Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (10)

27 Μαΐου 2011
Αρθρογράφος: Αλέξανδρος Δ.


Αλέξανδρος Δ., 47 ετών, στρατιωτικός, έγγαμος.

Γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα αλλά, λόγω επαγγέλματος, έζησα για πολλά χρόνια σε επαρχιακές πόλεις.

Το θέμα θρησκεία, με την έννοια ύπαρξης ή μη ύπαρξης του χριστιανικού θεού, με απασχόλησε από παιδί, λόγω της δογματικής βεβαιότητας περί ύπαρξής του που είχαν τα περισσότερα άτομα από το κοινωνικό μου περιβάλλον (συγγενείς, φίλοι, εκκλησία, σχολείο, ΜΜΕ και στη στρατιωτική σχολή που αργότερα φοίτησα κ.λπ.).

Προσωπικά δεν μπορούσα να δεχθώ τη θεϊκή υπόσταση του Χριστού, γιατί το έβρισκα μη λογικό, καθώς δεν υπήρχαν αξιόπιστες αποδείξεις και ουδέποτε πίστεψα ότι αυτά που διδασκόμουν στο μάθημα των θρησκευτικών στο σχολείο (περί θεόσταλτου Χριστού που ήλθε να σώσει τον κόσμο κ.λπ.), γιατί θεωρούσα ότι αν αυτά ήταν αλήθεια θα έπρεπε να τα διδασκόμουν και στο μάθημα της ιστορίας, καθώς υποτίθεται ότι η παρουσία του Χριστού στη γη άλλαξε το ρου της ανθρώπινης ιστορίας.

Ομολογώ ότι θεωρητικά, σε έναν ιδεατό και παραμυθένιο κόσμο, θα ήθελα και θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει ένας παντοδύναμος, δίκαιος και ηθικός θεός, ο οποίος θα μπορούσε να παρακολουθεί τις ζωές όλων των ανθρώπων, να ανταμείβει και να βοηθά τους δίκαιους και τους ηθικούς, και να τιμωρεί τους κακούς και άδικους. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος όμως ότι κάτι τέτοιο είναι εξ ορισμού αδύνατο να συμβεί.

Σύμφωνα με το Γερμανό φιλόσοφο Arthur Schopenhauer «η θρησκευτική πίστη, αν πρόκειται να ανθήσει σε κάποιον άνθρωπο, πρέπει να φυτευτεί και να ριζώσει στην παιδική ηλικία». Κρίνοντας από τον εαυτό μου πιθανολογώ ότι έχει δίκιο, καθώς ένας λόγος που δεν πιστεύω στην ύπαρξη θεού ίσως και να οφείλεται στο ότι ουδείς από το περιβάλλον μου προσπάθησε (ευτυχώς για μένα) συστηματικά να με κάνει να πιστέψω στο χριστιανισμό όταν ήμουν πολύ μικρός.

Το περιβάλλον που μεγάλωσα από παιδί δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενο. Ο πατέρας μου δεν πιστεύει αλλά και δεν δηλώνει άθεος, ενώ η μητέρα μου πιστεύει στο Χριστό, αλλά θα χαρακτήριζα την πίστη της χαλαρή. Προσωπικά θυμάμαι ότι, όποτε πήγαινα σε εκκλησία (με τη μητέρα μου ή με το σχολείο), ένιωθα δυσφορία και πλήξη, καθώς δεν έβρισκα μέσα στους ναούς κάτι ευχάριστο ή χρήσιμο για μένα.

Ανέκαθεν το να βλέπω και να ακούω τους συνήθως ευτραφείς παπάδες με τα πανάκριβα ράσα και μακριά γένια να ψέλνουν συνεχώς τους ίδιους μονότονους, δυσνόητους και καταθλιπτικούς ψαλμούς με τις συνεχείς και κουραστικές ευχαριστίες προς τον (εκκωφαντικά ανύπαρκτο για μένα) θεό, σε ένα χώρο που κατακλύζεται από εικόνες ξερακιανών υποτιθέμενων αγίων και την όλη διαδικασία να παρακολουθούν άβουλοι πιστοί, μου προκαλούσε θυμηδία και αποστροφή.

Σκεφτόμουν ότι ακόμη και αν υπήρχε θεός, δεν θα μπορούσε να έχει σχέση ούτε με τους κατ’ επίφαση και αυθαιρέτως αυτοδιορισμένους εκπροσώπους του επί της γης (κληρικούς), αλλά ούτε με τέτοιες ανόητες και ανούσιες λειτουργίες.

Κάποια στιγμή, στο πλαίσιο της προσπάθειας μου κατανοήσω ή να βιώσω κάτι από τη χριστιανική πίστη, μπήκα στη διαδικασία να παρακολουθήσω την κατήχηση κάποιας χριστιανικής ομάδος, αλλά γρήγορα εγκατέλειψα την προσπάθεια, καθώς διαπίστωσα ότι υπήρχε κλίμα συλλογικής, δογματικής και απόλυτης λατρείας των παρευρισκόμενων προς το πρόσωπο του Χριστού που άγγιζε τα όρια της ψύχωσης.

Όσο ήμουν μικρός, δεν είχα τη δυνατότητα να διαβάσω εξωσχολικά βιβλία σχετικά με το χριστιανισμό και τις λοιπές θρησκείες, ώστε να μου αποκαλυφθούν τα αναρίθμητα ψεύδη όλων των θρησκειών (τότε δεν υπήρχε και το διαδίκτυο, το οποίο σήμερα βοηθά αφάνταστα στο συγκεκριμένο θέμα). Οπότε αρχικά δεν απέρριψα τη θρησκεία λόγω κάποιας ιδιαίτερης γνώσης, αλλά λόγω κοινής λογικής και λόγω ενστίκτου· επειδή ενστικτωδώς δεν πίστευα στην μεταθανάτιο ζωή, δεν μπορούσα να αποδεχθώ και τη σχετική θεωρία του χριστιανισμού, καθώς το έχει ως βασικό συστατικό στο δόγμα του, οπότε μοιραία απέρριπτα την θεωρία του Χριστιανισμού στο σύνολο της.

Σχετικά νωρίς αντιλήφθηκα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι από αυτούς που δηλώνουν χριστιανοί, χρησιμοποιούν τον τίτλο του χριστιανού ως ταμπέλα κυρίως επειδή βαπτίστηκαν χριστιανοί (ως βασικό στοιχείο της θρησκευτικής-κοινωνικής μας παράδοσης). Εκ της εμπειρίας μου μπορώ να πω ότι οι περισσότεροι που δηλώνουν χριστιανοί, πολύ λίγα γνωρίζουν για το περιεχόμενο του χριστιανισμού αλλά και τον τρόπο και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για επικράτηση του χριστιανισμού παγκοσμίως αλλά και στη χώρα μας. Πέρα απ’ αυτό, δεν έχουν εμβαθύνει και αναλύσει στο τι ακριβώς πιστεύουν και γιατί το πιστεύουν, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνεται και να βιώνει καθένας εξ αυτών τη θρησκευτική πίστη με το δικό του τρόπο.

Επίσης έχω την άποψη πως, με την ίδια ελαφρότητα και αφέλεια, αυτοί που τώρα δηλώνουν ότι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και πιστεύουν στο Χριστό της Βίβλου, θα έλεγαν ότι είναι μουσουλμάνοι και πιστεύουν στον Αλλάχ του Κορανίου αν είχαν γεννηθεί σε μουσουλμανικό κράτος.

Πριν παρεξηγηθώ σπεύδω να τονίσω ότι προφανώς δεν πιστεύω ότι όσοι δηλώνουν χριστιανοί είναι αφελείς, καθώς υπάρχουν και υπήρξαν εκατομμύρια χριστιανών με εξαιρετική καλλιέργεια και σπουδές, υψηλή νοημοσύνη, οι οποίοι πέτυχαν πολλά και σημαντικά πράγματα σε όλους τους τομείς της ζωής (προσωπικά, επαγγελματικά κ.λπ.). Αυτό βέβαια δεν το οφείλουν στη χριστιανική τους πίστη, καθώς υπάρχουν εξίσου επιτυχημένοι άνθρωποι που πιστεύουν σε άλλες θρησκείες ή που είναι αθεϊστές, αγνωστικιστές, πανθεϊστές κ.λπ.

Υπάρχει ακόμα κι ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που, ενώ η ταυτότητα τους γράφει ως θρήσκευμα χριστιανός ορθόδοξος, αυτοί δεν πιστεύουν (οι έχουν πολλές αμφιβολίες) στη θεότητα του Χριστού, και ζουν χωρίς να εφαρμόζουν τίποτε από αυτά που απαιτεί η χριστιανική θρησκεία· απλά πηγαίνουν στην εκκλησία μόνο εθιμοτυπικά (σε γάμους, βαφτίσια κ.λπ.) και δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος της επιρροής που έχει σήμερα η εκκλησία στη χώρα μας οφείλεται σε αυτούς, όσο αυτοί δεν κάνουν κάτι για να παύσουν να λογίζονται χριστιανοί.

Στην πορεία αναζήτησης στοιχείων της ιστορίας του χριστιανισμού υπήρξαν 2 ιστορικά γεγονότα, τα οποία, όταν περιήλθαν στη γνώση μου, έκαναν να αυξηθεί η αρνητική μου προδιάθεση προς το χριστιανισμό. Το πρώτο ήταν η κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων (το 393 μ.Χ.) από το χριστιανό αυτοκράτορα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Μέγα Θεοδόσιο Α', διότι θεωρήθηκαν ειδωλολατρικές εκδηλώσεις! Το γεγονός αυτό με έκανε να θεωρήσω το χριστιανισμό εχθρό της αρχαίας Ελλάδας και του αρχαίου κλασικού πολιτισμού, τον οποίο από μικρός θαύμαζα.

Το δεύτερο ιστορικό γεγονός ήταν η δίκη του Γαλιλαίου το 1633 μ.Χ. Ο Γαλιλαίος είναι για μένα σύμβολο του τολμηρού και ελεύθερα σκεπτόμενου επιστήμονα, ο οποίος περιέγραφε τη φύση σύμφωνα με τις επιστημονικές παρατηρήσεις, και αυτό τον έφερε σε σύγκρουση με τις θεολογικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις της καθολικής εκκλησίας. Ο μεγάλος αυτός επιστήμονας, προκείμενου να αποφύγει τη θανατική καταδίκη στην πυρά από την «Ιερά Εξέταση», αναγκάστηκε κατά την απολογία του να εμφανίσει ως λάθος τις αστρονομικές του μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες η γη περιστρεφόταν γύρω από τον ήλιο και όχι ο ήλιος γύρω από τη γη όπως ήθελε δογματικά η Εκκλησία.

Τελικά καταδικάστηκε ο Γαλιλαίος από την καθολική εκκλησία μόνο σε κατ' οίκον περιορισμό χωρίς χρονικό όριο, λόγω «βαρύτατων εγκλημάτων» και «υποψίας αίρεσης». Η αντιμετώπιση που είχε ο Γαλιλαίος από τη σκοταδιστική νοοτροπία της καθολικής χριστιανικής Εκκλησίας, είναι μάλλον το πιο ευρέως γνωστό και κλασικό παράδειγμα για το πόσο κακό κάνει στην εξέλιξη του ανθρώπου η τυφλή αποδοχή θρησκευτικών δογμάτων.

Χρειάστηκε να περάσουν 350 χρόνια, για να αποδεχθεί η Εκκλησία ότι η καταδίκη του Γαλιλαίου ήταν σφάλμα της. Είναι απίστευτο αλλά και τραγικό ταυτόχρονα ότι έπρεπε να φθάσουμε στο έτος 1982 για να αναγνωρίσει επιτέλους ο εκκλησιαστικός μηχανισμός εξουσίας ότι ισχύει το ηλιοκεντρικό και όχι το γεωκεντρικό σύστημα στο πλανητικό σύστημα που ανήκει η γη.

Βέβαια αν είχα τότε τη δυνατότητα και την υπομονή να διαβάσω και να μεταφράσω όλα τα βιβλία της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, των Ευαγγελίων κ.λπ., πάνω στα οποία στηρίζεται η Χριστιανική θρησκεία, δεν θα χρειαζόταν να διαβάσω κανένα άλλο βιβλίο για να καταλάβω πόσο ανυπόστατη και παράλογη είναι. Αυτό το έκανα σε μεγαλύτερη ηλικία και αποσπασματικά για συγκεκριμένες παραγράφους. Παραθέτω εδώ ένα μικρό δείγμα βιβλικής δοξασίας, αντιφάσεως και ασυναρτησίας:
Ο Μαθουσάλας έζησε 969 έτη!
Ο Μωυσής σκότωσε κάποιον επειδή εργαζόταν το Σάββατο!
Ο Λωτ, αν και άφησε έγκυες τις κόρες του, τιμάται και θεωρείται δίκαιος.
Η ηλικία της γης, που είναι επίπεδη, είναι 7000 έτη (!),
Ο ήλιος κινείται γύρω από μια σταθερή Γη και το φεγγάρι έχει το δικό του φως!
Ο Ιησούς υποτίθεται ότι ήταν θεός, αλλά συνεχώς προσευχόταν και παρακαλούσε το θεό, δηλαδή τον εαυτό του.
Ο θεός απειλεί να φονεύσει τα παιδιά για τις αμαρτίες των μανάδων τους (Αποκάλυψις 2:23)
Ο θεός αποστέλλει αρκούδες να κατασπαράξουν τα παιδιά!
Για τον Παύλο («Α' προς Κορινθίους», ζ' 1) η γυναίκα δεν είναι καν άνθρωπος: «Είναι καλό ο άνθρωπος να μην αγγίζει γυναίκα».

Επίσης θεωρώ παράδοξο και ασύμβατο με την υποτιθέμενη θεϊκή φύση του Χριστού, το ότι στο βιογραφικό του στα ιερά βιβλία υπάρχει ένα τεράστιο κενό 18 ετών (από τα 12 έως τα 30 του), κατά το οποίο δεν γνωρίζουμε τι έχει κάνει.

Αργότερα διάβασα σε άλλα ιερά κείμενα ότι όλα αυτά τα χρόνια δούλευε αρχικά ως βοηθός στο ξυλουργείο του θετού του πατέρα Ιωσήφ, και μετά το θάνατο του Ιωσήφ, ως μάστορας! Δηλαδή σύμφωνα πάντα με τα χριστιανικά βιβλία, ο (υποτιθέμενος θεάνθρωπος) Χριστός, ενώ ήταν ήδη 29 χρονών, δεν είχε ξεκινήσει ακόμη την αποστολή σωτηρίας του κόσμου, αλλά συνέχιζε να κατασκευάζει ράφια και να επισκευάζει ντουλάπες!

Αρκεί μία σύγκριση της ζωής του θνητού Μεγάλου Αλεξάνδρου, που στην αντίστοιχη δεκαετία της ζωής του, 19 με 29 ετών, έγινε βασιλιάς κράτους και κατέκτησε σχεδόν όλο τον τότε γνωστό κόσμο, με τη ζωή του υποτιθέμενου «θεού» Χριστού που για 17 χρόνια δούλευε ως ξυλουργός και ξαφνικά στα 30 του θυμήθηκε ότι είναι ο γιος του θεού και το λόγο για τον οποίο είχε κατέβει στη γη!

Υπολογίζεται ότι στα ιερά βιβλία του χριστιανισμού καταγράφονται περίπου 7.000 παράλογες εκδοχές, αντιφατικές αφηγήσεις, λανθασμένα ιστορικά στοιχεία, ασυναρτησίες, ποταπές εκδικητικές ενέργειες από το θεό ή εκπροσώπους του, ψευδολογίες, βάναυση υποτίμηση της γυναίκας και της φύσης της, και είναι πραγματικά τραγικό για την ανθρώπινη νόηση ότι υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που δέχονται και πιστεύουν όλα αυτά που γράφονται, χωρίς κριτική και προβληματισμό.

Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο χριστιανισμός (όπως και κάθε άλλη θρησκεία που επικαλείται την ύπαρξη θεού) είναι ένας μύθος, ένα τεράστιο ψέμα! Αμφισβητείται έντονα ακόμη και η ιστορική ύπαρξη του Χριστού έστω απλά ως ενός κοινού θνητού.

Ο χριστιανισμός προήλθε ως μεσσιανική εσχατολογική και αποκαλυπτική αίρεση από την απάνθρωπη ιουδαϊκή θρησκεία. Θεωρώ ότι η ύπαρξη οποιουδήποτε θεού είναι εντελώς ασύμβατη με την επιστήμη και τον ορθολογισμό και είναι τραγικό για το ανθρώπινο είδος το γεγονός ότι υπάρχει τόσο μεγάλο ποσοστό ανθρώπων που, ως θύματα της προπαγάνδας των θρησκειών, ζουν όλη τους τη ζωή και τελικά πεθαίνουν μέσα σε αυτή την τεράστια πλάνη. Υπάρχει βέβαια και η μεγάλη κατηγορία αυτών που δηλώνουν μεν ένθεοι, αλλά δεν πιστεύουν, και υποκρίνονται ότι πιστεύουν για ίδιο ή συντεχνιακό όφελος.

Πιστεύω ότι όσα περισσότερα γνωρίζει κάποιος για τη λειτουργία του σύμπαντος, την παρουσία και εξέλιξη του ανθρώπινου είδους στη Γη και τη λειτουργία του ανθρώπου ως ψυχοσωματικού όντος, τόσο περισσότερο θα πρέπει να απομακρύνεται από τη θρησκεία και τους ανύπαρκτους θεούς της.

Ο λόγος που πιστεύουν τόσοι πολλοί σε ανύπαρκτους θεούς, σύμφωνα με τον ψυχίατρο Irvin Yalom, βρίσκεται στις βαθιές δομές της ύπαρξης κάθε ανθρώπου· λειτουργούν 4 έσχατες έγνοιες που είναι: ο θάνατος, η μοναξιά, η ανάγκη νοήματος της ζωής και η ελευθερία. Αυτές οι έγνοιες προκαλούν στους ανθρώπους άγχος, το οποίο είναι εγγενές στην ανθρώπινη φύση.

Η θρησκευτική πίστη αποτελεί την απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να τον καθησυχάσει από αυτές τις έγνοιες και τελικά μοιάζει προφανές ότι, αντί οι άνθρωποι να έχουν δημιουργηθεί από το θεό, τον έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι, για να νιώθουν ανακούφιση από αυτές τις αγχωτικές έγνοιες που προανέφερα.

Η ανθρώπινη ιστορία έχει δείξει ότι οι θρησκείες έχουν οδηγήσει τον άνθρωπο στο σκοταδισμό, στις πολεμικές συγκρούσεις, στη μισαλλοδοξία, στο μίσος για έννοιες όπως ελευθερία-λογική-ευφυΐα, στο μίσος για τη ζωή και τις γυναίκες, στο μίσος για το ανθρώπινο σώμα.

Πιστεύω ότι ο σύγχρονος άνθρωπος της εποχής μας, ως νοήμον ον, πρέπει να αρχίσει να σπάει σταδιακά και οριστικά τα δεσμά του απ’ όλες τις θρησκείες, κάτι που συμβαίνει ήδη σε προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη. Δυστυχώς στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές γεωγραφικές και όχι μόνο ιδιαιτερότητες που μας κρατούν ακόμη δέσμιους της Εκκλησίας.

Ο σύγχρονος άνθρωπος οφείλει να σκέφτεται και να δρα ορθολογικά, με ανθρωπιστικό και οικολογικό πνεύμα. Να μην αποδέχεται τίποτα ως δεδομένο, αλλά πάντα να αναζητά και να ανακαλύπτει την αλήθεια, χρησιμοποιώντας το πλέον εξελιγμένο όργανο που υπάρχει στη φύση, τον εγκέφαλο του. Η επιστήμη, με τα εκπληκτικά της επιτεύγματα κατά τα τελευταία 60 χρόνια και με τις αναμενόμενες εξελίξεις, δίνει λύσεις σε προβλήματα που δεν μπορούσε να επιλύσει χθες, και όλα συγκλίνουν στο ότι αύριο θα μπορεί να δώσει λύσεις σε προβλήματα που ενδεχομένως δεν μπορεί να επιλύσει σήμερα.

Έχει παρατηρηθεί ότι στα κράτη όπου το ποσοστό των ένθεων είναι σχετικά μικρό, οι πολίτες ευημερούν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στα κράτη όπου οι ένθεοι έχουν σχετικά μεγάλα ποσοστά. Παραδείγματα κρατών με σχετικά μικρό ποσοστά ένθεων και μεγάλο άθεων αλλά με μεγάλη ανάπτυξη και ευημερία είναι η Φινλανδία, η Σουηδία, η Αυστραλία, η Γαλλία κ.λπ.

Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν και υπάρχουν (και δυστυχώς όλα δείχνουν ότι θα υπάρχουν και στο μέλλον) πολλοί άνθρωποι ανώριμοι συναισθηματικά, οι οποίοι δεν μπορούν να αποδεχθούν με ωριμότητα και ρεαλισμό τη ζωή όπως είναι. Αυτοί αναζητούν παρηγοριά στα ψεύδη απατεώνων (αστρολόγων, μέντιουμ, θρησκειών με ανύπαρκτους θεούς, υποτιθέμενων πνευματιστών, χαρτοριχτρών κ.λπ.), αλλά όπως έχει γράψει και ο Richard Dawkins στο βιβλίο του «Η περί θεού αυταπάτη», είναι εντυπωσιακό το πόσο πολλοί άνθρωποι αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η πρόταση «το Χ είναι παρηγορητικό» δεν συνεπάγεται ότι «το Χ αληθεύει».

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.