ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: - 09.01.12 : Παράνομη θεωρεί την αναγραφή του θρησκεύματος στους απολυτήριους τίτλους σπουδών η Κομισιόν. - 03.01.2012 : Τη διαμαρτυρία του εξέφρασε ο ΙΣΚΕ σχετικά με τη μεγάλη μείωση των αποδοχών για τους κληρικούς που εργάζονται σε δύο θέσεις - 02.01.2012 : O Μητροπολίτης Σεραφείμ και άλλοι κατέθεσαν προσφυγή στο ΣτΕ κατά της κατασκευής ισλαμικού τεμένους με δαπάνες του Δημοσίου. - 29.12.2011 : Συμπλοκή με σκούπες και καδρόνια μεταξύ ελληνορθόδοξων και αρμένιων ιερέων στο Ναό της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ. - 22.12.2011 : Μήνυση μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ των Ρωμαιοκαθολικών επειδή στο εκπαιδευτήριο Αγίου Ιωσήφ τελείται αγιασμός από Ρωμαιοκαθολικό εφημέριο για όλους τους μαθητές. - 20.11.2011 : Ο αναπληρωτής υπουργός παιδείας ζητά να ξαναγίνει υποχρεωτικό το μάθημα των θρησκευτικών. - 05.11.2011 : Eικονικές δωρεές από επιχειρηματίες σε εκκλησίες με σκοπό την έκπτωση φόρου.

Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (29)

26 Ιανουαρίου 2012
Σχόλια κλειστά
Αρθρογράφος: Σάμμι, Μηχανικός Τ.Ε., ετών 29.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με πατέρα μουσουλμάνο (αραβικής καταγωγής), που ωστόσο ήταν και είναι πολύ μετριοπαθής στο θέμα της θρησκείας. Ο ίδιος είναι ιατρός στο επάγγελμα, και ομολογώ πως ποτέ δεν θέλησε να με πατρονάρει ώστε να γίνω μουσουλμάνος, έκτος από το γεγονός να με δηλώσει στη ληξιαρχική πράξη ως μουσουλμάνο. Ήταν βέβαια έντονη η αντίθεσή του να υιοθετήσω τη χριστιανική θρησκεία.

Η μητέρα μου από την άλλη, παρότι η ίδια ήταν χριστιανή, δεν ασχολήθηκε ποτέ της με τον θρησκευτικό μου προσανατολισμό. Τη θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν τη ρώτησα για ποιον λόγο τρώμε ψάρι την Κυριακή των Βαΐων, να μου απαντά: «Ο Χριστούλης γούσταρε να φάει ψαράκι». Δεν με «έτρεχε» στις εκκλησιές, ούτε φρόντιζε το τραπέζι της μεγάλης εβδομάδας να είναι νηστίσιμο.

Κατά την παιδική μου ηλικία το μυαλό μου ήταν εκτεθειμένο στο εκπαιδευτικό σύστημα, για το οποίο πολλοί από εσάς γνωρίζετε ποιους τρόπους και ποια μέσα χρησιμοποιεί ώστε να καθοδηγήσει ένα παιδί στον δρόμο της εκκλησίας. Σε αντίθεση με τα άλλα παιδιά έπρεπε να αποδεικνύω, σε καθημερινή βάση, ότι είμαι μέρος της κοινωνίας τους, δηλαδή ότι είμαι και εγώ Έλληνας, και όχι της «τουρκοκρατίας» αλλά ορθόδοξος χριστιανός, σε σημείο που έφτασα να συμμετέχω στο κατηχητικό σχολειό και να διαβάζω μέρος του εσπερινού κατά την παρουσία μου στο ναό.

Αυτό που θυμάμαι επίσης έντονα είναι πόσο πολύ ένοχος και αμαρτωλός αισθανόμουν όταν αυνανιζόμουν, σε μια προσπάθεια να καταλάβω το σώμα που έμπαινε πλέον στην εφηβεία. Αισθανόμουν ότι με παρακινεί ο διάβολος και ζητούσα συγγνώμη από τον θεό!

Θυμάμαι τα βράδια να προσεύχομαι στον θεό λέγοντας το «πάτερ ημών», ζητώντας οικογενειακή γαλήνη, παγκόσμια ειρήνη και άλλες παιδιάστικες επιθυμίες. Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι είχα προσωπική επικοινωνία με τον θεό, ότι ήταν ο αόρατος φίλος μου, ένας φίλος τον όποιο έκανα και πάτερα. Φυσικά όλα αυτά ήταν κρυφά από τον πραγματικό μου πατέρα, με τον οποίο θύμωνα όταν αθυρόστομα έβριζε οτιδήποτε το θείο δι’ ασήμαντον αφορμήν.

Μια μέρα από σύμπτωση συναντήθηκα με τον θεολόγο της τάξης μου και ιερέα της ενορίας μου στο μπακάλικο της γειτονιάς. Με πλησίασε και μου είπε ότι, επειδή δεν είμαι βαπτισμένος, δεν μπορώ να εισέρχομαι στο ιερό της εκκλησιάς και ότι αν επιθυμώ να δέχομαι το εκκλησίασμα, θα πρέπει να βαπτιστώ άμεσα! Εκεί έλαβε χώρα το πρώτο ράγισμα στη σχέση μου με τον αόρατο φίλο μου.

Ταυτόχρονα όμως ήμουν ένα παιδί που διψούσε να μάθει, με κλίση στις θετικές επιστήμες, διάβαζα και μάθαινα για τις στοιχειώδης αρχές της βιολογίας, της αστροφυσικής, των μαθηματικών κ.τ.λ. Αποτέλεσμα ήταν να αναθεωρήσω την κοσμοθεωρία μου και να δημιουργήσω ένα δικό μου μοντέλο για τον θεό, έναν θεό που απλά έβαλε το χεράκι του στη δημιουργία, έθεσε τους κανόνες και τις αρχές λειτουργίας του «Όλου» και της ζωής και στη συνέχεια άφησε τον κόσμο στον αυτόματο πιλότο.

Έτσι είχα έναν κόσμο όπου υπήρχε ένας «Μεγάλος», και μια επιστήμη που ανακάλυπτε τα δημιουργήματα αυτού, και όλα ήταν εξαιρετικά… Έκοψα την εκκλησία και τις τυπολατρίες και απολάμβανα όμορφα την εφηβική μου ηλικία μέσα στην άρνηση και την ανατροπή.

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε μια εποχή στη ζωή μου όπου βρέθηκα αντιμέτωπος με πολλά προβλήματα (τουλάχιστον έτσι τα θεωρούσα)! Οι γονείς μου χώρισαν, έπρεπε να πάω στον στρατό, η τότε σύντροφός μου διάλεξε να με αφήσει, η Σχολή που σπούδαζα δεν «έβγαινε», τα παιδιά της παρέας μου άρχισαν να σκορπίζουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους… Προβλήματα που εν τέλει με οδήγησαν στην ψυχολογική κατάρρευση, την κατάθλιψη και τον ψυχολόγο.

Ένας άνθρωπος με κατάθλιψη προσπαθεί να πιαστεί από οπουδήποτε. Μου συνέστησαν κάποιοι φίλοι να επισκεφτώ έναν πνευματικό, ώστε να πάρω καθοδήγηση και να προσευχηθεί για μένα (ενώ όλα θα μπορούσαν να λυθούν με μερικά XANAX).

Μπαίνοντας σε αυτήν τη δίνη, και με τα προβλήματα της κατάθλιψης να γίνονται ολοένα και πιο έντονα, έκανα το μεγάλο βήμα. Επέλεξα να βαπτιστώ στα 23 μου χρόνια, ώστε να βελτιώσω τις πιθανότητες γρήγορης εξόδου από το ψυχολογικό τέλμα στο οποίο είχα περιέλθει. Κατά τη διάρκεια της τελετής αισθανόμουν ότι κάνω κάτι σπουδαίο, ότι ήλθε η κάθαρσις, πίστευα στ’ αλήθεια ότι η διαδικασία αυτή θα με απελευθέρωνε.

Μαντέψτε τα αποτελέσματα: 100% αποτυχία! Η ισορροπία ήλθε μέσα μου από στρατευμένη επίθεση στα προβλήματα που είχα, με όπλο τη Λογική και χωρίς τη βοήθειά Του, που κράτησε πάνω από έναν χρόνο. Περιττό να αναφέρω πως όλα αυτά έλαβαν χώρα εν αγνοία του πάτερα μου, ο όποιος θα κατέρρεε στην είδηση αυτή.

Το ίδιο διάστημα είχα την τύχη να εργαστώ σε ένα bar της Θεσσαλονίκης, στο οποίο οι θαμώνες της μπάρας ήταν άνθρωποι ποικίλων ενδιαφερόντων και από όλους τους επαγγελματικούς κλάδους, με κοινές ανησυχίες και με κοινή την απέχθεια σε οτιδήποτε θείο.

Οι συζητήσεις στις οποίες είχα την τύχη να είμαι παρών είχαν κυρίως φιλοσοφικό χαρακτήρα. Εκεί ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με ιδέες, έννοιες και απόψεις που απασχολούσαν τον Ηράκλειτο, τον Επίκουρο, τον Καστοριάδη και άλλους πολλούς. Το «μικρόβιο» της αναζήτησης είχε πλέον μπει μέσα μου, η διαδικασία της ανεξαρτητοποίησης από τον θεό ήταν εξαιρετικά επίπονη, όχι γιατί θα μου έλειπε ο θεός αλλά γιατί αντιλήφτηκα τον κυνισμό της ζωής. Η ανάλυση των εννοιών, η σκέψη και η κατανόηση του κόσμου χωρίς κάποιον θεό παράγει θλίψη.

Ωστόσο μετά την θλίψη τολμώ να πω πως η ζωή είναι πολύ εύκολη, δεν σταμάτησα να ψάχνω τον παράδεισο, αυτό που άλλαξε είναι ότι πλέον τον έψαχνα επί Γης. Φιλήδονα άρχισα να ψάχνω την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς μου αναθεωρώντας εξ αρχής την ηθική μου, χωρίς ενοχή για οτιδήποτε.

Έχω την αίσθηση πως έχω γίνει καλύτερος σύντροφος, φίλος, γιος, αλλά αυτό είναι κάτι που θα το επιβεβαιώσουν οι γύρω μου και όχι εγώ. Αναρωτιέμαι, ανατρέπω και θέτω ερωτηματικά για το οτιδήποτε μου παρουσιάζεται ή μου συμβαίνει…

Ακούω συχνά την άποψη πως η αθεΐα είναι μια επιλογή μόδας, μια τάση ώστε κάποιοι να ξεχωρίσουν από τη μάζα. Όχι! Η αθεΐα είναι ένας μονόδρομος, μια φυσική συνέχεια, ένα λογικό συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει ένας άνθρωπος που ασκεί κριτική σκέψη ώστε να εξηγήσει τον κόσμο.

Σπουδαίος σύμμαχος σ’ αυτήν τη διαδικασία δεν είναι ούτε οι γονείς , ούτε το σχολείο, αλλά η τάση του ανθρώπου να ανακαλύψει τον κόσμο μέσω της επιστήμης, τη στιγμή μάλιστα που οι πληροφορίες στον κόσμο που ζούμε είναι «άπειρες» και υπάρχει εύκολη πρόσβαση για όλους μας.

Κλείνοντας, γιατί έχω την υποψία ότι κούρασα τον αναγνώστη, θέλω να πω πως σήμερα η εξίσωση της ζωής μου χωρίς τον θεό είναι πιο όμορφη και γεμάτη αγάπη για την ανθρώπινη φύση μου. Η μόνη μου έγνοια είναι να γίνω ευτυχισμένος εδώ, γιατί το αλλού δεν θα έρθει ποτέ για μένα και για κανέναν μας.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού I

23 Ιανουαρίου 2012
Σχόλια κλειστά

Αρθρογράφος: s. frang 


Από τα χριστιανικά κείμενα των πρώτων αιώνων προκύπτει ανάγλυφα η αντιπαλότητα των ηγετών της χριστιανικής Εκκλησίας έναντι του ελληνικού πολιτισμού και των έργων του, παρά την προβαλλόμενη σήμερα δήθεν σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού που θρυλείται ότι κατέληξε στον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» — ένα ιδεολόγημα που συνοδεύει το σύγχρονο ελληνικό κράτος και αξιοποιήθηκε κυρίως από τα δικτατορικά καθεστώτα και τις οπισθοδρομικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή η αντιπαλότητα δεν ήταν απλώς μία θεμιτή άμιλλα, ένας ανταγωνισμός ιδεών και προτάσεων, αλλά μία σαφής εχθρότητα και πρόθεση συκοφάντησης.

Ανεξάρτητα από αυτήν τη συγκρουσιακή τοποθέτηση, εκείνη την εποχή μεθοδευόταν ταυτόχρονα η συστηματική αντιγραφή και ενσωμάτωση στα χριστιανικά κείμενα απόψεων και συλλογισμών Ελλήνων (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) και Ρωμαίων (Κικέρων, Σενέκας) φιλοσόφων, αλλά και η παραποίηση ιδεών και φιλοσοφικών προτάσεων. Ο K. Deschner παραθέτει στο βιβλίο του «Kriminalgeschichte des Christentums» πλαστογραφημένες «επιστολές», δήθεν μεταξύ του Σενέκα και του Παύλου, τις οποίες είχαν επινοήσει διάφοροι «εκκλησιαστικοί πατέρες», και από τις οποίες συμπεραίνεται η σύγκλιση της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας με τις (μέχρι τότε ακόμα αδιαμόρφωτες) χριστιανικές απόψεις. Αυτή η συστηματική υποκλοπή αλλότριων ιδεών και λόγων δεν έγινε, φυσικά, τότε ευρύτερα γνωστή και, όταν δεν ήταν πια δυνατόν να αποκρυβεί, μετονομάστηκε σε «…συμφιλίωση της διδασκαλίας των αρχαίων φιλοσόφων με τη χριστιανική θρησκεία». Το προϋπάρχον συμφιλιώθηκε δηλαδή με το μεταγενέστερο, ο εμπνευστής συμφιλιώθηκε με τον αντιγραφέα του!

Από τη μέση βυζαντινή εποχή και μέχρι σήμερα προβάλλεται όμως θορυβωδώς, λόγω και της εγγενούς πολιτισμικής ένδειας, ακριβώς το αρχικά απoσιωπώμενο, και αξιοποιείται για τη στήριξη του ιδεολογήματος περί ενότητας και συνέχισης του ελληνικού πολιτισμού δια του χριστιανισμού.

Αντίλογος με ιστορικά επιχειρήματα και η πραγματικότητα των κειμένων

Η χριστιανική πλευρά διατυπώνει ως αντίλογο την άποψη ότι, πρώτον, οι χριστιανοί εκδικούνταν με τις βιαιοπραγίες τους τις αιματηρές διώξεις που είχαν υποστεί για πολλές δεκαετίες και, δεύτερον, όπου στα χριστιανικά κείμενα αναφέρονται καταγγελίες, ύβρεις και αναθεματισμοί κατά των Ελλήνων, δεν νοούνται οι εκπρόσωποι του ελληνικού πνεύματος και οι Έλληνες ή έστω οι ελληνόφωνοι πολίτες, αλλά γενικώς οι «ειδωλολάτρες».

Στο πρώτο σημείο δεν είναι δύσκολο να απαντηθεί, αφενός ότι ένα πιθανόν δικαιολογημένο αίσθημα πικρίας, το οποίο μετετράπη σε εκδικητικότητα στο αριθμητικά έτσι κι αλλιώς ακόμα περιορισμένο πλήθος των οπαδών, δεν θα έπρεπε να βρίσκει συνέχεια στα λόγια και τα έργα των κορυφαίων εκπροσώπων της «θρησκείας της αγάπης»· αφετέρου είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι όποιες διώξεις και σφαγές κατά των χριστιανών δεν διοργανώνονταν από τους Έλληνες φιλοσόφους ή οποιουσδήποτε Έλληνες διανοούμενους, αλλά από τη ρωμαϊκή διοίκηση και το μισθοφορικό αυτοκρατορικό στρατό. Οι Ρωμαίοι στρατηγοί, με αυτήν ακριβώς τη διοίκηση και τον ίδιο μισθοφορικό στρατό, υιοθέτησαν αργότερα και επέβαλαν τον χριστιανισμό ως αποκλειστική θρησκεία και επιδόθηκαν, μαζί με τους εκπροσώπους του εκκλησιαστικού μηχανισμού, στην κατασυκοφάντηση και αποδόμηση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και την καταστροφή μεγάλου μέρους των μέχρι σήμερα θαυμαζόμενων —κάθε είδους και μορφής— έργων του!

Όσον αφορά στο δεύτερο σημείο του αντιλόγου, ότι δηλαδή με τον όρο «ελληνικός» χαρακτηριζόταν ο «ειδωλολάτρης», ό,τι κι αν σήμαινε τότε και μπορεί να σημαίνει σήμερα ουσιαστικά αυτή η λέξη, τα κείμενα που ακολουθούν φαίνεται να μαρτυρούν κάτι διαφορετικό:

  1. Στο κατά Ιωάνννην Ευαγγέλιο, κεφ. ιβ΄-20, αναφέρεται ότι ήρθαν οι Έλληνες να προσκυνήσουν για τη γιορτή (Πάσχα). Προφανώς δεν είναι δυνατόν να αναφέρεται σε ειδωλολάτρες, γιατί τότε δεν θα είχαν κανένα λόγο να γιορτάζουν το Πάσχα. Συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για Εβραίους εξ Ελλάδος, άρα στα χρόνια του Ιησού ο προσδιορισμός «Έλληνες» αναφέρεται στην καταγωγή των ανθρώπων.
  2. Την εποχή της διάδοσης του χριστιανισμού όλοι οι λαοί, με εξαίρεση τους Ιουδαίους, σύμφωνα με τη σημερινή κατεστημένη αντίληψη, ήταν «ειδωλολάτρες». Γιατί να ταυτιστεί λοιπόν και να επιβληθεί, όπως ισχυρίζονται, ο όρος Έλληνας με αυτόν του ειδωλολάτρη και όχι ο όρος «Ρωμαίος», οι οποίοι και δίωκαν τους χριστιανούς ή «Αιγύπτιος» ή οτιδήποτε άλλο; Είναι δυνατόν να αποκαλούσαν «Έλληνα» έναν Αιγύπτιο ή Πέρση ή Σκύθη ή Παλαιστίνιο, επειδή ήταν ειδωλολάτρης; Δεν θα παρεξενευόταν αυτός να τους διορθώσει; Είναι δυνατόν να αποκαλούσαν έναν ρωμαίο πολίτη «Έλληνα», χωρίς αυτός να εκπλαγεί ή να διαμαρτυρηθεί;
  3. Ο εκκλησιαστικός ιστοριογράφος Ευσέβιος (275-339) επιτίθεται σε «αιρετικούς», λέγοντας ότι «περιφρονώντας τα ιερά κείμενα του Θεού ασχολούνται με τη Γεωμετρία (…) Με ζήλο μελετούν τη Γεωμετρία του Ευκλείδη, θαυμάζουν τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο. Μερικοί μάλιστα σχεδόν προσκυνούν τον Γαληνό» (Deschner). Ο γνωστός αυλικός και αυτοκρατορικός κόλακας Ευσέβιος δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για θρησκείες, αλλά για τους Έλληνες σοφούς, και μισεί τον πολιτισμό που αυτοί δημιούργησαν.
  4. Ο «εκκλησιαστικός πατέρας» και πατριάρχης στην Κων/πολη Ιωάννης Χρυσόστομος εκ Συρίας (344-407), γράφει (Περί του τας κανονικάς μη συνοικείν άνδρασι, 1): «… και οι Έλληνες είχον να επιδείξουν μεταξύ των ωρισμένους που εφιλοσόφησαν περί…» Αλλού αναφέρει (Ομιλία ιζ’ εις το Κατά Ματθαίον, 7): «… σκεφθείτε τους φιλοσόφους των Ελλήνων και τότε θα εννοήσετε…» Ούτε κι αυτός ο «εκκλησιαστικός πατέρας» αναφέρεται σε κάποιους «ειδωλολάτρες» φιλοσόφους, αλλά στους υπαρκτούς και γνωστούς Έλληνες φιλοσόφους, στων οποίων τις ιδέες προσπάθησε να αντιπαραθέσει τις αντιλήψεις του από την έρημο (βλέπε και επόμενα)!
  5. Ο επίσκοπος Ρώμης πάπας Γελάσιος (Gelasius) που έζησε κατά τον 5ο αιώνα (πέθανε το 496) απηύθυνε επιστολές στον αυτοκράτορα και στη διοίκηση του ρωμαϊκού κράτους, στις οποίες καταφέρεται κατά των, όπως γράφει σε πάμπολλα σημεία, «σχισματικών Ελλήνων» (E. Caspar, Geschichte des Papstums II, 1930 και W. Ullmann: Gelasius I, 1981). Αφορμή για τη συγγραφή αυτών των επιστολών ήταν αντιδικίες για κάποια δογματικά ζητήματα πίστης. Ο σημερινός αναγνώστης διαβλέπει, βέβαια, συγκρούσεις για επιρροή και εξουσία μεταξύ των επισκόπων Ρώμης, Κων/πολης και Αλεξάνδρειας, πράγμα που δεν ενδιαφέρει όμως εδώ άμεσα. Προφανώς, οι αναγνώστες εκείνης της εποχής των επιστολών του Γελάσιου, στο παλάτι, στο στρατό, στην εκκλησία και στη διοίκηση, δεν καταλαβαίνουν ότι ο επίσκοπος Ρώμης κατακεραυνώνει και χλευάζει τους «ειδωλολάτρες», όταν διαβάζουν ότι οι αντιδικούντες με τον Γελάσιο «σχισματικοί Έλληνες δεν θα βρουν συγχώρεση ούτε μετά θάνατον…», αλλά εννοεί ακριβώς αυτό που καταλαβαίνει καθένας και σήμερα: τις ηγετικές ομάδες της ανατολικής Εκκλησίας που διέθεταν ελληνική παιδεία.
  6. Στον Ακάθιστο Ύμνο, έργο άγνωστου μελωδού του 6ου αιώνα, στο διάστημα των ετών 500-520, προς τιμή της μητέρας του Ιησού, αναφέρεται σε κάποιους στίχους (εισαγωγικά στο γράμμα Ρ) ότι μετέτρεψε: «Ρήτορας πολυφθόγγους, ως ιχθύας αφώνους…» και στη συνέχεια:
    • «Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα, Χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα, Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί, Χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί, Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα…»

    Κάποιος που γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα και την ιστορία του πολιτισμού, αντιλαμβάνεται ότι, ως τεχνολόγοι, δεινοί συζητητές και μύθων ποιητές «περιγράφονται» οι Έλληνες, έστω και οι Ρωμαίοι, επιστήμονες, ρήτορες και ιστορικοί. Αλλά κι αν είχε ο ποιητής του Ακάθιστου Ύμνου κάτι τελείως διαφορετικό στο μυαλό του, με τους όρους Αθηναίοι και φιλόσοφοι δεν μπορεί παρά να εννοούσε, όχι αφηρημένα κάποιους ειδωλολάτρες, αλλά συγκεκριμένα τους δασκάλους του ελληνικού πολιτισμού που είχαν την έδρα τους στην Αθήνα, τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, τον Επίκουρο και τον Ζήνωνα Κιτιέα. Και ακριβώς αυτό αντιλαμβανόταν και ο ακροατής αυτών των ύμνων που έπαιρνε ως πιστός το μήνυμα, το οποίο επιθυμούσε η Εκκλησία να διαδοθεί για τους δημιουργούς του ελληνικού πολιτισμού και το έργο τους.

  7. Ο κορυφαίος χριστιανός υμνογράφος Ρωμανός ο Μελωδός (493-560) περιλαμβάνει στον «Ύμνον εις Πεντηκοστήν» τους εξής στίχους (Maas Paul – Trypanis C.: A.Sancti Romani Melodi cantica – Cantica genuina, Oxford University Press, 1963):
    • «Τί φυσώσιν και βαμβεύουσιν οι Έλληνες;
    • Τί φαντάζονται προς Άρατον τον τρισκατάρατον;
    • Τί πλανώνται προς Πλάτωνα;
    • Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή;
    • Τί μη νοούσι Όμηρο όνειρον αργόν;
    • Τί Πυθαγόραν θρυλούσιν τον δικαίως φιμωθέντα;»

    Και ο Ρωμανός αναφέρεται συγκεκριμένα σε δημιουργούς του ελληνικού πολιτισμού, τον Άρατο, τον Πλάτωνα, τον Δημοσθένη, τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα. Βέβαια, ο συγκεκριμένος ποιητής ήταν εκχριστιανισμένος Ιουδαίος εκ Συρίας και προφανώς είχε μόνο σχέση σπουδών με τον ελληνικό πολιτισμό. Εκεί έμαθε να μισεί τον «τρισκατάρατον» Άρατον (305-240 π.Χ.), ο οποίος ήταν αλεξανδρινός ποιητής από την Κιλικία και έζησε για αρκετά χρόνια στη Συρία, όπου προφανώς είχε διασωθεί για πάνω από 8 αιώνες η φήμη του. Η ιδέα για «φίμωση», δηλαδή λογοκρισία του Πυθαγόρα, ο οποίος έζησε περίπου μια χιλιετία πριν από τον Ρωμανό, προδίδει την επιρροή των νεοπυθαγορείων στο πρώιμο Βυζάντιο. Αυτά τα κείμενα και, μαζί τους, οι ιδέες του Ρωμανού, γίνονταν αποδεκτά από την Εκκλησία και διασώθηκαν μέχρι σήμερα, επειδή ενσωματώθηκαν στην εκκλησιαστική υμνολογία.

  8. Ο Ανανίας από το Σιράκ Αρμενίας (Anania Shirakatsi, 610-685), Αρμένιος Μαθηματικός και Γεωγράφος, γράφει για τον δάσκαλό του Τυχικό από τον Πόντο, «εν τη χώρα των Ελλήνων, εις την πόλιν ονομαζομένη Τραπεζούς». Ποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι ένας Αρμένιος διανοούμενος εννοεί στα μέσα του 7ου αιώνα ότι ο Πόντος είναι η χώρα των «ειδωλολατρών»;
  9. Στον δοξαστικό του εσπερινού στις 18 Νοεμβρίου (Μηναία, σελ. 122) ψάλλεται μέχρι σήμερα στις εκκλησίες: «…των γαρ αλιέων ζηλώσας την παρρησίαν και την σκηνορράφων θεολογίαν, την Πλάτωνος μυθολογίαν και την Στωικην φλυαρίαν λόγοις και έργοις κατέρραξε…» Κι εδώ καταφανέστατα δεν πρόκειται για γενική αναφορά εναντίον «ειδωλολατρών», αλλά σχολιασμός για την πλατωνική και τη στωική φιλοσοφία οι οποίες, αφενός αναθεματίζονταν, αφετέρου αξιοποιούνταν κρυφά και παρουσιάζονταν ως χριστιανικές σοφίες — μέχρι που θεωρείται από διάφορους θεολόγους ότι ο (στωικός) Σενέκας ήταν ένας πρώιμος χριστιανός! Τότε που λέγονταν και γράφονταν αυτά δεν υπήρχε, βέβαια, καν η υποψία ότι θα μπορούσε κάποια μεταγενέστερη εποχή να βρει, να διαβάσει και να συγκρίνει κείμενα κάθε ενδιαφερόμενος.

Είναι λοιπόν δυνατόν να τεκμηριωθεί η αντίληψη ότι η έννοια Έλλην και ελληνικός ταυτιζόταν με τις έννοιες ειδωλολάτρης και ειδωλολατρικός, όταν σημαντικοί διανοούμενοι κάθε εποχής δεν ταυτίζουν στον λόγο και στα γραπτά τους αυτές τις έννοιες — ανύποπτοι για τις λαθροχειρίες που μηχανεύονται σύγχρονοι απολογητές κάθε διαχρονικής αθλιότητας και διαστρέβλωσης των γεγονότων; Κι αν όλα αυτά δεν πείθουν, υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα που δεν μπορεί να απαντήσει κανείς: Πώς ονομάζονταν εκείνη την εποχή οι Έλληνες, αφού δεν υπήρξε κάποια άλλη ονομασία; Πώς ερμήνευαν τα χωρικά της Ιστορίας του Ηροδότου, στα οποία αναφέρονται πάμπολλες φορές οι Έλληνες, π.χ. «τα μεν Έλλησι τα δε βαρβάροισι αποδεχθέντα», «μετά δεν ταύτα Ελλήνων τινάς», «το δε από τούτου Έλληνας δη μεγάλως αιτίους γενέσθαι»; Πώς αντιμετώπιζαν την αμηχανία των μαθητών ή άλλων ακροατών, όταν η διήγηση έφτανε στη μάχη του Γρανικού και λεγόταν ότι με τον Μεγαλέξανδρο πολέμησαν «οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων»; (συνεχίζεται)

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

ΦσΜ [5.3] Συνείδηση

19 Ιανουαρίου 2012
Σχόλια κλειστά
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [5.2.4] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [5.4] »

Η προϋπόθεση ότι ελεύθερες πράξεις μπορούν να γίνουν μόνο από ένα ον με συνείδηση μας φέρνει στο τελευταίο και πιθανώς το πιο δύσκολο αίνιγμα: την πηγή της ίδιας της συνείδησης. Πώς γίνεται και αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας ως αυτόνομα άτομα; Ποιος ή τι είναι ο παρατηρητής, το "εγώ", που κατοικεί μέσα στο μυαλό μας και είναι φορέας αυτής της "αντίληψης"; Πώς γίνεται να μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να παρατηρούμε την ίδια μας τη νοητική λειτουργία, ενός εγκεφάλου που αποτελείται από νευρώνες, αν και κανένας νευρώνας δεν διαθέτει αυτή την ιδιότητα;

Αν και μια πλήρης απάντηση στο ερώτημα ξεπερνά τους στόχους αυτής της μελέτης και τα όρια της ανθρώπινης γνώσης αυτήν τη στιγμή, ένα πράγμα είναι σίγουρο: οι ένθεοι που δηλώνουν ότι είναι λογικά αδύνατο η συνείδηση να προκύπτει από κάτι χωρίς συνείδηση, ή παρεμφερή πράγματα, σφάλλουν. Μόνο και μόνο επειδή κανένα νευρικό κύτταρο ή ηλεκτροχημική αντίδραση δεν έχει την ιδιότητα της συνείδησης, δε σημαίνει ότι ένας μεγάλος αριθμός από δαύτα, κατάλληλα τοποθετημένα, δεν μπορούν να διαθέτουν την εν λόγω ιδιότητα. Επειδή κανένα τούβλο δεν έχει την ιδιότητα του να είναι σπίτι, αυτό δε σημαίνει ότι μια μεγάλη ποσότητα τούβλων, κατάλληλα τοποθετημένων δεν μπορεί να έχει την ιδιότητα "σπίτι". Υπάρχουν πολλά συστήματα όπου η διαρρύθμιση και αλληλεπίδραση απλών δομικών στοιχείων μπορούν να παράξουν νέες, περίπλοκες ιδιότητες και συμπεριφορές που κανένα δομικό στοιχείο δεν έχει από μόνο του.

Αυτή η έννοια στη θεωρία της πολυπλοκότητας ονομάζεται ανάδυση. Αναδυόμενα φαινόμενα είναι εκείνα που εμφανίζονται αυτόνομα από την αλληλεπίδραση απλούστερων στοιχείων, παράγοντας νέα επίπεδα πολυπλοκότητας με νέες ιδιότητες που δεν υπήρχαν σε κανένα από τα δομικά στοιχεία, αν εξετάζονταν ατομικά. Για παράδειγμα, οι ιδιότητες των πρωτεϊνών αναδύονται από την αλληλεπίδραση των αμινοξέων που τις απαρτίζουν. Οι ιδιότητες ενός σμήνους πουλιών ή ενός κοπαδιού ψαριών αναδύονται από τη συμπεριφορά του καθενός ζώου που τα αποτελεί. Οι ιδιότητες ενός χρηματιστηρίου αναδύονται από τις πράξεις των μετόχων που συμμετέχουν σ’ αυτό. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μελέτη των ιδιοτήτων ενός δομικού στοιχείου ενός συστήματος απομονωμένα σπάνια θα δώσει αποτελέσματα για τη συμπεριφορά όλου του συστήματος και τα χαρακτηριστικά των δομικών στοιχείων θα είναι σίγουρα πιο απλά από τα χαρακτηριστικά ολόκληρου του συστήματος. Η συνείδηση σίγουρα θα αποδειχθεί ότι είναι φαινόμενο αυτού του είδους και, ως τέτοιο, οποιαδήποτε προσπάθεια να εντοπιστεί μια μοναδική πηγή της είναι πιθανότατα καταδικασμένη εξ αρχής. Ό,τι γνωρίζουμε από τη νευρολογία αποκλείει την πιθανότητα ύπαρξης ενός "Καρτεσιανού θεάτρου", ενός μοναδικού κέντρου συνείδησης στον εγκέφαλο, όπου όλες οι διαφορετικές επεξεργασμένες πληροφορίες συναντώνται σαν μια ταινία που παίζει στην οθόνη. Αντίθετα, η συνείδηση είναι πιθανότατα μια αναδυόμενη ιδιότητα ολόκληρου του συμπλέγματος νευρώνων στον εγκέφαλο.

« Προηγούμενο Άρθρο [5.2.4] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [5.4] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Περί πίστεως

15 Ιανουαρίου 2012
Σχόλια κλειστά

Αρθρογράφος: Αόρατη Μελάνη


Από καιρό θέλω να γράψω ένα άρθρο σχετικά με την έννοια της πίστης. Ήρθε ο καιρός λοιπόν να το κάνω, παίρνοντας αφορμή από ένα περιστατικό που μου συνέβη πρόσφατα.

Είχα πάει στο σπίτι μιας φίλης και της πήγα μερικές κάρτες της Ένωσης Άθεων. Μια άλλη φίλη της που βρισκόταν εκεί τις είδε, της άρεσαν πολύ και με ρώτησε πού τις βρήκα. Της είπα, με ρώτησε αν είμαι άθεη, απάντησα καταφατικά και ξεκίνησε μια κουβέντα για το θέμα του θεού και της πίστης. Παραθέτω τμήμα του διαλόγου, όσο καλύτερα το θυμάμαι, ελπίζοντας ότι δεν τον έχω παραποιήσει σημαντικά.
- Εσύ δεν πιστεύεις στον θεό;
- Πες μου τι εννοείς όταν λες “θεός”.
- Κοίταξε… εγώ πάντως πιστεύω ότι υπάρχει κάτι.
- Δεν νομίζεις ότι είναι κάπως αόριστο αυτό;
- Όχι, όχι, καθόλου αόριστο!
- Μα η λέξη “κάτι” δεν είναι και πολύ συγκεκριμένη. Μπορείς να μου εξηγήσεις τι εννοείς με αυτήν;

- Ρε παιδί μου, πιστεύω… αισθάνομαι… ας πούμε μια ενέργεια, κάτι μεγαλύτερο, κάτι έξω από μένα, ή κάτι μέσα μου…
- Μισό λεπτό, μισό λεπτό. Μιλάς για πολλά διαφορετικά πράγματα, ασαφή και αντιφατικά. Είναι έξω από σένα, ή μέσα σου; Για τι μορφής ενέργεια μιλάς; Και μεγαλύτερο από τι;
- Κοίταξε να σου πω, έχω παρατηρήσει πολλές φορές, από την εμπειρία μου, περιστατικά που δείχνουν… θα σου πω ένα παράδειγμα. Κάποτε χρειαζόμουν 65 ευρώ για να εξοφλήσω ένα χρέος. Δεν ήξερα πού να τα βρω, δεν ήξερα τι να κάνω… και με παίρνει μια φίλη μου και μου λέει ότι από την τελευταία εκδρομή που κάναμε με μια μεγάλη παρέα περίσσεψαν 65 ευρώ – πρόσεξε, ούτε 60 ούτε 70, 65 ακριβώς – και αμέσως βγάζει και μου δίνει τα χρήματα… δεν ξέρω πώς σκέφτηκε εμένα, ίσως επειδή ήξερε ότι γενικά έχω δυσκολίες… τέτοια περιστατικά μου συμβαίνουν συχνά. Θυμάμαι να σου πω πάρα πολλά.
- Πολύ χαίρομαι που ήσουν τόσο τυχερή. Πες μου όμως σε παρακαλώ, θυμάσαι καθόλου περιστατικά όπου χρειαζόσουν τα 65 ευρώ και δεν τα βρήκες;
- Δεν θέλω να τα σκέφτομαι αυτά, αυτή είναι αρνητική σκέψη!
- Ίσως, αλλά για να βγάλεις κάποιο συμπέρασμα, θα πρέπει να έχεις όλα τα δεδομένα, έτσι δεν είναι;
- Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει μια θετική ενέργεια που πραγματοποιεί τις επιθυμίες μας, υπάρχει κάτι ρε παιδί μου… αυτό εγώ το λέω θεό. Θα μου πεις βέβαια, γιατί να το πεις θεό; Κάποιοι του έχουν βάλει κάποια ταμπέλα…
- Αυτό ακριβώς θα σου πω.
- Ναι, αλλά το γεγονός ότι κάποιοι του έχουν βάλει ταμπέλα, δεν σημαίνει τίποτε… καθένας εννοεί αυτό που αισθάνεται…
- Όταν όμως καθένας δίνει άλλη έννοια στη λέξη, υπάρχει πρόβλημα συνεννόησης. Πρέπει να δώσουμε έναν ορισμό στη λέξη θεός και να μείνουμε σε αυτόν, για να μπορούμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα. Και πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας την ταμπέλα που έχει ήδη δοθεί στη λέξη, γιατί διαφορετικά δημιουργούνται παρεξηγήσεις.
- Εσύ δεν πιστεύεις σε κάτι;
- Πες μου τι εννοείς όταν λες “πιστεύω” και θα σου πω.
- Ε, τώρα… δεν πιστεύεις στη φίλη σου, ας πούμε; Στην αγάπη; Στους ανθρώπους;
- Πάλι αναφέρεις πολλά και διαφορετικά πράγματα σαν να είναι ίδια. Ας τα πάρουμε ένα ένα. Πιστεύω στη φίλη μου σημαίνει ότι έχω εμπιστοσύνη στη φίλη μου, επειδή την γνωρίζω.
- Όχι, δεν λέω την εμπιστοσύνη, λέω αν πιστεύεις. Εγώ πιστεύω σε αυτήν.
- Πίστεψες σε αυτήν μόλις την είδες, με το καλημέρα; Ή πίστεψες αφού την γνώρισες πρώτα και σχημάτισες μια εικόνα για τον χαρακτήρα της;
- …
- Η “πίστη” σε έναν άνθρωπο χτίζεται σταδιακά, είναι δείγμα εμπιστοσύνης. Η πίστη στην αγάπη , είπες, είναι διαφορετική. Όταν λες ότι πιστεύεις στην αγάπη, μήπως στην πραγματικότητα εννοείς ότι θεωρείς την αγάπη αξία;
- Ναι, αυτό λέω, πιστεύω στην αγάπη, εννοώ ότι πιστεύω στην αξία της αγάπης… αλλά αυτό για τους φίλους, δεν είναι το ίδιο, άλλο η πίστη και άλλο η εμπιστοσύνη… εγώ πιστεύω στη φίλη μας…
- Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στους φίλους μας, εννοούμε ότι τους έχουμε εμπιστοσύνη, επειδή τους γνωρίζουμε και ξέρουμε την αξία τους, τις αρχές τους, τις δυνατότητές τους, τις προθέσεις τους. Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στην αγάπη, εννοούμε ότι την υιοθετούμε ως αξία στη ζωή μας. Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στον θεό, εννοούμε ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως υπάρχει, χωρίς να διαθέτουμε αποδείξεις και τεκμήρια για το γεγονός αυτό. Είναι πολύ διαφορετικά πράγματα.
- Τι να σου πω, αυτό μου ακούγεται κάπως, είναι πολύ…
- …λογικό μήπως;
- Ναι, κοίταξε, καλή είναι η λογική, αλλά χρειάζεται και άλλα πράγματα, το συναίσθημα ας πούμε…
- Φυσικά και χρειάζομαι το συναίσθημα για να σχετιστώ με τους φίλους μου και τους άλλους ανθρώπους. Όταν όμως θέλω να κατανοήσω πώς λειτουργεί ο κόσμος και ποια είναι η πραγματικότητα, χρειάζομαι τη λογική.
- Α, είναι πολύ εγκεφαλικό για μένα αυτό.

Ανάλυση

Κατά την άποψή μου, η λέξη πίστη χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη με πολλές διαφορετικές έννοιες.
Όλες τους λίγο έως πολύ οι έννοιες του “πιστεύω” μπορούν να αναχθούν στη φράση “τρέφω την πεποίθηση”, όπου η εν λόγω πεποίθηση είναι περισσότερο ή λιγότερο βάσιμη – κι εκεί έγκειται η διαφορά και η διάκρισή τους, όπως θα αναλύσω παρακάτω.

1. Εμπιστοσύνη, π.χ. “πιστεύω σε εσένα” σημαίνει “σε εμπιστεύομαι“.
Όταν λέμε ότι πιστεύουμε σε κάποιον εννοούμε ότι έχουμε σχηματίσει την πεποίθηση, από την μέχρι τώρα συμπεριφορά του και όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με εκείνον, ότι θα μας φερθεί καλοπροαίρετα, ή/και ότι έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για να πετύχει έναν συγκεκριμένο στόχο. Πιστεύουμε ότι είναι καλός φίλος, πιστεύουμε ότι θα περάσει τις εξετάσεις του, πιστεύουμε ότι θα πάρει τη δουλειά – το συμπεραίνουμε από τα δεδομένα που έχουμε συλλέξει γι’ αυτόν τον άνθρωπο, έστω και ασυναίσθητα.
Η πεποίθησή μας αυτή έχει μια βάση, επηρεάζεται όμως και από τα συναισθήματά μας, που μας κάνουν να μεροληπτούμε, είτε ασυναίσθητα είτε συνειδητά. Θέλουμε να είναι ο φίλος μας καλός μαζί μας, επομένως προτιμάμε να το πιστέψουμε. Αρχικά βέβαια περιμένουμε να τον γνωρίσουμε καλά πριν τον εμπιστευθούμε, μόλις όμως χτιστεί η αρχική εμπιστοσύνη, προσπαθούμε να την διατηρήσουμε, επιλέγοντας πολλές φορές να αγνοήσουμε ενδείξεις που την καταρρίπτουν. Αν όμως οι ενδείξεις αυτές γίνουν πολλές και σαρωτικές, ή αν τελικά γίνουν αποδείξεις, τότε και η εμπιστοσύνη καταρρέει.
Κάτι ανάλογο γίνεται και με την πεποίθηση ότι ο φίλος μας θα έχει επιτυχίες, επαγγελματικές ή άλλες. Αξιολογούμε βέβαια τις πραγματικές του ικανότητες, συχνά όμως επιλέγουμε, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, να εναποθέσουμε περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτόν απ’ όσο θα δικαιολογούσαν τα δεδομένα μας, επειδή επιθυμούμε να πετύχει, και επειδή επιθυμούμε να του μεταδώσουμε την πεποίθησή μας, να του χαρίσουμε αυτοπεποίθηση, να του τονώσουμε το ηθικό. Και εδώ όμως, αν τα δεδομένα στραφούν κατάφωρα εναντίον μας, η εμπιστοσύνη μας θα κλονιστεί.
Ώστε λοιπόν η πίστη στον φίλο είναι εμπιστοσύνη, η οποία είναι εν μέρει βάσιμη (προϊόν δεδομένων και λογικής επεξεργασίας) κι εν μέρει αβάσιμη (προϊόν ευσεβούς πόθου). Η πίστη αυτή μπορεί βεβαίως να προδοθεί ή να κλονιστεί, αυτό όμως τι σημαίνει; Σημαίνει ότι είτε είχαμε εξ αρχής εσφαλμένα ή ελλιπή δεδομένα, είτε δεν τα επεξεργαστήκαμε σωστά, είτε τα δεδομένα άλλαξαν στην πορεία και δεν το αντιληφθήκαμε, είτε επιλέξαμε να εναποθέσουμε εμπιστοσύνη σε ανάξιο γι’ αυτήν άτομο.

2. Υιοθέτηση αξίας, π.χ. “πιστεύω στην αγάπη” σημαίνει “υιοθετώ την αγάπη ως αξία στη ζωή μου“.
Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στην αγάπη, δεν εννοούμε ότι διαπιστώσαμε την ύπαρξη της αγάπης, ούτε ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως υπάρχει χωρίς όμως να έχουμε καμία απόδειξη γι’ αυτό. Η αγάπη υπάρχει διαπιστωμένα, είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι – όπως και το μίσος, η καλοσύνη, η ζήλια, η ευγένεια, η εχθρότητα, κι ένα σωρό άλλες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των ανθρώπινων συναισθημάτων.
Βιώνουμε την αγάπη μέσα από τις σχέσεις μας, την βρίσκουμε ικανοποιητική, την αξιολογούμε ως πολύτιμη, και την ενσωματώνουμε στο σύστημα αξιών μας. Μέχρις εδώ έχουμε βασιστεί σε δεδομένα και έχουμε πάρει μια προσωπική και επομένως υποκειμενική απόφαση. Από εκεί και μετά ενδέχεται να μεροληπτούμε ως προς τη δύναμη της αγάπης, ως προς το κατά πόσον είναι διαδεδομένη, κατά πόσον μπορεί να διαδοθεί, κατά πόσον μπορεί να επιβληθεί και να εξαπλωθεί.
Όταν λέμε λοιπόν ότι πιστεύουμε στην αγάπη εννοούμε ότι μας δίνει ικανοποίηση, ότι προσπαθούμε να την καλλιεργούμε, ότι την έχουμε υιοθετήσει ως αξία, ότι ελπίζουμε πως θα επικρατήσει έναντι του μίσους, καθώς επίσης και ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως μπορεί να επηρεάσει τους ανθρώπους, πως είναι ισχυρότερη από το μίσος, πως μπορεί να επικρατήσει στον κόσμο, πεποιθήσεις οι οποίες είναι εν μέρει βάσιμες κι εν μέρει αβάσιμες.

3. Βάσιμη εκτίμηση, π.χ. “πιστεύω ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει τον αγώνα” σημαίνει “εκτιμώ βάσει των δεδομένων ότι το τάδε άλογο έχει περισσότερες πιθανότητες από τα άλλα να κερδίσει τον αγώνα“.
Όταν χρησιμοποιούμε το “πιστεύω” με την έννοια αυτή μπορεί να θεωρηθεί περίπου συνώνυμο με το “θεωρώ” και το “νομίζω”, και κατά τη γνώμη μου στην περίπτωση αυτή είναι απείρως προτιμότερο να χρησιμοποιούμε αυτά, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Συνήθως χρησιμοποιούμε το “πιστεύω” όταν η πεποίθησή μας είναι ισχυρότερη και τα “θεωρώ” ή “νομίζω” όταν είναι λιγότερο ισχυρή. Σε κάθε περίπτωση όμως, με λίγη συζήτηση διαφαίνεται ότι η πεποίθησή μας είναι αρκετά βάσιμη και συνιστά προϊόν λογικής επεξεργασίας δεδομένων, αν και βεβαίως δεν μπορεί να θεωρηθεί βεβαιότητα ούτε και αξιώνουμε κάτι τέτοιο.
Ο άνθρωπος που τρέφει μια τέτοια πεποίθηση δεν προσβάλεται αν αυτή αμφισβητηθεί, και είναι διατεθειμένος να την συζητήσει και να ακούσει επιχειρήματα για άλλες θέσεις, ακόμη και διαμετρικά αντίθετες. Κανείς δεν θέλει να χάσει στο στοίχημα του ιπποδρόμου, όσο λοιπόν κι αν πιστεύει ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει, αν έχει μια αξιόπιστη πληροφορία για το αντίθετο, θα την αξιολογήσει και θα την λάβει σοβαρά υπ’ όψη του.
Εδώ μπορεί να ενταχθεί και η υποτιθέμενη “πίστη” σε κάποια επιστημονική θεωρία ή στην επιστήμη γενικά. Οι επιστημονικές θεωρίες διατυπώνονται βάσει παρατηρήσεων και λογικής επεξεργασίας και καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια να προσεγγίσουν την πραγματικότητα. Εάν δε τα δεδομένα τις αντικρούσουν, απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη. Πλήρης αντίθεση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις που διατυπώνονται με μόνο γνώμονα να ικανοποιήσουν συναισθηματικές ανάγκες των πιστών και δεν επιδέχονται λογική αμφισβήτηση ούτε απόρριψη. Η επιστήμη λειτουργεί με βάση τις επιστημονικές θεωρίες όπως τις περιγράψαμε πιο πάνω, με βάση δηλαδή τα τεκμήρια, τη λογική επεξεργασία και την επαλήθευση, και συνιστά διαπιστωμένα τον μόνο αξιόπιστο και αποτελεσματικό τρόπο κατανόησης και χειρισμού του κόσμου.
Ώστε όταν λέμε πιστεύω ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει ή πιστεύω ότι θα πέσουν οι τιμές στο χρηματιστήριο ή πιστεύω ότι θα βρέξει αύριο και τα όμοια, αναφερόμαστε σε μια βάσιμη πεποιθηση που σχηματίσαμε με βάση πραγματικά δεδομένα και λογική επεξεργασία – τις επιδόσεις του αλόγου, την κίνηση του χρηματιστηρίου, τις καιρικές συνθήκες που παρατηρήσαμε.

4. Αβάσιμη πεποίθηση, π.χ. “πιστεύω στις νεράιδες” σημαίνει “τρέφω την πεποίθηση ότι υπάρχουν νεράιδες παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτω αποδείξεις και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις για το αντίθετο“.
Εδώ εντάσσεται επίσης η πίστη στους καλικάντζαρους, στα ζώδια, στον άγιο Βασίλη, στο γέτι των Ιμαλαΐων, στους δαίμονες και στους θεούς. Όλες αυτές οι οντότητες, καθώς και άλλες πολλές, είναι προϊόντα μυθοπλασίας κατά συνεπώς πάσα πιθανότητα φανταστικές, γεγονός που κάθε λογικός άνθρωπος αναγνωρίζει και παραδέχεται. Δεν υφίσταται κανένα τεκμήριο για την ύπαρξή τους, όλες οι ιστορίες που τα αφορούν είναι ανεκδοτολογικές και μυθολογικές, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της ανυπαρξίας τους, και παρ’ όλ’ αυτά πολλοί άνθρωποι τρέφουν την πεποίθηση ότι υπάρχουν.
Τέτοιες πεποιθήσεις, ακριβώς επειδή δεν βασίζονται σε δεδομένα ούτε σε λογική αλλά έρχονται σε αντίθεση και με τα δύο, τοποθετούνται υπεράνω αμφισβήτησης από όσους τις τρέφουν. Η πίστη, δηλαδή η εμμονή στην αβάσιμη πεποίθηση σε πείσμα των δεδομένων και της λογικής, υιοθετείται ως αξία, και όσο περισσότερο αμφισβητείται η πίστη από άλλους ανθρώπους ή αντικρούεται από τα δεδομένα, τόσο ο πιστός αισθάνεται δικαιωμένος και ικανοποιημένος για την ικανότητά του να παραμένει προσκολλημένος στην πεποίθησή του.
Όταν λοιπόν μιλάμε για πίστη στο θεό, εννοούμε αβάσιμη πεποίθηση η οποία δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Συμπέρασμα

Η τεράστια παρεξήγηση που δημιουργείται εξαιτίας όλων αυτών είναι ότι στη φράση “πιστεύω στον θεό” παραλείπουμε ως αυτονόητο τη λέξη “ύπαρξη“: στην πραγματικότητα εννοούμε “πιστεύω ότι υπάρχει θεός“.

Αντίθετα όταν λέμε “πιστεύω στον φίλο μου” ή “πιστεύω στην αγάπη” προφανώς δεν εννοούμε “πιστεύω ότι υπάρχει ο φίλος μου” ή “πιστεύω ότι υπάρχει η αγάπη“, αλλά “πιστεύω ότι ο φίλος μου έχει καλό χαρακτήρα” ή “πιστεύω ότι ο φίλος μου έχει ικανότητες” και “πιστεύω ότι η αγάπη είναι πολύτιμη” ή “πιστεύω ότι η αγάπη είναι ισχυρή” αντίστοιχα.

Το γεγονός ότι ο φίλος μου υπάρχει δεν χρειάζεται να το πιστέψω: το διαπιστώνω με τις αισθήσεις και την αντίληψή μου, και μπορεί να το διαπιστώσει καθένας, μπορεί να τον βγάλει φωτογραφία, να τον ζυγίσει, να τον μετρήσει, να του κάνει ανάλυση αίματος — πράγματα που δεν μπορεί κανείς να κάνει με τον θεό.

Το γεγονός ότι υπάρχει αγάπη μπορούμε επίσης να το διαπιστώσουμε: είναι μια πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, τόσο αληθινή όσο και το μίσος, είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε την νιώθουμε είτε όχι. Δεν χρειάζεται να πιστέψουμε ότι υπάρχει, το παρατηρούμε καθημερινά στη συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας.

Το γεγονός ότι υπάρχει θεός όμως δεν μπορούμε να το διαπιστώσουμε: για να το δεχτεί κάποιος πρέπει να το πιστέψει, δηλαδή να κάνει στην άκρη τη λογική του, να αγνοήσει την ανυπαρξία τεκμηρίων υπέρ της ύπαρξής του και την αφθονία ενδείξεων της ανυπαρξίας του, και να πει “υπάρχει” γιατί έτσι, γιατί έτσι θέλει, γιατί έτσι του αρέσει, γιατί έτσι του είπε η μαμά του ή γιατί αισθάνεται καλά όταν το λέει, και τέρμα.

Έχει μια μικρή διαφορά, δεν νομίζετε;

Μια μικρή ειδοποιό διαφορά που θεωρώ σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε όλοι, πιστοί και άπιστοι, και να λαμβάνουμε υπ’ όψη μας όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως “πιστεύω” και “πίστη“.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη, όπου γίνεται ο σχολιασμός.

Πανέτοιμος ο κρατικός μηχανισμός για τον εορτασμό των θεοφανίων

12 Ιανουαρίου 2012
Σχόλια κλειστά
Αρθρογράφος: ελληνάκι
 


Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Σύμφωνα με απόφαση του πρόσφατου υπουργικού συμβουλίου, έκτακτες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις θα ισχύσουν αύριο, Τετάρτη, ανήμερα των Θεοφανίων σε Αθήνα και Πειραιά. Στην τελετή Αγιασμού των Υδάτων που θα πραγματοποιηθεί στις 11:00 στο λιμάνι του Πειραιά θα βρεθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, καθώς και εκπρόσωποι της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, προκειμένου να ανανεώσουν τους όρκους αιώνιας αγάπης και δεσμών μεταξύ εκκλησίας και πολιτείας.

Για την οργάνωση και διεξαγωγή της τελετής από το Πολεμικό Ναυτικό θα διατεθούν τα ναρκαλιευτικά «ΚΙΧΛΗ», «ΑΥΡΑ» και «ΠΛΕΙΑΣ». Επιπλέον, στο πλαίσιο του εορτασμού των Θεοφανίων, η πυραυλάκατος «ΡΟΥΣΣΕΝ» θα καταπλεύσει στην Ερμούπολη της Σύρου. Ταυτόχρονα θα αποτραβηχτούν προσωρινά από τα σύνορα τα 12ο, 132ο, 34ο, 23ο, 63ο, 75ο, 74ο, και 2ο τάγματα πεζικού προκειμένου να παραστούν σε διάφορα αγήματα ανά την επικράτεια, ενώ ο εναέριος στόλος των 111, 112, 115, και 121 Πτερύγων Μάχης θα πραγματοποιήσει εντυπωσιακούς ελιγμούς με βουτιές στα αγιασμένα ύδατα.

Προκειμένου να τελεστεί απερίσκεπτα το σχετικό βουντού, πολλοί δρόμοι θα κλείσουν σε σημεία στον Πειραιά και την Αθήνα, ενώ το παρκάρισμα θα απαγορεύεται για κάποιες ώρες προκειμένου οι κοιλιές των ιερέων να μην συναντήσουν εμπόδια και στριμωχτούν κατά την πορεία τους προς το λιμάνι μαζί με το υπόλοιπο ποίμνιο.

Επίσης, θα διακοπεί η κυκλοφορία των οχημάτων και των συρμών του Τραμ για τον αναγκαίο χρόνο διέλευσης της πομπής από τον Ιερό Ναό Αγίας Φωτεινής Ιλισσού στο Κολυμβητήριο του Εθνικού Συλλόγου και επιστροφή της στον Ιερό Ναό. Για τον ίδιο λόγο θα διακοπούν και οι κινήσεις των αεροσκαφών στο Διεθνές αεροδρόμιο Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος», ώστε η πομπή από τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Κορωπίου να μπορέσει να διασχίσει τους διαδρόμους του αεροδρομίου για να κατευθυνθεί προς Πόρτο Ράφτη και πίσω. Παρόμοιες διακοπές θα σημειωθούν στον ΗΣΑΠ, λόγω της πομπής από τον Ι.Ν. Αγ. Ελευθέριου προς τον Άλιμο, και την εθνική οδό Αθηνών–Λαμίας λόγω της πομπής από τον Ι.Ν. Αγ. Παντελεήμονα Θηβών προς την Υλίκη.

Προκειμένου να μην υπάρξουν απουσίες στο παιχνίδι «πιάσε τον σταυρό», έχουν προσληφθεί περίπου 1000 κασκαντέρ, οι οποίοι θα συμπληρώσουν τις εκατοντάδες φανατισμένων χριστιανών που θα πλακωθούν για το ποιος θα φέρει τον σταυρό πίσω στον παπά. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, το φετινό έπαθλο για όσους πιάσουν τον σταυρό, θα είναι 10 χρόνια παραμονής στον παράδεισο για αυτούς και τις οικογένειές τους, all inclusive, ανεξαρτήτως της μεταθανάτιας κατάστασή τους*.

* Για την εξασφάλιση δικαιώματος συμμετοχής στη βουτιά, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να καταβάλλουν το ποσό των 10 ευρώ για αυτούς και κάθε άτομο της οικογένειάς τους ξεχωριστά.
Συμμετοχές που δεν έχουν δηλωθεί, ακυρώνονται αυτομάτως από την επερχόμενη Ιερά Σύνοδο, ενώ κινδυνεύουν με άμεση απέλαση στην κόλαση.
Η Εκκλησία της Ελλάδος διατηρεί το δικαίωμα αλλαγής των όρων συμμετοχής και των σχετικών επάθλων.
Η Εκκλησία της Ελλάδος διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί τη συμμετοχή σε αλλόθρησκους, αλλοδαπούς, ομοφυλόφιλους, άθεους και ψηφοφόρους του ΚΚΕ.
Η συμμετοχή γυναικών στην τελετή απαγορεύεται ρητά. Όποια γυναίκα επιθυμεί να μετέχει στο παιχνίδι «πιάσε τον σταυρό», οφείλει να υποχρεώσει τον σύζυγό της να μετέχει αντ’ αυτής. Σε κάθε περίπτωση, η σχετική εκπροσώπηση θα πρέπει να δηλωθεί τουλάχιστον μία ημέρα πριν κατά την καθιερωμένη εξομολόγηση στον παπά της ενορίας.

Η Εκκλησία της Ελλάδος και το Ελληνικό Κράτος σας εύχονται χαρούμενα Θεοφάνια, καλά κρασά και κουρκουμπίνια κάστανα.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Το ελληνάκι, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.