Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Άμβωνας και Αντι-άμβωνας

15 Φεβρουαρίου 2017

Ένας φυσιοκράτης απαντά σε ένα δεισιδαίμονα

Διαβάστε με πολλή προσοχή το «μήνυμα» ενός ιεράρχη, που φημίζεται για το βαρύ βιογραφικό του, σπουδαίου θετικού επιστήμονα. 

Το διάβασα με πολλή προσοχή και το σχολίασα όσο πιο σύντομα.

ΜΗΝΥΜΑ

ἐπὶ τῷ Νέῳ Ἐκκλησιαστικῷ Ἔτει (1 Σεπτ 2016)

«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. ζ΄ 38)

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Α. Ὅλοι πλέον ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας πορεύεται σὲ μία θάλασσα πρωτοφανοῦς ἀσεβείας, συντονισμένης ὕβρεως, ἰσχυρῶν ἀμφισβητήσεων, ἀθεϊστικῆς μανίας, συστηματικῆς προσπάθειας ἀπόρριψης κάθε ἔννοιας μυστηρίου καὶ ἱερότητος, ὕπουλου διωγμοῦ κατὰ τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἀποκαλυπτικοῦ διαμετρήματος, μάλιστα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ χριστιανικὰ συστήματα. 

Α. "Πρωτοφανούς ασεβείας" στην Εκκλησία: μάλιστα, αλλά γιατί να της οφείλεται σεβασμός;
Για το ΨΕΜΑ της, που διαδίδει, ή για την ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ της μέσα στην ιστορία;
"Ισχυρών αμφισβητήσεων": Επιτέλους! ο κόσμος ξυπνάει και προτιμάει τη ΓΝΩΣΗ της αλήθειας από την ΠΙΣΤΗ σε μυστήρια και μυθικές ιερότητες.

Ἐκτιμᾶται ὅτι σὲ λίγα χρόνια, σὲ κάποιες μεγάλες Εὐρωπαϊκὲς πόλεις, οἱ μουσουλμάνοι θὰ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. Τὸ πραγματικὸ ὅμως πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι οἱ χριστιανοὶ θὰ εἶναι λιγότεροι, ἀλλὰ ὅτι ἤδη εἶναι λιγότερο χριστιανοὶ καὶ ἀκόμη περισσότερο ὅτι οἱ μεγαλύτεροι ἐχθροὶ τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοί.

Και βέβαια ξέρει ότι οι μουσουλμάνοι δεν θα είναι "πελατεία" τους. Όμως κι αυτοί, γρηγορότερα από ότι σήμερα φαίνεται, θα γίνουν πολίτες κοσμικών κοινωνιών. Βαριεστημένοι πιστοί, σαν τους χριστιανούς. Που δεν το χάβουν πια το παραμύθι. 

Β. Ἐναντίον τῆς πίστεως ἔχει ἐπιστρατευθεῖ ἡ ἐπιστήμη, ἡ τεχνολογικὴ παντοδυναμία, τὰ μέσα πληροφόρησης, οἱ μηχανισμοὶ ψηφιακοῦ ἐλέγχου τῶν λεπτομερειῶν τῆς ζωῆς μας, ἡ πολιτική, ἡ κατευθυνόμενη παιδεία, ὁ ὑλιστικὸς τρόπος ζωῆς κ.λπ.

Β. Κανείς και τίποτα δεν έχει "επιστρατευθεί" (αν και θα ‘πρεπε). Απλώς η Γνώση αλλάζει τη ζωή, που προσεγγίζει και προσαρμόζεται στην φυσική πραγματικότητα.

Γ. Ὁ φιλοσοφικὸς ὀρθολογισμὸς καὶ οἱ ἱστορικὲς καὶ ἀνθρωπολογικὲς ἐπιστῆμες ἐπιστρατεύονται στὸ νὰ γκρεμίσουν τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ νὰ κατασυκοφαντήσουν τὴν πορεία καὶ τὸν ρόλο τῆς Ἐκκλησίας καὶ γενικότερα τοῦ χριστιανισμοῦ στὸ παρελθὸν καὶ σήμερα.

Γ. Η Φιλοσοφία και η Επιστήμη έχουν ως τώρα φερθεί στην θρησκεία " ιπποτικά" (κακώς) και καθόλου εκδικητικά (που θα δικαιούνταν) για τα όσα υπέστησαν επί αιώνες από εκείνη. Όσο για την Εκκλησία; Αυτοσυκοφαντείται επαρκώς από μόνη της.

Δ. Οἱ θεωρίες περὶ τυχαιότητος στὴ γένεση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου ἐπιδιώκουν νὰ ἐξαφανίσουν κάθε ἰδέα δημιουργικῆς ἐπεμβάσεως στὴν ἀρχὴ τοῦ σύμπαντος, ἄρα νὰ μηδενίσουν τὴν θεΐκὴ παρουσία καὶ ἀνάγκη. Τύχη εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ στὴ διάλεκτο τῆς ἀθεΐας!

Δ. Η γένεση του υλικού κόσμου είναι ένα επιστημονικό ερώτημα, που ποτέ και καθόλου δεν απαντήθηκε από τον Αβρααμικό  θεό και τα βιβλικά συμπαρομαρτούντα μυθεύματα.

Ε. Ἡ ἔμφαση στὴν αὐθαίρετη μονομερῆ ἑρμηνεία τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς γενετικῆς τεχνολογίας, ὑπερτονίζει τὴ βιολογικότητα καὶ ζωικότητα τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νὰ μηδενισθεῖ κάθε στοιχεῖο ἱερότητός του.

Ε. Η βιολογικότητα και η ζωικότητα του ανθρώπου είναι απλώς αλήθεια. Η "ιερότητά" του είναι  ένα ζητούμενο που δεν μπορεί να προσεγγιστεί και κατακτηθεί με τη θρησκευτική αποπλάνηση, αλλά με τη Γνώση.

ΣΤ. Οἱ βιαστικὲς ἐξαγγελίες περὶ κατασκευῆς συνθετικοῦ γονιδιώματος καὶ τεχνητῆς ζωῆς ἢ κλωνοποίησης τοῦ ἀνθρώπου ἢ βιοτεχνολογικῶν θαυμάτων (DNA editing) ἢ στὴν Φυσικὴ περὶ τῆς δῆθεν «θεωρίας τῶν πάντων» ἀποσκοποῦν στὸ νὰ ἀντικαταστήσουν τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔτσι νὰ κλείσουν τὸν δρόμο καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεό. Ἡ τύχη ὡς ἑρμηνευτικὸ ἐπινόημα καὶ ὁ ἄνθρωπος ὡς ἡ κεντρικὴ παρουσία στὸν κόσμο ἐξαφανίζουν τὸν Θεὸ καὶ ὡς πρόσωπο καὶ ὡς ἔννοια.

ΣΤ. Η επιστήμη δεν εμφορείται από ιδεολογικούς σκοπούς. Είναι η συστηματική τεκμηριωμένη αναζήτηση φυσικών εξηγήσεων για ό,τι μπορεί να παρατηρηθεί εμπειρικά στο σύμπαν.
Βάσει αυτών των φυσικών εξηγήσεων ο Θεός δεν φαίνεται να έχει κάνει τίποτα στην εξέλιξη του κόσμου. Και τελικά να μην έχει και τίποτα να κάνει. Και κανένα χώρο για να κρυφτεί. 

Ζ. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ τεχνολογίες τῆς γενετικῆς καὶ ἐγκεφαλικῆς ἐνδυνάμωσης (Gene enhancement καὶ Brain enhancing (pills and boosters), τὰ ἐγκεφαλικὰ ἐμφυτεύματα, ἡ μεταμόσχευση προσώπου, οἱ τολμηρὲς τεχνολογικὲς παρεμβάσεις στὸ νευρικὸ καὶ γενετικὸ κύτταρο, ἡ προσπάθεια νευροβιολογικῆς ἑρμηνείας τῶν ψυχικῶν φαινομένων κ.λπ. ἐπιδιώκουν τὴν τεχνολογικὴ αὐθυπέρβαση τοῦ ἀνθρώπου (transhumanism), ἀγνοῶντας καὶ ἀπορρίπτοντας ταυτοχρόνως τὴν αὐτεξούσια κίνησή του πρὸς τὸν Θεό καὶ τὴν κατὰ χάριν εἴσοδό του στὴν ὑπὲρ φύσιν κατάσταση (θέωσις).

Ζ. Πόσο φαίνεται ότι η "κατά φύσιν" κατάσταση τούς είναι άβολή για τις υπερφυσικότητές τους!
Μόνος χώρος για τα μυθικά αφηγήματά τους είναι μια "
 ὑπὲρ φύσιν κατάσταση".
Γι αυτό και
 η άρνησή τους της επιστημονικής προσέγγισης του φαινομένου της θρησκείας· που δείχνει πως και οι ίδιοι δεν πιστεύουν πραγματικά ότι το αντικείμενό της είναι τελικά κάτι το υπερφυσικό.

Η. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ φύλου, ὄχι ὡς διόρθωση ὑφιστάμενης ἀνατομικῆς καὶ φυσιολογικῆς δυσαρμονίας, ἀλλὰ ὡς ἐπιλογὴ ἀφύσικης ἀπαίτησης καὶ νοσηροῦ θελήματος, ἡ ἀντικατάσταση τῆς ἀνατομικῆς καὶ φυσιολογικῆς ταυτότητος τοῦ φύλου μὲ τὸν λεγόμενο σεξουαλικὸ προσανατολισμὸ ὡς ἐπιλογή, καὶ ἡ μὲ κάθε τρόπο δικαιολόγησή της, μάλιστα στὴ βάση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀντιρατσιστικῆς ἀντίληψης, συντρίβοντας τὴν ἱερότητα τῆς ψυχοσωματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἀπομακρύνουν βάναυσα ἀπὸ τὴν κληρονομιὰ τῆς «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ» παρακαταθήκης του.

Η. Ο άνθρωπος, στο βαθμό που δεν βλάπτει τους τριγύρω του, έχει το δικαίωμα και τη χαρά του αυτοπροσδιορισμού του. Μπορεί και να μη θέλει τον «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ».

Θ. Ὁ ἐκφυλισμὸς τῆς Ἐκκλησίας σὲ σύστημα κοινωνικῆς πρόνοιας ἢ πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, παράλληλα μὲ τὴν ἀντικατάσταση τῆς φιλανθρωπίας στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἕναν ἀποστεωμένο χωρὶς Θεὸ ἀνθρωπισμὸ καὶ ἔννοιες ὅπως ἀλληλεγγύη, ἀλληλοβοήθεια, φιλία, εἰρηνικὴ συνύπαρξη κ.λπ., στὴν οὐσία καταργεῖ τὸν μυστηριακὸ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας ὡς πνευματικῆς κοινωνίας τῶν πιστῶν καὶ τὴν μεταμορφώνει σὲ μηχανισμὸ ἐπίλυσης κοινωνικῶν προβλημάτων ἐντελῶς προοπτικῆς.

Θ.Η Εκκλησία πουλάει κοινωνική πρόνοια σε φτωχούς κι απελπισμένους με αντίτιμο την πίστη τους στον "μυστηριακό" της χαρακτήρα. Επωφελείται της ανεπάρκειας των κοσμικών δομών πρόνοιας για να κρατιέται ανάμεσά μας αντί να πάρει τη θέση της στο Μουσείο.

Ι. Ἡ μεθοδευμένη ἐπιδίωξη εἴτε νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἡ ἱστορικότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς αὐτοαποκαλούμενους μυθικιστὲς εἴτε νὰ συκοφαντηθεῖ ἡ ἀκεραιότητα τῆς ζωῆς Του καὶ ἡ αὐθεντικότητα τῶν ἱερῶν κειμένων, καὶ ἡ παράλληλη προσπάθεια ἀποχριστιανοποίησης τῶν κοινωνιῶν μας μὲ τὴν κατάργηση τῶν συμβόλων καὶ τὸν ἀποχριστιανισμὸ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ τῆς παιδείας, τελικὰ ἐπισφραγίζουν τὴν προσπάθεια ἀποδόμησης τῆς πίστεως. Ἡ παγκόσμια ἀνασφάλεια, ἡ μαζικὴ καταστροφὴ ἀρχαιότατων πολιτισμῶν καὶ ἡ βίαιη μετακίνηση ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς ρίζες τους καὶ ἀνακάτωμα ὁλόκληρων λαῶν συμπληρώνουν τὸ ὅλο σκηνικό. Ἕνας κόσμος δίχως Θεό! «Οἱ ἄνθρωποι λησμόνησαν τὸν Θεό∙ ἀπὸ ἐκεῖ ἔρχονται ὅλα τὰ κακά» (Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν, 1983).

Ι. Αν με την "αυθεντικότητα των ιερών κειμένων" εξυπακούονται τα θαύματα και η ανάσταση (δεν το λέει, το υπονοεί) ορθώς αυτή αμφισβητείται.
Η ιστορία της ανθρωπότητας, πάντοτε φορτωμένη με το Μύθο των θρησκειών, είναι ένα αποτρόπαιο αιματοκύλισμα, που ο Μύθος κανοναρχούσε.
Η θρησκεία έδινε πάντοτε μια δικαιολογία στην ανθρωπότητα για να υπεκφεύγει επί αιώνες και αιώνες τη 
γνωστική διευθέτηση της ύπαρξής της.

ΙΑ. Ὁ ὑπερτονισμὸς τῶν λεγομένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ὅσο καὶ ἂν φαίνεται ἑλκυστικὸς καὶ θεμελιωτικὸς μιᾶς νέας ἠθικῆς περὶ τοῦ ἀνθρώπου, καταργεῖ τὰ «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ καὶ περιθωριοποιεῖ τὴν χάρι Του. Ὁ ἀντιρατσισμὸς καὶ ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ πολυπολιτισμικότητα καὶ ἡ πολυθρησκευτικότητα, ἐνῶ στὴν οὐσία τους περιέχουν κάτι τὸ βαθὺ χριστιανικό, ὅπως παρουσιάζονται καὶ ὅπως ὑποστηρίζονται, καίρια προσβάλλουν τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐσιαστικὰ ἀλλοιώνουν τὸ πρόσωπο τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἡ πολυθρησκευτικότητα μεταμορφώνει τὴν πίστη στὸν Θεὸ σὲ κοινωνικὸ φαινόμενο.

ΙΑ. Η κατάργηση των «δικαιωμάτων» του Θεού τους μάρανε.
Να μη σηκώσουν οι άνθρωποι κεφάλι.
Να μη μπορούν να είναι καλοί, να πράττουν καλά, χωρίς το Θεό.
Τι θ’ απογίνει ο τσοπάνης χωρίς ποίμνιο; 

ΙΒ. Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν σὲ μιὰ πρωτοφανῆ σύγχυση, σὲ ἀλλεπάλληλα ἀδιέξοδα, πλάνες, αἱρέσες, παγκόσμια ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ κατάρρευση, ἀνατροπὴ διαχρονικῶν ἠθικῶν σταθερῶν, πολυμέτωπη προσβολὴ τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας. Ἐπὶ πλέον, ἀποδυναμώνουν τὴν πίστη, ὑποβαθμίζουν τὴν Ἐκκλησία, ἀποχριστιανοποιοῦν τὸν κόσμο, ἐξαφανίζουν τὸν Θεό καὶ κάνουν τὸν λόγο καὶ τὸ ὄνομά Του ἀρχικὰ μὲν μὴ ἀναγκαῖα, στὴ συνέχεια περιφρονητέα, ὕστερα μὴ ἐπιθυμητὰ καὶ τέλος μισητὰ καὶ ἀποδιοπομπαῖα. Ἔτσι θεμελιώνεται ὁ σύγχρονος ἀθεϊσμός καὶ ὀργανώνεται ὁ σύγχρονος διωγμὸς τῆς πίστεως καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ.

ΙΒ. Ενώ αν είμαστε στο κοπάδι θα ήταν όλα εντάξει. Μα ζήσαμε στο κοπάδι, αποπλανημένοι για αιώνες κι αιώνες. Ιστορία φανατισμών, μισαλλοδοξίας, πολέμων κι αίματος. Η Εκκλησία πληρώνει πια τα αμαρτήματά της με την απώλεια του κοπαδιού. Ας μην κλαίγεται.

ΙΓ. Τελικά, ὁ ἄνθρωπος καταντάει μιὰ ἐπίπεδη, μονοδιάστατη ὀντότητα, μιὰ βιολογικὴ μηχανὴ ποὺ ἡ ζωή της ἐκτυλίσσεται ἀπρόβλεπτα μέσα σὲ μία πολὺ στενὴ ζώνη χρόνου, ὁ δὲ θάνατος προσδιορίζει τὴν ὁριστικὴ ἐπιστροφὴ στὴν ἄβυσσο τῆς ἀνυπαρξίας. Χειρότερη ἀπὸ τὴν ἐφημερότητα εἶναι ἡ συνειδητοποίησή της ὡς περιορισμένης παροδικότητος. Τότε ἡ λογικὴ καὶ ἡ σκέψη ἀποτελοῦν τιμωρία καὶ ὄχι δῶρο. Καὶ ἡ ἐλευθερία τραγικὴ παρακαταθήκη∙ ἀνάμεσα στὸν αἰώνιο καὶ θεωμένο ἄνθρωπο νὰ ἐπιλέγεις τὸν ζωικό καὶ μηδενιστικό.

ΙΓ. "ἡ λογική καὶ ἡ σκέψη αποτελούν τιμωρία" (!!!)
Δηλαδή: Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.
Έτσι θέλουν τους ανθρώπους. Για να τους χειραγωγούν, άβουλους και αδαείς.
Αυτό τους βολεύει.
Αλλά πια, περισσότερο από αυτό που βολεύει αξίζει αυτό που αληθεύει.

ΙΔ. Ἡ Ὀρθόδοξη μαρτυρία τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, διατυπωμένη καὶ ἐμπειρικὰ τεκμηριωμένη μέσα στοὺς ναούς μας καὶ τὰ μοναστήρια μας, στὰ μυστήρια καὶ τὴ ζωή μας πρέπει νὰ κατατεθεῖ ὡς στεντόρεια πανορθόδοξη κραυγή στὴν ἐποχή μας. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἐμπειρία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ φωτίσει τὴ σύγχρονη πραγματικότητα καὶ γι’αὐτὸ ὀφείλει νὰ καταθέσει τὸν λόγο της καὶ πρὸς ἐπιστηριγμὸν τῶν πιστῶν καὶ ὡς μαρτυρία στὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο.

ΙΔ. Σύμφωνοι. Ας κρατήσουν τη στεντόρεια κραυγή τους για τη "μαρτυρία της κοινωνίας του Θεού" ΜΕΣΑ στους ναούς και τα μοναστήρια τους, για τους εναπομείναντες εθελοντές τους· αλλά προπάντων ΕΞΩ από τα σχολεία μας.

Η κατήχηση των ανηλίκων σε έναν ανυπόστατο μύθο, σε ένα ψέμα, είναι αποπλάνηση.

Γιὰ ὅλους τοὺς προαναφερθέντες λόγους, σᾶς καλῶ ὅλους μαζὶ ὡς τοπικὴ Ἐκκλησία, νὰ ξεκινήσουμε τὸ Νέο Ἐκκλησιαστικὸ Ἔτος ἐπαναλαμβάνοντας μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν λόγο μας τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅπως αὐτὸ ἔχει ἐγκριθεῖ ἀπὸ τὴν Α΄ καὶ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ὅπως ὁμολογεῖται ἔκτοτε καὶ γιὰ δεκαεπτά αἰῶνες ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν Ὀρθοδόξων ἀπαράλλακτο. Ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνουμε καθημερινὰ μέσα στὸ σύγχρονο πλαίσιο προβλημάτων, τάσεων, νοοτροπιῶν, καὶ ὡς ἔνδειξη τῆς διαχρονικότητος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ ὁμολογία ἀποτελεῖ καὶ ἀπάντηση στὸν σύγχρονο κόσμο.

Θέλουν να απαντήσουν στον σύγχρονο κόσμο.
Γιατί τους ξεβολεύει. Αμφισβητεί το εμπόρευμά τους. Την κυριαρχία τους.
Αχ! και να ξανά είχαν την Ιερά Εξέταση…
Θα βλέπανε τότε αυτοί «οι εχθροί της πίστης» που με τη Φιλοσοφία, την Επιστήμη, την Τεχνολογία, τη Λογική και το Δίκαιο έχουν φέρει την ανθρωπότητα από τον Μεσαίωνα στο σήμερα και την οδηγούν στην αλήθεια και στο μέλλον.

Ο σχολιασμός του άρθρου γίνεται με άδεια του συγγραφέα στο ιστολόγιο:
http://oi-apistoi.blogspot.gr/2016/12/blog-post_11.html

Γιατί η ψυχολογία έχασε την ψυχή της

21 Δεκεμβρίου 2016

Οι περισσότερες λειτουργίες οι οποίες αποδίδονται στην ψυχή μπορούν να δικαιολογηθούν από τη λειτουργία του εγκεφάλου. Πηγή: Rodger Evans/Flickr

 

ΓΙΑΤΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ: ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

Πλήθος ανθρώπων την εποχή την οποία διανύουμε πιστεύει πως διαθέτει ψυχή. Ενώ οι συλλήψεις περί της έννοιας της ψυχής διαφέρουν, πολλοί θα της απέδιδαν την εξής περιγραφή: "Η αόρατη δύναμη η οποία φαίνεται πως μας ζωογονεί".

Συχνά εικάζεται πως η ψυχή επιβιώνει κατόπιν του βιολογικού θανάτου και συσχετίζεται ενδόμυχα με τις αναμνήσεις, τα πάθη και τις αξίες του ατόμου. Μερικοί ισχυρίζονται πως η ψυχή δεν έχει την ιδιότητα της μάζας, δεν καταλαμβάνει όγκο και δεν εντοπίζεται πουθενά.

Εντούτοις, ως νευροεπιστήμων και ψυχολόγος, βρίσκω πως η ψυχή είναι περιττή. Απεναντίας, όλες οι λειτουργίες οι οποίες αποδίδονται σε αυτό το είδος ψυχής μπορούν να επεξηγηθούν μέσω της εγκεφαλικής δραστηριότητος.

Η ψυχολογία είναι η μελέτη της συμπεριφοράς. Με σκοπό να επιτελέσουμε το καθήκον μας ως προς την τροποποίηση της συμπεριφοράς, όπως η θεραπεία της εξάρτησης, της φοβίας, του άγχους και της κατάθλιψης, οι ψυχολόγοι δε χρειάζεται να υποθέσουμε πως οι άνθρωποι έχουν ψυχές. Για τους ψυχολόγους, δεν είναι τόσο το ότι ψυχές δεν υπάρχουν, όσο ότι δεν τις χρειαζόμασθε.

Λέγεται πως η ψυχολογία απώλεσε την ψυχή της τη δεκαετία του 1930. Έως τότε, ο κλάδος είχε καταστεί μια ολοκληρωμένη επιστήμη, βασιζόμενη σε πειραματισμούς και έλεγχο, παρά σε ενδοσκόπηση.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ;

Η διατύπωση της ιδέας της ύπαρξης της ψυχής δεν ανήκει αποκλειστικά στους θρησκευτικούς στοχαστές. Ορισμένοι εκ των πιο αξιόλογων υποστηρικτών της περί ης ο λόγος άποψης ήσαν φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων (424-348 προ κοινής χρονολόγησης) και ο Καρτέσιος το 17ο (μετά κοινή χρονολόγηση) αιώνα.

Ο Πλάτων είχε την πεποίθηση ότι δεν αποκτούμε επιπρόσθετες γνώσεις ή δεξιότητες κατά τη διάρκεια της ζωής μας, αλλά τις ανακαλούμε από την προ γεννήσεως μνήμη μας. Για να επιτευχθεί αυτό, συνεπέρανε, πρέπει να διαθέτουμε ψυχή. Δυστυχώς για τον Πλάτωνα, αποκτούμε επιπρόσθετες γνώσεις.

Ορισμένοι πιστεύουν πως η ψυχή δεν έχει μάζα, δεν καταλαμβάνει όγκο και δεν εντοπίζεται πουθενά. Πηγή: Michelle Robinson/Flickr

 

Αιώνες αργότερα, ο Καρτέσιος συνέγραψε τη διατριβή του, η οποία ετιτλοφορείτο "Πάθη της Ψυχής", στην οποία ισχυρίζεται πως υπάρχει μια διάκριση μεταξύ του νου, τον οποίο περιέγραψε ως "νοητική υπόσταση", και του σώματος, την "εκτενή υπόσταση". Γράφει:

"Επειδή επ' ουδενί δε μπορούμε να συλλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται το σώμα, έχουμε λόγο να πιστεύουμε πως κάθε είδους σκέψη η οποία ενυπάρχει σε εμάς ανήκει στην ψυχή".

Ένα εκ των πολλών επιχειρημάτων με τα οποία ο Καρτέσιος δικαιολογεί τον προαναφερθέντα ισχυρισμό ήταν πως ο εγκέφαλος, ο οποίος αποτελεί τμήμα του σώματος, είναι θνητός & διαιρετός -εννοώντας πως έχει διαφορετικά μέρη- και η ψυχή είναι αέναη και αδιαίρετη -εννοώντας πως είναι ένα αδιαχώριστο σύνολο. Επομένως, συνήγαγε το συμπέρασμα πως πρέπει να είναι μεταξύ τους διαφορετικά.

Αλλά η πρόοδος της νευροεπιστήμης κατέδειξε πως το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί.

ΑΦΑΙΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Τη δεκαετία του 1960, ο βραβευμένος με Nobel, Roger Sperry έδειξε πως ο νους και η συνείδησή μας είναι διαιρετά, επομένως κατέρριψε αυτή τη διάσταση της θεωρίας του Καρτεσίου. Ο Sperry μελέτησε ασθενείς των οποίων το τυλώδες σώμα -η ανατομική δομή η οποία συνδέει το δεξί με το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, κάτι σαν "οδικό δίκτυο"- είχε κοπεί χειρουργικά, με σκοπό να ελεγχθεί η διάδοση των επιληπτικών κρίσεων. Η επέμβαση εμπόδισε ή ελάττωσε τη μεταφορά των αντιληπτικών, αισθητητρίων, κινητηρίων και γνωσιακών πληροφοριών μεταξύ των 2 ημισφαιρίων.

Ο Sperry έδειξε πως κάθε ημισφαίριο δύναται να εκπαιδευθεί να επιτελέσει κάποιο έργο, ωστόσο η εμπειρία αυτή δεν κατέστη διαθέσιμη στο ανεκπαίδευτο ημισφαίριο. Ήτοι, κάθε ημισφαίριο μπορεί να κατεργασθεί πληροφορίες άνευ της επίγνωσης του άλλου. Επί της ουσίας, η επέμβαση είχε ως απότοκο δημιουργία διπλής συνείδησης.

Ο Roger Sperry έδειξε πως η συνείδηση είναι διαιρετή. Πηγή: Neil Conway/Flickr

 

Επομένως, ο Καρτέσιος έσφαλλε στον ισχυρισμό του πως ο εγκέφαλος είναι διαιρετός, ενώ η ψυχή, η οποία ερμηνεύεται ως ο νους ή η συνείδηση, δεν είναι. Στην προσπάθειά του να αποδείξει την ύπαρξη ψυχής στους ανθρώπους, ο Καρτέσιος παραδόξως έθεσε επιχείρημα κατά αυτού.

Από το να προικίσουν τους αρουραίους με ψυχή, οι ψυχολόγοι αφαίρεσαν αυτές των ανθρώπων. Το 1949, ο ψυχολόγος D. O. Hebb ισχυρίστηκε πως ο νους είναι η ολοκλήρωση της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Πολλοί νευροφιλόσοφοι κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα με τους ψυχολόγους, με την Patricia Churchland πρόσφατα να ισχυρίζεται πως δεν υφίσταται φάντασμα στη μηχανή.

Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΤΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΑ

Εάν η ψυχή είναι ο τόπος κατοικίας του αισθήματος και του κινήτρου, όπου η νοητική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα, όπου οι αισθήσεις διορώνται, όπου ο συλλογισμός εντοπίζεται και οι αποφάσεις λαμβάνονται, τότε δεν υπάρχει ανάγκη να πιθανολογούμε την ύπαρξή της. Υπάρχει ένα όργανο το οποίο έχει ήδη επιφορτισθεί με αυτό το καθήκον, ο εγκέφαλος. Αυτή η αντίληψη χρονολογείται από την εποχή του ιατρού της αρχαιότητας, Ιπποκράτη (460-377 προ κοινής χρονολόγησης), ο οποίος είχε πει:

"Οι άνθρωποι οφείλουν να έχουν επίγνωση πως παρά μόνον εκ του εγκεφάλου πηγάζει η χαρά, η απόλαυση, το γέλιο, η διασκέδαση, η θλίψη, η οδύνη, η απόγνωση και ο θρήνος. Και δι' αυτού αποκτούμε σοφία και γνώση, βλέπουμε και ακούμε, και αναγνωρίζουμε τί είναι άθλιο και τι δίκαιο, τί είναι επιβλαβές και τί είναι ωφέλιμο, αλμυρό και γλυκό."

Aν ενστερνισθούμε την πεποίθηση του Πλάτωνα, η μνήμη είναι λειτουργία η οποία ανήκει αποκλειστικά στην ψυχή. Πηγή: Daniel Gonzalez Fuster/Flickr

 

Ο εγκέφαλος είναι το όργανο το οποίο διαθέτει χάρτη του σώματός μας, του εξωτερικού περιβάλλοντος και των εμπειριών μας. Βλάβη αυτού, όπως ατυχήματα, άνοιες ή εγγενείς δυσμορφίες, έχει ως απόρροια ανάλογο πλήγμα στην προσωπικότητα.

Ας λάβουμε υπ' όψιν μια εκ των λειτουργιών τις οποίες υποτίθεται (κατά τον Πλάτωνα) έχει υπ' ευθύνης της η ψυχή: τη μνήμη. Ένα ισχυρό κτύπημα στην κεφαλή μπορεί να προβεί σε απώλεια της πρόσφατης μνήμης (έως και πολλά έτη πίσω). Εάν η ψυχή είναι μια άυλη ουσία, ξεχωριστή από το υπόλοιπο σώμα, δε θα επλήγετο από το κτύπημα. Εάν η μνήμη ήταν καταγεγραμμένη στην ψυχή, δε θα τη χάναμε.

Η δράση των νευρώνων στον εγκέφαλο είναι υπεύθυνη για τις γνωστικές και συναισθηματικές διαταραχές σε άτομα τα οποία έχουν διαγνωσθεί με αυτισμό, θα ήτο βάναυσο και ανήθικο να επιρριφθεί το φταίξιμο στις υποτιθέμενες ψυχές τους.

Ο χειρισμός του εγκεφάλου επαρκεί για να μεταβληθούν τα αισθήματα και η διάθεση. Σχετικά με αυτή τη διαδικασία, η ψυχή περιττεύει.

Η ιδιότητα των ψυχοθεραπευτικών φαρμάκων να μεταβάλλουν τη διάθεση αποτελεί άλλο ένα επιχείρημα εναντίον της ύπαρξης ψυχής. Εάν παραχθεί χημική ανισορροπία στον εγκέφαλο, όπως έλλειψη ντοπαμίνης, νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης με τετραβεναζίνη, ίσως προκληθεί κατάθλιψη σε ορισμένους ανθρώπους.

Κατ' αντιστοιχία, πολλοί καταθλιπτικοί ασθενείς μπορούν να βοηθηθούν από τα φάρμακα τα οποία επαυξάνουν τη δράση αυτών των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο.

Ο εγκέφαλος είναι το επίκεντρο της σκέψης, η έδρα της αγάπης και της απέχθειας, εκεί όπου οι αισθήσεις ανάγονται σε αντιλήψεις, η προσωπικότητα σφυρηλατείται, όπου υπάρχουν πεποιθήσεις και αναμνήσεις, και το κέντρο λήψης αποφάσεων. Όπως είχε πει ο D. K. Johnson: "Δεν υπάρχει κάτι για να ανατεθεί στην ψυχή".

Πηγή πρωτοτύπου: Paxinos, G. (2016, September 22) Why psychology lost its soul: everything comes from the brain. Retrieved from https://theconversation.com/why-psychology-lost-its-soul-everything-comes-from-the-brain-54828

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [2]

28 Ιουλίου 2015
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [2]

Το άρθρο αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα, Αλέξανδρου Σακελλαρίου. Παρουσιάστηκε στο Ε΄ Eυρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, στις 2-5 Οκτωβρίου 2014 στη Θεσσαλονίκη, με θέμα "Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία" και βρίσκεται αναρτημένο στο διαδίκτυο στα πρακτικά του συνεδρίου.


« Προηγούμενο [1]

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία:
πολιτισμικές ρήξεις εντός ενός ελληνορθοδόξου κοινωνικού περιβάλλοντος [2]

του Αλέξανδρου Σακελλαρίου*

 

Το οικογενειακό περιβάλλον: Η αναπαραγωγή του θρησκευτικού νοήματος

Η οικογένεια διαδραματίζει καίριο ρόλο στη μετάδοση και αναπαραγωγή των θρησκευτικών αντιλήψεων και του θρησκευτικού νοήματος δια μέσου της μνήμης. Κατ’ αρχάς πρέπει να παρατηρηθεί ότι από τις 45 καταγεγραμμένες αφηγήσεις, τουλάχιστον 7 δεν σχετίζονται άμεσα με το θέμα της απομάκρυνσης από την πίστη, όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι συντάκτες τους, διότι αφενός είτε προέρχονται από οικογένειες εντελώς ουδέτερες και αδιάφορες, είτε μεγάλωσαν σε άθεες οικογένειες, είτε σε κοσμικές, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά. Επιπλέον, σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρονται μεικτές οικογένειες με έναν γονέα Χριστιανό Ορθόδοξο και έναν Μουσουλμάνο, Εβραίο ή Καθολικό.

Στις αφηγήσεις οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν τις οικογένειές τους τυπικές, μικροαστικές ή αστικές, όχι πολύ θρησκευόμενες, με τη θρησκεία παρούσα, αλλά όχι επιβλητικά κυρίαρχη. Σε αρκετές, πάντως, άλλες περιπτώσεις (τουλάχιστον 10) υπογραμμίζεται ο θρησκευτικός φανατισμός της οικογένειας και η συνεπακόλουθη επιβολή του. Ουσιαστικές είναι δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στις οικογένειες υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία είτε είναι άθεοι είτε επικριτικοί έναντι της θρησκείας. Αυτό συνδέεται και με τη δεύτερη παρατήρηση ότι συνήθως η μητέρα είναι εκείνη, η οποία αναλαμβάνει τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση του παιδιού, και είναι περισσότερο πιστή, ενώ ο πατέρας είναι εκείνος που συνήθως είναι αδιάφορος, με κριτική στάση ή άθεος. Εκτός, όμως, από τον πατέρα, αναφορές γίνονται σε κάποιον άθεο θείο ή παππού, σε έναν κομμουνιστή-άθεο γείτονα, ή στον/στη σύντροφο, οι οποίοι άμεσα ή έμμεσα επηρέασαν τον αφηγούμενο.

Για παράδειγμα, κάποιος (56 ετών) μεγαλωμένος σε οικογένεια με έντονο το ελληνορθόδοξο στοιχείο, αναφέρει ότι όταν η κοπέλα του στα 17 του τον ρώτησε εάν πιστεύει στον Θεό ήταν σαν να τον τίναξε ρεύμα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι υπήρχαν τέτοιες ερωτήσεις. «Πώς είναι δυνατόν να περίπτωση μία γυναίκα (39 ετών) αφηγείται ότι όταν ένα απόγευμα διηγείτο στον πατέρα της αυτά που έμαθε στο μάθημα των θρησκευτικών, εκείνος απάντησε ότι δεν τα πιστεύει αυτά και όταν τον ρώτησε αν πιστεύει στο Θεό εκείνος απάντησε όχι. «Όχι;», αφηγείται, «Ο μπαμπάς μου; Αυτός ο παντοδύναμος τύπος...δεν πιστεύει στον Θεό;» (19). Τέλος, ένας άνδρας (72 ετών), άκουσε από τον άθεο-κομμουνιστή γείτονα για πρώτη φορά ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει Θεός. «Παραμύθια των παπάδων», του είπε, «για να αποκοιμίζουν τον κόσμο» (45). Το περιβάλλον, δηλαδή, ιδίως όταν περιλαμβάνει κάποιον άθεο, παρέχει τα απαραίτητα ερεθίσματα/εργαλεία για την πορεία προς την αμφισβήτηση και τη ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα.

Σε αρκετές αφηγήσεις καταγράφεται μία σαφής άσκηση φυσικής βίας (σωματικής ή και ψυχολογικής). Ξυλοδαρμοί στο σχολείο λόγω της θέσης ερωτημάτων που δεν έπρεπε στο μάθημα των θρησκευτικών, κλωτσιές του πατέρα κάτω από το μεσημεριανό τραπέζι για μη κατάλληλες απορίες σχετικά με τη θρησκεία, χτύπημα του παπά στο χέρι. Επίσης, βιαιοπραγία από άλλους συμμαθητές, αλλά και απόρριψη από τον κοινωνικό περίγυρο. Η βία αυτή διαπιστώνεται και στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν προκειμένου να περιγράψουν τα παιδικά τους χρόνια, ιδίως εντός των πιο πιστών οικογενειών. Ορισμένες συχνά αναφερόμενες εκφράσεις είναι οι εξής: Κυριακάτικος εκκλησιασμός άνωθεν επιβεβλημένος, το κατηχητικό και η εξομολόγηση με έκαναν να ασφυκτιώ, ψυχαναγκασμός, δυσφορία, ψυχοφθόροι φόβοι, υποχρεωτική αποστήθιση του πιστεύω, άγριες προσπάθειες κατήχησης. Όπως αναφέρει μία γυναίκα (49 ετών)20:

Κάθε Κυριακή εκκλησιασμός, νηστεία όποτε όριζε ο παπάς, προσευχή κάθε βράδυ και όλα τα άλλα που επιβάλλει η χριστιανική θρησκεία στο ποίμνιό της. Αυτή την καταπίεση στα παιδικά μου χρόνια δεν την άντεχα και μεγαλώνοντας άρχισα να αντιδρώ. [...] Όταν πήγαινα στην εκκλησία – όπου συνήθως χασμουριόμουνα γιατί με ξυπνούσαν πολύ πρωί – έπλαθα με τη φαντασία μου ιστορίες για να ξεφεύγω από αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον...(32).

Ας σημειωθεί ότι η άσκηση βίας δεν προέρχεται μόνο από την επιβολή των τυπικών της Ορθοδοξίας, αλλά και από τη διδασκαλία της καθώς αρκετοί ανέφεραν θέματα, όπως φόβος για την κόλαση, μεταθανάτια τιμωρία, ενοχές για αυνανισμό (ένας παπάς μάλιστα πρότεινε σε κάποιον το σβήσιμο τσιγάρου στο χέρι για τη ‘θεραπεία’ του), κ.ά. Ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση, όπου ο άθεος όταν ήταν μικρός έφαγε, κατά παράβαση των εντολών της μητέρας, από τα παϊδάκια που έψηνε μία Παρασκευή, ημέρα νηστείας, ο μερακλής, όπως ο ίδιος τον χαρακτηρίζει, παππούς του και το βράδυ έβλεπε στον ύπνο του τον Αγ.Δημήτριο να βγαίνει από την εικόνα και να τον κατηγορεί γι’ αυτό που είχε κάνει λέγοντας ότι δεν πρόκειται να συγχωρεθεί (16). Ένας άλλος αφηγείται σχετικά (άνδρας, 24 ετών):

Ο φόβος για το Θεό που κήρυτταν με έκανε ιδιαίτερα πρόθυμο να ακολουθήσω τον ‘σωστό’ δρόμο της εκκλησίας. [...] Ο διάβολος είχε περίοπτη θέση στους εφιάλτες μου...ήθελα να διαβάσω τα πάντα γι’ αυτόν. Δεν έχανα την ευκαιρία να ρωτάω και πολλοί θείοι έστω και άθελά τους, όπως και η γιαγιά μου ή το σχολείο με τρόμαζαν πολύ κι έτσι ο φόβος με οδηγούσε στην πίστη του Θεού του καλού. [...] Οι παιδικοί μου φόβοι ακόμη με ταλάνιζαν. Ο κατακλυσμός του Νώε, η Δευτέρα παρουσία και η σωτηρία κάποιου που πεθαίνει ήταν κυρίαρχα στη σκέψη μου. Για τη Δευτέρα παρουσία διάβασα και την Αποκάλυψη του Ιωάννη στα 16 μου χρόνια. Με φόβισε, τρόμαξα. Σε κάθε μεγάλη θρησκευτική γιορτή νόμιζα από τότε πώς ίσως θα είναι το τέλος! (11)

Μέσω της άσκησης συμβολικής κυρίως, αλλά και φυσικής, βίας επιτυγχάνεται η αναπαραγωγή του θρησκευτικού νοήματος, δημιουργούνται ταυτίσεις και γίνεται η ένταξη στη θρησκευτική ομάδα. Προς το παρόν δεν εμφανίζεται κάποια δυνατότητα αναστοχασμού και διερώτησης. Αυτές θα προκύψουν στη συνεχεία. Όταν η συμβολική αυτή βία αρχίσει να γίνεται αντιληπτή από τα ‘θύματα’, τότε ανοίγει ο δρόμος για την ανάδυση του αναστοχασμού και κυρίως για τη ρήξη με το παρελθόν.

Η ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα

Ένα ενδιαφέρον εύρημα, όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις, είναι ότι κατ’ αρχάς αρκετοί (περίπου 15) εκ των αφηγούμενων άρχισαν την αναζήτηση περί Θεού και θρησκείας στην εφηβεία τους και τότε έθεσαν τα πρώτα κρίσιμα ερωτήματα, ένω άλλοι έκαναν το βήμα στη διάρκεια των σπουδών τους στο Πανεπιστήμιο. Η αφορμή γι’ αυτό ήταν είτε ερεθίσματα από το περιβάλλον τους, λόγω της παρουσίας άθεων για παράδειγμα, είτε από την ίδια την παρατήρησή τους ιδίως σε σχέση με τη θρησκεία (π.χ. το ακριβό αμάξι του παπά, τα ψώνια με χρήματα από το παγκάρι, ο κοιλαράς παπάς που διδάσκει τη νηστεία, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, ή ο παπάς που βλαστήμησε μέσα στην Εκκλησία). Όπως αναφέρει κάποιος (άνδρας, 64 ετών):

Η αντίστροφη μέτρηση, η αμφισβήτηση, άρχισε μία σημαδιακή Κυριακή στα δεκαεπτά μου. Είχα πάει, όπως έκανα σχεδόν κάθε Κυριακή, στην εκκλησία της γειτονιάς μου και παρακολουθούσα εντελώς ανόρεχτα και μηχανικά τη λειτουργία. [...] Στο τέλος, ανέβηκε στον άμβωνα ένας δεσπότης, ντυμένος στα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και άρχισε να βγάζει έναν πύρινο λόγο για τους αμαρτωλούς πλούσιους και για τη ματαιότητα του πλουτισμού. Βγαίνοντας έξω, αντίκρυσα στο δρόμο ένα εντυπωσιακό αυτοκίνητο που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι της εκκλησίας και πλησίασα κοντά του για να το δω. [...] Το χαστούκι που δέχτηκα όταν διαπίστωσα ότι ο ιδιοκτήτης του ήταν ο ίδιος ο δεσπότης ήταν πολύ ισχυρό. [...] Βλέποντας έναν ‘πολέμιο’ του πλούτου να ζει μέσα στη χλιδή δυσκολευόμουν να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς συνέβαινε (1).

Η ρήξη και η μετάβαση, όμως, δεν λαμβάνουν χώρα αυτομάτως. Στην αρχή ο αφηγούμενος αποφασίζει να μην ξαναπατήσει το πόδι του σε εκκλησία και εν συνεχεία αυτό γίνεται η απαρχή της αμφισβήτησής του για τη θρησκεία καθώς του δίνεται το ερέθισμα να αρχίσει να ερευνά και να μελετά περισσότερο. Από τα κείμενα γίνεται εμφανές ότι ιδίως εκείνοι, οι οποίοι γεννήθηκαν και ανατράφηκαν σε ένα λιγότερο ή περισσότερο θρησκευόμενο περιβάλλον στην εφηβική τους ηλικία άρχισαν να παρατηρούν όσα συνέβαιναν στον εκκλησιαστικό χώρο και να τους γεννώνται ερωτήματα. Οι απορίες αυτές δεν οδήγησαν κανέναν σε άμεση απομάκρυνση από την εκκλησία και τη θρησκεία. Συνετέλεσαν, όμως, στο να αρχίσουν να αναζητούν και να επιθυμούν να απαντήσουν σε αυτές τις απορίες τους.

Το εφαλτήριο και η κύρια αιτία της αμφισβήτησης και συχνά της ρήξης με τη θρησκεία και την πίστη ήταν η αναζήτηση και η μελέτη βιβλίων. Ιδίως η μελέτη της Αγ.Γραφής, περισσότερο της Π.Διαθήκης, προκάλεσε σε πολλούς σοκ και αηδία, όπως λένε, για τη βία και το μίσος που περιγράφονται, ακόμα και με την ανοχή ή τη συμμετοχή του ίδιου του Θεού. Ένας από τους αφηγητές αναφέρει ότι μεγάλωσε σε πιστή οικογένεια και όταν ήταν στο δημοτικό είχε ορισμένες απορίες και ερωτήσεις σχετικά με τη θρησκεία και την Εκκλησία. Οι συνεχείς τιμωρίες, όμως, τόσο στο σχολείο όσο και στο σπίτι τον οδήγησαν να γίνει φανατικός χριστιανός, όπως ο ίδιος υπογραμμίζει. Τα βιβλία επιστήμης και αρχαίας ελληνικής ιστορίας δεν υπήρχαν πια στο σπίτι και αντικαταστάθηκαν από βιβλία βυζαντινής ιστορίας και θεολογίας. Όλοι οι άθεοι και οι μη Ορθόδοξοι έγιναν εχθροί του. Όταν, όμως, πήγε στο πανεπιστήμιο γνώρισε άθεους και άρχισε να συζητάει μαζί τους. Διαπίστωσε, όμως, ότι εκείνοι είχαν πολλά επιχειρήματα, ενώ εκείνος κανένα. Τότε αποφάσισε να μελετήσει τη Βίβλο για πρώτη φορά, για να τους απαντήσει. Ο ίδιος περιγράφει τη συνέχεια ως εξής:

Με την ανάγνωσή της, όμως, έπαθα ένα μεγάλο πολιτισμικό σοκ. Αντί για επιχειρήματα βρήκα παραλογισμό, αντιφάσεις, βία, μίσος, υποκρισία, μη φυσικά γεγονότα, πτωματολατρεία, αιμομιξία και ό,τι πιο χυδαίο υπάρχει στον κόσμο. Ακόμη θυμάμαι το πόσο θύμωσα με τον εαυτό μου, που τόσο καιρό είχα πιστέψει όλα αυτά τα ψεύδη (17).

Από άλλα διαβάσματα αναφέρονται κατ’ εξοχήν ο Ν. Καζαντζάκης και το έργο του, η Αντι-γνώση της Λ.Ζωγράφου, και οι Λιαντίνης, Ντόκινς, Σαγκάν, Ασίμοφ, Νίτσε, Φόιερμπαχ, Φρόιντ, Μαρξ, Ράσελ, Ιουλιανός, Πορφύριος, Κέλσος, Ηράκλειτος, Επίκουρος, αλλά και πολλά επιστημονικά ντοκιμαντέρ. Αξίζει αναφοράς μία περίπτωση, όπου ο σημερινός άθεος (άνδρας, 34 ετών), 16 ετών τότε, από σχετικά φανατική οικογένεια, κατά τον ίδιο, πηγαίνει στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσει ένα βιβλίο διδασκαλίας γερμανικών και κατά παράβαση της γονεϊκής εντολής να μένει μακριά από βιβλία μη ελεγχόμενα από το περιβάλλον του, ξεφυλλίζει κάποιο που πέφτει στα χέρια του σχετικά με τη θρησκεία και έτσι αρχίζει η αναζήτησή του:

Μέσα σε όλα είχα αποκτήσει και την επίγνωση ότι δεν πατάμε σε μέρη διαφθοράς και σήψης, όπως τα βιβλιοπωλεία και φυσικά δεν ενδιαφερόμαστε για τους άπλυτους και απολίτιστους αρχαίους που πέραν ενός Παρθενώνα δεν είχαν το παραμικρό άλλο να μας πουν. Μόνο το Βυζάντιο με ενδιέφερε (29).

Τα βιβλιοπωλεία και οι βιβλιοθήκες συγγενικών προσώπων γίνονται για τους νέους αμφισβητίες οι τόποι, όπου μπορούν να έρθουν σε επαφή με τη θύραθεν γνώση μακριά από τα βλέμματα και την αυστηρότητα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Όπως αναφέρεται σε κάποια ιστορία (γυναίκα, 38 ετών):

Τα περισσότερα από αυτά [τα βιβλία] ανήκαν σε βιβλιοθήκες του θείου και του παππού μου, όπου κατέφευγα προκειμένου να αντλήσω περισσότερη εξωσχολική γνώση. [...] Ο πατέρας μου άρχισε να τα χάνει μαζί μου, δεν ήθελε να βλέπει βιβλία στο σπίτι και πολύ περισσότερο να αγοράζω βιβλία (6).

Στη συνέχεια, αφηγείται κάποια φορά που είχαν πάει με τον πατέρα της στο Ζάππειο σε μία έκθεση βιβλίου, όταν ξέφυγε από την προσοχή του και πλησίασε τους πάγκους με τα βιβλία. Ενθουσιασμένη με την πληθώρα και την ποικιλία των βιβλίων άνοιγε και τα διάβαζε. Τότε είδε μία δίτομη έκδοση της UNESCO με τίτλο Τα δικαιώματα του να είσαι άνθρωπος, την οποία και παρήγγειλε κρυφά από τον πατέρα της και με τα δικά της χρήματα.

Τα βιβλία παντός είδους και οι επιστήμες αποτελούν με άλλα λόγια τον μοχλό που ανοίγει την πόρτα για έναν άλλο κόσμο, ο οποίος μέχρι τότε παρέμενε ερμητικά κλειστός και απαγορευμένος. Αναφέρονται από όλους σχεδόν τους αφηγούμενους και μάλιστα τις περισσότερες φορές ως κάτι που τους άνοιξε τα μάτια. Είναι στην ουσία το κρίσιμο εργαλείο, προκειμένου να τεθούν τα πρώτα ερωτήματα και να δοθούν οι πρώτες απαντήσεις, που εν τέλει θα οδηγήσουν στην οριστική ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα και στην αναζήτηση και εύρεση του νέου νοήματος.

Η αναζήτηση νοήματος

Αν, λοιπόν, οι άθεοι απορρίπτουν το κυρίαρχο νόημα με το οποίο ανατράφηκαν, τότε ποιο είναι το νέο νόημα που αναζητούν; Αρχικά, όλοι έχουν απορρίψει οποιαδήποτε μεταφυσική/ υπερφυσική πίστη. Τα βασικά χαρακτηριστικά των πεποιθήσεων τους είναι τα εξής: Κατ’ αρχάς, δηλώνουν περισσότερο ελεύθεροι ως άνθρωποι. Τονίζουν ότι απολαμβάνουν τη ζωή τους εδώ στη γη μακριά από τη θρησκεία και τις επιβολές της. ‘Πιστεύουν’ στον ορθολογισμό και στην επιστημονική έρευνα και τα επιτεύγματά της, στην αξιοποίηση του ανθρώπινου μυαλού και στη φύση, ενώ οι περισσότεροι τονίζουν τη διάθεση τους για κοινωνική προσφορά και αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων:

Η εμπιστοσύνη στο πνεύμα και στις ικανότητες των ανθρώπων και η στήριξη της επιστημονικής γνώσης είναι η μόνη ελπίδα για πρόοδο της ανθρωπότητας, πράγμα που έχει αποδειχθεί από την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. [...] Στα χρόνια που ζούμε έχει γίνει πλέον φανερό σε όλους ότι η αιώνια φύση δεν χρειάζεται θεούς, νεράιδες και αερικά για να την καθοδηγούν (άνδρας, 35 ετών) (4).

Ή όπως το θέτει κάποιος άλλος (άνδρας, 40 ετών) πιο περιεκτικά, «πιστεύω στο ανθρώπινο μυαλό, ελπίζω στην ανθρώπινη επιστήμη» (12).

Τέλος, σαφώς υποστηρίζουν την ηθική διάσταση της αθεΐας, υπογραμμίζοντας εμφατικά ότι δεν χρειάζονται κάποιον Θεό-τιμωρό προκειμένου να κάνουν καλές πράξεις και να είναι ηθικές προσωπικότητες. Άλλωστε κατά τον U.Eco,21 αυτός που δεν πιστεύει θεωρεί ότι κανείς δεν τον παρατηρεί από ψηλά και συνεπώς ξέρει ότι δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να τον συγχωρέσει. Ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό είναι ότι αναφέρονται στην απελευθέρωσή τους από τη θρησκεία και τους φόβους που αυτή προκαλεί:

Αντιμετωπίζω χωρίς ψεύτικα δεκανίκια, όλα τα προβλήματα κατάματα και παράλληλα προσπερνώ γενναία τις προσωπικές μου δυσκολίες στη ζωή. [...] Εμείς δημιουργούμε την κόλαση, αλλά και τον παράδεισο στη ζωή μας και πολλά πράγματα που διδάσκουν οι θρησκείες σκοπό έχουν να παραπλανήσουν τους λαούς για να επωφελείται το κάθε ιερατείο. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ψευδαισθήσεις και ιδεοληψίες στη ζωή μας που οδηγούν σε ψυχώσεις και θρησκευτικούς φανατισμούς (γυναίκα, 38 ετών) (6).

Αυτή η αίσθηση ελευθερίας δηλώνεται αρκετά συχνά και συνδυάζεται ενίοτε, μόνο με τη λατρεία της φύσης:

Από τότε που αποτίναξα αυτά τα δεσμά, νιώθω πολύ πιο ελεύθερος, πολύ πιο έτοιμος να κάνω το πραγματικά καλό. [...] Το βράδυ στρέφω το κεφάλι ψηλά προς το Σύμπαν και παρατηρώ το κόσμημα, τον Κόσμο, και συλλογίζομαι πόσο μεγάλο είναι το δώρο της ζωής που έχω στα χέρια μου, να μπορώ να παρατηρώ μία τέτοια μεγάλη ομορφιά, να είμαι τμήμα της, να είμαι κομμάτι του όλου. Παρατηρώ τη Φύση και μαγεύομαι από αυτά που μπορεί να κάνει... (άνδρας 34 ετών) (29).

Η καλοσύνη και η ηθική του άθεου, συνεπώς, τονίζονται και υπογραμμίζονται σε κάθε ευκαιρία, όταν γίνεται αναφορά στις πεποιθήσεις τους. Σε αυτήν την περίπτωση σημειώνεται ιδιαίτερα η επιλογή του άθεου προς το καλό χωρίς εκ των άνω επιβολές και συνεπακόλουθες τιμωρίες:

Ο άθεος είναι σωστός και ηθικός επειδή έτσι αισθάνεται από τη φύση και την παιδεία του, χωρίς να τον πιέζει ο φόβος κάποιας κόλασης. Λειτουργεί σαν κοινωνικός άνθρωπος, με σεβασμό και κανόνες και αυτό του προσδίδει περισσότερο κύρος και έτσι εμπνέει σεβασμό, γιατί δεν καθοδηγείται από ‘ανώτερες δυνάμεις’ που του λένε τι πρέπει να κάνει και τι όχι. Είναι καλός επειδή το θέλει ο ίδιος. Δεν έχει ενοχές γιατί έχει καθαρή συνείδηση. Συμπεριφέρεται ηθικά κι ας ξέρει ότι δεν θα ‘ανταμειφθεί στην άλλη ζωή’ γι’ αυτό (γυναίκα 43 ετών) (33).

Η ηθική και το συλλογικό αγαθό τίθενται σε πρώτο πλάνο στις πεποιθήσεις των άθεων αφηγητών, αλλά αποδεσμεύονται εντελώς από κάθε θρησκευτική και χριστιανική νοηματοδότηση ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίζονται οι υποστηρικτές αυτών των θέσεων. Ο άθεος, δηλαδή, δεν ορίζεται μόνο αρνητικά ως αρνητής της ύπαρξης του Θεού, αλλά και θετικά ως κάποιος, ο οποίος ενδιαφέρεται για τους συνανθρώπους του, για την κοινωνία στην οποία ζει και για τον κόσμο συνολικά. Δεν εμφανίζεται ως μονήρης αντι-θεϊστής, αλλά ως ένα συλλογικό ον που δρα με γνώμονα τη συνείδησή του και όχι με βάση τις διδαχές και τους νόμους ενός Θεού και μιας εκκλησίας.

Συμπεράσματα

Μπορούμε να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα με βάση την παραπάνω ανάλυση; Θεωρώ ότι το βασικό συμπέρασμα τουλάχιστον από τις συγκεκριμένες αφηγήσεις, είναι ότι οι σημερινοί άθεοι είναι πρώτα και κύρια άθεοι που ήρθαν σε αντιπαράθεση με τον χριστιανικό Θεό (και τη Χριστιανική θρησκεία) και τον απέρριψαν, άρα Χριστιανοί άθεοι. Άλλωστε, όπως θα έλεγε και ο Braudel,22 ο Ευρωπαίος ακόμη και άθεος δεν παύει να είναι δέσμιος μίας ηθικής, δέσμιος διαφόρων ψυχικών επιταγών που ορίζουν τη συμπεριφορά του και είναι βαθιά ριζωμένες στη χριστιανική παράδοση. Βεβαίως, κάποιοι από τους άθεους, που αφηγήθηκαν τις ιστορίες τους, στην πορεία της ζωής τους μελέτησαν πολλές θρησκείες και απέρριψαν κάθε μορφής μεταφυσική πίστη και υπερφυσικά όντα. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι δεν έχει ασκηθεί σε όλους φυσική (ή συμβολική) βία κατά τη διάρκεια της ανατροφής τους, με συνέπεια η άσκηση βίας να αποτελεί μόνο μερική εξήγηση για τη μεταστροφή τους στην αθεΐα. Η άσκηση βίας, φυσικής ή/και συμβολικής μάλλον συντελεί στην εδραίωση του κυρίαρχου παραδείγματος παρά στην αμφισβήτησή του, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο και στις μικρότερες ηλικίες. Το ευρύτερο περιβάλλον, αναλόγως του πόσο ανεκτικό ήταν και τα σχετικά ερεθίσματα συνετέλεσαν, επίσης, στη μετάβαση στην αθεΐα. Αυτή η ρήξη με το κυρίαρχο θρησκευτικο-πολιτισμικό παράδειγμα και η διαμόρφωση του νέου νοήματος δεν είναι στιγμιαία και άμεση. Απαιτεί χρόνο και αναζήτηση, όπως φαίνεται, από όλες τις αφηγήσεις, ιδίως εκείνων οι οποίοι μεγάλωσαν σε πιστές οικογένειες, συχνά στα όρια του φανατισμού. Η ρήξη και η σταδιακή μετάβαση προκαλείται από το κοινωνικό περιβάλλον μέσω ερεθισμάτων και εν συνεχεία μέσω προσωπικής μελέτης. Τέλος, ένα ακόμα συμπέρασμα είναι ότι όλοι διεκδικούν την ιδιότητα του καλού και ηθικού ανθρώπου και πολίτη προσπαθώντας να απεμπλέξουν την ηθική από τη θρησκεία και τη θεϊκή παρουσία.


20 Για να μην υπάρχει πληθώρα υποσημειώσεων αναφέρεται εντός του κειμένου ο αριθμός της αφήγησης στην οποία αναφέρεται η πρόταση ή το απόσπασμα, όπως ακριβώς εμφανίζεται στο βιβλίο που περιλαμβάνει τις εν λόγω αφηγήσεις.
21 (Eco 1998, 92)
22 (Braudel 2005, 458)

Βιβλιογραφία

Baggini, Julian (2006): Αθεϊσμός. Η εποχή μας σε 15 λέξεις. Αθήνα: Το Βήμα/Ελληνικά Γράμματα.
Braudel, Fernand (2010): Η γραμματική των πολιτισμών. Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ.
Comte-Sponville, Andre (2009): Το πνεύμα του αθεϊσμού. Αθήνα: Κέδρος.
Dawkins, Richard (2007): Η περί θεού αυταπάτη. Αθήνα: Κάτοπτρο.
Dennett, Daniel (2007): Απομυθοποίηση. Καταρρίπτοντας τον μύθο της θρησκείας. Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
Eagleton, Terry (2011): Λογική, πίστη και επανάσταση. Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη. Αθήνα: Πατάκης.
Eco, Umberto, Martini, Carlo-Maria (1998): Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει; Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Febvre, Lucien (1982): The Problem of Unbelief in the Sixteenth Century: The Religion of Rabelais. Cambridge: Harvard University Press.
Ginzburg, Carlo (1994): Το τυρί και τα σκουλίκια. Ο κόσμος ενός μυλωνά του 16ου αιώνα. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Graham, Chelsea (2011): Good without God: Identity Negotiations and Revelations of Religious None(s). Northern Kentucky University: αδημοσίευτη Μεταπτυχιακή εργασία.
Halbwachs, Maurice (2013): Τα κοινωνικά πλαίσια της μνήμης. Αθήνα: Νεφέλη.
Harris, Sam (2008): Το τέλος της πίστης. Αθήνα: Ενάλιος.
Hervieu-Leger, Daniele (2006): Religion as a Chain of Memory. Cambridge: Polity Press.
Hitchens, Christopher (2008): Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Αθήνα: Scripta.
Κυριαζή, Νότα (2001): Η κοινωνιολογική έρευνα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
LeDrew, Stephen: “Discovering Atheism”. Sociology of Religion, 74 (4) (2013): 454-463.
Le Roy Ladurie, Emmanuel (2008): Μονταγιού. Ένα οξιτανικό χωριό από το 1294 έως το 1324. Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου.
Martin, Michael (ed.) (2007): The Cambridge Companion to Atheism. Cambridge: Cambridge University Press.
Mason, Jennifer (2003): Η διεξαγωγή της ποιοτικής έρευνας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Mauthner, Fritz (1992): Ο αθεϊσμός στην αρχαιότητα. Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου.
McGrath, Alister (2008): Το λυκόφως του αθεϊσμού. Αθήνα: Ουρανός.
McGrath, Alister (2010): Η αυταπάτη του Dawkins. Αθήνα: Ουρανός.
Meslier, Jean (2008): Δεν υπάρχει Θεός. Με την κοινή λογική ενός ιερέα. Αθήνα: Οδυσσέας.
Μινουά, Ζορζ (2007): Η ιστορία της αθεΐας. Αθήνα: Νάρκισσος.
Μποττόν, Αλαίν ντε (2012): Θρησκεία για άθεους. Αθήνα: Πατάκης.
Norris, Pippa, Inglehart, Ronald (2011): Sacred and Secular: Religion and Politics Worldwide. New York: Cambridge University Press.
Onfray, Michel (2006): Πραγματεία περί αθεολογίας. Αθήνα: Εξάντας.
Παπαριζος, Αντώνης (2001): Θεός, εξουσία και θρησκευτική συνείδηση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Silver, Christopher Frank (2013): Atheism, Agnosticism, and Nonbelief: A qualitative and quantitative study of type and narrative. The University of Tennessee at Chattanooga: Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή.
Smith, Jesse M. (2013): Atheists in America: Investigating Identity, Meaning and Movement. University of Colorado at Boulder, College of Arts and Sciences: Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή.
Teemu, Taira (ed.): “The New Visibility of Atheism in Europe”. Approaching Religion 2 (1) (2012).
Φαφούτη, Λαλίνα (2012): «Έλληνες: Πιστοί, αλλά ‘χαλαροί’». Το Βήμα Science, 15 Απριλίου 2012:3.
Φίλιας, Βασίλης (2000): Κοινωνιολογία του Πολιτισμού. Tόμος Πρώτος. Αθήνα: Παπαζήσης.
Φραγκόπουλος, Στέλιος (επιμ.) (2012): Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη. Αθήνα: χ.ε.
Χίτσενς, Κρίστοφερ (επιμ.) (2012): Η βίβλος του άθεου. Αθήνα: Polaris.

 

Συνέχεια...


* Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, μεταδιδακτορικός ερευνητής Παντείου Πανεπιστημίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας. Η παρούσα εργασία αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης μεταδιδακτορικής έρευνας σχετικά με τις μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, την οποία διεξάγει από το 2012 υπό την επίβλεψη του καθηγητή Α. Παπαρίζου. Στοιχεία επικοινωνίας: sociology.panteion@gmail.com

Ο σχολιασμός του άρθρου γίνεται με άδεια του συγγραφέα στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη.

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [1]

26 Ιουλίου 2015
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [1]

Το άρθρο αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα, Αλέξανδρου Σακελλαρίου. Παρουσιάστηκε στο Ε΄ Eυρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, στις 2-5 Οκτωβρίου 2014 στη Θεσσαλονίκη, με θέμα "Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία" και βρίσκεται αναρτημένο στο διαδίκτυο στα πρακτικά του συνεδρίου.


Επόμενο [2] »

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία:
πολιτισμικές ρήξεις εντός ενός ελληνορθοδόξου κοινωνικού περιβάλλοντος [1]

του Αλέξανδρου Σακελλαρίου*

 

Το αντικείμενο και τα ερωτήματα

Μέχρι πολύ πρόσφατα ήταν κυρίαρχη η αντίληψη ότι σε ένα ποσοστό από 95 έως 99% οι Έλληνες είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Εκτός, όμως, από σποραδικές έρευνες ποσοτικού χαρακτήρα δεν έχουν μέχρι σήμερα διεξαχθεί ποιοτικές έρευνες προκειμένου να καταδειχθεί εάν όλοι όσοι δηλώνουν σε μία στατιστική έρευνα ως θρήσκευμα ‘Ορθόδοξος Χριστιανός’ είναι πράγματι Ορθόδοξοι ή απαντούν με βάση το γεγονός ότι έχουν βαπτισθεί. Συνεπώς, το ερώτημα πόσοι είναι οι Ορθόδοξοι στην ελληνική κοινωνία δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, όπως και το συνεπαγόμενο ερώτημα πόσοι είναι οι αγνωστικιστές, οι άθεοι, ή οι θρησκευτικά αδιάφοροι, καθώς κοινωνιολογικά ερωτήματα ποιοτικής υφής δεν έχουν μέχρι σήμερα τεθεί στο πεδίο της κοινωνιολογίας της θρησκείας.

Η αθεΐα αποτελεί ένα ερευνητικό αντικείμενο που έχει προσελκύσει ελάχιστα το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα, εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει στον διεθνή χώρο. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να γίνει μία πρώτη προσπάθεια καταγραφής του πεδίου και να τεθούν ορισμένα αρχικά ερωτήματα: Ποιος είναι ο άθεος στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία; Σε τι είδους περιβάλλον, οικογενειακό και κοινωνικό, γεννήθηκε και ανατράφηκε; Πώς οδηγήθηκε στη ρήξη με το κυρίαρχο πρότυπο και εν συνεχεία στην αθεΐα; Ποιες είναι οι πεποιθήσεις του; Βασικό αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι να διερευνηθεί το πολιτισμικό και θρησκευτικό περιβάλλον εντός του οποίου μεγάλωσαν όσοι δηλώνουν άθεοι, τα αίτια της ρήξης, και της μεταστροφής τους καθώς και οι φιλοσοφικές και ηθικές αντιλήψεις τους.

Η αθεΐα και η μελέτη της

Τα τελευταία χρόνια το θέμα της αθεΐας βρίσκεται στο προσκήνιο και στις δημόσιες συζητήσεις. Ιδίως στον διεθνή χώρο η αθεΐα έχει λάβει ποικίλες μορφές και οι διάφορες ενώσεις άθεων συχνά οργανώνουν δυναμικές ακτιβιστικές δράσεις, όπως για παράδειγμα διαφημίσεις σε λεωφορεία και σε άλλους δημόσιους χώρους. Είναι τόση η έκταση του φαινομένου που πολλοί το χαρακτηρίζουν ως ‘νέο αθεϊσμό’. Με βάση, όμως, τις μέχρι σήμερα γνώσεις μας για την ιστορία της αθεΐας1, καθίσταται προφανές ότι ενδεχομένως δεν είναι ορθό να κάνουμε λόγο για νέο αθεϊσμό, αλλά ενδεχομένως για μία δυναμική επανεμφάνιση της αθεΐας, καθώς δεν είναι ορατή και κατανοητή κάποια διάκριση μεταξύ ενός ‘νέου’ και ενός ‘παλαιού’ αθεϊσμού.

Η διεθνής ‘αναζωπύρωση’ της αθεΐας, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, έχει εμφανιστεί σταδιακά και στην ελληνική κοινωνία. Αυτή έχει λάβει χώρα τόσο μέσω μεταφρασμένων βιβλίων των πρωταγωνιστών του κινήματος της αθεΐας διεθνώς2, όσο και μέσω της ίδρυσης της Ένωσης Άθεων Ελλάδας το 2012. Συχνή είναι και η σχετική με την αθεΐα αρθρογραφία στον ημερήσιο και κυριακάτικο τύπο και η ανάπτυξη ιστολογίων στο διαδίκτυο από άθεους τόσο μεμονωμένα όσο και συλλογικά.

Ως προς το ζήτημα της μελέτης της αθεΐας σε διεθνές επίπεδο αυτή βρίσκεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο συγκριτικά με την Ελλάδα. Υπάρχουν πολλές εκδόσεις ιστορικού, φιλοσοφικού και κοινωνιολογικού περιεχομένου που μελετούν την αθεΐα3, αφιερώματα σε επιστημονικά περιοδικά4, ερευνητικά κέντρα5, μεταπτυχιακές εργασίες6 και διδακτορικές διατριβές7. Το βασικό σημείο των ερευνών που λαμβάνουν χώρα στο εξωτερικό είναι η ποιοτική τους διάσταση. Οι περισσότερες εξ αυτών βασίζονται στη συμμετοχική παρατήρηση σε οργανώσεις άθεων ή άλλες κοσμικές οργανώσεις8 και σε συνεντεύξεις με δεδηλωμένους άθεους. Επιπλέον, συνήθως οι διάφορες μελέτες πραγματεύονται και το ζήτημα της ορολογίας με τη χρήση όρων όπως αθεΐα, αθρησκεία, θρησκευτική αδιαφορία, αγνωστικισμός, που φυσικά δεν έχουν ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο, αλλά συχνά μελετώνται από κοινού.

Ένα ακόμα ζήτημα είναι εκείνο των μορφών της αθεΐας. Διεθνώς εμφανίζονται δύο διαφορετικές διακρίσεις. Μία πρώτη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ θεωρητικής και πρακτικής αθεΐας.9 Θεωρητική ορίζεται η αθεΐα εκείνων των μελών της κοινωνίας, η οποία έχει διαμορφωθεί έπειτα από σκέψη, μελέτη και αναστοχασμό. Κατά συνέπεια, ο ‘θεωρητικός άθεος’ έχει κατασταλάξει στην αθεΐα του έπειτα από ενδελεχή συνήθως αναζήτηση και μελέτη. Η πρακτική αθεΐα, από την άλλη πλευρά, δεν περιλαμβάνει κάποια μορφή βαθύτερου αναστοχασμού, αλλά ο ‘πρακτικός άθεος’ ζει στην καθημερινή του ζωή σαν να μην υπήρχε Θεός, χωρίς να έχει στοχαστεί ενδελεχώς επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Δεν ακολουθεί, δηλαδή, με ιδιαίτερο ζήλο τις θρησκευτικές διδασκαλίες και δεν τηρεί τις θρησκευτικές εντολές και υποδείξεις.

Μία δεύτερη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ ενεργητικής και παθητικής αθεΐας.10 Ενεργητική ή ακτιβιστική αθεΐα ορίζεται εκείνη η μορφή, η οποία έχει ως στόχο τη μετάδοση των αθεϊστικών ιδεών στην κοινωνία με ποικίλους τρόπους, οι οποίοι περιλαμβάνουν και δυναμικές δράσεις, όπως η διοργάνωση εκδηλώσεων και ομιλιών, η παρουσία σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα, σε έντυπα, δράσεις στο δημόσιο χώρο, όπως οι διαφημίσεις σε λεωφορεία και σε δρόμους, κ.ά. Παθητική αθεΐα, από την άλλη μεριά συνήθως χαρακτηρίζεται εκείνη η μορφή, η οποία ακριβώς δεν ενδιαφέρεται για όλα τα παραπάνω. Ο ‘παθητικός άθεος’, υπ’ αυτήν την έννοια, δεν έχει στόχο τη διάχυση των πεποιθήσεων του στην κοινωνία, τουλάχιστον όχι με κάποιον μαζικό και δυναμικό τρόπο. Εκείνο που τον ενδιαφέρει ως επί το πλείστον είναι να διατηρεί αυτές τις σκέψεις για τον εαυτό του και το κοντινό του περιβάλλον. Χωρίς να είναι βέβαιο ότι οι παραπάνω διακρίσεις είναι πάντοτε χρήσιμες και επιτυχείς, εντούτοις συνδράμουν στην κατηγοριοποίηση των μορφών αθεΐας και στην περαιτέρω μελέτη του αντικειμένου.

Ποσοτικά στοιχεία για τους άθεους στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλά. Σύμφωνα με ορισμένους, 16% των Ελλήνων το 2001 δήλωσαν ότι δεν πιστεύουν στον Θεό.11 Εδώ τίθεται το εξής διπλό ζήτημα. Κατ’ αρχάς, αυτό προκύπτει από την ερώτηση της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (ESS): ‘Πιστεύετε στον Θεό; Ναι, Όχι, ΔΓ’. Στην ερώτηση αυτή το 84% των Ελλήνων απάντησε ναι, αλλά δεν διευκρινίζεται εάν το υπόλοιπο 16% απάντησε όλο όχι ή κάποιοι απάντησαν και ΔΓ ή αν αρνήθηκαν να απαντήσουν. Επίσης, η ερώτηση στη διατύπωσή της δεν αποκαλύπτει ακριβώς την ύπαρξη άθεων. ‘Δεν πιστεύω στον Θεό’ μπορεί να σημαίνει ‘δεν πιστεύω στο ότι ο Θεός παρακολουθεί τους ανθρώπους και παρεμβαίνει στον κόσμο’. Η ξεκάθαρη διατύπωση ενός άθεου θα ήταν ‘δεν πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού και στο ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο’. Άρα, δεν μπορούμε να συνάγουμε από την παραπάνω έρευνα ότι το 16% των Ελλήνων δήλωσαν άθεοι, διότι αυτό είναι αυθαίρετο. Πιο πρόσφατες έρευνες της ESS δείχνουν μία κάμψη της θρησκευτικής πίστης και μία αύξηση όσων δηλώνουν καθόλου θρήσκοι, από 2,2% το 2002-2003 σε 5,9% το 2009.12 Και σε αυτήν την περίπτωση πάντως δεν απαντάται το ζήτημα της ύπαρξης άθεων στην ελληνική κοινωνία, διότι το ‘καθόλου θρήσκος’ δεν συνεπάγεται ότι κάποιος είναι πράγματι άθεος, καθώς αθρησκεία και αθεΐα δεν ταυτίζονται. Τέλος, σε μία άλλη έρευνα του 2008, το 7% απάντησε ότι ο ρόλος της θρησκείας στη ζωή του δεν είναι καθόλου σημαντικός και το 14% όχι και τόσο σημαντικός (Public Issue 2008). Και εδώ δεν μπορεί να καταγραφεί η παρουσία άθεων στην ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον όχι άμεσα, διότι η έλλειψη σημασίας της θρησκείας στη ζωή ενός ανθρώπου, δηλαδή ενός οργανωμένου συστήματος πεποιθήσεων και λατρείας, δεν σημαίνει την απουσία πίστης σε κάποιον Θεό ή Θεούς. Με άλλα λόγια στην ελληνική κοινωνία εκτός από ποιοτική δεν υπάρχει ούτε ποσοτική έρευνα που να καταγράφει ανοιχτά τους άθεους και να προσφέρει έστω ερεθίσματα για περαιτέρω αναλύσεις.

Το υλικό και η μέθοδος

Αναζητώντας υλικό για την έρευνά μου περί αθεΐας υπέπεσε στην αντίληψή μου μία ιστοσελίδα στην οποία καταγράφονταν οι προσωπικές ιστορίες, υπό μορφήν σύντομων αφηγήσεων, άθεων και ο τρόπος μεταστροφής τους από τη θρησκευτική πίστη στην αθεΐα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη, οι οποίες αργότερα εκδόθηκαν και σε βιβλίο (2012). Αυτό είναι και το υλικό, στο οποίο θα στηριχθώ στην παρούσα ανάλυση, το οποίο έχει προέλθει από την ψηφιακή συγκέντρωση των σύντομων αφηγήσεων σε ένα αρχείο, υπό μορφήν ψηφιακού βιβλίου, αλλά πριν από την επίσημη έκδοσή του.13 Το υλικό αποτελείται από 45 ιστορίες ανδρών (32) και γυναικών (13) διαφόρων ηλικιών (συνήθως άνω των 30, 20 ο νεότερος και 72 ο γηραιότερος) και επαγγελμάτων (δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, αρχιτέκτονες, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, επιχειρηματίες, φοιτητές, κ.ά.), οι οποίοι περιγράφουν εν συντομία τα παιδικά τους χρόνια, τη μεταστροφή τους, τις εμπειρίες, αλλά και τα πιστεύω τους. Οι αφηγήσεις τους έχουν στηριχθεί σε μία σειρά ερωτημάτων, τα οποία είχαν τεθεί εξ αρχής από τον διαχειριστή της ιστοσελίδας.14 Προφανώς, πρόκειται για υλικό, το οποίο έχει συγκεντρωθεί χωρίς την παρουσία και τον σχεδιασμό του ερευνητή και αυτό σημαίνει ότι οι ερωτήσεις, οι οποίες είχαν αρχικά τεθεί δεν καλύπτουν ενδεχομένως όλα τα θέματα. Επιπλέον, όντας γραπτή η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα και όχι μέσω συνεντεύξεων δεν υπάρχει η δυνατότητα να επανέλθει ο ερευνητής λύνοντας απορίες ή ζητώντας διευκρινίσεις για κάποιο θέμα. Αυτά τα προφανή μειονεκτήματα στη συγκέντρωση του υλικού δεν σηματοδοτούν έλλειψη ενδιαφέροντος για την ανάλυσή του, η οποία ούτως ή άλλως είναι πρωτογενής. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για ανάλυση περιεχομένου των εν λόγω κειμένων, η οποία θα ακολουθήσει την κλασική θεματική μορφή.15

Τα κείμενα προς ανάλυση, όμως, από τη στιγμή κατά την οποία συντάσσονται από τους ίδιους του συμμετέχοντες στο κάλεσμα και όχι από εκείνον που κάνει την πρόσκληση και αφορούν ένα θέμα τόσο προσωπικό όσο η θρησκευτική πίστη, αποτελούν και βιογραφικές αφηγήσεις. Ο εκάστοτε συντάκτης, αναλόγως των εμπειριών του, αφηγείται την προσωπική του ιστορία και τα βιώματά του μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο γεννήθηκε και ανατράφηκε. Κατά συνέπεια, το υλικό αποτελείται από αυτο-βιογραφικές αφηγήσεις άθεων, οι οποίες καταγράφηκαν με βάση κάποια ερωτήματα, αλλά χωρίς κανέναν ερευνητικό σκοπό. Η ερευνητική ματιά έρχεται σε αυτό το σημείο εκ των υστέρων, να μελετήσει τα εν λόγω αφηγηματικά κείμενα, να στοχασθεί πάνω σε αυτά και να καταλήξει σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα. Δεν θα ήταν ορθό να ισχυριστούμε ότι πρόκειται για τη διεξαγωγή βιογραφικής μεθόδου, διότι τα κείμενα δεν αποσπάστηκαν από τον ερευνητή. Συνεπώς, αν και διακρίνονται για το βιογραφικό τους περιεχόμενο, η εφαρμοζόμενη προσέγγιση είναι η ανάλυση περιεχομένου και οι τρεις θεματικές κατηγορίες που θα εξεταστούν είναι: 1) Το οικογενειακό περιβάλλον: η αναπαραγωγή του θρησκευτικού νοήματος, 2) Η ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα και 3) Η αναζήτηση νοήματος.

Πολιτισμός και θρησκεία, μνήμη και νόημα

Ιστορικά και κοινωνιολογικά έχει υποστηριχθεί16 ότι η θρησκεία διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στις ανθρώπινες κοινωνίες και στη διαμόρφωση του πολιτισμού τόσο σε μίκρο όσο και σε μάκρο επίπεδο. Είναι δεδομένο ότι οι θρησκείες έχουν συνδράμει, λιγότερο ή περισσότερο, στη θεμελίωση κυρίαρχων πολιτισμικών παραδειγμάτων, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρούνται σταθερά και αμετάβλητα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ενώ είναι αποδεκτή η συμβολή της Ορθόδοξης θρησκείας στη διαμόρφωση του κυρίαρχου πολιτισμικού παραδείγματος, αυτό δεν συνεπάγεται ότι το εν λόγω κυρίαρχο παράδειγμα δεν υφίσταται μεταβολές στο πέρασμα του χρόνου και αναλόγως των εκάστοτε κοινωνικών αντικειμενικών συνθηκών. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κάθε μεταβολή συντελείται με διαλεκτικό τρόπο17 σε σχέση με το κυρίαρχο σε μία κοινωνία παράδειγμα για να οδηγηθούμε στη διαμόρφωση, όχι απαραίτητα ενός νέου κυρίαρχου προτύπου, αλλά στη ρήξη, στη διαφοροποίηση και εν συνεχεία στην επικράτηση ενδεχομένως πολλών και διαφορετικών νέων μορφών εντός της κοινωνίας.

Ένα άλλο ζήτημα που σχετίζεται με δύο τρόπους με την έρευνά μας είναι το ζήτημα της μνήμης. Αφενός, η μνήμη είναι παρούσα εντός της οικογένειας των αφηγούμενων και κυρίως η μνήμη της θρησκευτικής ομάδας, για την οποία έχουν γίνει ιδιαίτερες μελέτες και αναλύσεις.18 Η οικογένεια, δηλαδή, αναπαράγει τη μνήμη της θρησκευτικής ομάδας στην οποία εντάσσεται και τη μεταφέρει και στα νεότερα μέλη της συντελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη διαμόρφωση/κατασκευή της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αυτή τη μνήμη-διαδικασία αφηγούνται συχνά στις ιστορίες τους οι σημερινοί άθεοι, ενθυμούμενοι τη λιγότερο ή περισσότερο αυστηρή θρησκευτική ανατροφή τους. Με όρους μνήμης, θα λέγαμε ότι η μετάβαση στην αθεΐα αποτελεί μία μορφή ρήξης της αλυσίδας της μνήμης της θρησκευτικής ομάδας, που προσπάθησαν να τους μεταφέρουν οι γονείς τους, με συνέπεια οι ίδιοι να καταστούν ο ελλείπων κρίκος αυτής της αλυσίδας.

Ένα τρίτο σημείο είναι εκείνο του νοήματος. Εάν νόημα είναι μία συνολική, αυτονόητη, αντίληψη ή εικόνα της σχέσης του ανθρώπου με την κοινωνία και τη φύση, η οποία του επιτρέπει να κατανοήσει με κάποιον τρόπο την παρουσία του στον κόσμο και να αποκτήσει έναν ορισμένο προορισμό,19 τότε σαφέστατα και η θρησκεία αποτελεί μία μορφή νοήματος και μάλιστα, από τις πιο σημαντικές. Επί του προκειμένου είναι προφανές ότι το εν λόγω θρησκευτικό νόημα, μεταδίδεται δια μέσου της μνήμης από γενιά σε γενιά και πρωτίστως εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος με το σχολείο να έρχεται εν συνεχεία να θεμελιώσει τη διαμόρφωση του κυρίαρχου θρησκευτικο-πολιτισμικού παραδείγματος. Συνεπώς, στα πλαίσια της παρούσας μελέτης, γίνεται προσπάθεια να καταγραφούν οι αντιλήψεις ή αλλιώς μία νέα μορφή νοήματος των αυτοχαρακτηριζόμενων άθεων έναντι αυτού του κυρίαρχου θρησκευτικού νοήματος που μεταδίδεται μέσω της οικογενειακής μνήμης.


1 (Μινουά 2007, Mauthner 1992, Ginzburg 1994, Febvre 1982, Ladurie 2008)
2 Ενδεικτικά βλ. του Ρ. Ντόκινς (2007), του Ντ. Ντένετ (2007), του Κ. Χίτσενς (2008, 2012), του Σ. Χάρις (2008), αλλά και άλλα βιβλία υπέρ ή εναντίον της αθεΐας, όπως των Α.ντε Μποτόν (2012), Α. ΜακΓκραθ (2008), Α. Κοντ-Σπονβίλ (2009), Μ. Ονφρέ (2006), Τ. Ίγκλετον (2011), Τ. Μπαγκίνι (2006), Ζ.Μελιέ (2008)
3 (Martin 2007)
4 (Taira 2012)
5 Βλ. Για παράδειγμα NSRN και The Diversity of Non-Religion http://nsrn.net/ και http://www.nonreligion.net/
6 (Graham 2011)
7 (Silver 2013, Smith 2013)
8 Πρόκειται για οργανώσεις που συνήθως ονομάζονται Humanist Associations και εντοπίζονται κυρίως στον αγγλοσαξονικό χώρο.
9 (Μινουά 2007, 23, 45-48)
10 (LeDrew 2013, 455-457 και Silver 2013, 114)
11 (Norris and Inglehart 2011, 90)
12 (Φαφούτη 2012, 3)
13 Δεν διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ της ηλεκτρονικής έκδοσης και της έντυπης ως προς το υλικό. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιείται η ηλεκτρονική έκδοση σε μορφή pdf, η οποία και εκτυπώθηκε, αλλά πλέον δεν είναι ηλεκτρονικά διαθέσιμη. Η εν λόγω έκδοση βρίσκεται, βεβαίως, στο προσωπικό μου αρχείο.
14 http://sfrang.blogspot.gr/2011/02/blog-post_18.html (τελευταία πρόσβαση 1 Σεπτεμβρίου 2014).
15 (Mason 2003, 156-173 και Κυριαζή 2001, 283-301)
16 (Φίλιας 2000, 435)
17 (Παπαρίζος 2001, 110)
18 (Hervieu-Leger 2000, Halbwachs 2013)
19 (Παπαρίζος 2001, 288-9)

Συνέχεια...


* Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, μεταδιδακτορικός ερευνητής Παντείου Πανεπιστημίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας. Η παρούσα εργασία αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης μεταδιδακτορικής έρευνας σχετικά με τις μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, την οποία διεξάγει από το 2012 υπό την επίβλεψη του καθηγητή Α. Παπαρίζου. Στοιχεία επικοινωνίας: sociology.panteion@gmail.com

Ο σχολιασμός του άρθρου γίνεται με άδεια του συγγραφέα στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη.

Μία Παραβολή

8 Ιανουαρίου 2015
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μία Παραβολή
Αρθρογράφος: Mangasar Magurditch Mangasarian
Μετάφραση: csar


Το παρακάτω είναι το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου «The truth about Jesus: is he a myth?», Chicago: Independent Religious Society, 1909 του Mangasar Magurditch Mangasarian (ελεύθερο πνευματικών δικαιωμάτων, στο public domain). Όλο το βιβλίο είναι διαθέσιμο δωρεάν μέσα από το Gutenberg Project σε κείμενο (txt, html, epub) και από το Librivox σε audio book.


Σήμερα είμαι περίπου δυόμισι χιλιάδων ετών. Έχω πεθάνει εδώ και σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο τάφος μου δεν είναι μακριά από αυτόν του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα και ατενίζει τη μαρμάρινη μεγαλοπρέπεια της Αθήνας και τα γαλάζια νερά του Αιγαίου.

Αφού κοιμήθηκα στον τάφο μου για πολλούς αιώνες ξαφνικά ξύπνησα —δεν μπορώ να εξηγήσω το πώς ούτε το γιατί. Μια δύναμη πέρα από τον έλεγχό μου με μετέφερε σε αυτήν τη νέα μέρα και τη νέα πόλη. Έφτασα εδώ τα ξημερώματα, όταν ο ουρανός ήταν ακόμα μαχμουρλής και θαμπός. Καθώς πλησίαζα στην πόλη άκουσα καμπάνες και λίγο αργότερα οι δρόμοι γέμισαν με καλοντυμένους ανθρώπους που συνοδεύονταν από τις οικογένειές τους και πήγαιναν πέρα δώθε. Προφανώς δεν πήγαιναν στη δουλειά τους, αφού συνοδεύονταν από τα επίσης καλοντυμένα παιδιά τους και μία έκφραση αγαλλίασης ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.

«Σήμερα πρέπει να είναι μία εορταστική ημέρα αφιερωμένη στη λατρεία ενός από τους θεούς», μονολόγησα.

Ψάχνοντας γύρω μου είδα έναν κύριο ντυμένο με ένα όμορφο μαύρο φόρεμα να μου χαμογελάει και να απλώνει προς το μέρος μου το χέρι του με μεγάλη εγκαρδιότητα. Πρέπει να είχε αντιληφθεί ότι ήμουν ξένος και επιθυμούσε να μου προσφέρει τη φιλοξενία του. Αποδέχτηκα με ευγνωμοσύνη. Έπιασα το χέρι του και έσφιξε το δικό μου. Για μια στιγμή κοιταχθήκαμε σιωπηλά στα μάτια. Αντιλήφθηκε την αμηχανία που μου είχαν προκαλέσει όλα αυτά τα καινούρια σε μένα πράγματα και προσφέρθηκε να με διαφωτίσει. Μου εξήγησε τις κωδωνοκρουσίες και τον λόγο για τον οποίο όλο αυτό το πλήθος είχε ξεχυθεί στους δρόμους. Ήταν Κυριακή —Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα— και οι άνθρωποι πήγαιναν στον «οίκο του Θεού».
—«Φυσικά, πηγαίνεις και εσύ εκεί», είπα στον φιλικό οδηγό μου.
—«Ναι», απάντησε, «εγώ θα διεξάγω την τελετή. Είμαι ιερέας.»
—«Ιερέας του Απόλλωνα;» ρώτησα.
—«Όχι, όχι», απάντησε σηκώνοντας το χέρι του για να με κάνει να σιωπήσω. «Ο Απόλλωνας δεν είναι θεός. Ήταν απλά ένα είδωλο».
—«Ένα είδωλο;» ψιθύρισα γεμάτος έκπληξη.
—«Αντιλαμβάνομαι ότι είστε Έλληνας», μου είπε, «και οι Έλληνες παρά τα διακεκριμένα επιτεύγματά τους ήταν ειδωλολάτρες. Λάτρευαν θεούς που δεν υπήρχαν. Έχτισαν ναούς για θεότητες που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά σκέτα ονόματα», συνέχισε. «Ο Απόλλωνας και η Αθηνά όπως και το σύνολο των ολυμπίων δεν ήταν τίποτα περισσότερο από αποκυήματα της φαντασίας.»
—«Μα οι Έλληνες αγαπούσαμε τους θεούς μας», διαμαρτυρήθηκα ενώ η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στο στήθος μου.
—«Δεν ήταν θεοί, ήταν είδωλα. Και η διαφορά ανάμεσα στο θεό και το είδωλο είναι αυτή: ένα είδωλο είναι ένα πράγμα· ο θεός είναι ζωντανό ον. Εφόσον δεν μπορείτε να αποδείξετε την ύπαρξη του θεού σας, εφόσον δεν έχετε δει ποτέ τη μορφή του ούτε ακούσει τη φωνή του, εφόσον δεν τον έχετε αγγίξει και δεν έχετε τίποτα αποδείξιμο γι’ αυτόν, είναι ένα είδωλο. Έχετε δει τον Απόλλωνα; Τον έχετε ακούσει; Τον έχετε αγγίξει;»
—«Όχι», είπα χαμηλόφωνα.
—«Ξέρετε κάποιον που τον έχει δει, ακούσει ή αγγίξει;»
Αναγκάστηκα να παραδεχτώ πως όχι.
—«Άρα ήταν ένα είδωλο και όχι θεός.»
—«Όμως πολλοί από εμάς τους Έλληνες», είπα, «αισθανθήκαμε τον Απόλλωνα στις καρδιές μας. Μας έχει εμπνεύσει.»
—«Αυτό φαντάζεστε», απάντησε ο οδηγός μου. «Αν ήταν πράγματι θεός θα ζούσε ακόμα και σήμερα.»
—«Θέλεις να πεις… ότι είναι νεκρός;» ρώτησα.
—«Δεν έζησε ποτέ. Και για τουλάχιστον τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια ο ναός του είναι ένας σωρός από ερείπια.»

Δάκρυσα όταν άκουσα ότι ο Απόλλωνας, ο θεός του φωτός και της μουσικής, δεν υπήρχε πια. Ότι ο όμορφος ναός του είχε ερειπωθεί και η φωτιά στον βωμό του είχε σβήσει. Αφού σκούπισα το δάκρυ από τα μάτια μου, είπα, «Αλλά οι θεοί μας ήταν δίκαιοι και όμορφοι. Η θρησκεία μας ήταν πλούσια, γεμάτη εικόνες και κατέστησε τους Έλληνες ένα έθνος ποιητών, ρητόρων, καλλιτεχνών, πολεμιστών, στοχαστών. Έκανε την Αθήνα μια πόλη του φωτός. Δημιούργησε το όμορφο, το αληθινό, το καλό. Ναι, η θρησκεία μας ήταν θεία…»
—«Είχε ένα μοναδικό ελάττωμα», διέκοψε ο οδηγός μου.
—«Ποιο ήταν αυτό;» ρώτησα χωρίς να γνωρίζω ποια θα ήταν η απάντησή του.
—«Δεν ήταν αληθινή.»
—«Μα εξακολουθώ να πιστεύω στον Απόλλωνα», φώναξα. «Δεν είναι νεκρός, το ξέρω ότι είναι ζωντανός.»
—«Αποδείξτε το», μου είπε. Στη συνέχεια αφού σταμάτησε για μια στιγμή, «Αν τον εμφανίσετε», είπε, «όλοι θα πέσουν στα γόνατα και θα τον λατρέψουν. Προσκομίστε τον Απόλλωνα και αυτός θα είναι ο θεός μας.»

«Να τον εμφανίσω!» μουρμούρισα. «Τι βλασφημία!» Στη συνέχεια αφού πήρα κουράγιο είπα στον οδηγό μου πώς είχα νιώσει την ακτινοβόλο παρουσία του Απόλλωνα στην καρδιά μου περισσότερες από μία φορές. Του ανέφερα τους αθάνατους στίχους του Ομήρου σχετικά με τη θεϊκή φύση του Απόλλωνα.
—«Αμφισβητείτε τον Όμηρο;» τον ρώτησα. «Τον Όμηρο, τον εμπνευσμένο βάρδο; τον Όμηρο το μελανοδοχείο του οποίου ήταν τόσο απέραντο όσο και η θάλασσα; του οποίου η άφθαρτη σελίδα ήταν ο Χρόνος; του οποίου η κάθε λέξη ήταν μια αχτίδα φωτός;»

Στη συνέχεια του απήγγειλα ένα απόσπασμα από την Ιλιάδα του Ομήρου, την ελληνική Βίβλο, που λατρεύεται από όλους τους Έλληνες ως το σπανιότερο χειρόγραφο, γήινο αλλά και ουράνιο. Ανέφερα την περιγραφή του Απόλλωνα από του οποίου τη λύρα τίποτα δεν είναι πιο μελωδικό, του οποίου η ομιλία είναι πιο γλυκιά και από το μέλι. Του απήγγειλα πώς η μητέρα του πήγαινε από πόλη σε πόλη για να επιλέξει ένα αξιόλογο μέρος για να γεννήσει τον νεαρό θεό, το γιο του Δία, του Υπέρτατου Όντος. Πώς γεννήθηκε και πώς τον περιποιούνταν όλες οι θεές μέσα στην κούνια του, πώς τον έλουζαν στο τρεχούμενο νερό και τον τάιζαν με νέκταρ και αμβροσία από τον Όλυμπο. Στη συνέχεια του απήγγειλα τους στίχους που περιγράφουν τον Απόλλωνα να σκίζει τα φασκιά του, να πηδάει από την κούνια του, να ανοίγει τα φτερά του σαν κύκνος και να ίπταται προς τον ήλιο, δηλώνοντας ότι είχε έρθει για να ανακοινώσει το θέλημα του θεού στους θνητούς.
—«Είναι δυνατόν», ρώτησα, «όλα αυτά να είναι ένα απλό κατασκεύασμα; μια φαντασίωση; ανυπόστατα όπως ο αέρας; Όχι, όχι! Ο Απόλλωνας δεν είναι ένα είδωλο. Είναι θεός και γιος του θεού. Ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος είναι μάρτυράς μου ότι λέω την αλήθεια.»

Τότε κοίταξα τον οδηγό μου για να δω τι εντύπωση του είχε προκαλέσει αυτό το ξέσπασμα ειλικρινούς ενθουσιασμού. Είδα ένα κρύο χαμόγελο στα χείλη του, που το ένιωσα σαν μαχαιριά στην καρδιά μου. Φαινόταν σαν να ήθελε να μου πει, «Καημένε παραπλανημένε ειδωλολάτρη! Δεν είσαι αρκετά ευφυής για να αντιληφθείς ότι ο Όμηρος ήταν απλά ένας θνητός και ότι έγραψε ένα ποίημα στο οποίο έπλασε τους θεούς τους οποίους ύμνησε. Ότι αυτοί οι θεοί υπήρχαν μόνο στη φαντασία του και ότι σήμερα είναι το ίδιο νεκροί με τον δημιουργό τους, τον ποιητή.»

Εκείνη τη στιγμή σταθήκαμε στην είσοδο ενός μεγάλου οικοδομήματος, το οποίο ο οδηγός μου είπε ήταν «ο οίκος του θεού». Όταν μπήκαμε είδα αναρίθμητα κεράκια να τρεμοπαίζουν σε όλο το ευρύχωρο εσωτερικό. Τριγύρω μου υπήρχαν ακόμα εικόνες, βωμοί και ζωγραφιές. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από το θυμίαμα. Μερικοί άνδρες με πανέμορφα άμφια κινούνταν πέρα δώθε, προσκυνούσαν και γονάτιζαν μπροστά σε κεριά και εικόνες. Το κοινό ήταν γονατισμένο και περιβαλλόταν από μία σιωπή τόσο ιεροπρεπή, που προκαλούσε δέος. Καθώς παρατήρησε την αδημονία μου να κατανοήσω τι συνέβαινε, ο οδηγός μου με πήρε παράμερα και μου ψιθύρισε ότι οι άνθρωποι γιόρταζαν την επέτειο της γέννησης του όμορφου Σωτήρα τους, του Ιησού, του Υιού του Θεού.
—«Και ο Απόλλωνας ήταν γιος του θεού», αντέτεινα με την ελπίδα ότι θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε σε κάτι τελικά.
—«Ξέχνα τον Απόλλωνα!», είπε με αυστηρό τόνο στη φωνή του. «Δεν υπάρχει τέτοιο πρόσωπο. Ήταν απλά ένα είδωλο. Ακόμα κι αν μπορούσατε να ψάξετε για τον Απόλλωνα σε όλο το σύμπαν, ποτέ δεν θα βρίσκατε οποιονδήποτε που να απαντά σε αυτό το όνομα ή να ταιριάζει σε αυτήν την περιγραφή. Ο Ιησούς», συνέχισε, «είναι ο Υιός του Θεού. Ήρθε στη γη μας και γεννήθηκε από μια παρθένο».

Και πάλι μπήκα στον πειρασμό να πω στον οδηγό μου ότι ακριβώς με αυτόν τον τρόπο ενσαρκώθηκε και ο Απόλλωνας. Αλλά συγκρατήθηκα.
—«Όταν ο Ιησούς μεγάλωσε και έγινε άνδρας», συνέχισε ο οδηγός μου, «επιτέλεσε ανήκουστα θαύματα: περπάτησε στη θάλασσα, έδωσε σε τυφλούς την όραση τους, σε κουφούς την ακοή τους, σε βουβούς τη λαλιά τους. Μετέτρεψε το νερό σε κρασί, τάισε χιλιάδες με θαυματουργό τρόπο, προέλεγε τα μελλούμενα και αναστήθηκε από τους νεκρούς. Φυσικά, και εσείς ισχυρίζεστε», προσέθεσε, «ότι οι θεοί σας επιτελούσαν θαύματα και ότι τα μαντεία σας προέλεγαν το μέλλον αλλά υπάρχει μία διαφορά: αυτά που λέγονται για τους θεούς σας είναι μυθοπλασία ενώ αυτά που λέγονται για τον Ιησού είναι γεγονότα και η διαφορά ανάμεσα στον παγανισμό και τον χριστιανισμό είναι η διαφορά ανάμεσα σε μυθοπλασία και πραγματικότητα.»

Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα φύσημα, σαν το θρόισμα των φύλλων σε ένα δάσος, να σαρώνει το κοινό που προσκυνούσε. Γύρισα προς τα εκεί ασυνείδητα, παρακινημένος από την ελληνική περιέργειά μου και άρχισα να σπρώχνω για να φτάσω εκεί όπου βρίσκονταν οι μεγάλες λαμπάδες. Διαισθάνθηκα ότι αυτή η αναταραχή στον ναό οφειλόταν στην ανακοίνωση ότι ο θεός Ιησούς ήταν έτοιμος να εμφανιστεί και ήθελα να τον δω. Ήθελα να τον αγγίξω ή αν το πλήθος ήταν πολύ μεγάλο ώστε να έχω αυτό το προνόμιο, ήθελα τουλάχιστον να ακούσω τη φωνή του. Εγώ, που δεν είχα δει ποτέ έναν θεό, δεν είχα αγγίξει ποτέ έναν θεό, δεν είχα μιλήσει ποτέ με έναν θεό, που είχα πιστέψει στον Απόλλωνα χωρίς ποτέ να γνωρίζω οτιδήποτε αποδείξιμο γι’ αυτόν, ήθελα να δω τον αληθινό θεό, τον Ιησού.

Αλλά ο οδηγός μου τοποθέτησε το χέρι του γρήγορα πάνω στον ώμο μου και με συγκράτησε.
—«Θέλω να δω τον Ιησού», είπα βιαστικά γυρίζοντας προς το μέρος του. Το είπα ευλαβικά και με καλή πίστη. «Δεν θα είναι εδώ σήμερα το πρωί; Δεν θα μιλήσει στους πιστούς του;» ρώτησα και πάλι. «Δεν θα τους επιτρέψει να τον αγγίξουν, να χαϊδέψουν το χέρι του, να αγκαλιάσουν τα θεία πόδια του, να εισπνεύσουν τη θεσπέσια ευωδιά της ανάσας του, να απολαύσουν το χρυσό φως των ματιών του, να ακούσουν τη μελωδική, άψογη προφορά του; Άφησέ με κι εμένα να δω τον Ιησού», παρακάλεσα.
—«Δεν μπορείς να τον δεις», απάντησε ο οδηγός μου με ένα ίχνος αμηχανίας στη φωνή του. «Δεν παρουσιάζεται πια.»

Εξεπλάγην τόσο πολύ από αυτό που άκουσα, ώστε δεν μπόρεσα να αρθρώσω κάποια απάντηση αμέσως.
—«Τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια», συνέχισε ο οδηγός μου, «ο Ιησούς δεν έχει ευαρεστηθεί να εμφανιστεί σε κανέναν. Και κανείς δεν τον έχει ακούσει όλα αυτά τα χρόνια.»
—«Για δύο χιλιάδες χρόνια κανείς δεν έχει δει ούτε ακούσει τον Ιησού;» ρώτησα με τα μάτια μου γεμάτα απορία και φωνή που έτρεμε από την ένταση.
—«Όχι», απάντησε.
—«Μα τότε», τόλμησα να ρωτήσω ανυπόμονα, «αυτό δεν καθιστά τον Ιησού είδωλο όσο είδωλο είναι και ο Απόλλωνας; Και αυτοί οι άνθρωποι δεν προσκυνούν έναν θεό για την ύπαρξη του οποίου είναι τόσο πολύ στο σκοτάδι όσο ήταν και οι Έλληνες για την ύπαρξη του όμορφου Απόλλωνα; Έναν θεό για τον οποίο έχουν ακούσει μόνον φήμες όπως φήμες ήταν οι αναφορές του Ομήρου στους ολυμπίους θεούς; Δεν είναι το ίδιο ειδωλολάτρες όσο οι Αθηναίοι;»

«Τι θα έλεγες», ρώτησα τον οδηγό μου, «αν απαιτούσα να μου εμφανίσεις τον Ιησού για να αποδείξεις την ύπαρξή του στα μάτια και τα αυτιά μου, όπως μου ζήτησες κι εσύ να εμφανίσω τον Απόλλωνα; Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια τελετή που πραγματοποιήθηκε προς τιμή του Απόλλωνα και σε μία που πραγματοποιείται προς τιμή του Ιησού δεδομένου ότι είναι το ίδιο αδύνατο για το μαντείο να επιδείξει την ύπαρξη τόσο του ενός όσο και του άλλου; Πώς στοιχειοθετείται ότι ο Ιησούς είναι ένας ζωντανός θεός ενώ ο Απόλλωνας είναι ένα νεκρό είδωλο, δεδομένου ότι και οι δύο είναι το ίδιο αόρατοι, απρόσιτοι, το ίδιο αδύνατο να παρουσιαστούν;»

«Και αν η πίστη ότι ο Ιησούς είναι θεός τον καθιστά θεό, γιατί δεν καθιστά και τον Απόλλωνα θεό η πίστη ότι είναι θεός; Αν η λατρεία του Ιησού, τον οποίο κανείς δεν έχει δει, ακούσει ή αγγίξει τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια, αν η οικοδόμηση ναών προς τιμή του, αν το θυμίαμα που καίγεται στους βωμούς του, το προσκύνημα της άγιας τράπεζας και το να αποκαλείται «θεός» δεν είναι ειδωλολατρία, τότε δεν είναι ειδωλολατρία ούτε το άναμμα φωτιάς στους φωτεινούς βωμούς του Έλληνα Απόλλωνα, του θεού της αυγής, του δάσκαλου της μαγεμένης λύρας, του τοξοβόλου με τα πύρινα βέλη! Δεν αρνούμαι», είπα, «ότι ο Ιησούς έζησε κάποτε. Ίσως ήταν ζωντανός πριν από δύο χιλιάδες χρόνια αλλά αν κανείς δεν τον έχει ακούσει από τότε, αν του συνέβη το ίδιο πράγμα που συνέβη στους συγχρόνους —αν, δηλαδή, είναι νεκρός— τότε λατρεύετε έναν νεκρό και αυτό καθιστά τη θρησκεία σας ειδωλολατρική και με τη βούλα.»

Και στη συνέχεια, ενθυμούμενος αυτά που μου είχε πει σχετικά με την ελληνική μυθολογία, ότι είναι όμορφη αλλά δεν είναι αληθινή, του είπα: «Οι ναοί σας είναι πράγματι πανέμορφοι και πλούσιοι. Η μουσική σας είναι μεγαλειώδης. Οι βωμοί σας είναι υπέροχοι. Οι λιτανείες σας είναι εξαιρετικές. Οι ύμνοι σας μελιστάλαχτοι. Το θυμίαμά σας, οι καμπάνες σας, τα λουλούδια, τα χρυσά και ασημένια σκεύη σας είναι όλα σπάνιου γούστου και τολμώ να πω ότι οι δοξασίες σας είναι διακριτικές και οι ιεροκήρυκες σας εύγλωττοι, αλλά η θρησκεία σας έχει ένα ελάττωμα: δεν είναι αληθινή.»

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.