Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Η αθεΐα στην Ελληνική κοινωνία: Διαρρηγνύοντας την αλυσίδα της θρησκευτικής μνήμης και η ανάδυση της άθεης ταυτότητας

30 Απριλίου 2017

Τί σημαίνει να είναι κάποιος άθεος σε κράτη στα οποία επικρατεί το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα; Σε αυτή τη δημοσίευση, ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου διερευνά το ερώτημα αυτό μελετώντας τους Έλληνες άθεους. Η ανάλυσή του καταδεικνύει ότι οι Έλληνες άθεοι επιλέγουν την αθεΐα ως απόρροια της θραύσης της αλυσίδας της θρησκευτικής μνήμης. Αρχικά, η διαμόρφωση της άθεης ταυτότητάς τους λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο με σκοπό να απορρίψουν την αντίστοιχη ορθόδοξη, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι Έλληνες άθεοι ανακαλύπτουν ο καθένας τη μοναδική ταυτότητά του με θετικό τρόπο, με βάση αθεϊστικές πεποιθήσεις και ηθικές αρχές.

Ακόμα και μέχρι πρόσφατα, η κυρίαρχη αντίληψη ήταν ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 95% του πληθυσμού της Ελλάδας ασπάζονται το ορθόδοξο δόγμα του χριστιανισμού και ορισμένες δημοσκοπήσεις (του 2006) υποστήριζαν τη θέση αυτή (ορθόδοξοι χριστιανοί: 96,9%, άθεοι <2%). Εντούτοις, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα, το 81,4% είναι ορθόδοξοι χριστιανοί, ενώ το 14,7% είναι άθεοι (Χιώτης 2015), γεγονός το οποίο αποτελεί αξιοσημείωτη μεταβολή. Η διεθνής ‘αναβίωση’ της αθεΐας, ιδιαίτερα το κύμα το οποίο καλείται ‘νέος αθεϊσμός’, έχει επηρεάσει εκτός άλλων και την Ελληνική κοινωνία. Η απόδοση στα Ελληνικά όλων των σημαντικών έργων των πρωταγωνιστών του διεθνούς κινήματος (Dawkins, Dennett, Hitchens & Harris), άρθρα τα οποία πραγματεύονται την αθεΐα δημοσιευμένα σε ‘κυρίαρχα’ ΜΜΕ, ιστοσελίδες, ιστολόγια και χώροι διαδικτυακών συζητήσεων τα οποία επικροτούν και διαδίδουν τις απόψεις και τις ιδέες της αθεΐας, καθώς και η ίδρυση της Ένωσης Αθέων Ελλάδας το 2012 είναι μεταξύ των πιο σημαντικών εξελίξεων.

Για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, οι κοινωνιολόγοι αγνοούσαν σχεδόν εντελώς τους άθεους (Le Drew 2013, 1), γεγονός το οποίο προκαλεί αρκετή έκπληξη, όμως εν αντιθέσει με το διεθνές επιστημονικό ενδιαφέρον, η αθεΐα στην Ελλάδα δεν έχει ακόμη κατορθώσει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημόνων. Έχοντας το παραπάνω υπ’ όψιν το 2012 ξεκίνησα μια ποιοτική έρευνα περί αθεΐας από την οποία προέκυψαν 63 ημι-δομημένες συνεντεύξεις με ανθρώπους οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως άθεοι. Ο σκοπός ήταν να απαντηθούν τα ακόλουθα ερωτήματα: Ποιοί είναι οι Έλληνες άθεοι στη σύγχρονη Ελληνική κοινωνία; Σε τί είδους οικογενειακό περιβάλλον γεννήθηκαν και ανατράφηκαν; Πώς απομακρύνθηκαν από το παραδοσιακό και κυρίαρχο θρησκευτικό παράδειγμα και πώς αντέδρασαν οι οικείοι τους σε αυτή τη ρήξη με το παρελθόν τους; Ποιές είναι οι πεποιθήσεις τους σχετικά με τη θρησκεία, την ηθική, και τη ζωή;

Εξαιρουμένων των λίγων συμμετεχόντων οι οποίοι είχαν λάβει την ανατροφή τους σε κοσμικό ή άθεο-σε κάποιο βαθμό-οικογενειακό περιβάλλον και ορισμένων οι οποίοι προέρχονταν από μικτές οικογένειες (π.χ. ο ένας γονέας Ορθόδοξος και ο έτερος γονέας Διαμαρτυρόμενος Χριστιανός), όλοι οι υπόλοιποι είχαν ανατραφεί σε οικογένειες στις οποίες το Ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα ήταν το κυρίαρχο παράδειγμα και είτε και οι δύο γονείς ήταν ενεργοί θρησκευτικά είτε κυρίως η μητέρα, η οποία συνήθως ήταν ο γονέας με την ισχυρότερη σχέση με τη θρησκεία. Η διαβίωση στην ελληνορθόδοξη κοινωνία, ιδίως στο παρελθόν, καθιστούσε σχεδόν αναπόφευκο τον ενστερνισμό των θρησκευτικών πεποιθήσεων και εθίμων των γονέων, αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί οικογενειακή αλυσίδα της θρησκευτικής μνήμης (Hervieu-Leger, 2006).

Κατά συνέπεια, πολλοί εκ των συμμετεχόντων στην έρευνα κατά το στάδιο της παιδικής τους ηλικίας είχαν στενές σχέσεις με την εκκλησία και υιοθετούσαν τα οικογενειακά θρησκευτικά έθιμα, όπως τήρηση νηστείας και τακτική προσευχή, ενώ κάποιοι εξ αυτών παρακολουθούσαν τη Λειτουργία και πήγαιναν στο κατηχητικό. Σε πλήθος περιπτώσεων, παρ’ όλα αυτά, το κατηχητικό και η παρακολούθηση των λειτουργιών αποτελούσαν κοινωνικές υποχρεώσεις και δράσεις κοινωνικής ένταξης, και όχι απαραίτητα ένδειξη ισχυρής πίστης, αν και την ίδια χρονική περίοδο σαφώς και δεν είχαν προσχωρήσει στην αθεΐα:

«Πήγαινα στο κατηχητικό από την ηλικία των 5 έως 8 ετών, διότι όλοι οι φίλοι μου συμμετείχαν και δεν είχα κάτι άλλο να κάνω τα Σαββατοκύριακα». –Σωτήρης [1]

Οι περισσότεροι εκ των συμμετεχόντων χαρακτήρισαν τις οικογένειές τους ως τις συνηθισμένες ορθόδοξες χριστιανικές, μεσαίας τάξεως οικογένειες, όχι πολύ θρησκευόμενες - (κάτω του) μέσου όρου - οι οποίες διεφύλασσαν τις περί ων ο λόγος διδαχές και έθιμα, τα οποία θεωρούντο θετικά, και απέρριπταν οτιδήποτε θεωρούσαν εσφαλμένα ή επιβλαβή.

Οι Έλληνες άθεοι συχνά εκφράζονται σχετικά με την πρώην θρησκευτική τους ταυτότητα ως κάτι το οποίο ήταν επιβεβλημένο από την οικογένεια παρά σαν μια γνήσια θρησκευτική πεποίθηση, εύρημα το οποίο επαληθεύει προγενέστερες έρευνες. (Chalfant 2011, 51-54)

«Στο πρώιμο στάδιο της παιδικής μου ηλικίας, όπως κάθε Ελληνόπουλο της εποχής μου, οι γονείς μου και το περιβάλλον μού είχαν ενσταλλάξει το Ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Ελέω περιορισμένων γνώσεων και ερήμην ανάπτυξης κριτική σκέψης, ήμουν πεπεισμένος πως ο θεός της θρησκείας μας ήταν αληθινός». -Παρασκευάς

Αλλά κάποιες φορές αυτή η αλυσίδα σπάει και παρατηρούμε διακοπές στη θρησκευτική συνέχεια (Bengtson 2013, 131-144). Υπάρχει πληθώρα αιτιών για τη ρήξη με το κυρίαρχο θρησκευτικό παράδειγμα τόσο εντός του πλαισίου της οικογενείας όσο και εντός κοινωνίας (π.χ. ανάγνωση βιβλίων, κινηματογραφικές ταινίες επιστημονικού περιεχομένου, παρατήρηση των κοινωνικών γεγονότων/ εξελίξεων, αναστοχασμός), αλλά ο συνήθης παράγων είναι ο χρόνος, καθώς για τη συντριπτική πλειονότητα το έναυσμα τοποθετείται μεταξύ παιδικής ηλικίας ή εφηβείας και νεαρής ενηλικίωσης (20-29 ετών).

«Είχα αμφιβολίες από πολύ νεαρή ηλικία, ήμουν στο χωριό της μητέρας μου, 6-7 χρονών...Συνάντησα το θείο της μητέρας μου ο οποίος ήταν ιερέας, τον προσέγγισα για να φιλήσω το χέρι του και του έκανα ερωτήσεις σχετικά με τις άλλες θρησκείες. Αποκρίθηκε ότι όλες οι υπόλοιπες ήταν λάθος και μόνο εμείς (οι ορθόδοξοι) κατείχαμε την αλήθεια. Στο παιδικό μου μυαλό αυτό φάνταζε παράλογο, διότι κάθε θρησκεία έχει αυτή την πεποίθηση, επομένως είτε όλες είχαν δίκιο είτε άδικο, δεν γίνεται να μεταχειρίζεσαι τέτοιου είδους επιχειρηματολογία για να δικαιολογήσεις την πίστη σου». -Χρυσάνθη

Για την πλειοψηφία των συμμετεχόντων αυτή η διαδικασία της αποστασιοποίησης διήρκεσε αρκετά. Όπως την περιέγραψε κάποιος:

«Είναι σαν ένα πλοίο το οποίο αποπλέει και σταδιακά απομακρύνεται από την ακτή». -Δημήτρης

Εκτός από τη διάρρηξη της αλυσίδας της θρησκευτικής μνήμης, οι άθεοι φαίνεται πως σχηματίζουν μια άθεη ταυτότητα μέσω της έκφρασης των απόψεών τους όσον αφορά την ηθική, το νόημα της ζωής και τις προσωπικές πεποιθήσεις. Όταν κλήθηκαν να σχολιάσουν τη θέση της Εκκλησίας ότι οι άθεοι είναι ανήθικοι λόγω του ότι η θρησκεία είναι ο μόνος τρόπος να καταστεί ηθική η ανθρώπινη κοινωνία, ή το απόφθεγμα του Dostoyevsky ότι «χωρίς θεό όλα επιτρέπονται», το απέρριψαν εντελώς, υποστηρίζοντας ότι οι θρησκείες είναι υπερβολικά ανήθικες και αναφέροντας ως παράδειγμα πλήθος θεμάτων όπως η βία (π.χ. Σταυροφορίες, το Ισλαμικό Χαλιφάτο), τα οικονομικά σκάνδαλα, η παιδική κακοποίηση, κλπ. Υποστήριξαν ότι βοηθούν τους συνανθρώπους τους όχι επειδή μια θεία δύναμη τους επιβλέπει και τους αξιολογεί ή λόγω του φόβου της κόλασης. Ισχυρίστηκαν ότι ως άθεοι είναι κι αυτοί ηθικοί, διότι η ηθική θεσπίζεται σε κοινωνικό πλαίσιο και η ηθική με τη θρησκεία δεν συσχετίζεται, επιβεβαιώνοντας τα ευρήματα προηγούμενων ερευνών (Bengtson 2013, 155).

Κάποιος εξ αυτών αναρωτήθηκε:

«Είμαι ανήθικος διότι δεν πηγαίνω στην εκκλησία; Είμαι ανήθικος επειδή είχα προγαμιαίες σχέσεις;» -Θέμης

Όλοι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν σε τί πιστεύουν, δηλαδή το λόγο ύπαρξής τους (raison d’ etre). Όλοι απέρριψαν όλες τις υπερφυσικές δυνάμεις οι οποίες υποτίθεται ότι επηρεάζουν δυναμικά τις ανθρώπινες ζωές ή κάθε δύναμη η οποία υποτίθεται ότι δημιούργησε το σύμπαν. Όπως και σε άλλες έρευνες (Bengtson 2013, 155), ορισμένοι εξήγησαν πως εκτιμούν την επιστήμη, την τεχνολογία και τα επιτεύγματά τους, άλλοι υποστήριξαν πως πιστεύουν στον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση ή τα ζώα και άλλοι στον εαυτό τους και την ελευθερία. Το τελευταίο σημείο απαντάται και σε άλλες ποιοτικές έρευνες στα πλαίσια των οποίων οι άθεοι δήλωσαν πως σταμάτησαν να λατρεύουν τον θεό και τώρα λατρεύουν την ελευθερία (Zuckerman 2012, 11), αν και εν προκειμένω η έννοια της λατρείας έχει προφανώς μεταφορική σημασία.

Το αρχικό αποτέλεσμα της έρευνάς μου είναι ότι οι Έλληνες άθεοι των οποίων η ανατροφή έλαβε χώρα σε Ορθόδοξο χριστιανικό περιβάλλον αποφάσισαν να διαρρήξουν την αλυσίδα της θρησκευτικής μνήμης και να αλλάξουν τη θεωρούμενη εθνική Ορθόδοξη χριστιανική ταυτότητα σε κάποια στιγμή της ζωής τους, ακολουθώντας διαφορετικές πορείες. Ωστόσο, όπως απεδείχθη, κατόπιν μιας αρχικής φάσης-αυτής της απόρριψης της ορθόδοξης ταυτότητάς τους-κατευθύνθηκαν προς την πορεία σχηματισμού της άθεης ταυτότητας. Αυτό σημαίνει ότι η συντριπτική πλειονότητα αναστοχάστηκε επί πλήθος θεμάτων, πιο συγκεκριμένα το νόημα της ζωής και την ηθική, χτίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια ξεχωριστή άθεη ταυτότητα η οποία δεν ορίζεται πλέον αποκλειστικά από αντι-ορθόδοξη στάση και συμπεριφορά. Δεν είναι εύκολο να υποστηρίξουμε εάν υπάρχουν περισσότεροι άθεοι στην Ελλάδα προς το παρόν, ή εάν άρχισαν πλέον να εκφράζονται ανοιχτά, ή και τα δύο. Η αλήθεια είναι ότι η αθεΐα στην Ελλάδα ακόμα διανύει τη νηπιακή της ηλικία εν αντιθέσει με άλλες δυτικές κοινωνίες και αυτό επίσης ισχύει και για την επιστημονική της μελέτη.

Παραπομπές

Bengtson, L. Vern. (2013). Families and Faith: How Religion is passed down across Generations. Oxford: Oxford University Press.

Chalfant, Eric. (2011). Thank God I’m an Atheist: Deconversion Narratives on the

Internet. Unpublished MA Thesis. Winston-Salem, North Carolina: Wake Forest University.

Chiotis, Vassilis. (2015). “Orthodox Christians, but once a year”. To Vima, 12-13

Hervieu-Leger, Daniele. (2006). Religion as a Chain of Memory. Cambridge: Polity

Press.

Le Drew, Stephen. (2013). “Discovering Atheism: Heterogeneity in Trajectories to

Atheist Identity and Activism”. Sociology of Religion, 74 (4), 454-463.

Zuckerman, Phil. (2012). “Contrasting Irreligious Orientations: Atheism and Secularity in the USA and Scandinavia”. Approaching Religion, 2 (1), 8-20.

 

[1] Όλα τα ονόματα τα οποία παρατίθενται αποτελούν ψευδώνυμα.

 

Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου διδάσκει κοινωνιολογία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών στην Αθήνα. Απέκτησε το διδακτορικό του στην Κοινωνιολογία της Θρησκείας από το Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από το 2011 έχει εργασθεί ως ερευνητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στα Προγράμματα Ευρωπαϊκής Ένωσης πάνω στους τομείς της κοινωνικοπολιτικής συμμετοχής της νεολαίας (MYPLACE 2011-15), την ευημερία της νεολαίας (MYWEB 2014-16) και την αξιολόγηση καινοτόμων κοινωνικών πολιτικών (INNOSI 2015-17). Τα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνουν, εκτός άλλων, τα εξής: πολιτική και θρησκεία, θρησκευτικές κοινότητες στην ελληνική κοινωνία, θρησκευτική ελευθερία, θρησκεία και παγκοσμιοποίηση, ακτιβισμός και κοινωνικο-πολιτική συμμετοχή της νεολαίας, και ακροδεξιός εξτρεμισμός.

Διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: sociology.panteion@gmail.com

 

* Δημοσίευση σχετική με την έρευνα που πραγματοποίησε ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου και υποστήριξε η Ένωση Αθέων.  Μετάφραση από το πρωτότυπο κείμενο που δημοσιεύτηκε στο Nonreligion and Secularity Research Network.

Άμβωνας και Αντι-άμβωνας

15 Φεβρουαρίου 2017

Ένας φυσιοκράτης απαντά σε ένα δεισιδαίμονα

Διαβάστε με πολλή προσοχή το «μήνυμα» ενός ιεράρχη, που φημίζεται για το βαρύ βιογραφικό του, σπουδαίου θετικού επιστήμονα. 

Το διάβασα με πολλή προσοχή και το σχολίασα όσο πιο σύντομα.

ΜΗΝΥΜΑ

ἐπὶ τῷ Νέῳ Ἐκκλησιαστικῷ Ἔτει (1 Σεπτ 2016)

«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. ζ΄ 38)

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Α. Ὅλοι πλέον ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας πορεύεται σὲ μία θάλασσα πρωτοφανοῦς ἀσεβείας, συντονισμένης ὕβρεως, ἰσχυρῶν ἀμφισβητήσεων, ἀθεϊστικῆς μανίας, συστηματικῆς προσπάθειας ἀπόρριψης κάθε ἔννοιας μυστηρίου καὶ ἱερότητος, ὕπουλου διωγμοῦ κατὰ τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἀποκαλυπτικοῦ διαμετρήματος, μάλιστα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ χριστιανικὰ συστήματα. 

Α. "Πρωτοφανούς ασεβείας" στην Εκκλησία: μάλιστα, αλλά γιατί να της οφείλεται σεβασμός;
Για το ΨΕΜΑ της, που διαδίδει, ή για την ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ της μέσα στην ιστορία;
"Ισχυρών αμφισβητήσεων": Επιτέλους! ο κόσμος ξυπνάει και προτιμάει τη ΓΝΩΣΗ της αλήθειας από την ΠΙΣΤΗ σε μυστήρια και μυθικές ιερότητες.

Ἐκτιμᾶται ὅτι σὲ λίγα χρόνια, σὲ κάποιες μεγάλες Εὐρωπαϊκὲς πόλεις, οἱ μουσουλμάνοι θὰ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. Τὸ πραγματικὸ ὅμως πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι οἱ χριστιανοὶ θὰ εἶναι λιγότεροι, ἀλλὰ ὅτι ἤδη εἶναι λιγότερο χριστιανοὶ καὶ ἀκόμη περισσότερο ὅτι οἱ μεγαλύτεροι ἐχθροὶ τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοί.

Και βέβαια ξέρει ότι οι μουσουλμάνοι δεν θα είναι "πελατεία" τους. Όμως κι αυτοί, γρηγορότερα από ότι σήμερα φαίνεται, θα γίνουν πολίτες κοσμικών κοινωνιών. Βαριεστημένοι πιστοί, σαν τους χριστιανούς. Που δεν το χάβουν πια το παραμύθι. 

Β. Ἐναντίον τῆς πίστεως ἔχει ἐπιστρατευθεῖ ἡ ἐπιστήμη, ἡ τεχνολογικὴ παντοδυναμία, τὰ μέσα πληροφόρησης, οἱ μηχανισμοὶ ψηφιακοῦ ἐλέγχου τῶν λεπτομερειῶν τῆς ζωῆς μας, ἡ πολιτική, ἡ κατευθυνόμενη παιδεία, ὁ ὑλιστικὸς τρόπος ζωῆς κ.λπ.

Β. Κανείς και τίποτα δεν έχει "επιστρατευθεί" (αν και θα ‘πρεπε). Απλώς η Γνώση αλλάζει τη ζωή, που προσεγγίζει και προσαρμόζεται στην φυσική πραγματικότητα.

Γ. Ὁ φιλοσοφικὸς ὀρθολογισμὸς καὶ οἱ ἱστορικὲς καὶ ἀνθρωπολογικὲς ἐπιστῆμες ἐπιστρατεύονται στὸ νὰ γκρεμίσουν τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ νὰ κατασυκοφαντήσουν τὴν πορεία καὶ τὸν ρόλο τῆς Ἐκκλησίας καὶ γενικότερα τοῦ χριστιανισμοῦ στὸ παρελθὸν καὶ σήμερα.

Γ. Η Φιλοσοφία και η Επιστήμη έχουν ως τώρα φερθεί στην θρησκεία " ιπποτικά" (κακώς) και καθόλου εκδικητικά (που θα δικαιούνταν) για τα όσα υπέστησαν επί αιώνες από εκείνη. Όσο για την Εκκλησία; Αυτοσυκοφαντείται επαρκώς από μόνη της.

Δ. Οἱ θεωρίες περὶ τυχαιότητος στὴ γένεση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου ἐπιδιώκουν νὰ ἐξαφανίσουν κάθε ἰδέα δημιουργικῆς ἐπεμβάσεως στὴν ἀρχὴ τοῦ σύμπαντος, ἄρα νὰ μηδενίσουν τὴν θεΐκὴ παρουσία καὶ ἀνάγκη. Τύχη εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ στὴ διάλεκτο τῆς ἀθεΐας!

Δ. Η γένεση του υλικού κόσμου είναι ένα επιστημονικό ερώτημα, που ποτέ και καθόλου δεν απαντήθηκε από τον Αβρααμικό  θεό και τα βιβλικά συμπαρομαρτούντα μυθεύματα.

Ε. Ἡ ἔμφαση στὴν αὐθαίρετη μονομερῆ ἑρμηνεία τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς γενετικῆς τεχνολογίας, ὑπερτονίζει τὴ βιολογικότητα καὶ ζωικότητα τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νὰ μηδενισθεῖ κάθε στοιχεῖο ἱερότητός του.

Ε. Η βιολογικότητα και η ζωικότητα του ανθρώπου είναι απλώς αλήθεια. Η "ιερότητά" του είναι  ένα ζητούμενο που δεν μπορεί να προσεγγιστεί και κατακτηθεί με τη θρησκευτική αποπλάνηση, αλλά με τη Γνώση.

ΣΤ. Οἱ βιαστικὲς ἐξαγγελίες περὶ κατασκευῆς συνθετικοῦ γονιδιώματος καὶ τεχνητῆς ζωῆς ἢ κλωνοποίησης τοῦ ἀνθρώπου ἢ βιοτεχνολογικῶν θαυμάτων (DNA editing) ἢ στὴν Φυσικὴ περὶ τῆς δῆθεν «θεωρίας τῶν πάντων» ἀποσκοποῦν στὸ νὰ ἀντικαταστήσουν τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔτσι νὰ κλείσουν τὸν δρόμο καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεό. Ἡ τύχη ὡς ἑρμηνευτικὸ ἐπινόημα καὶ ὁ ἄνθρωπος ὡς ἡ κεντρικὴ παρουσία στὸν κόσμο ἐξαφανίζουν τὸν Θεὸ καὶ ὡς πρόσωπο καὶ ὡς ἔννοια.

ΣΤ. Η επιστήμη δεν εμφορείται από ιδεολογικούς σκοπούς. Είναι η συστηματική τεκμηριωμένη αναζήτηση φυσικών εξηγήσεων για ό,τι μπορεί να παρατηρηθεί εμπειρικά στο σύμπαν.
Βάσει αυτών των φυσικών εξηγήσεων ο Θεός δεν φαίνεται να έχει κάνει τίποτα στην εξέλιξη του κόσμου. Και τελικά να μην έχει και τίποτα να κάνει. Και κανένα χώρο για να κρυφτεί. 

Ζ. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ τεχνολογίες τῆς γενετικῆς καὶ ἐγκεφαλικῆς ἐνδυνάμωσης (Gene enhancement καὶ Brain enhancing (pills and boosters), τὰ ἐγκεφαλικὰ ἐμφυτεύματα, ἡ μεταμόσχευση προσώπου, οἱ τολμηρὲς τεχνολογικὲς παρεμβάσεις στὸ νευρικὸ καὶ γενετικὸ κύτταρο, ἡ προσπάθεια νευροβιολογικῆς ἑρμηνείας τῶν ψυχικῶν φαινομένων κ.λπ. ἐπιδιώκουν τὴν τεχνολογικὴ αὐθυπέρβαση τοῦ ἀνθρώπου (transhumanism), ἀγνοῶντας καὶ ἀπορρίπτοντας ταυτοχρόνως τὴν αὐτεξούσια κίνησή του πρὸς τὸν Θεό καὶ τὴν κατὰ χάριν εἴσοδό του στὴν ὑπὲρ φύσιν κατάσταση (θέωσις).

Ζ. Πόσο φαίνεται ότι η "κατά φύσιν" κατάσταση τούς είναι άβολή για τις υπερφυσικότητές τους!
Μόνος χώρος για τα μυθικά αφηγήματά τους είναι μια "
 ὑπὲρ φύσιν κατάσταση".
Γι αυτό και
 η άρνησή τους της επιστημονικής προσέγγισης του φαινομένου της θρησκείας· που δείχνει πως και οι ίδιοι δεν πιστεύουν πραγματικά ότι το αντικείμενό της είναι τελικά κάτι το υπερφυσικό.

Η. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ φύλου, ὄχι ὡς διόρθωση ὑφιστάμενης ἀνατομικῆς καὶ φυσιολογικῆς δυσαρμονίας, ἀλλὰ ὡς ἐπιλογὴ ἀφύσικης ἀπαίτησης καὶ νοσηροῦ θελήματος, ἡ ἀντικατάσταση τῆς ἀνατομικῆς καὶ φυσιολογικῆς ταυτότητος τοῦ φύλου μὲ τὸν λεγόμενο σεξουαλικὸ προσανατολισμὸ ὡς ἐπιλογή, καὶ ἡ μὲ κάθε τρόπο δικαιολόγησή της, μάλιστα στὴ βάση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀντιρατσιστικῆς ἀντίληψης, συντρίβοντας τὴν ἱερότητα τῆς ψυχοσωματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἀπομακρύνουν βάναυσα ἀπὸ τὴν κληρονομιὰ τῆς «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ» παρακαταθήκης του.

Η. Ο άνθρωπος, στο βαθμό που δεν βλάπτει τους τριγύρω του, έχει το δικαίωμα και τη χαρά του αυτοπροσδιορισμού του. Μπορεί και να μη θέλει τον «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ».

Θ. Ὁ ἐκφυλισμὸς τῆς Ἐκκλησίας σὲ σύστημα κοινωνικῆς πρόνοιας ἢ πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, παράλληλα μὲ τὴν ἀντικατάσταση τῆς φιλανθρωπίας στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἕναν ἀποστεωμένο χωρὶς Θεὸ ἀνθρωπισμὸ καὶ ἔννοιες ὅπως ἀλληλεγγύη, ἀλληλοβοήθεια, φιλία, εἰρηνικὴ συνύπαρξη κ.λπ., στὴν οὐσία καταργεῖ τὸν μυστηριακὸ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας ὡς πνευματικῆς κοινωνίας τῶν πιστῶν καὶ τὴν μεταμορφώνει σὲ μηχανισμὸ ἐπίλυσης κοινωνικῶν προβλημάτων ἐντελῶς προοπτικῆς.

Θ.Η Εκκλησία πουλάει κοινωνική πρόνοια σε φτωχούς κι απελπισμένους με αντίτιμο την πίστη τους στον "μυστηριακό" της χαρακτήρα. Επωφελείται της ανεπάρκειας των κοσμικών δομών πρόνοιας για να κρατιέται ανάμεσά μας αντί να πάρει τη θέση της στο Μουσείο.

Ι. Ἡ μεθοδευμένη ἐπιδίωξη εἴτε νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἡ ἱστορικότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς αὐτοαποκαλούμενους μυθικιστὲς εἴτε νὰ συκοφαντηθεῖ ἡ ἀκεραιότητα τῆς ζωῆς Του καὶ ἡ αὐθεντικότητα τῶν ἱερῶν κειμένων, καὶ ἡ παράλληλη προσπάθεια ἀποχριστιανοποίησης τῶν κοινωνιῶν μας μὲ τὴν κατάργηση τῶν συμβόλων καὶ τὸν ἀποχριστιανισμὸ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ τῆς παιδείας, τελικὰ ἐπισφραγίζουν τὴν προσπάθεια ἀποδόμησης τῆς πίστεως. Ἡ παγκόσμια ἀνασφάλεια, ἡ μαζικὴ καταστροφὴ ἀρχαιότατων πολιτισμῶν καὶ ἡ βίαιη μετακίνηση ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς ρίζες τους καὶ ἀνακάτωμα ὁλόκληρων λαῶν συμπληρώνουν τὸ ὅλο σκηνικό. Ἕνας κόσμος δίχως Θεό! «Οἱ ἄνθρωποι λησμόνησαν τὸν Θεό∙ ἀπὸ ἐκεῖ ἔρχονται ὅλα τὰ κακά» (Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν, 1983).

Ι. Αν με την "αυθεντικότητα των ιερών κειμένων" εξυπακούονται τα θαύματα και η ανάσταση (δεν το λέει, το υπονοεί) ορθώς αυτή αμφισβητείται.
Η ιστορία της ανθρωπότητας, πάντοτε φορτωμένη με το Μύθο των θρησκειών, είναι ένα αποτρόπαιο αιματοκύλισμα, που ο Μύθος κανοναρχούσε.
Η θρησκεία έδινε πάντοτε μια δικαιολογία στην ανθρωπότητα για να υπεκφεύγει επί αιώνες και αιώνες τη 
γνωστική διευθέτηση της ύπαρξής της.

ΙΑ. Ὁ ὑπερτονισμὸς τῶν λεγομένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ὅσο καὶ ἂν φαίνεται ἑλκυστικὸς καὶ θεμελιωτικὸς μιᾶς νέας ἠθικῆς περὶ τοῦ ἀνθρώπου, καταργεῖ τὰ «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ καὶ περιθωριοποιεῖ τὴν χάρι Του. Ὁ ἀντιρατσισμὸς καὶ ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ πολυπολιτισμικότητα καὶ ἡ πολυθρησκευτικότητα, ἐνῶ στὴν οὐσία τους περιέχουν κάτι τὸ βαθὺ χριστιανικό, ὅπως παρουσιάζονται καὶ ὅπως ὑποστηρίζονται, καίρια προσβάλλουν τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐσιαστικὰ ἀλλοιώνουν τὸ πρόσωπο τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἡ πολυθρησκευτικότητα μεταμορφώνει τὴν πίστη στὸν Θεὸ σὲ κοινωνικὸ φαινόμενο.

ΙΑ. Η κατάργηση των «δικαιωμάτων» του Θεού τους μάρανε.
Να μη σηκώσουν οι άνθρωποι κεφάλι.
Να μη μπορούν να είναι καλοί, να πράττουν καλά, χωρίς το Θεό.
Τι θ’ απογίνει ο τσοπάνης χωρίς ποίμνιο; 

ΙΒ. Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν σὲ μιὰ πρωτοφανῆ σύγχυση, σὲ ἀλλεπάλληλα ἀδιέξοδα, πλάνες, αἱρέσες, παγκόσμια ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ κατάρρευση, ἀνατροπὴ διαχρονικῶν ἠθικῶν σταθερῶν, πολυμέτωπη προσβολὴ τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας. Ἐπὶ πλέον, ἀποδυναμώνουν τὴν πίστη, ὑποβαθμίζουν τὴν Ἐκκλησία, ἀποχριστιανοποιοῦν τὸν κόσμο, ἐξαφανίζουν τὸν Θεό καὶ κάνουν τὸν λόγο καὶ τὸ ὄνομά Του ἀρχικὰ μὲν μὴ ἀναγκαῖα, στὴ συνέχεια περιφρονητέα, ὕστερα μὴ ἐπιθυμητὰ καὶ τέλος μισητὰ καὶ ἀποδιοπομπαῖα. Ἔτσι θεμελιώνεται ὁ σύγχρονος ἀθεϊσμός καὶ ὀργανώνεται ὁ σύγχρονος διωγμὸς τῆς πίστεως καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ.

ΙΒ. Ενώ αν είμαστε στο κοπάδι θα ήταν όλα εντάξει. Μα ζήσαμε στο κοπάδι, αποπλανημένοι για αιώνες κι αιώνες. Ιστορία φανατισμών, μισαλλοδοξίας, πολέμων κι αίματος. Η Εκκλησία πληρώνει πια τα αμαρτήματά της με την απώλεια του κοπαδιού. Ας μην κλαίγεται.

ΙΓ. Τελικά, ὁ ἄνθρωπος καταντάει μιὰ ἐπίπεδη, μονοδιάστατη ὀντότητα, μιὰ βιολογικὴ μηχανὴ ποὺ ἡ ζωή της ἐκτυλίσσεται ἀπρόβλεπτα μέσα σὲ μία πολὺ στενὴ ζώνη χρόνου, ὁ δὲ θάνατος προσδιορίζει τὴν ὁριστικὴ ἐπιστροφὴ στὴν ἄβυσσο τῆς ἀνυπαρξίας. Χειρότερη ἀπὸ τὴν ἐφημερότητα εἶναι ἡ συνειδητοποίησή της ὡς περιορισμένης παροδικότητος. Τότε ἡ λογικὴ καὶ ἡ σκέψη ἀποτελοῦν τιμωρία καὶ ὄχι δῶρο. Καὶ ἡ ἐλευθερία τραγικὴ παρακαταθήκη∙ ἀνάμεσα στὸν αἰώνιο καὶ θεωμένο ἄνθρωπο νὰ ἐπιλέγεις τὸν ζωικό καὶ μηδενιστικό.

ΙΓ. "ἡ λογική καὶ ἡ σκέψη αποτελούν τιμωρία" (!!!)
Δηλαδή: Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.
Έτσι θέλουν τους ανθρώπους. Για να τους χειραγωγούν, άβουλους και αδαείς.
Αυτό τους βολεύει.
Αλλά πια, περισσότερο από αυτό που βολεύει αξίζει αυτό που αληθεύει.

ΙΔ. Ἡ Ὀρθόδοξη μαρτυρία τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, διατυπωμένη καὶ ἐμπειρικὰ τεκμηριωμένη μέσα στοὺς ναούς μας καὶ τὰ μοναστήρια μας, στὰ μυστήρια καὶ τὴ ζωή μας πρέπει νὰ κατατεθεῖ ὡς στεντόρεια πανορθόδοξη κραυγή στὴν ἐποχή μας. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἐμπειρία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ φωτίσει τὴ σύγχρονη πραγματικότητα καὶ γι’αὐτὸ ὀφείλει νὰ καταθέσει τὸν λόγο της καὶ πρὸς ἐπιστηριγμὸν τῶν πιστῶν καὶ ὡς μαρτυρία στὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο.

ΙΔ. Σύμφωνοι. Ας κρατήσουν τη στεντόρεια κραυγή τους για τη "μαρτυρία της κοινωνίας του Θεού" ΜΕΣΑ στους ναούς και τα μοναστήρια τους, για τους εναπομείναντες εθελοντές τους· αλλά προπάντων ΕΞΩ από τα σχολεία μας.

Η κατήχηση των ανηλίκων σε έναν ανυπόστατο μύθο, σε ένα ψέμα, είναι αποπλάνηση.

Γιὰ ὅλους τοὺς προαναφερθέντες λόγους, σᾶς καλῶ ὅλους μαζὶ ὡς τοπικὴ Ἐκκλησία, νὰ ξεκινήσουμε τὸ Νέο Ἐκκλησιαστικὸ Ἔτος ἐπαναλαμβάνοντας μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν λόγο μας τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅπως αὐτὸ ἔχει ἐγκριθεῖ ἀπὸ τὴν Α΄ καὶ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ὅπως ὁμολογεῖται ἔκτοτε καὶ γιὰ δεκαεπτά αἰῶνες ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν Ὀρθοδόξων ἀπαράλλακτο. Ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνουμε καθημερινὰ μέσα στὸ σύγχρονο πλαίσιο προβλημάτων, τάσεων, νοοτροπιῶν, καὶ ὡς ἔνδειξη τῆς διαχρονικότητος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ ὁμολογία ἀποτελεῖ καὶ ἀπάντηση στὸν σύγχρονο κόσμο.

Θέλουν να απαντήσουν στον σύγχρονο κόσμο.
Γιατί τους ξεβολεύει. Αμφισβητεί το εμπόρευμά τους. Την κυριαρχία τους.
Αχ! και να ξανά είχαν την Ιερά Εξέταση…
Θα βλέπανε τότε αυτοί «οι εχθροί της πίστης» που με τη Φιλοσοφία, την Επιστήμη, την Τεχνολογία, τη Λογική και το Δίκαιο έχουν φέρει την ανθρωπότητα από τον Μεσαίωνα στο σήμερα και την οδηγούν στην αλήθεια και στο μέλλον.

Ο σχολιασμός του άρθρου γίνεται με άδεια του συγγραφέα στο ιστολόγιο:
http://oi-apistoi.blogspot.gr/2016/12/blog-post_11.html

Γιατί η ψυχολογία έχασε την ψυχή της

21 Δεκεμβρίου 2016

Οι περισσότερες λειτουργίες οι οποίες αποδίδονται στην ψυχή μπορούν να δικαιολογηθούν από τη λειτουργία του εγκεφάλου. Πηγή: Rodger Evans/Flickr

 

ΓΙΑΤΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΗΣ: ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ

Πλήθος ανθρώπων την εποχή την οποία διανύουμε πιστεύει πως διαθέτει ψυχή. Ενώ οι συλλήψεις περί της έννοιας της ψυχής διαφέρουν, πολλοί θα της απέδιδαν την εξής περιγραφή: "Η αόρατη δύναμη η οποία φαίνεται πως μας ζωογονεί".

Συχνά εικάζεται πως η ψυχή επιβιώνει κατόπιν του βιολογικού θανάτου και συσχετίζεται ενδόμυχα με τις αναμνήσεις, τα πάθη και τις αξίες του ατόμου. Μερικοί ισχυρίζονται πως η ψυχή δεν έχει την ιδιότητα της μάζας, δεν καταλαμβάνει όγκο και δεν εντοπίζεται πουθενά.

Εντούτοις, ως νευροεπιστήμων και ψυχολόγος, βρίσκω πως η ψυχή είναι περιττή. Απεναντίας, όλες οι λειτουργίες οι οποίες αποδίδονται σε αυτό το είδος ψυχής μπορούν να επεξηγηθούν μέσω της εγκεφαλικής δραστηριότητος.

Η ψυχολογία είναι η μελέτη της συμπεριφοράς. Με σκοπό να επιτελέσουμε το καθήκον μας ως προς την τροποποίηση της συμπεριφοράς, όπως η θεραπεία της εξάρτησης, της φοβίας, του άγχους και της κατάθλιψης, οι ψυχολόγοι δε χρειάζεται να υποθέσουμε πως οι άνθρωποι έχουν ψυχές. Για τους ψυχολόγους, δεν είναι τόσο το ότι ψυχές δεν υπάρχουν, όσο ότι δεν τις χρειαζόμασθε.

Λέγεται πως η ψυχολογία απώλεσε την ψυχή της τη δεκαετία του 1930. Έως τότε, ο κλάδος είχε καταστεί μια ολοκληρωμένη επιστήμη, βασιζόμενη σε πειραματισμούς και έλεγχο, παρά σε ενδοσκόπηση.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ;

Η διατύπωση της ιδέας της ύπαρξης της ψυχής δεν ανήκει αποκλειστικά στους θρησκευτικούς στοχαστές. Ορισμένοι εκ των πιο αξιόλογων υποστηρικτών της περί ης ο λόγος άποψης ήσαν φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων (424-348 προ κοινής χρονολόγησης) και ο Καρτέσιος το 17ο (μετά κοινή χρονολόγηση) αιώνα.

Ο Πλάτων είχε την πεποίθηση ότι δεν αποκτούμε επιπρόσθετες γνώσεις ή δεξιότητες κατά τη διάρκεια της ζωής μας, αλλά τις ανακαλούμε από την προ γεννήσεως μνήμη μας. Για να επιτευχθεί αυτό, συνεπέρανε, πρέπει να διαθέτουμε ψυχή. Δυστυχώς για τον Πλάτωνα, αποκτούμε επιπρόσθετες γνώσεις.

Ορισμένοι πιστεύουν πως η ψυχή δεν έχει μάζα, δεν καταλαμβάνει όγκο και δεν εντοπίζεται πουθενά. Πηγή: Michelle Robinson/Flickr

 

Αιώνες αργότερα, ο Καρτέσιος συνέγραψε τη διατριβή του, η οποία ετιτλοφορείτο "Πάθη της Ψυχής", στην οποία ισχυρίζεται πως υπάρχει μια διάκριση μεταξύ του νου, τον οποίο περιέγραψε ως "νοητική υπόσταση", και του σώματος, την "εκτενή υπόσταση". Γράφει:

"Επειδή επ' ουδενί δε μπορούμε να συλλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται το σώμα, έχουμε λόγο να πιστεύουμε πως κάθε είδους σκέψη η οποία ενυπάρχει σε εμάς ανήκει στην ψυχή".

Ένα εκ των πολλών επιχειρημάτων με τα οποία ο Καρτέσιος δικαιολογεί τον προαναφερθέντα ισχυρισμό ήταν πως ο εγκέφαλος, ο οποίος αποτελεί τμήμα του σώματος, είναι θνητός & διαιρετός -εννοώντας πως έχει διαφορετικά μέρη- και η ψυχή είναι αέναη και αδιαίρετη -εννοώντας πως είναι ένα αδιαχώριστο σύνολο. Επομένως, συνήγαγε το συμπέρασμα πως πρέπει να είναι μεταξύ τους διαφορετικά.

Αλλά η πρόοδος της νευροεπιστήμης κατέδειξε πως το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί.

ΑΦΑΙΡΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Τη δεκαετία του 1960, ο βραβευμένος με Nobel, Roger Sperry έδειξε πως ο νους και η συνείδησή μας είναι διαιρετά, επομένως κατέρριψε αυτή τη διάσταση της θεωρίας του Καρτεσίου. Ο Sperry μελέτησε ασθενείς των οποίων το τυλώδες σώμα -η ανατομική δομή η οποία συνδέει το δεξί με το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, κάτι σαν "οδικό δίκτυο"- είχε κοπεί χειρουργικά, με σκοπό να ελεγχθεί η διάδοση των επιληπτικών κρίσεων. Η επέμβαση εμπόδισε ή ελάττωσε τη μεταφορά των αντιληπτικών, αισθητητρίων, κινητηρίων και γνωσιακών πληροφοριών μεταξύ των 2 ημισφαιρίων.

Ο Sperry έδειξε πως κάθε ημισφαίριο δύναται να εκπαιδευθεί να επιτελέσει κάποιο έργο, ωστόσο η εμπειρία αυτή δεν κατέστη διαθέσιμη στο ανεκπαίδευτο ημισφαίριο. Ήτοι, κάθε ημισφαίριο μπορεί να κατεργασθεί πληροφορίες άνευ της επίγνωσης του άλλου. Επί της ουσίας, η επέμβαση είχε ως απότοκο δημιουργία διπλής συνείδησης.

Ο Roger Sperry έδειξε πως η συνείδηση είναι διαιρετή. Πηγή: Neil Conway/Flickr

 

Επομένως, ο Καρτέσιος έσφαλλε στον ισχυρισμό του πως ο εγκέφαλος είναι διαιρετός, ενώ η ψυχή, η οποία ερμηνεύεται ως ο νους ή η συνείδηση, δεν είναι. Στην προσπάθειά του να αποδείξει την ύπαρξη ψυχής στους ανθρώπους, ο Καρτέσιος παραδόξως έθεσε επιχείρημα κατά αυτού.

Από το να προικίσουν τους αρουραίους με ψυχή, οι ψυχολόγοι αφαίρεσαν αυτές των ανθρώπων. Το 1949, ο ψυχολόγος D. O. Hebb ισχυρίστηκε πως ο νους είναι η ολοκλήρωση της εγκεφαλικής δραστηριότητας. Πολλοί νευροφιλόσοφοι κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα με τους ψυχολόγους, με την Patricia Churchland πρόσφατα να ισχυρίζεται πως δεν υφίσταται φάντασμα στη μηχανή.

Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΤΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΟΛΑ

Εάν η ψυχή είναι ο τόπος κατοικίας του αισθήματος και του κινήτρου, όπου η νοητική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα, όπου οι αισθήσεις διορώνται, όπου ο συλλογισμός εντοπίζεται και οι αποφάσεις λαμβάνονται, τότε δεν υπάρχει ανάγκη να πιθανολογούμε την ύπαρξή της. Υπάρχει ένα όργανο το οποίο έχει ήδη επιφορτισθεί με αυτό το καθήκον, ο εγκέφαλος. Αυτή η αντίληψη χρονολογείται από την εποχή του ιατρού της αρχαιότητας, Ιπποκράτη (460-377 προ κοινής χρονολόγησης), ο οποίος είχε πει:

"Οι άνθρωποι οφείλουν να έχουν επίγνωση πως παρά μόνον εκ του εγκεφάλου πηγάζει η χαρά, η απόλαυση, το γέλιο, η διασκέδαση, η θλίψη, η οδύνη, η απόγνωση και ο θρήνος. Και δι' αυτού αποκτούμε σοφία και γνώση, βλέπουμε και ακούμε, και αναγνωρίζουμε τί είναι άθλιο και τι δίκαιο, τί είναι επιβλαβές και τί είναι ωφέλιμο, αλμυρό και γλυκό."

Aν ενστερνισθούμε την πεποίθηση του Πλάτωνα, η μνήμη είναι λειτουργία η οποία ανήκει αποκλειστικά στην ψυχή. Πηγή: Daniel Gonzalez Fuster/Flickr

 

Ο εγκέφαλος είναι το όργανο το οποίο διαθέτει χάρτη του σώματός μας, του εξωτερικού περιβάλλοντος και των εμπειριών μας. Βλάβη αυτού, όπως ατυχήματα, άνοιες ή εγγενείς δυσμορφίες, έχει ως απόρροια ανάλογο πλήγμα στην προσωπικότητα.

Ας λάβουμε υπ' όψιν μια εκ των λειτουργιών τις οποίες υποτίθεται (κατά τον Πλάτωνα) έχει υπ' ευθύνης της η ψυχή: τη μνήμη. Ένα ισχυρό κτύπημα στην κεφαλή μπορεί να προβεί σε απώλεια της πρόσφατης μνήμης (έως και πολλά έτη πίσω). Εάν η ψυχή είναι μια άυλη ουσία, ξεχωριστή από το υπόλοιπο σώμα, δε θα επλήγετο από το κτύπημα. Εάν η μνήμη ήταν καταγεγραμμένη στην ψυχή, δε θα τη χάναμε.

Η δράση των νευρώνων στον εγκέφαλο είναι υπεύθυνη για τις γνωστικές και συναισθηματικές διαταραχές σε άτομα τα οποία έχουν διαγνωσθεί με αυτισμό, θα ήτο βάναυσο και ανήθικο να επιρριφθεί το φταίξιμο στις υποτιθέμενες ψυχές τους.

Ο χειρισμός του εγκεφάλου επαρκεί για να μεταβληθούν τα αισθήματα και η διάθεση. Σχετικά με αυτή τη διαδικασία, η ψυχή περιττεύει.

Η ιδιότητα των ψυχοθεραπευτικών φαρμάκων να μεταβάλλουν τη διάθεση αποτελεί άλλο ένα επιχείρημα εναντίον της ύπαρξης ψυχής. Εάν παραχθεί χημική ανισορροπία στον εγκέφαλο, όπως έλλειψη ντοπαμίνης, νοραδρεναλίνης και σεροτονίνης με τετραβεναζίνη, ίσως προκληθεί κατάθλιψη σε ορισμένους ανθρώπους.

Κατ' αντιστοιχία, πολλοί καταθλιπτικοί ασθενείς μπορούν να βοηθηθούν από τα φάρμακα τα οποία επαυξάνουν τη δράση αυτών των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο.

Ο εγκέφαλος είναι το επίκεντρο της σκέψης, η έδρα της αγάπης και της απέχθειας, εκεί όπου οι αισθήσεις ανάγονται σε αντιλήψεις, η προσωπικότητα σφυρηλατείται, όπου υπάρχουν πεποιθήσεις και αναμνήσεις, και το κέντρο λήψης αποφάσεων. Όπως είχε πει ο D. K. Johnson: "Δεν υπάρχει κάτι για να ανατεθεί στην ψυχή".

Πηγή πρωτοτύπου: Paxinos, G. (2016, September 22) Why psychology lost its soul: everything comes from the brain. Retrieved from https://theconversation.com/why-psychology-lost-its-soul-everything-comes-from-the-brain-54828

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [2]

28 Ιουλίου 2015
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [2]

Το άρθρο αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα, Αλέξανδρου Σακελλαρίου. Παρουσιάστηκε στο Ε΄ Eυρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, στις 2-5 Οκτωβρίου 2014 στη Θεσσαλονίκη, με θέμα "Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία" και βρίσκεται αναρτημένο στο διαδίκτυο στα πρακτικά του συνεδρίου.


« Προηγούμενο [1]

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία:
πολιτισμικές ρήξεις εντός ενός ελληνορθοδόξου κοινωνικού περιβάλλοντος [2]

του Αλέξανδρου Σακελλαρίου*

 

Το οικογενειακό περιβάλλον: Η αναπαραγωγή του θρησκευτικού νοήματος

Η οικογένεια διαδραματίζει καίριο ρόλο στη μετάδοση και αναπαραγωγή των θρησκευτικών αντιλήψεων και του θρησκευτικού νοήματος δια μέσου της μνήμης. Κατ’ αρχάς πρέπει να παρατηρηθεί ότι από τις 45 καταγεγραμμένες αφηγήσεις, τουλάχιστον 7 δεν σχετίζονται άμεσα με το θέμα της απομάκρυνσης από την πίστη, όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι συντάκτες τους, διότι αφενός είτε προέρχονται από οικογένειες εντελώς ουδέτερες και αδιάφορες, είτε μεγάλωσαν σε άθεες οικογένειες, είτε σε κοσμικές, όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά. Επιπλέον, σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρονται μεικτές οικογένειες με έναν γονέα Χριστιανό Ορθόδοξο και έναν Μουσουλμάνο, Εβραίο ή Καθολικό.

Στις αφηγήσεις οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν τις οικογένειές τους τυπικές, μικροαστικές ή αστικές, όχι πολύ θρησκευόμενες, με τη θρησκεία παρούσα, αλλά όχι επιβλητικά κυρίαρχη. Σε αρκετές, πάντως, άλλες περιπτώσεις (τουλάχιστον 10) υπογραμμίζεται ο θρησκευτικός φανατισμός της οικογένειας και η συνεπακόλουθη επιβολή του. Ουσιαστικές είναι δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στις οικογένειες υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία είτε είναι άθεοι είτε επικριτικοί έναντι της θρησκείας. Αυτό συνδέεται και με τη δεύτερη παρατήρηση ότι συνήθως η μητέρα είναι εκείνη, η οποία αναλαμβάνει τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση του παιδιού, και είναι περισσότερο πιστή, ενώ ο πατέρας είναι εκείνος που συνήθως είναι αδιάφορος, με κριτική στάση ή άθεος. Εκτός, όμως, από τον πατέρα, αναφορές γίνονται σε κάποιον άθεο θείο ή παππού, σε έναν κομμουνιστή-άθεο γείτονα, ή στον/στη σύντροφο, οι οποίοι άμεσα ή έμμεσα επηρέασαν τον αφηγούμενο.

Για παράδειγμα, κάποιος (56 ετών) μεγαλωμένος σε οικογένεια με έντονο το ελληνορθόδοξο στοιχείο, αναφέρει ότι όταν η κοπέλα του στα 17 του τον ρώτησε εάν πιστεύει στον Θεό ήταν σαν να τον τίναξε ρεύμα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι υπήρχαν τέτοιες ερωτήσεις. «Πώς είναι δυνατόν να περίπτωση μία γυναίκα (39 ετών) αφηγείται ότι όταν ένα απόγευμα διηγείτο στον πατέρα της αυτά που έμαθε στο μάθημα των θρησκευτικών, εκείνος απάντησε ότι δεν τα πιστεύει αυτά και όταν τον ρώτησε αν πιστεύει στο Θεό εκείνος απάντησε όχι. «Όχι;», αφηγείται, «Ο μπαμπάς μου; Αυτός ο παντοδύναμος τύπος...δεν πιστεύει στον Θεό;» (19). Τέλος, ένας άνδρας (72 ετών), άκουσε από τον άθεο-κομμουνιστή γείτονα για πρώτη φορά ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει Θεός. «Παραμύθια των παπάδων», του είπε, «για να αποκοιμίζουν τον κόσμο» (45). Το περιβάλλον, δηλαδή, ιδίως όταν περιλαμβάνει κάποιον άθεο, παρέχει τα απαραίτητα ερεθίσματα/εργαλεία για την πορεία προς την αμφισβήτηση και τη ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα.

Σε αρκετές αφηγήσεις καταγράφεται μία σαφής άσκηση φυσικής βίας (σωματικής ή και ψυχολογικής). Ξυλοδαρμοί στο σχολείο λόγω της θέσης ερωτημάτων που δεν έπρεπε στο μάθημα των θρησκευτικών, κλωτσιές του πατέρα κάτω από το μεσημεριανό τραπέζι για μη κατάλληλες απορίες σχετικά με τη θρησκεία, χτύπημα του παπά στο χέρι. Επίσης, βιαιοπραγία από άλλους συμμαθητές, αλλά και απόρριψη από τον κοινωνικό περίγυρο. Η βία αυτή διαπιστώνεται και στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν προκειμένου να περιγράψουν τα παιδικά τους χρόνια, ιδίως εντός των πιο πιστών οικογενειών. Ορισμένες συχνά αναφερόμενες εκφράσεις είναι οι εξής: Κυριακάτικος εκκλησιασμός άνωθεν επιβεβλημένος, το κατηχητικό και η εξομολόγηση με έκαναν να ασφυκτιώ, ψυχαναγκασμός, δυσφορία, ψυχοφθόροι φόβοι, υποχρεωτική αποστήθιση του πιστεύω, άγριες προσπάθειες κατήχησης. Όπως αναφέρει μία γυναίκα (49 ετών)20:

Κάθε Κυριακή εκκλησιασμός, νηστεία όποτε όριζε ο παπάς, προσευχή κάθε βράδυ και όλα τα άλλα που επιβάλλει η χριστιανική θρησκεία στο ποίμνιό της. Αυτή την καταπίεση στα παιδικά μου χρόνια δεν την άντεχα και μεγαλώνοντας άρχισα να αντιδρώ. [...] Όταν πήγαινα στην εκκλησία – όπου συνήθως χασμουριόμουνα γιατί με ξυπνούσαν πολύ πρωί – έπλαθα με τη φαντασία μου ιστορίες για να ξεφεύγω από αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον...(32).

Ας σημειωθεί ότι η άσκηση βίας δεν προέρχεται μόνο από την επιβολή των τυπικών της Ορθοδοξίας, αλλά και από τη διδασκαλία της καθώς αρκετοί ανέφεραν θέματα, όπως φόβος για την κόλαση, μεταθανάτια τιμωρία, ενοχές για αυνανισμό (ένας παπάς μάλιστα πρότεινε σε κάποιον το σβήσιμο τσιγάρου στο χέρι για τη ‘θεραπεία’ του), κ.ά. Ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση, όπου ο άθεος όταν ήταν μικρός έφαγε, κατά παράβαση των εντολών της μητέρας, από τα παϊδάκια που έψηνε μία Παρασκευή, ημέρα νηστείας, ο μερακλής, όπως ο ίδιος τον χαρακτηρίζει, παππούς του και το βράδυ έβλεπε στον ύπνο του τον Αγ.Δημήτριο να βγαίνει από την εικόνα και να τον κατηγορεί γι’ αυτό που είχε κάνει λέγοντας ότι δεν πρόκειται να συγχωρεθεί (16). Ένας άλλος αφηγείται σχετικά (άνδρας, 24 ετών):

Ο φόβος για το Θεό που κήρυτταν με έκανε ιδιαίτερα πρόθυμο να ακολουθήσω τον ‘σωστό’ δρόμο της εκκλησίας. [...] Ο διάβολος είχε περίοπτη θέση στους εφιάλτες μου...ήθελα να διαβάσω τα πάντα γι’ αυτόν. Δεν έχανα την ευκαιρία να ρωτάω και πολλοί θείοι έστω και άθελά τους, όπως και η γιαγιά μου ή το σχολείο με τρόμαζαν πολύ κι έτσι ο φόβος με οδηγούσε στην πίστη του Θεού του καλού. [...] Οι παιδικοί μου φόβοι ακόμη με ταλάνιζαν. Ο κατακλυσμός του Νώε, η Δευτέρα παρουσία και η σωτηρία κάποιου που πεθαίνει ήταν κυρίαρχα στη σκέψη μου. Για τη Δευτέρα παρουσία διάβασα και την Αποκάλυψη του Ιωάννη στα 16 μου χρόνια. Με φόβισε, τρόμαξα. Σε κάθε μεγάλη θρησκευτική γιορτή νόμιζα από τότε πώς ίσως θα είναι το τέλος! (11)

Μέσω της άσκησης συμβολικής κυρίως, αλλά και φυσικής, βίας επιτυγχάνεται η αναπαραγωγή του θρησκευτικού νοήματος, δημιουργούνται ταυτίσεις και γίνεται η ένταξη στη θρησκευτική ομάδα. Προς το παρόν δεν εμφανίζεται κάποια δυνατότητα αναστοχασμού και διερώτησης. Αυτές θα προκύψουν στη συνεχεία. Όταν η συμβολική αυτή βία αρχίσει να γίνεται αντιληπτή από τα ‘θύματα’, τότε ανοίγει ο δρόμος για την ανάδυση του αναστοχασμού και κυρίως για τη ρήξη με το παρελθόν.

Η ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα

Ένα ενδιαφέρον εύρημα, όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις, είναι ότι κατ’ αρχάς αρκετοί (περίπου 15) εκ των αφηγούμενων άρχισαν την αναζήτηση περί Θεού και θρησκείας στην εφηβεία τους και τότε έθεσαν τα πρώτα κρίσιμα ερωτήματα, ένω άλλοι έκαναν το βήμα στη διάρκεια των σπουδών τους στο Πανεπιστήμιο. Η αφορμή γι’ αυτό ήταν είτε ερεθίσματα από το περιβάλλον τους, λόγω της παρουσίας άθεων για παράδειγμα, είτε από την ίδια την παρατήρησή τους ιδίως σε σχέση με τη θρησκεία (π.χ. το ακριβό αμάξι του παπά, τα ψώνια με χρήματα από το παγκάρι, ο κοιλαράς παπάς που διδάσκει τη νηστεία, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, ή ο παπάς που βλαστήμησε μέσα στην Εκκλησία). Όπως αναφέρει κάποιος (άνδρας, 64 ετών):

Η αντίστροφη μέτρηση, η αμφισβήτηση, άρχισε μία σημαδιακή Κυριακή στα δεκαεπτά μου. Είχα πάει, όπως έκανα σχεδόν κάθε Κυριακή, στην εκκλησία της γειτονιάς μου και παρακολουθούσα εντελώς ανόρεχτα και μηχανικά τη λειτουργία. [...] Στο τέλος, ανέβηκε στον άμβωνα ένας δεσπότης, ντυμένος στα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και άρχισε να βγάζει έναν πύρινο λόγο για τους αμαρτωλούς πλούσιους και για τη ματαιότητα του πλουτισμού. Βγαίνοντας έξω, αντίκρυσα στο δρόμο ένα εντυπωσιακό αυτοκίνητο που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι της εκκλησίας και πλησίασα κοντά του για να το δω. [...] Το χαστούκι που δέχτηκα όταν διαπίστωσα ότι ο ιδιοκτήτης του ήταν ο ίδιος ο δεσπότης ήταν πολύ ισχυρό. [...] Βλέποντας έναν ‘πολέμιο’ του πλούτου να ζει μέσα στη χλιδή δυσκολευόμουν να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς συνέβαινε (1).

Η ρήξη και η μετάβαση, όμως, δεν λαμβάνουν χώρα αυτομάτως. Στην αρχή ο αφηγούμενος αποφασίζει να μην ξαναπατήσει το πόδι του σε εκκλησία και εν συνεχεία αυτό γίνεται η απαρχή της αμφισβήτησής του για τη θρησκεία καθώς του δίνεται το ερέθισμα να αρχίσει να ερευνά και να μελετά περισσότερο. Από τα κείμενα γίνεται εμφανές ότι ιδίως εκείνοι, οι οποίοι γεννήθηκαν και ανατράφηκαν σε ένα λιγότερο ή περισσότερο θρησκευόμενο περιβάλλον στην εφηβική τους ηλικία άρχισαν να παρατηρούν όσα συνέβαιναν στον εκκλησιαστικό χώρο και να τους γεννώνται ερωτήματα. Οι απορίες αυτές δεν οδήγησαν κανέναν σε άμεση απομάκρυνση από την εκκλησία και τη θρησκεία. Συνετέλεσαν, όμως, στο να αρχίσουν να αναζητούν και να επιθυμούν να απαντήσουν σε αυτές τις απορίες τους.

Το εφαλτήριο και η κύρια αιτία της αμφισβήτησης και συχνά της ρήξης με τη θρησκεία και την πίστη ήταν η αναζήτηση και η μελέτη βιβλίων. Ιδίως η μελέτη της Αγ.Γραφής, περισσότερο της Π.Διαθήκης, προκάλεσε σε πολλούς σοκ και αηδία, όπως λένε, για τη βία και το μίσος που περιγράφονται, ακόμα και με την ανοχή ή τη συμμετοχή του ίδιου του Θεού. Ένας από τους αφηγητές αναφέρει ότι μεγάλωσε σε πιστή οικογένεια και όταν ήταν στο δημοτικό είχε ορισμένες απορίες και ερωτήσεις σχετικά με τη θρησκεία και την Εκκλησία. Οι συνεχείς τιμωρίες, όμως, τόσο στο σχολείο όσο και στο σπίτι τον οδήγησαν να γίνει φανατικός χριστιανός, όπως ο ίδιος υπογραμμίζει. Τα βιβλία επιστήμης και αρχαίας ελληνικής ιστορίας δεν υπήρχαν πια στο σπίτι και αντικαταστάθηκαν από βιβλία βυζαντινής ιστορίας και θεολογίας. Όλοι οι άθεοι και οι μη Ορθόδοξοι έγιναν εχθροί του. Όταν, όμως, πήγε στο πανεπιστήμιο γνώρισε άθεους και άρχισε να συζητάει μαζί τους. Διαπίστωσε, όμως, ότι εκείνοι είχαν πολλά επιχειρήματα, ενώ εκείνος κανένα. Τότε αποφάσισε να μελετήσει τη Βίβλο για πρώτη φορά, για να τους απαντήσει. Ο ίδιος περιγράφει τη συνέχεια ως εξής:

Με την ανάγνωσή της, όμως, έπαθα ένα μεγάλο πολιτισμικό σοκ. Αντί για επιχειρήματα βρήκα παραλογισμό, αντιφάσεις, βία, μίσος, υποκρισία, μη φυσικά γεγονότα, πτωματολατρεία, αιμομιξία και ό,τι πιο χυδαίο υπάρχει στον κόσμο. Ακόμη θυμάμαι το πόσο θύμωσα με τον εαυτό μου, που τόσο καιρό είχα πιστέψει όλα αυτά τα ψεύδη (17).

Από άλλα διαβάσματα αναφέρονται κατ’ εξοχήν ο Ν. Καζαντζάκης και το έργο του, η Αντι-γνώση της Λ.Ζωγράφου, και οι Λιαντίνης, Ντόκινς, Σαγκάν, Ασίμοφ, Νίτσε, Φόιερμπαχ, Φρόιντ, Μαρξ, Ράσελ, Ιουλιανός, Πορφύριος, Κέλσος, Ηράκλειτος, Επίκουρος, αλλά και πολλά επιστημονικά ντοκιμαντέρ. Αξίζει αναφοράς μία περίπτωση, όπου ο σημερινός άθεος (άνδρας, 34 ετών), 16 ετών τότε, από σχετικά φανατική οικογένεια, κατά τον ίδιο, πηγαίνει στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσει ένα βιβλίο διδασκαλίας γερμανικών και κατά παράβαση της γονεϊκής εντολής να μένει μακριά από βιβλία μη ελεγχόμενα από το περιβάλλον του, ξεφυλλίζει κάποιο που πέφτει στα χέρια του σχετικά με τη θρησκεία και έτσι αρχίζει η αναζήτησή του:

Μέσα σε όλα είχα αποκτήσει και την επίγνωση ότι δεν πατάμε σε μέρη διαφθοράς και σήψης, όπως τα βιβλιοπωλεία και φυσικά δεν ενδιαφερόμαστε για τους άπλυτους και απολίτιστους αρχαίους που πέραν ενός Παρθενώνα δεν είχαν το παραμικρό άλλο να μας πουν. Μόνο το Βυζάντιο με ενδιέφερε (29).

Τα βιβλιοπωλεία και οι βιβλιοθήκες συγγενικών προσώπων γίνονται για τους νέους αμφισβητίες οι τόποι, όπου μπορούν να έρθουν σε επαφή με τη θύραθεν γνώση μακριά από τα βλέμματα και την αυστηρότητα του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Όπως αναφέρεται σε κάποια ιστορία (γυναίκα, 38 ετών):

Τα περισσότερα από αυτά [τα βιβλία] ανήκαν σε βιβλιοθήκες του θείου και του παππού μου, όπου κατέφευγα προκειμένου να αντλήσω περισσότερη εξωσχολική γνώση. [...] Ο πατέρας μου άρχισε να τα χάνει μαζί μου, δεν ήθελε να βλέπει βιβλία στο σπίτι και πολύ περισσότερο να αγοράζω βιβλία (6).

Στη συνέχεια, αφηγείται κάποια φορά που είχαν πάει με τον πατέρα της στο Ζάππειο σε μία έκθεση βιβλίου, όταν ξέφυγε από την προσοχή του και πλησίασε τους πάγκους με τα βιβλία. Ενθουσιασμένη με την πληθώρα και την ποικιλία των βιβλίων άνοιγε και τα διάβαζε. Τότε είδε μία δίτομη έκδοση της UNESCO με τίτλο Τα δικαιώματα του να είσαι άνθρωπος, την οποία και παρήγγειλε κρυφά από τον πατέρα της και με τα δικά της χρήματα.

Τα βιβλία παντός είδους και οι επιστήμες αποτελούν με άλλα λόγια τον μοχλό που ανοίγει την πόρτα για έναν άλλο κόσμο, ο οποίος μέχρι τότε παρέμενε ερμητικά κλειστός και απαγορευμένος. Αναφέρονται από όλους σχεδόν τους αφηγούμενους και μάλιστα τις περισσότερες φορές ως κάτι που τους άνοιξε τα μάτια. Είναι στην ουσία το κρίσιμο εργαλείο, προκειμένου να τεθούν τα πρώτα ερωτήματα και να δοθούν οι πρώτες απαντήσεις, που εν τέλει θα οδηγήσουν στην οριστική ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα και στην αναζήτηση και εύρεση του νέου νοήματος.

Η αναζήτηση νοήματος

Αν, λοιπόν, οι άθεοι απορρίπτουν το κυρίαρχο νόημα με το οποίο ανατράφηκαν, τότε ποιο είναι το νέο νόημα που αναζητούν; Αρχικά, όλοι έχουν απορρίψει οποιαδήποτε μεταφυσική/ υπερφυσική πίστη. Τα βασικά χαρακτηριστικά των πεποιθήσεων τους είναι τα εξής: Κατ’ αρχάς, δηλώνουν περισσότερο ελεύθεροι ως άνθρωποι. Τονίζουν ότι απολαμβάνουν τη ζωή τους εδώ στη γη μακριά από τη θρησκεία και τις επιβολές της. ‘Πιστεύουν’ στον ορθολογισμό και στην επιστημονική έρευνα και τα επιτεύγματά της, στην αξιοποίηση του ανθρώπινου μυαλού και στη φύση, ενώ οι περισσότεροι τονίζουν τη διάθεση τους για κοινωνική προσφορά και αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων:

Η εμπιστοσύνη στο πνεύμα και στις ικανότητες των ανθρώπων και η στήριξη της επιστημονικής γνώσης είναι η μόνη ελπίδα για πρόοδο της ανθρωπότητας, πράγμα που έχει αποδειχθεί από την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. [...] Στα χρόνια που ζούμε έχει γίνει πλέον φανερό σε όλους ότι η αιώνια φύση δεν χρειάζεται θεούς, νεράιδες και αερικά για να την καθοδηγούν (άνδρας, 35 ετών) (4).

Ή όπως το θέτει κάποιος άλλος (άνδρας, 40 ετών) πιο περιεκτικά, «πιστεύω στο ανθρώπινο μυαλό, ελπίζω στην ανθρώπινη επιστήμη» (12).

Τέλος, σαφώς υποστηρίζουν την ηθική διάσταση της αθεΐας, υπογραμμίζοντας εμφατικά ότι δεν χρειάζονται κάποιον Θεό-τιμωρό προκειμένου να κάνουν καλές πράξεις και να είναι ηθικές προσωπικότητες. Άλλωστε κατά τον U.Eco,21 αυτός που δεν πιστεύει θεωρεί ότι κανείς δεν τον παρατηρεί από ψηλά και συνεπώς ξέρει ότι δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να τον συγχωρέσει. Ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό είναι ότι αναφέρονται στην απελευθέρωσή τους από τη θρησκεία και τους φόβους που αυτή προκαλεί:

Αντιμετωπίζω χωρίς ψεύτικα δεκανίκια, όλα τα προβλήματα κατάματα και παράλληλα προσπερνώ γενναία τις προσωπικές μου δυσκολίες στη ζωή. [...] Εμείς δημιουργούμε την κόλαση, αλλά και τον παράδεισο στη ζωή μας και πολλά πράγματα που διδάσκουν οι θρησκείες σκοπό έχουν να παραπλανήσουν τους λαούς για να επωφελείται το κάθε ιερατείο. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ψευδαισθήσεις και ιδεοληψίες στη ζωή μας που οδηγούν σε ψυχώσεις και θρησκευτικούς φανατισμούς (γυναίκα, 38 ετών) (6).

Αυτή η αίσθηση ελευθερίας δηλώνεται αρκετά συχνά και συνδυάζεται ενίοτε, μόνο με τη λατρεία της φύσης:

Από τότε που αποτίναξα αυτά τα δεσμά, νιώθω πολύ πιο ελεύθερος, πολύ πιο έτοιμος να κάνω το πραγματικά καλό. [...] Το βράδυ στρέφω το κεφάλι ψηλά προς το Σύμπαν και παρατηρώ το κόσμημα, τον Κόσμο, και συλλογίζομαι πόσο μεγάλο είναι το δώρο της ζωής που έχω στα χέρια μου, να μπορώ να παρατηρώ μία τέτοια μεγάλη ομορφιά, να είμαι τμήμα της, να είμαι κομμάτι του όλου. Παρατηρώ τη Φύση και μαγεύομαι από αυτά που μπορεί να κάνει... (άνδρας 34 ετών) (29).

Η καλοσύνη και η ηθική του άθεου, συνεπώς, τονίζονται και υπογραμμίζονται σε κάθε ευκαιρία, όταν γίνεται αναφορά στις πεποιθήσεις τους. Σε αυτήν την περίπτωση σημειώνεται ιδιαίτερα η επιλογή του άθεου προς το καλό χωρίς εκ των άνω επιβολές και συνεπακόλουθες τιμωρίες:

Ο άθεος είναι σωστός και ηθικός επειδή έτσι αισθάνεται από τη φύση και την παιδεία του, χωρίς να τον πιέζει ο φόβος κάποιας κόλασης. Λειτουργεί σαν κοινωνικός άνθρωπος, με σεβασμό και κανόνες και αυτό του προσδίδει περισσότερο κύρος και έτσι εμπνέει σεβασμό, γιατί δεν καθοδηγείται από ‘ανώτερες δυνάμεις’ που του λένε τι πρέπει να κάνει και τι όχι. Είναι καλός επειδή το θέλει ο ίδιος. Δεν έχει ενοχές γιατί έχει καθαρή συνείδηση. Συμπεριφέρεται ηθικά κι ας ξέρει ότι δεν θα ‘ανταμειφθεί στην άλλη ζωή’ γι’ αυτό (γυναίκα 43 ετών) (33).

Η ηθική και το συλλογικό αγαθό τίθενται σε πρώτο πλάνο στις πεποιθήσεις των άθεων αφηγητών, αλλά αποδεσμεύονται εντελώς από κάθε θρησκευτική και χριστιανική νοηματοδότηση ή τουλάχιστον αυτό ισχυρίζονται οι υποστηρικτές αυτών των θέσεων. Ο άθεος, δηλαδή, δεν ορίζεται μόνο αρνητικά ως αρνητής της ύπαρξης του Θεού, αλλά και θετικά ως κάποιος, ο οποίος ενδιαφέρεται για τους συνανθρώπους του, για την κοινωνία στην οποία ζει και για τον κόσμο συνολικά. Δεν εμφανίζεται ως μονήρης αντι-θεϊστής, αλλά ως ένα συλλογικό ον που δρα με γνώμονα τη συνείδησή του και όχι με βάση τις διδαχές και τους νόμους ενός Θεού και μιας εκκλησίας.

Συμπεράσματα

Μπορούμε να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα με βάση την παραπάνω ανάλυση; Θεωρώ ότι το βασικό συμπέρασμα τουλάχιστον από τις συγκεκριμένες αφηγήσεις, είναι ότι οι σημερινοί άθεοι είναι πρώτα και κύρια άθεοι που ήρθαν σε αντιπαράθεση με τον χριστιανικό Θεό (και τη Χριστιανική θρησκεία) και τον απέρριψαν, άρα Χριστιανοί άθεοι. Άλλωστε, όπως θα έλεγε και ο Braudel,22 ο Ευρωπαίος ακόμη και άθεος δεν παύει να είναι δέσμιος μίας ηθικής, δέσμιος διαφόρων ψυχικών επιταγών που ορίζουν τη συμπεριφορά του και είναι βαθιά ριζωμένες στη χριστιανική παράδοση. Βεβαίως, κάποιοι από τους άθεους, που αφηγήθηκαν τις ιστορίες τους, στην πορεία της ζωής τους μελέτησαν πολλές θρησκείες και απέρριψαν κάθε μορφής μεταφυσική πίστη και υπερφυσικά όντα. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι δεν έχει ασκηθεί σε όλους φυσική (ή συμβολική) βία κατά τη διάρκεια της ανατροφής τους, με συνέπεια η άσκηση βίας να αποτελεί μόνο μερική εξήγηση για τη μεταστροφή τους στην αθεΐα. Η άσκηση βίας, φυσικής ή/και συμβολικής μάλλον συντελεί στην εδραίωση του κυρίαρχου παραδείγματος παρά στην αμφισβήτησή του, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο και στις μικρότερες ηλικίες. Το ευρύτερο περιβάλλον, αναλόγως του πόσο ανεκτικό ήταν και τα σχετικά ερεθίσματα συνετέλεσαν, επίσης, στη μετάβαση στην αθεΐα. Αυτή η ρήξη με το κυρίαρχο θρησκευτικο-πολιτισμικό παράδειγμα και η διαμόρφωση του νέου νοήματος δεν είναι στιγμιαία και άμεση. Απαιτεί χρόνο και αναζήτηση, όπως φαίνεται, από όλες τις αφηγήσεις, ιδίως εκείνων οι οποίοι μεγάλωσαν σε πιστές οικογένειες, συχνά στα όρια του φανατισμού. Η ρήξη και η σταδιακή μετάβαση προκαλείται από το κοινωνικό περιβάλλον μέσω ερεθισμάτων και εν συνεχεία μέσω προσωπικής μελέτης. Τέλος, ένα ακόμα συμπέρασμα είναι ότι όλοι διεκδικούν την ιδιότητα του καλού και ηθικού ανθρώπου και πολίτη προσπαθώντας να απεμπλέξουν την ηθική από τη θρησκεία και τη θεϊκή παρουσία.


20 Για να μην υπάρχει πληθώρα υποσημειώσεων αναφέρεται εντός του κειμένου ο αριθμός της αφήγησης στην οποία αναφέρεται η πρόταση ή το απόσπασμα, όπως ακριβώς εμφανίζεται στο βιβλίο που περιλαμβάνει τις εν λόγω αφηγήσεις.
21 (Eco 1998, 92)
22 (Braudel 2005, 458)

Βιβλιογραφία

Baggini, Julian (2006): Αθεϊσμός. Η εποχή μας σε 15 λέξεις. Αθήνα: Το Βήμα/Ελληνικά Γράμματα.
Braudel, Fernand (2010): Η γραμματική των πολιτισμών. Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ.
Comte-Sponville, Andre (2009): Το πνεύμα του αθεϊσμού. Αθήνα: Κέδρος.
Dawkins, Richard (2007): Η περί θεού αυταπάτη. Αθήνα: Κάτοπτρο.
Dennett, Daniel (2007): Απομυθοποίηση. Καταρρίπτοντας τον μύθο της θρησκείας. Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
Eagleton, Terry (2011): Λογική, πίστη και επανάσταση. Στοχασμοί γύρω από την περί Θεού διαμάχη. Αθήνα: Πατάκης.
Eco, Umberto, Martini, Carlo-Maria (1998): Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει; Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Febvre, Lucien (1982): The Problem of Unbelief in the Sixteenth Century: The Religion of Rabelais. Cambridge: Harvard University Press.
Ginzburg, Carlo (1994): Το τυρί και τα σκουλίκια. Ο κόσμος ενός μυλωνά του 16ου αιώνα. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Graham, Chelsea (2011): Good without God: Identity Negotiations and Revelations of Religious None(s). Northern Kentucky University: αδημοσίευτη Μεταπτυχιακή εργασία.
Halbwachs, Maurice (2013): Τα κοινωνικά πλαίσια της μνήμης. Αθήνα: Νεφέλη.
Harris, Sam (2008): Το τέλος της πίστης. Αθήνα: Ενάλιος.
Hervieu-Leger, Daniele (2006): Religion as a Chain of Memory. Cambridge: Polity Press.
Hitchens, Christopher (2008): Ο Θεός δεν είναι μεγάλος. Αθήνα: Scripta.
Κυριαζή, Νότα (2001): Η κοινωνιολογική έρευνα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
LeDrew, Stephen: “Discovering Atheism”. Sociology of Religion, 74 (4) (2013): 454-463.
Le Roy Ladurie, Emmanuel (2008): Μονταγιού. Ένα οξιτανικό χωριό από το 1294 έως το 1324. Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου.
Martin, Michael (ed.) (2007): The Cambridge Companion to Atheism. Cambridge: Cambridge University Press.
Mason, Jennifer (2003): Η διεξαγωγή της ποιοτικής έρευνας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Mauthner, Fritz (1992): Ο αθεϊσμός στην αρχαιότητα. Αθήνα: Εκδόσεις του 21ου.
McGrath, Alister (2008): Το λυκόφως του αθεϊσμού. Αθήνα: Ουρανός.
McGrath, Alister (2010): Η αυταπάτη του Dawkins. Αθήνα: Ουρανός.
Meslier, Jean (2008): Δεν υπάρχει Θεός. Με την κοινή λογική ενός ιερέα. Αθήνα: Οδυσσέας.
Μινουά, Ζορζ (2007): Η ιστορία της αθεΐας. Αθήνα: Νάρκισσος.
Μποττόν, Αλαίν ντε (2012): Θρησκεία για άθεους. Αθήνα: Πατάκης.
Norris, Pippa, Inglehart, Ronald (2011): Sacred and Secular: Religion and Politics Worldwide. New York: Cambridge University Press.
Onfray, Michel (2006): Πραγματεία περί αθεολογίας. Αθήνα: Εξάντας.
Παπαριζος, Αντώνης (2001): Θεός, εξουσία και θρησκευτική συνείδηση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Silver, Christopher Frank (2013): Atheism, Agnosticism, and Nonbelief: A qualitative and quantitative study of type and narrative. The University of Tennessee at Chattanooga: Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή.
Smith, Jesse M. (2013): Atheists in America: Investigating Identity, Meaning and Movement. University of Colorado at Boulder, College of Arts and Sciences: Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή.
Teemu, Taira (ed.): “The New Visibility of Atheism in Europe”. Approaching Religion 2 (1) (2012).
Φαφούτη, Λαλίνα (2012): «Έλληνες: Πιστοί, αλλά ‘χαλαροί’». Το Βήμα Science, 15 Απριλίου 2012:3.
Φίλιας, Βασίλης (2000): Κοινωνιολογία του Πολιτισμού. Tόμος Πρώτος. Αθήνα: Παπαζήσης.
Φραγκόπουλος, Στέλιος (επιμ.) (2012): Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη. Αθήνα: χ.ε.
Χίτσενς, Κρίστοφερ (επιμ.) (2012): Η βίβλος του άθεου. Αθήνα: Polaris.

 

Συνέχεια...


* Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, μεταδιδακτορικός ερευνητής Παντείου Πανεπιστημίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας. Η παρούσα εργασία αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης μεταδιδακτορικής έρευνας σχετικά με τις μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, την οποία διεξάγει από το 2012 υπό την επίβλεψη του καθηγητή Α. Παπαρίζου. Στοιχεία επικοινωνίας: sociology.panteion@gmail.com

Ο σχολιασμός του άρθρου γίνεται με άδεια του συγγραφέα στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη.

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [1]

26 Ιουλίου 2015
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία [1]

Το άρθρο αναδημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα, Αλέξανδρου Σακελλαρίου. Παρουσιάστηκε στο Ε΄ Eυρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών, στις 2-5 Οκτωβρίου 2014 στη Θεσσαλονίκη, με θέμα "Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία" και βρίσκεται αναρτημένο στο διαδίκτυο στα πρακτικά του συνεδρίου.


Επόμενο [2] »

Μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία:
πολιτισμικές ρήξεις εντός ενός ελληνορθοδόξου κοινωνικού περιβάλλοντος [1]

του Αλέξανδρου Σακελλαρίου*

 

Το αντικείμενο και τα ερωτήματα

Μέχρι πολύ πρόσφατα ήταν κυρίαρχη η αντίληψη ότι σε ένα ποσοστό από 95 έως 99% οι Έλληνες είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Εκτός, όμως, από σποραδικές έρευνες ποσοτικού χαρακτήρα δεν έχουν μέχρι σήμερα διεξαχθεί ποιοτικές έρευνες προκειμένου να καταδειχθεί εάν όλοι όσοι δηλώνουν σε μία στατιστική έρευνα ως θρήσκευμα ‘Ορθόδοξος Χριστιανός’ είναι πράγματι Ορθόδοξοι ή απαντούν με βάση το γεγονός ότι έχουν βαπτισθεί. Συνεπώς, το ερώτημα πόσοι είναι οι Ορθόδοξοι στην ελληνική κοινωνία δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, όπως και το συνεπαγόμενο ερώτημα πόσοι είναι οι αγνωστικιστές, οι άθεοι, ή οι θρησκευτικά αδιάφοροι, καθώς κοινωνιολογικά ερωτήματα ποιοτικής υφής δεν έχουν μέχρι σήμερα τεθεί στο πεδίο της κοινωνιολογίας της θρησκείας.

Η αθεΐα αποτελεί ένα ερευνητικό αντικείμενο που έχει προσελκύσει ελάχιστα το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα, εν αντιθέσει με ό,τι συμβαίνει στον διεθνή χώρο. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να γίνει μία πρώτη προσπάθεια καταγραφής του πεδίου και να τεθούν ορισμένα αρχικά ερωτήματα: Ποιος είναι ο άθεος στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία; Σε τι είδους περιβάλλον, οικογενειακό και κοινωνικό, γεννήθηκε και ανατράφηκε; Πώς οδηγήθηκε στη ρήξη με το κυρίαρχο πρότυπο και εν συνεχεία στην αθεΐα; Ποιες είναι οι πεποιθήσεις του; Βασικό αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι να διερευνηθεί το πολιτισμικό και θρησκευτικό περιβάλλον εντός του οποίου μεγάλωσαν όσοι δηλώνουν άθεοι, τα αίτια της ρήξης, και της μεταστροφής τους καθώς και οι φιλοσοφικές και ηθικές αντιλήψεις τους.

Η αθεΐα και η μελέτη της

Τα τελευταία χρόνια το θέμα της αθεΐας βρίσκεται στο προσκήνιο και στις δημόσιες συζητήσεις. Ιδίως στον διεθνή χώρο η αθεΐα έχει λάβει ποικίλες μορφές και οι διάφορες ενώσεις άθεων συχνά οργανώνουν δυναμικές ακτιβιστικές δράσεις, όπως για παράδειγμα διαφημίσεις σε λεωφορεία και σε άλλους δημόσιους χώρους. Είναι τόση η έκταση του φαινομένου που πολλοί το χαρακτηρίζουν ως ‘νέο αθεϊσμό’. Με βάση, όμως, τις μέχρι σήμερα γνώσεις μας για την ιστορία της αθεΐας1, καθίσταται προφανές ότι ενδεχομένως δεν είναι ορθό να κάνουμε λόγο για νέο αθεϊσμό, αλλά ενδεχομένως για μία δυναμική επανεμφάνιση της αθεΐας, καθώς δεν είναι ορατή και κατανοητή κάποια διάκριση μεταξύ ενός ‘νέου’ και ενός ‘παλαιού’ αθεϊσμού.

Η διεθνής ‘αναζωπύρωση’ της αθεΐας, αν μπορεί να ονομαστεί έτσι, έχει εμφανιστεί σταδιακά και στην ελληνική κοινωνία. Αυτή έχει λάβει χώρα τόσο μέσω μεταφρασμένων βιβλίων των πρωταγωνιστών του κινήματος της αθεΐας διεθνώς2, όσο και μέσω της ίδρυσης της Ένωσης Άθεων Ελλάδας το 2012. Συχνή είναι και η σχετική με την αθεΐα αρθρογραφία στον ημερήσιο και κυριακάτικο τύπο και η ανάπτυξη ιστολογίων στο διαδίκτυο από άθεους τόσο μεμονωμένα όσο και συλλογικά.

Ως προς το ζήτημα της μελέτης της αθεΐας σε διεθνές επίπεδο αυτή βρίσκεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο συγκριτικά με την Ελλάδα. Υπάρχουν πολλές εκδόσεις ιστορικού, φιλοσοφικού και κοινωνιολογικού περιεχομένου που μελετούν την αθεΐα3, αφιερώματα σε επιστημονικά περιοδικά4, ερευνητικά κέντρα5, μεταπτυχιακές εργασίες6 και διδακτορικές διατριβές7. Το βασικό σημείο των ερευνών που λαμβάνουν χώρα στο εξωτερικό είναι η ποιοτική τους διάσταση. Οι περισσότερες εξ αυτών βασίζονται στη συμμετοχική παρατήρηση σε οργανώσεις άθεων ή άλλες κοσμικές οργανώσεις8 και σε συνεντεύξεις με δεδηλωμένους άθεους. Επιπλέον, συνήθως οι διάφορες μελέτες πραγματεύονται και το ζήτημα της ορολογίας με τη χρήση όρων όπως αθεΐα, αθρησκεία, θρησκευτική αδιαφορία, αγνωστικισμός, που φυσικά δεν έχουν ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο, αλλά συχνά μελετώνται από κοινού.

Ένα ακόμα ζήτημα είναι εκείνο των μορφών της αθεΐας. Διεθνώς εμφανίζονται δύο διαφορετικές διακρίσεις. Μία πρώτη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ θεωρητικής και πρακτικής αθεΐας.9 Θεωρητική ορίζεται η αθεΐα εκείνων των μελών της κοινωνίας, η οποία έχει διαμορφωθεί έπειτα από σκέψη, μελέτη και αναστοχασμό. Κατά συνέπεια, ο ‘θεωρητικός άθεος’ έχει κατασταλάξει στην αθεΐα του έπειτα από ενδελεχή συνήθως αναζήτηση και μελέτη. Η πρακτική αθεΐα, από την άλλη πλευρά, δεν περιλαμβάνει κάποια μορφή βαθύτερου αναστοχασμού, αλλά ο ‘πρακτικός άθεος’ ζει στην καθημερινή του ζωή σαν να μην υπήρχε Θεός, χωρίς να έχει στοχαστεί ενδελεχώς επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Δεν ακολουθεί, δηλαδή, με ιδιαίτερο ζήλο τις θρησκευτικές διδασκαλίες και δεν τηρεί τις θρησκευτικές εντολές και υποδείξεις.

Μία δεύτερη διάκριση είναι εκείνη μεταξύ ενεργητικής και παθητικής αθεΐας.10 Ενεργητική ή ακτιβιστική αθεΐα ορίζεται εκείνη η μορφή, η οποία έχει ως στόχο τη μετάδοση των αθεϊστικών ιδεών στην κοινωνία με ποικίλους τρόπους, οι οποίοι περιλαμβάνουν και δυναμικές δράσεις, όπως η διοργάνωση εκδηλώσεων και ομιλιών, η παρουσία σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά προγράμματα, σε έντυπα, δράσεις στο δημόσιο χώρο, όπως οι διαφημίσεις σε λεωφορεία και σε δρόμους, κ.ά. Παθητική αθεΐα, από την άλλη μεριά συνήθως χαρακτηρίζεται εκείνη η μορφή, η οποία ακριβώς δεν ενδιαφέρεται για όλα τα παραπάνω. Ο ‘παθητικός άθεος’, υπ’ αυτήν την έννοια, δεν έχει στόχο τη διάχυση των πεποιθήσεων του στην κοινωνία, τουλάχιστον όχι με κάποιον μαζικό και δυναμικό τρόπο. Εκείνο που τον ενδιαφέρει ως επί το πλείστον είναι να διατηρεί αυτές τις σκέψεις για τον εαυτό του και το κοντινό του περιβάλλον. Χωρίς να είναι βέβαιο ότι οι παραπάνω διακρίσεις είναι πάντοτε χρήσιμες και επιτυχείς, εντούτοις συνδράμουν στην κατηγοριοποίηση των μορφών αθεΐας και στην περαιτέρω μελέτη του αντικειμένου.

Ποσοτικά στοιχεία για τους άθεους στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλά. Σύμφωνα με ορισμένους, 16% των Ελλήνων το 2001 δήλωσαν ότι δεν πιστεύουν στον Θεό.11 Εδώ τίθεται το εξής διπλό ζήτημα. Κατ’ αρχάς, αυτό προκύπτει από την ερώτηση της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας (ESS): ‘Πιστεύετε στον Θεό; Ναι, Όχι, ΔΓ’. Στην ερώτηση αυτή το 84% των Ελλήνων απάντησε ναι, αλλά δεν διευκρινίζεται εάν το υπόλοιπο 16% απάντησε όλο όχι ή κάποιοι απάντησαν και ΔΓ ή αν αρνήθηκαν να απαντήσουν. Επίσης, η ερώτηση στη διατύπωσή της δεν αποκαλύπτει ακριβώς την ύπαρξη άθεων. ‘Δεν πιστεύω στον Θεό’ μπορεί να σημαίνει ‘δεν πιστεύω στο ότι ο Θεός παρακολουθεί τους ανθρώπους και παρεμβαίνει στον κόσμο’. Η ξεκάθαρη διατύπωση ενός άθεου θα ήταν ‘δεν πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού και στο ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο’. Άρα, δεν μπορούμε να συνάγουμε από την παραπάνω έρευνα ότι το 16% των Ελλήνων δήλωσαν άθεοι, διότι αυτό είναι αυθαίρετο. Πιο πρόσφατες έρευνες της ESS δείχνουν μία κάμψη της θρησκευτικής πίστης και μία αύξηση όσων δηλώνουν καθόλου θρήσκοι, από 2,2% το 2002-2003 σε 5,9% το 2009.12 Και σε αυτήν την περίπτωση πάντως δεν απαντάται το ζήτημα της ύπαρξης άθεων στην ελληνική κοινωνία, διότι το ‘καθόλου θρήσκος’ δεν συνεπάγεται ότι κάποιος είναι πράγματι άθεος, καθώς αθρησκεία και αθεΐα δεν ταυτίζονται. Τέλος, σε μία άλλη έρευνα του 2008, το 7% απάντησε ότι ο ρόλος της θρησκείας στη ζωή του δεν είναι καθόλου σημαντικός και το 14% όχι και τόσο σημαντικός (Public Issue 2008). Και εδώ δεν μπορεί να καταγραφεί η παρουσία άθεων στην ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον όχι άμεσα, διότι η έλλειψη σημασίας της θρησκείας στη ζωή ενός ανθρώπου, δηλαδή ενός οργανωμένου συστήματος πεποιθήσεων και λατρείας, δεν σημαίνει την απουσία πίστης σε κάποιον Θεό ή Θεούς. Με άλλα λόγια στην ελληνική κοινωνία εκτός από ποιοτική δεν υπάρχει ούτε ποσοτική έρευνα που να καταγράφει ανοιχτά τους άθεους και να προσφέρει έστω ερεθίσματα για περαιτέρω αναλύσεις.

Το υλικό και η μέθοδος

Αναζητώντας υλικό για την έρευνά μου περί αθεΐας υπέπεσε στην αντίληψή μου μία ιστοσελίδα στην οποία καταγράφονταν οι προσωπικές ιστορίες, υπό μορφήν σύντομων αφηγήσεων, άθεων και ο τρόπος μεταστροφής τους από τη θρησκευτική πίστη στην αθεΐα, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη, οι οποίες αργότερα εκδόθηκαν και σε βιβλίο (2012). Αυτό είναι και το υλικό, στο οποίο θα στηριχθώ στην παρούσα ανάλυση, το οποίο έχει προέλθει από την ψηφιακή συγκέντρωση των σύντομων αφηγήσεων σε ένα αρχείο, υπό μορφήν ψηφιακού βιβλίου, αλλά πριν από την επίσημη έκδοσή του.13 Το υλικό αποτελείται από 45 ιστορίες ανδρών (32) και γυναικών (13) διαφόρων ηλικιών (συνήθως άνω των 30, 20 ο νεότερος και 72 ο γηραιότερος) και επαγγελμάτων (δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, αρχιτέκτονες, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, επιχειρηματίες, φοιτητές, κ.ά.), οι οποίοι περιγράφουν εν συντομία τα παιδικά τους χρόνια, τη μεταστροφή τους, τις εμπειρίες, αλλά και τα πιστεύω τους. Οι αφηγήσεις τους έχουν στηριχθεί σε μία σειρά ερωτημάτων, τα οποία είχαν τεθεί εξ αρχής από τον διαχειριστή της ιστοσελίδας.14 Προφανώς, πρόκειται για υλικό, το οποίο έχει συγκεντρωθεί χωρίς την παρουσία και τον σχεδιασμό του ερευνητή και αυτό σημαίνει ότι οι ερωτήσεις, οι οποίες είχαν αρχικά τεθεί δεν καλύπτουν ενδεχομένως όλα τα θέματα. Επιπλέον, όντας γραπτή η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα και όχι μέσω συνεντεύξεων δεν υπάρχει η δυνατότητα να επανέλθει ο ερευνητής λύνοντας απορίες ή ζητώντας διευκρινίσεις για κάποιο θέμα. Αυτά τα προφανή μειονεκτήματα στη συγκέντρωση του υλικού δεν σηματοδοτούν έλλειψη ενδιαφέροντος για την ανάλυσή του, η οποία ούτως ή άλλως είναι πρωτογενής. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για ανάλυση περιεχομένου των εν λόγω κειμένων, η οποία θα ακολουθήσει την κλασική θεματική μορφή.15

Τα κείμενα προς ανάλυση, όμως, από τη στιγμή κατά την οποία συντάσσονται από τους ίδιους του συμμετέχοντες στο κάλεσμα και όχι από εκείνον που κάνει την πρόσκληση και αφορούν ένα θέμα τόσο προσωπικό όσο η θρησκευτική πίστη, αποτελούν και βιογραφικές αφηγήσεις. Ο εκάστοτε συντάκτης, αναλόγως των εμπειριών του, αφηγείται την προσωπική του ιστορία και τα βιώματά του μέσα στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο γεννήθηκε και ανατράφηκε. Κατά συνέπεια, το υλικό αποτελείται από αυτο-βιογραφικές αφηγήσεις άθεων, οι οποίες καταγράφηκαν με βάση κάποια ερωτήματα, αλλά χωρίς κανέναν ερευνητικό σκοπό. Η ερευνητική ματιά έρχεται σε αυτό το σημείο εκ των υστέρων, να μελετήσει τα εν λόγω αφηγηματικά κείμενα, να στοχασθεί πάνω σε αυτά και να καταλήξει σε ορισμένα πρώτα συμπεράσματα. Δεν θα ήταν ορθό να ισχυριστούμε ότι πρόκειται για τη διεξαγωγή βιογραφικής μεθόδου, διότι τα κείμενα δεν αποσπάστηκαν από τον ερευνητή. Συνεπώς, αν και διακρίνονται για το βιογραφικό τους περιεχόμενο, η εφαρμοζόμενη προσέγγιση είναι η ανάλυση περιεχομένου και οι τρεις θεματικές κατηγορίες που θα εξεταστούν είναι: 1) Το οικογενειακό περιβάλλον: η αναπαραγωγή του θρησκευτικού νοήματος, 2) Η ρήξη με το κυρίαρχο παράδειγμα και 3) Η αναζήτηση νοήματος.

Πολιτισμός και θρησκεία, μνήμη και νόημα

Ιστορικά και κοινωνιολογικά έχει υποστηριχθεί16 ότι η θρησκεία διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στις ανθρώπινες κοινωνίες και στη διαμόρφωση του πολιτισμού τόσο σε μίκρο όσο και σε μάκρο επίπεδο. Είναι δεδομένο ότι οι θρησκείες έχουν συνδράμει, λιγότερο ή περισσότερο, στη θεμελίωση κυρίαρχων πολιτισμικών παραδειγμάτων, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρούνται σταθερά και αμετάβλητα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, ενώ είναι αποδεκτή η συμβολή της Ορθόδοξης θρησκείας στη διαμόρφωση του κυρίαρχου πολιτισμικού παραδείγματος, αυτό δεν συνεπάγεται ότι το εν λόγω κυρίαρχο παράδειγμα δεν υφίσταται μεταβολές στο πέρασμα του χρόνου και αναλόγως των εκάστοτε κοινωνικών αντικειμενικών συνθηκών. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι κάθε μεταβολή συντελείται με διαλεκτικό τρόπο17 σε σχέση με το κυρίαρχο σε μία κοινωνία παράδειγμα για να οδηγηθούμε στη διαμόρφωση, όχι απαραίτητα ενός νέου κυρίαρχου προτύπου, αλλά στη ρήξη, στη διαφοροποίηση και εν συνεχεία στην επικράτηση ενδεχομένως πολλών και διαφορετικών νέων μορφών εντός της κοινωνίας.

Ένα άλλο ζήτημα που σχετίζεται με δύο τρόπους με την έρευνά μας είναι το ζήτημα της μνήμης. Αφενός, η μνήμη είναι παρούσα εντός της οικογένειας των αφηγούμενων και κυρίως η μνήμη της θρησκευτικής ομάδας, για την οποία έχουν γίνει ιδιαίτερες μελέτες και αναλύσεις.18 Η οικογένεια, δηλαδή, αναπαράγει τη μνήμη της θρησκευτικής ομάδας στην οποία εντάσσεται και τη μεταφέρει και στα νεότερα μέλη της συντελώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη διαμόρφωση/κατασκευή της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αυτή τη μνήμη-διαδικασία αφηγούνται συχνά στις ιστορίες τους οι σημερινοί άθεοι, ενθυμούμενοι τη λιγότερο ή περισσότερο αυστηρή θρησκευτική ανατροφή τους. Με όρους μνήμης, θα λέγαμε ότι η μετάβαση στην αθεΐα αποτελεί μία μορφή ρήξης της αλυσίδας της μνήμης της θρησκευτικής ομάδας, που προσπάθησαν να τους μεταφέρουν οι γονείς τους, με συνέπεια οι ίδιοι να καταστούν ο ελλείπων κρίκος αυτής της αλυσίδας.

Ένα τρίτο σημείο είναι εκείνο του νοήματος. Εάν νόημα είναι μία συνολική, αυτονόητη, αντίληψη ή εικόνα της σχέσης του ανθρώπου με την κοινωνία και τη φύση, η οποία του επιτρέπει να κατανοήσει με κάποιον τρόπο την παρουσία του στον κόσμο και να αποκτήσει έναν ορισμένο προορισμό,19 τότε σαφέστατα και η θρησκεία αποτελεί μία μορφή νοήματος και μάλιστα, από τις πιο σημαντικές. Επί του προκειμένου είναι προφανές ότι το εν λόγω θρησκευτικό νόημα, μεταδίδεται δια μέσου της μνήμης από γενιά σε γενιά και πρωτίστως εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος με το σχολείο να έρχεται εν συνεχεία να θεμελιώσει τη διαμόρφωση του κυρίαρχου θρησκευτικο-πολιτισμικού παραδείγματος. Συνεπώς, στα πλαίσια της παρούσας μελέτης, γίνεται προσπάθεια να καταγραφούν οι αντιλήψεις ή αλλιώς μία νέα μορφή νοήματος των αυτοχαρακτηριζόμενων άθεων έναντι αυτού του κυρίαρχου θρησκευτικού νοήματος που μεταδίδεται μέσω της οικογενειακής μνήμης.


1 (Μινουά 2007, Mauthner 1992, Ginzburg 1994, Febvre 1982, Ladurie 2008)
2 Ενδεικτικά βλ. του Ρ. Ντόκινς (2007), του Ντ. Ντένετ (2007), του Κ. Χίτσενς (2008, 2012), του Σ. Χάρις (2008), αλλά και άλλα βιβλία υπέρ ή εναντίον της αθεΐας, όπως των Α.ντε Μποτόν (2012), Α. ΜακΓκραθ (2008), Α. Κοντ-Σπονβίλ (2009), Μ. Ονφρέ (2006), Τ. Ίγκλετον (2011), Τ. Μπαγκίνι (2006), Ζ.Μελιέ (2008)
3 (Martin 2007)
4 (Taira 2012)
5 Βλ. Για παράδειγμα NSRN και The Diversity of Non-Religion http://nsrn.net/ και http://www.nonreligion.net/
6 (Graham 2011)
7 (Silver 2013, Smith 2013)
8 Πρόκειται για οργανώσεις που συνήθως ονομάζονται Humanist Associations και εντοπίζονται κυρίως στον αγγλοσαξονικό χώρο.
9 (Μινουά 2007, 23, 45-48)
10 (LeDrew 2013, 455-457 και Silver 2013, 114)
11 (Norris and Inglehart 2011, 90)
12 (Φαφούτη 2012, 3)
13 Δεν διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ της ηλεκτρονικής έκδοσης και της έντυπης ως προς το υλικό. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιείται η ηλεκτρονική έκδοση σε μορφή pdf, η οποία και εκτυπώθηκε, αλλά πλέον δεν είναι ηλεκτρονικά διαθέσιμη. Η εν λόγω έκδοση βρίσκεται, βεβαίως, στο προσωπικό μου αρχείο.
14 http://sfrang.blogspot.gr/2011/02/blog-post_18.html (τελευταία πρόσβαση 1 Σεπτεμβρίου 2014).
15 (Mason 2003, 156-173 και Κυριαζή 2001, 283-301)
16 (Φίλιας 2000, 435)
17 (Παπαρίζος 2001, 110)
18 (Hervieu-Leger 2000, Halbwachs 2013)
19 (Παπαρίζος 2001, 288-9)

Συνέχεια...


* Ο Αλέξανδρος Σακελλαρίου είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, μεταδιδακτορικός ερευνητής Παντείου Πανεπιστημίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας. Η παρούσα εργασία αποτελεί μέρος μίας ευρύτερης μεταδιδακτορικής έρευνας σχετικά με τις μορφές αθεΐας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, την οποία διεξάγει από το 2012 υπό την επίβλεψη του καθηγητή Α. Παπαρίζου. Στοιχεία επικοινωνίας: sociology.panteion@gmail.com

Ο σχολιασμός του άρθρου γίνεται με άδεια του συγγραφέα στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη.