Αντιθρησκευτικές αναζητήσεις

2 Ιουνίου 2011
Αρθρογράφος: Δήμος Χλωπτσιούδης
Κάθε εκτύπωση ή ανατύπωση του παρόντος πρέπει να φέρει το όνομα του συγγραφέα. Η αναγραφή του συγγραφέα αποτελεί στοιχειώδη αναγνώριση της προσπάθειας.


Παράγοντες που στρέφουν τον άνθρωπο στη θρησκεία τη λατρεία και την πίστη »

Το να θέλει κάποιος να γράψει ένα δοκίμιο για τη θρησκεία όχι απλά είναι ένα επικίνδυνο μονοπάτι που πρέπει να επιλέξει, αλλά πρέπει να το διασχίσει μόνος του χωρίς να αναμοχλεύει πάθη και μίση ή να αντιτάσσει το φανατισμό σε βάρος της επιστημονικότητας του εγχειρήματός του. Συχνά στην καθημερινότητά μας ακούμε απόψεις για τη θρησκεία που όμως συχνότατα τη συγχέουν με τη λατρεία. Άλλοτε πάλι κάθε κρίση για τη θρησκεία γίνεται αποκλειστικά από μία αντιχριστιανική σκοπιά, συγχέοντας το σύνολο των θρησκευτικών δρώμενων και παραλείποντας ανθρωπολογικούς και κοινωνιολογικούς όρους στην ιστορική εξέλιξη των θρησκειών και της ανθρώπινης κοινωνίας.

Οι θρησκείες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ιδωθούν ως το δημιούργημα μιας θεότητας. Ακόμα κι αν κάποιος επιμείνει στην ιδέα της ύπαρξης ενός θεού δημιουργού των πάντων (όπως ο Γιαχβέ ή ο Αλλάχ), αυτό δε σημαίνει ότι εκείνος όρισε το δογματικό υλικό ή τα λατρευτικά έθιμα. Στη δική μας περίπτωση είναι ξεκάθαρο, τόσο από την Παλαιά όσο και από την Καινή Διαθήκη, ότι ο Γιαχβέ υπαγόρευε εντολές ή απαγορεύσεις, αλλά ποτέ δεν ασχολήθηκε με τον τρόπο θυσιών. Αυτές ήταν θέμα του βιβλικού Μωυσή.

Τα ίδια τα λατρευτικά έθιμα, από την άλλη, δεν μπορούν να εξεταστούν μακριά από τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν κάθε εποχή. Συχνά απεικονίζουν κοινωνικές καταστάσεις και αντιλήψεις που κυριαρχούν σε μία κοινότητα. Υπό το πρίσμα αυτό, σχεδόν όλες οι χριστιανικές και μωαμεθανικές ή άλλες αντιλήψεις απλά απεικονίζουν την κοινωνία της εποχής που εκείνες διαμορφώνονταν. Ο θρησκευτικός μισογυνισμός, η απέχθεια για το σώμα και τη σεξουαλική ηδονή με την εμμονή για το πνεύμα και η ενδυμασία των ιερέων αποτελούν απλά ιδέες που επικρατούσαν κατά το διάστημα διαμόρφωσης του δόγματος σε κάθε λαό.

Ως έννοιες της θρησκείας έχουν προταθεί διάφορες απόψεις. Ο Χρήστος Γιανναράς ως θρησκεία ορίζει τη φυσική ανάγκη του ανθρώπου να υποθέτει παράγοντες γενεσιουργούς της ύπαρξης και των υπαρκτών, αλλά και του Κακού που διαπλέκεται με το υπαρκτό γεγονός, να συμπεραίνει από τη λογική αυτή υπόθεση τρόπους και πρακτικές «χειρισμού» παραγόντων, ώστε να οικοδομεί ελπίδες δικής του σωτηρίας από το Κακό. Στη Wikipedia, πάλι, διαβάζουμε ότι είναι η πίστη στο υπερφυσικό, το ιερό ή το θείο και τους ηθικούς κώδικες, πρακτικές, αξίες, οργανισμούς και τελετουργικά που συνδέονται μαζί της. Στην ευρύτερη έννοιά της ορισμένοι την έχουν ορίσει ως το σύνολο των απαντήσεων που δόθηκαν για να ερμηνευθεί η σχέση του ανθρώπινου είδους με το σύμπαν. Ωστόσο, όλοι οι συνήθεις ορισμοί στηρίζονται σε μία ενστικτώδη φυσική ανάγκη της πίστης και ποτέ δε διαφοροποιείται η λατρεία από τη θρησκεία, συγχέοντας τις δύο έννοιες. Μπορεί η πίστη να είναι κοινή και στα δύο, αλλά κοινωνικά απέχουν τόσο πολύ όσο η Φυσική από τη Μεταφυσική. Η πίστη του Γιανναρά θυμίζει ως παράλογο του Camus μία νέα πανούκλα. Η δική μας εξορία και βασίλειο είναι μια νέα εποχή του ορθολογισμού ή, για τα καθ’ ημάς, μια μεταχριστιανική εποχή. Οι υποσημειωμένοι ορισμοί και τόσοι άλλοι ανάλογοι μένουν προσκολλημένοι στον ψυχολογικό παράγοντα τον οποίο και θεωρούν ορμέμφυτο του ανθρώπου. Βέβαια έτσι αναρωτιόμαστε “και προς τι η όλη συζήτηση αφού στρεφόμαστε κόντρα στην ανθρώπινη φύση;”

Ποιοι, όμως, παράγοντες στρέφουν τον άνθρωπο στη θρησκεία, τη λατρεία και την πίστη;

Πολύ συχνά γίνεται λόγος για εγγενείς ανθρώπινες ανάγκες μεταφυσικής ερμηνείας του θανάτου. Κατά μία πρόταση είναι απλά μια φυσική ανάγκη· μάλιστα δικαιολογείται χρησιμοποιώντας ως επιχειρήματα τις ορμές της αυτοσυντήρησης και της διαιώνισης. Ωστόσο, αυτές δεν είναι παρά βιολογικές ανάγκες που σχετίζονται με την επιβίωση σε κακές συνθήκες ή τη διατροφή. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση γνωρίζουμε ότι τέτοια ένστικτα αυτοσυντήρησης και διαιώνισης έχουν όλα τα ζώα, αλλά ούτε ναούς χτίζουν ούτε θρησκευτικό αρχηγό έχουν. Πέρα από αυτό, αν ήταν μια φυσική ανάγκη, δεν θα υπήρχε πραγματικός και ρεαλιστικός λόγος για κείμενα ενάντια στη θρησκεία.

Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε μία τέτοια γονιδιακή προσέγγιση του ζητήματος, αφού οι μεταφυσικές προσεγγίσεις δεν είναι παρά επίκτητες. Κανένα άλλο είδος του ζωικού βασιλείου δεν εκφράζει τέτοιες ανάγκες, γιατί ακριβώς δεν είναι ανάγκες. Κανένα ζώο δεν θάβει συγγενείς· απλά ορισμένα αγελαία κοινωνικής δομής ζώα μεταφέρουν τις σορούς σε απομακρυσμένα μέρη (εξάλλου έχει αποδειχθεί προ πολλών ετών ο γενετικός μύθος του νεκροταφείου ελεφάντων και άλλα ανάλογα) για την αποφυγή των οσμών και της επερχόμενης μόλυνσης. Ο άνθρωπος δεν φαίνεται να διαφέρει βιολογικά σε τίποτε από τα άλλα ζώα ως προς αυτό το ζήτημα.

Συνέχεια...


Το άρθρο αποτελεί μέρος του δοκιμίου Αντιθρησκευτικές αναζητήσεις: δόγμα, λατρεία, ατομοκεντρισμός, εσχατολογία και έχει δημοσιευτεί σε προγενέστερη μορφή του στο ιστολόγιο Ο δείμος του πολίτη, όπου γίνεται και ο σχολιασμός.