Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (32)

23 Μαρτίου 2012
Αρθρογράφος: Μάριος Β., ετών 64, εκδότης-συγγραφέας, πατέρας και παππούς.


Μια ζωή αγώνας κατά της παπαδοκρατίας.
Λοιπόν, εγώ δεν χρειάστηκε ποτέ να αποχαιρετίσω την πίστη, διότι ΠΟΤΕ δεν υπήρξα πιστός. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον άπιστων και άθεων!

Οι γονείς μου αντιπαθούσαν δύο πράγματα: τους βασιλιάδες και τους παπάδες. Στο πατρικό μου σπίτι δεν υπήρχε ούτε καντήλι, ούτε εικόνα, ούτε θυμιατήρι, και μια γιαγιά θεούσα που προϋπήρξε, πέθανε όταν ήμουν νήπιο. Ασυνείδητα, στη συνέχεια, ακούγοντας τις συζητήσεις των μεγάλων, κατέγραψα στο νου μου τα σοφά λόγια του Λασκαράτου, του Ροΐδη, του Βάρναλη, τα οποία άρχισα να αμολάω στο σχολείο, όπου καθ’ υπόδειξη των δικών μου απόφευγα να κάνω σταυρό ή να πηγαίνω για εκκλησιασμό, γνωρίζοντας από πολύ νωρίς ότι όλα αυτά είναι ανοησίες.

Μπαίνοντας στο γυμνάσιο, η αθεϊστική μου καταγωγή μού κόστισε διώξεις και αποβολές. Ένας φανατικός θεολόγος, για παράδειγμα, με υποχρέωσε να κουβαλάω από το σπίτι μου σκαμνί για να κάθομαι στο μάθημά του, εφόσον θεώρησε ότι δεν ήμουν άξιος να κάθομαι στα θρανία των ευσεβών χριστιανών. Όταν μια μέρα εξηγούσε ότι ο θεός έφτιαξε τον κόσμο, εγώ τον ρώτησα «Τον θεό, ποιος τον έφτιαξε;», και έφαγα την πρώτη μου αποβολή, συνοδευόμενη από ένα γερό ξυλοφόρτωμα.

Υπήρξαν κι άλλα παρόμοια επεισόδια, που με έκαναν να νιώσω ότι όποιος δεν δηλώνει ότι «πιστεύει» σ’ αυτή τη χώρα είναι τουλάχιστον ανεπιθύμητος. Έτσι μίσησα όλο το χριστιανικό κατεστημένο, τους ρασοφόρους και τα αμύθητα πλούτη τους. Είδα από πολύ νωρίς τη θρησκεία σαν μια χοντρή αλυσίδα που τη φόρεσαν κάποιοι επιτήδειοι στον ελληνικό λαό, προκειμένου να σκύβει το κεφάλι πρόθυμα στην κάθε εξουσία. Διότι οι ρασοφόροι θεωρούν τους άλλους ανθρώπους «ποίμνιο» και τους εαυτούς τους «ποιμένες», κι ως γνωστόν κανένας τσοπάνης δεν διατηρεί κοπάδι για το καλό του κοπαδιού. Αντίθετα το διατηρεί για κούρεμα, άρμεγμα, πούλημα και σφάξιμο!

Μου έμεινε όμως η περιέργεια, πώς και γιατί δημιουργήθηκε όλο αυτό το τέρας, που λέγεται χριστιανική εκκλησία, και η ικανοποίηση αυτής της περιέργειας καθόρισε μάλλον όλη μου την επαγγελματική σταδιοδρομία.

Στο μεταξύ απόκτησα ταυτότητα με το περίφημο Χ.Ο., που έγραφε ο αστυνομικός χωρίς να ρωτήσει, και στη συνέχεια, σαν όλους τους νέους της εποχής μου, λούστηκα κι εγώ τη φρίκη της χούντας, που ενώ εξυπηρετούσε αλλότριους σκοπούς, παρουσίαζε τον εαυτό της με το περίφημο όσο και ανατριχιαστικό σύνθημα: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».

Εντάχθηκα λοιπόν σε μιαν αντιστασιακή οργάνωση, μοίραζα προκηρύξεις, μιλούσα εναντίον της χούντας σε συγκεντρώσεις σπουδαστών, ώσπου με ειδοποίησαν να φύγω από τη χώρα, διότι το όνομά μου βρισκόταν σε λίστα της οργάνωσης που έπεσε στα χέρια των αρχών.

Πράγματι διέφυγα στην Ιταλία, όπου για να επιζήσω έκανα κάθε λογής δουλειές και συνάμα συνέχισα να μιλάω δημόσια κατά της χούντας. Τότε γνώρισα μια Ισραηλινή και της ζήτησα να μου μάθει τη γλώσσα της.

Κι αυτό για τρεις λόγους:
επειδή από παιδί είχα την περιέργεια και την ευκολία να μαθαίνω ξένες γλώσσες. Μεγάλωσα σε ένα πολύγλωσσο περιβάλλον, εφόσον οι γονείς μου καταγίνονταν μεταξύ των άλλων με μεταφράσεις, επιμέλειες κειμένων και διδασκαλία ξένων γλωσσών, κι έτσι σε ηλικία είκοσι χρονών μιλούσα άνετα τέσσερις γλώσσες.
επειδή ήθελα να προσεγγίσω τις ρίζες του χριστιανισμού στην πηγή του, δηλαδή τον ιουδαϊσμό.
επειδή η μικρά μου άρεσε πολύ.

Έτσι, μαθαίνοντας εβραϊκά, έκανα μια σειρά από ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις. Έμαθα για παράδειγμα ότι η περίφημη όσο και μυστηριώδης έκφραση των Ευαγγελίων «ο υιός του ανθρώπου», είναι εντελώς κοινότοπη στα εβραϊκά, εφόσον στη γλώσσα αυτή ΔΕΝ υπάρχει λέξη για την έννοια «άνθρωπος» (!) και όλοι οι άνθρωποι αποκαλούνται «γιοι του χωματένιου», που δεν είναι άλλος από τον Αδάμ, το όνομα του οποίου είναι ο αρσενικός τύπος της λέξης «ανταμά», που σημαίνει «χώμα, γη». Έμαθα ακόμη ότι το όνομα του αγγέλου Γαβριήλ σημαίνει «θεός-ήρωας» και εκείνο του Ραφαήλ «θεός-θεραπευτής», κι ακόμη ότι ο Βεελζεβούλ είναι ο Μπαάλ Ζεβούβ και σημαίνει «θεός-μύγα».

Κοντολογίς όσο προχωρούσα στην εκμάθηση των εβραϊκών, τόσο καταλάβαινα ότι όλο το χριστιανικό δόγμα θεμελιώνεται επάνω σε μια σειρά από σκόπιμα μεταφραστικά λάθη. Οι ξένες και αμετάφραστες λέξεις σε οποιαδήποτε γλώσσα εντυπωσιάζουν τους αδαείς. Έτσι οι εβραϊκές λέξεις στα ελληνικά εντυπωσιάζουν τους πιστούς, όπως αντίστοιχα οι ελληνικές λέξεις στις άλλες γλώσσες επέχουν τη χροιά της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Ο άθεος, για παράδειγμα, στα εβραϊκά λέγεται «απικορός», λέξη που κατάγεται από το όνομα του φιλόσοφου Επίκουρου, τα διδάγματα του οποίου ήσαν εντελώς απαράδεκτα για τους φανατικούς θεοκράτες της Ιερουσαλήμ κατά την ελληνιστική εποχή.

Εξοπλισμένος λοιπόν με τις γνώσεις αυτές και ενθουσιασμένος από μια καινούργια ερωτική γνωριμία με μια καθολική Γαλλοκαναδέζα, φοιτήτρια Ανατολικών Σπουδών, εγκαταστάθηκα για ένα διάστημα στην Ιερουσαλήμ, όπου γνωρίστηκα μ’ έναν πολύ σπουδαίο Άγγλο καθηγητή ανατολικών γλωσσών, μέλος της διεθνούς επιστημονικής ομάδας που μελετούσε τα Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας, ο οποίος ήθελε τη βοήθειά μου για να βελτιώσει τα ελληνικά του.

Πέρα από το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα των χειρογράφων, ο καθηγητής με μύησε στο δράμα του παλαιστινιακού λαού, προδομένου από τους Άραβες «αδελφούς» και κτηνωδώς καταπιεσμένου από τους ακροδεξιούς σιωνιστές που ελέγχουν τα πολιτικά πράγματα στο Ισραήλ, ενώ η γαλλοκαναδέζα φίλη μου αξιοποιούσε συχνά την ικανότητά μου να της μεταφράζω αποσπάσματα των χειρογράφων από τα εβραϊκά στα γαλλικά, πράγμα που προφανώς μόνον Έλληνας με καταγωγή από την Κεφαλονιά μπορούσε να κάνει, όπως εγώ.

Ξέσπασε ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, ακολούθησε η σφαγή στο Πολυτεχνείο, η τούρκικη εισβολή στην Κύπρο, η πολυαναμενόμενη πτώση της χούντας, κι εγώ εγκατέλειψα οριστικά τη Μέση Ανατολή, πήγα στην Ολλανδία, δούλεψα σε φάμπρικα, γνώρισα μια Ολλανδέζα, και τελικά επέστρεψα παντρεμένος στην Ελλάδα, όπου πήρα σβάρνα τους εκδοτικούς οίκους, αναζητώντας απασχόληση ως μεταφραστής έξι γλωσσών, διότι στο μεταξύ έμαθα και ολλανδικά.

Τελικά έπιασα δουλειά στις εκδόσεις Δίβρης, όπου ανέλαβα να μεταφράσω την τριλογία του Ρ. Αμπελαίν (Ιησούς, Παύλος, Γολγοθάς), που απαιτούσε γνώσεις γαλλικών αλλά και εβραϊκών, βιβλία που αφενός αμφισβητούσαν την εκδοχή των Ευαγγελίων κι αφετέρου αναφέρονταν διαρκώς στα Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας. Διαπιστώνοντας λοιπόν ότι δεν υπήρχε ούτε ένα αξιόλογο σύγγραμμα στα ελληνικά επάνω σ’ αυτό το θέμα, κάθισα και έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, με τίτλο «Τα Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας», με βάση τις γνώσεις που είχα αποκτήσει πριν από τρία χρόνια στην Παλαιστίνη.

Παράλληλα με τα βιβλία του Αμπελαίν μετάφρασα κι άλλα βιβλία, όπως το ερωτικό μυθιστόρημα «11.000 Βέργες», του Γκ. Απολλιναίρ, το σκανδαλώδες περιεχόμενο του οποίου ενόχλησε μια παρεκκλησιαστική οργάνωση, που μήνυσε τον εκδότη αλλά και εμένα, ως μεταφραστή. Στη δίκη μάρτυρες κατηγορίας ήσαν ένας… άτεκνος πρόεδρος γονέων και κηδεμόνων, ένας καθηγητής γνωστός για καταχρήσεις στο Παρίσι, κι ένας μόνιμα μεθυσμένος παπάς, οι οποίοι δεν εμπόδισαν τους νεαρούς πιστούς τους να βγάλουν μαχαίρι —σ’ εμένα και στον συγκατηγορούμενό μου— στα… ουρητήρια του δικαστηρίου.

Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο στη συνέχεια εκδόθηκαν και οι «Αντιφάσεις της Καινής Διαθήκης» του αείμνηστου φίλου μου Θωμά Μάρα, βιβλίο που μηνύθηκε από άλλη παρεκκλησιαστική οργάνωση. Έτσι ξανακάθισα στο σκαμνί ως επιμελητής της έκδοσης, μαζί με τον εκδότη και τον συγγραφέα.

Μετά βρήκα δουλειά σε άλλο εκδοτικό οίκο, κι αυτή τη φορά λόγω ενός αντιχουντικού βιβλίου μου, με τίτλο «Ο Πολιτισμός των Στρατοπέδων», με συνέλαβαν ενώ ήδη κυβερνούσε το ΠΑΣΟΚ για «… υποκίνηση του στρατεύματος εις στάσιν». Έγινε ντόρος, με άφησαν ελεύθερο, αλλά από τότε μου μπήκαν οι υποψίες για κάποιους κρυφούς δεσμούς μιας μερίδας της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ με χουντικά «σταγονίδια», γεγονός που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από την άθλια συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ, που επανέφερε τους γελοίους οπαδούς της χούντας στην ηγεσία της έρημης χώρας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990 εργάστηκα σε διάφορους εκδοτικούς οίκους και παράλληλα αρθρογραφούσα σε εφημερίδες και περιοδικά, συχνά με φλογερά ή σαρκαστικά αντιθρησκευτικά άρθρα, όπως τη σειρά «Sex και θρησκεία» στο Playboy, μέχρι που το 1996 αποφάσισα να στήσω έναν δικό μου εκδοτικό οίκο κι ένα δικό μου βιβλιοπωλείο.

Χάρη στις οικονομίες χρόνων και τη βοήθεια φίλων, τα κατάφερα. Το βιβλιοπωλείο μου, σε μια πάροδο της οδού Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, έγινε γρήγορα γνωστό ως στέκι φιλοσοφίας, επιστημονικής γνώσης, σύγχρονης λογοτεχνίας, επιστημονικής φαντασίας αλλά και… αθεΐας, ή θρησκευτικής αμφισβήτησης, εάν θέλετε, που φιλοξενούσε καθημερινά πολιτιστικές εκδηλώσεις ποικίλου περιεχομένου, ενώ μια φορά το μήνα γινόταν και ρεφενέ πάρτι με πολύ κέφι.

Όλα πήγαιναν μια χαρά ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε ένας περίεργος τύπος και μου πρότεινε σχέδια… επενδύσεων. Του απάντησα ότι δεν έχω φράγκα για τέτοιες δουλειές. Τότε μου είπε ότι έχει μεγάλη ανάγκη, οπότε τον λυπήθηκα και του ανέθεσα να μου κάνει ένα δυο θελήματα για να βγάλει χαρτζιλίκι. Σύντομα αποδείχθηκε ανίκανος και ασυνεπής. Του ζήτησα να μην ξαναπατήσει κι επειδή είχε κρατήσει ένα δικό μου μπλοκ αποδείξεων, αναζήτησα το σπίτι του για να το πάρω πίσω. Βρέθηκα σε ένα διαμέρισμα γεμάτο εικόνες και εικονίτσες αγίων. Πήρα το μπλοκ και έφυγα, ελπίζοντας να μην τον ξαναδώ.

Στις 5 Μαρτίου 1997, στις 5 το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από την πυροσβεστική και μου είπαν ότι το βιβλιοπωλείο μου καιγόταν. Έτρεξα αμέσως και βρήκα τους κόπους μιας ζωής στάχτη. Ο εμπρηστής είχε ανοίξει το παράθυρο κι είχε ρίξει δυο μεγάλα μπουκάλια του νερού γεμάτα βενζίνα, τυλιγμένα με αφρολέξ, ώστε να υπερθερμανθούν και να εκραγούν. Όπως και έγινε. Τα φλεγόμενα κομμάτια του πλαστικού κόλλησαν επάνω στα ράφια των βιβλίων, και όσα βιβλία δεν κάηκαν, καπνίστηκαν σε βαθμό που να μη μπορούν να πουληθούν. Ένα μέρος από αυτά, τα χρωστούσα σε συναδέλφους εκδότες.

Ο αξιωματικός της πυροσβεστικής με πληροφόρησε ότι από τον τρόπο που έγινε ο εμπρησμός συμπέραινε πως οι δράστες ανήκαν πιθανότατα σε κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση. Κάθε ομάδα βλαμμένων έχει τη δική της εμπρηστική μέθοδο, μου εξήγησε, κι αυτή ήταν η μέθοδος των φανατικών χριστιανών. Άλλωστε έξω από το μαγαζί το βρωμόχερο του εμπρηστή είχε γράψει: ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ.

Δεν θα λησμονήσω ποτέ την αυθόρμητη βοήθεια που μου πρόσφεραν φίλοι και γνωστοί με κάθε τρόπο, προκειμένου να βάλω σε τάξη το χάος. Η ζημιά όμως αποδείχθηκε πολύ μεγάλη και με γονάτισε. Αναγκάστηκα να παρατήσω το μαγαζί και να στριμωχτώ σ’ ένα δυάρι διαμέρισμα, που το είχα για σπίτι, αποθήκη και εκδοτικό οίκο.

Δουλεύοντας σκληρά και εκδίδοντας μεταξύ των άλλων και αντιθρησκευτικά βιβλία κατάφερα κάπως να ορθοποδήσω. Έκανα και μερικές εμφανίσεις στην τηλεόραση, όπου τα έχωνα χοντρά σε παπάδες, θεολόγους και θεούσους. Έτσι έγινα γνωστός στο πανελλήνιο.

Ώσπου μια μέρα μου ήρθε μια πρόσκληση να παραστώ ως μάρτυρας κατηγορίας και πολιτικός ενάγων ενάντια στον εμπρηστή του βιβλιοπωλείου μου, τον οποίο συνέλαβε η αστυνομία, δύο χρόνια μετά τον εμπρησμό. Καταχάρηκα πιστεύοντας ότι επιτέλους θα αποζημιωνόμουν για το κακό που μου έγινε. Εις μάτην. Στο δικαστήριο κατάλαβα ότι ο εμπρηστής δεν ήταν άλλος από τον τύπο που μου είχε προτείνει τις… επενδύσεις και είχε το διαμέρισμά του γεμάτο εικόνες.

Ήρθε συνοδευόμενος από κάτι φάτσες του… κατηχητικού και φώναζε ότι ήταν το… «χέρι του θεού!» Όμως με κάποιο πρόσχημα ζήτησε αναβολή και το δικαστήριο συμφώνησε. Δυο χρόνια αργότερα επαναλήφθηκε το σκηνικό. Νέα αναβολή. Τελικά έξι χρόνια μετά τον εμπρησμό ο τύπος καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλακή… με αναστολή, αλλά εγώ δεν είχα πλέον το δικαίωμα να ασκήσω αγωγή αποζημίωσης εις βάρος του. Είχε παρέλθει η προθεσμία.

Άσκησε έφεση, αφέθηκε ελεύθερος, και επανέλαβε την αποτελεσματική του τακτική στο εφετείο, όπου δύο χρόνια αργότερα καταδικάστηκε τελεσίδικα. Εγώ πήρα το χαρτί της καταδίκης του στα χέρια και εκείνος ούτε που πάτησε στο δικαστήριο.

Συνέχισα τις εκδόσεις μου, έγραψα κι ο ίδιος αρκετά αντιθρησκευτικά βιβλία, ξανάνοιξα βιβλιοπωλείο, το ξανάκλεισα, λόγω των ταραχών στα Εξάρχεια, δημιούργησα το περιοδικό Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ, απ’ τις σελίδες του οποίου τα χώνω συχνά ενάντια στις θρησκείες, έκανα αποκέντρωση, κι έστησα ένα μικρό βιβλιοπωλείο στη Ρόδο.

Έκτοτε εντοπίζω ενίοτε στο διαδίκτυο μερικούς φανατικούς να με βρίζουν ως άθεο, αντίχριστο, σατανιστή, και άλλα κομψά... Να είναι καλά οι άνθρωποι... διαφήμιση μου κάνουν! Βέβαια αρκετά βιβλιοπωλεία αρνούνται να εκθέσουν στα ράφια τους τα βιβλία μου. Διαδίδουν ότι έκλεισα, ότι τα βιβλία μου δεν υπάρχουν. Αντίθετα άλλα βιβλιοπωλεία τα επιζητούν, τα παραγγέλνουν και τα προβάλλουν. Όλα εξαρτώνται από την πελατεία αλλά και τη μόρφωση του κάθε βιβλιοπώλη.

Ψάχνοντας από ακόρεστη ερασιτεχνική περιέργεια την καταγωγή του χριστιανισμού στις εβραϊκές του ρίζες, μετά από πολλά χρόνια μελετών κατέληξα στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα καθαρά πολιτικό ιουδαϊκό κίνημα, που γεννήθηκε από το μίσος των ιερέων του ιουδαϊσμού ενάντια σε κάθε τι το ελληνικό, λόγω της παρατεταμένης κατοχής των Παλαιστίνης από τους Σελευκίδες. Ο μισελληνισμός αυτός στράφηκε στη συνέχεια ενάντια στους Ρωμαίους, που διαδέχθηκαν τους Σελευκίδες, και όλος ο πρώτος μεταχριστιανικός αιώνας στιγματίστηκε από πολυάριθμες ένοπλες ιουδαϊκές εξεγέρσεις, που πνίγηκαν όλες στο αίμα.

Τότε κάποιος Σαούλ —εάν το όνομα είναι αυθεντικό και δεν πρόκειται για συνωμοτικό ψευδώνυμο που παραπέμπει στον μυθικό βασιλέα του Ισραήλ— ίδρυσε ένα πολιτικό-θρησκευτικό κόμμα, που απέβλεπε όχι πλέον στην εκδίωξη των Ρωμαίων, αλλά στην κατάληψη του ρωμαϊκού θρόνου με πραξικόπημα ή με πολιτική συναλλαγή.

Τέσσερις αιώνες μετά, το απίθανο αυτό σχέδιο έγινε πραγματικότητα με την κατάληψη της ρωμαϊκής εξουσίας από τον αιμοσταγή Κωνσταντίνο, ο οποίος πείστηκε πως θα διασφάλιζε τη συνοχή της απειλούμενης αυτοκρατορίας του με την υιοθέτηση αρχικά, και τη βίαιη επιβολή στη συνέχεια, του χριστιανισμού, ο οποίος, από τη στιγμή της ανάδειξης του πρώτου Ρωμαίου χριστιανού αυτοκράτορα, απέβαλε τον αντιρωμαϊκό χαρακτήρα του αλλά διατήρησε ατόφιο τον μισελληνισμό του, παίρνοντας εκδίκηση, μετά από έξι αιώνες, για την απαγόρευση της λατρείας του Γιαχβέ από τον Αντίοχο τον Δ’, με το συστηματικό αφανισμό του ελληνικού πολιτισμού.

Έκτοτε το χριστιανικό ιερατείο παραμένει ασφυκτικά συνδεδεμένο με την εκάστοτε πολιτική εξουσία σ’ αυτό τον έρημο τόπο, είτε πρόκειται για τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, είτε για τους Οθωμανούς, είτε για τη σύγχρονη κοινοβουλευτική πλουτοκρατία, απολαμβάνοντας με τον παρασιτισμό του αναρίθμητα προνόμια και αμύθητα πλούτη.

Μια ολόκληρη ζωή αφιέρωσα σ’ αυτές τις αναζητήσεις, που συχνά τις πλήρωσα με υλικές ζημιές και ψυχική ταλαιπωρία. Τελικά βρήκα την αλήθεια· την αλήθεια μου! Μιαν αλήθεια, όμως, που δεν ξέρω εάν άξιζε τον κόπο να την αναζητήσω... Διότι, όσο κι αν αγωνιστήκαμε τόσοι και τόσοι άνθρωποι για τη μεγάλη υπόθεση του διαφωτισμού, δυστυχώς η θεοκρατία συνεχίζεται στον τόπο μας. Καμία πολιτική παράταξη δεν έχει το κουράγιο να αδιαφορήσει για τις ψήφους των πιστών και να στείλει τη θρησκεία εκεί όπου είναι η θέση της, στον σκουπιδοντενεκέ της ιστορίας.

Τέλος πάντων! Κάθε βιβλίο μοιάζει με ένα μπουκάλι με μήνυμα που το πετάει ο ναυαγός στη θάλασσα. Ποτέ δεν μπορεί να ξέρει σε ποια χέρια θα φτάσει. Κι εγώ μέχρι στιγμής έχω γράψει πενήντα βιβλία…

Δεν έβγαλα χρήματα από τη δουλειά μου. Απόκτησα όμως εξαίρετους φίλους. Κι εδώ που βρίσκομαι τώρα, στην αρχή της τρίτης ηλικίας, οι λίγοι, εκλεκτοί και αποδεδειγμένα καλοί φίλοι φτάνουν και περισσεύουν για συντροφιά και ζεστασιά. Βλέπετε, οι «ποιμένες» συνηθίζουν να βόσκουν τα πολυπληθή «ποίμνιά» τους κάτω, στις υγρές, θερμές και άρρωστες πεδιάδες. Εδώ ψηλά, στον καθαρό αέρα, έχει ψύχρα και μοναξιά…

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.