καταστάσεις που αφορούν είτε εμένα, είτε τον κόσμο που αντιλαμβάνομαι, έχω μάθει τις αποστάσεις που προτιμώ να τηρώ από βλαβερές σκέψεις, έχω αντιληφθεί τους λόγους που το να σκέφτεσαι και να επεξεργάζεσαι με ηρεμία είναι σαφώς καλύτερο και πιο αποτελεσματικό από το να αντιδράς ανεξέλεγκτα.

Το να ελέγχεις το μυαλό σου είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά, αλλά καλύτερα να το προσπαθήσω εγώ, παρά να επιτρέψω να «δοκιμάσει» κάποιος άλλος…

Όπως ανέφερα παραπάνω, το αίσθημα που κυριαρχούσε, όταν άνοιξα τα μάτια μου στην απάτη της θρησκείας, ήταν ο θυμός… Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος έχει εξαφανιστεί γιατί πλέον καταλαβαίνω όλο και περισσότερο την ανάγκη των ανθρώπων να εξαπατώνται τόσο εξόφθαλμα.

Η μικρή μου εμπειρία από ανθρώπους με παραβατικές συμπεριφορές, αλλά και η υπόλοιπη ζωή μου (εκτός δουλειάς), μου έχει δείξει ότι, όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να συμπεριφέρεται με τρόπο αναληθή, καταπιεστικό, με πρόθεση να βλάψει τον ίδιο ή κάποιον άλλο, μπορείς να είσαι 99% σίγουρος ότι η ανασφάλεια έχει ριζώσει βαθιά. Και αυτή η ίδια ανασφάλεια είναι που εκμεταλλεύεται η θρησκεία…

Γι’ αυτόν το λόγο, έχω αποφασίσει ότι όχι μόνο θα δηλώνω δημόσια την άρνησή μου σε «δεισιδαιμονίες αγράμματων ανθρώπων της εποχής του Χαλκού», αλλά με κάθε ευκαιρία προκαλώ σε ελεύθερη σκέψη όποιον ισχυρίζεται ότι έχω υποχρέωση να σέβομαι ένα βιβλίο γεμάτο φρίκη και μια πίστη η οποία, εξαιτίας της ίδιας της φύσης, παρέχει στον οποιονδήποτε την ευκαιρία να μη σκέφτεται, γιατί πολύ απλά η θρησκεία του έχει ήδη ξεχωρίσει το τι είναι καλό και κακό για λογαριασμό του πιστού…

Πολλές φορές έχω κατηγορηθεί για το ότι είμαι προκατειλημμένος ενάντια στη θρησκεία. Δεν είναι και λίγες οι φορές που κάποιος φίλος προσπαθεί για αρχή να μου πει ότι έχω παραπλανηθεί και ότι οι καθ’ όλα λογικές σκέψεις μου γύρω από την απάτη της θρησκείας είναι προϊόν πλύσης εγκεφάλου, ωστόσο στη συνέχεια καταλήγει να αρνείται ότι η θρησκεία του περιλαμβάνει τα αίσχη που αναφέρω ότι έχουν πέσει στην αντίληψή μου…

Η απάντηση, κλισέ πλέον, «αυτό ήταν στην παλαιά διαθήκη» ή «ο Χριστός δεν το είπε ποτέ αυτό»… Το γνωστό σε όλους μας «pick and choose»… Με ρωτούν: «Γιατί ασχολείσαι τόσο πολύ με τη θρησκεία; Αφού δεν είσαι πιστός, άσε αυτούς που είναι πιστοί να ασχολούνται μαζί της!» Όταν «ασχολούμαι» με το θέμα του θεού, στην ουσία ασχολούμαι με τον Άνθρωπο, ο οποίος έφτιαξε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του τον θεό που προτιμούσε. Εσένα και εμένα παρατηρώ, φίλε… Την ανασφάλειά μας, την έλλειψη συμπόνιας στον πόνο μας, την αδιαλλαξία στο διαφορετικό, που είναι βλαβερή είτε το βλέπεις στον άνθρωπο μπροστά σου, είτε το βλέπεις μέσα σου.

Εσένα κι εμένα παρατηρώ, φίλε… Είτε έναν-έναν, είτε ταυτόχρονα…

Καταλήγοντας, το μόνο που θέλω να πω είναι ότι, όποια και να είναι η αλήθεια που ψάχνει ο καθένας, θα τη βρει μόνο αν αυτό που βλέπει ή βιώνει αρχίσει να το γδύνει και να το γδύνει και να το γδύνει από τα ψέματα… Η αλήθεια σου είναι αυτό που θα μείνει στο τέλος. Δεν θα βρεις αλήθεια αν ντύσεις ένα ψέμα, ή αν του αλλάξεις χρώμα… Θα δημιουργήσεις ακόμα ένα ψέμα. Αλλά την αλήθεια σου ποιος θα την ψάξει, αν όχι εσύ;

Μιλάω για την αλήθεια του ότι γεννήθηκες και θα πεθάνεις. Μπορείς μέσα σε αυτά τα δύο σημεία να προσφέρεις; Μακριά από το να παίρνουμε μόνο και να ξαναπαίρνουμε. Μπορείς μέσα σε αυτά τα δύο σημεία να δώσεις; Δώσε κουράγιο, δώσε αλήθεια, δώσε ειλικρίνεια. Σε εσένα και σε εμένα. Ας μην τρομάζουμε από αυτούς που φοβούνται την πραγματικότητα για τους δικούς τους λόγους.

Ας μη ζήσουμε μια ζωή σαν «δούλοι» ή «ποίμνια».
Ας ζήσουμε σαν ελεύθεροι, σκεπτόμενοι Άνθρωποι…

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.