Από τον Μηχανιστικό στον Διαλεκτικό Υλισμό

18 Σεπτεμβρίου 2013
Στο πλαίσιο των ομιλιών, έξι συνολικά τον αριθμό, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από μέλη της Ένωσης Αθέων στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο «Nosotros» (Θεμιστοκλέους 66, Εξάρχεια), μετά από πρόσκληση για συμμετοχή στους κύκλους αυτομόρφωσης που διοργανώνει ο συγκεκριμένος χώρος, το μπλογκ μας αναδημοσιεύει τμηματικά το περιεχόμενο των ομιλιών αυτών.


Αρθρογράφος: Άθεος


27 Μαρ 2013

Στην προηγούμενη ομιλία είδαμε πώς γεννήθηκε η υλιστική ιδέα στην οποία ο άνθρωπος με θάρρος αναζήτησε την αλήθεια στη φύση και τους τους νόμους και κατάλαβε τις δυνατότητές του. Ο άνθρωπος του μεσαίωνα έζησε το αιώνιο σκοτάδι μέσα στην πλατωνική του σπηλιά, αναγνωρίζοντας στον παπά της ενορίας του τον φυσικό, τον γιατρό, τον δικαστή και τον δάσκαλο στον οποίο εμπιστεύτηκε τα παιδιά του! Με γυρισμένη την πλάτη στο φως και την αλήθεια, αγνόησε τη φωτεινή πραγματικότητα για αιώνες. Όμως η αλήθεια δεν έσβησε στο διάβα των αιώνων, ούτε και με τον ανελέητο διωγμό που επέβαλαν οι εξουσιαστές του σκότους και της απάτης. Πάνω από χίλια χρόνια διήρκεσε ο διωγμός αυτός, χιλιάδες αναζητητές της αλήθειας οδηγήθηκαν στα κολαστήρια της ιερής εξέτασης και τα ικριώματα στα οποία έκαιγαν ανυπεράσπιστα τα θύματά τους, και ελαφρά τη καρδία οι βασανιστές του πνεύματος διακήρυτταν ότι έκαναν το ιερό τους καθήκον. Από τα τέλη του 16ου αιώνα όμως ο άνθρωπος αποφάσισε να στρίψει πίσω και να αντιμετωπίσει την αλήθεια κατάματα, χωρίς τύψεις και φόβο, ανακαλύπτοντας τους νόμους που κινούσαν τις σκιές και θώπευαν τη λογική και τη συνείδησή του.

Ο «νέος άνθρωπος», με την πλατιά έννοια του όρου, συνεπαρμένος από τις νέες ανακαλύψεις της εποχής που μέρα με τη μέρα πια ανακαλύπτονται, λυτρώνεται από το «προπατορικό αμάρτημα».

Ανεξαρτητοποιείται από την ιδέα του θεού και ζώντας τη φρενίτιδα των νέων επιστημονικών ανακαλύψεων φλέγεται από το πάθος του ορθολογισμού. Ζώντας την επιστημονική αναζήτηση, σαν μία πρωτόγνωρη συγκινησιακή εμπειρία, οι πνευματικοί ορίζοντες του ανθρώπου μεγαλώνουν ακόμα πιο πολύ.

Μετά την ουμανιστική εποχή ο άνθρωπος νιώθει την ελευθερία λες και οι τοίχοι που για αιώνες περιόριζαν την οπτική του με πάταγο γκρεμίζονται, λούζοντας τους θαρραλέους του πνεύματος με άπλετο φως.

Το ελληνικό θαύμα, όπως το κατονόμασε ο Ρενάν αργότερα, ξεπρόβαλε από το λήθαργο του μεσαίωνα. Σίγουρα, οι θρησκευτικές προκαταλήψεις που πολώνουν τη σκέψη του ανθρώπου μπορούν να εξαφανιστούν μόνο με την εμπέδωση της υλιστικής φιλοσοφίας, αφού ο εμπειρισμός στην αρχή και η διαλεκτική μετά εξασφαλίζουν την επιτυχία των νέων ανακαλύψεων παρέχοντας την εγγύηση για τη σωστή ερμηνεία του κόσμου.

Η κίνηση αποδείχτηκε ότι ήταν ιδιότητα της ύλης. Το θεϊκό «κινούν αίτιο» της αριστοτελικής φιλοσοφίας δέχτηκε θανάσιμο πλήγμα. Η ύλη είναι αιώνια. Η ηθική δεν έχει σαν πηγή τον θεό και οι νόμοι δεν καθορίζονται από αυτόν. Ο θεός σαν δημιουργός ήταν περιττός και στην καλύτερη περίπτωση δεν υπήρχε.

Μα όλα αυτά ήταν γνωστά από την αρχαιότητα. Κάποιοι τα απέκρυψαν επιβάλλοντας στυγνό θεοκρατικό σύστημα. Η θρησκευτική και πολιτική εξουσία επέβαλε τη θέλησή της με τον πιο επαίσχυντο τρόπο: τον βασανισμό και την καταδίκη σε θάνατο όσων αμφισβητούσαν την Απόλυτη Ιδέα των Γραφών.

Ας κάνουμε πάλι ένα ιστορικό ταξίδι στον χρόνο για να δούμε πώς το φως ξέσχισε τα ράσα της αποβλάκωσης φωτίζοντας τις σκοτεινιασμένες κόγχες του ανθρώπινου εγκέφαλου.

Το 1625 ο Πιέρ Γκασεντί (1592-1655) καταπιανόταν με την αστρονομία και την επικούρεια φιλοσοφία, και οι υλιστικές ιδέες αναβιώνουν και πάλι. Εμπλουτίζονται με τον Τόμας Χομπς (1588-1679) που θεωρείται ο θεμελιωτής του μηχανιστικού υλισμού.

Όλα πια έχουν σχέση με την κίνηση της ύλης σύμφωνα με τους μηχανικούς νόμους. Στην προεπαναστατική Γαλλία οι φιλόσοφοι δημιουργούν τομές στην προϋπάρχουσα χριστιανική σκέψη. Η πραγματικότητα αποτελείται μόνο από ύλη, στηρίζοντας κάθε αντίληψη αποκλειστικά στη λογική και την εμπειρία. Άλλωστε το ον, το πράγμα δηλαδή, είναι υλικό και μόνο αυτό απαρτίζει το πραγματικό. Αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής στον τρόπο της σκέψης ήταν η ραγδαία ανάπτυξη των φυσικών επιστημών τον επόμενο αιώνα. Ο άνθρωπος επιτέλους αφυπνίστηκε και κατάλαβε ότι έπρεπε να προσηλωθεί στην αγάπη του για τη φύση και τον άνθρωπο.

Παρακολουθώντας την εξέλιξη της Φιλοσοφικής σκέψης, μετά το 16ο αιώνα, παρατηρούμε ραγδαία εξάπλωση του Ντεϊσμού, των φυσικών θρησκειών και των πανθεϊστικών αντιλήψεων. Οι τελευταίες είναι νατουραλιστικές τάσεις που εμφανίστηκαν σαν αντίδραση στη θρησκευτική καθεστηκυία τάξη του μεσαίωνα, όταν εμφανίστηκε το ουμανιστικό κίνημα, στρέφοντας το βλέμμα του ανθρώπου από τον ουρανό στη φύση και τα ατομικά του προβλήματα. Κατάλαβε το καθήκον του απέναντι στον εαυτό του και την κοινωνία του, της οποίας είναι μέλος. Απαλλάχτηκε από τα δεσμά της παράδοσης και της πρόληψης και αντιλήφθηκε τις υποχρεώσεις του προς τα δικαιώματα του ανθρώπου. Όμως η διάδοση της υλιστικής θεωρίας οφείλεται αποκλειστικά στη σαφήνεια και στην ενότητα της μηχανιστικής του αντίληψης.

Κατάλαβε ότι η ανθρώπινη συνείδηση όχι μόνο εξαρτάται από τη λειτουργία του εγκεφάλου αλλά είναι και προϊόν της (Ντιντερώ 1713-1784, Λαμετρί 1709-1751). Ο άνθρωπος είναι μια μηχανή και η νόησή του μία λειτουργία του εγκεφάλου. Η φύσις επίσης διέπεται από φυσικούς νόμους (Χόλμπαχ 1723-1789).

Ο Πάουλ Χάινριχ Ντίτριχ, γνωστός και σαν βαρόνος Χόλμπαχ (1723-1789), υποστήριξε τον συστηματικό υλισμό και απορρίπτοντας κάθε μορφή θρησκείας έγινε εκπρόσωπος του αθεϊσμού. Ό,τι υπάρχει βρίσκεται μέσα στη φύση, έλεγε, οτιδήποτε αναφέρεται έξω από αυτήν είναι δημιούργημα της φαντασίας. Πίστευε ότι ολόκληρο το σύμπαν ήταν ένα σύνολο ύλης, κίνησης και απεριόριστης αλληλουχίας αιτίων και αιτιατών. Ώριμος αθεϊστής ο Χόλμπαχ, απορρίπτοντας τη μέλλουσα ζωή και τη θεία κρίση, πίστευε επίσης ότι ο άνθρωπος πρέπει να στρέφει τις προσπάθειές του για να κάνει ευκολότερη τη δική του ζωή και να ευτυχεί προσπαθώντας να φανεί αντάξιος της αγάπης των υπολοίπων.

Πράγματι, όπως είπαμε πιο πάνω, από την αρχαιότητα ακόμα, ο υλισμός, ως κοινωνικό φαινόμενο και αλληλένδετος με τη δημοκρατία, αποτελούσε πάντα την προοδευτικότερη κίνηση στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ο θεός την εποχή του διαφωτισμού, σαν Μονάδα και Διάνοια, εμψυχώνει τον κόσμο και γίνεται στήριγμα των ορθολογιστών. Δεν αρκεί όμως μόνον αυτή η πλευρά. Σαν αρχή του κόσμου επιβάλει την ηθική της. Ο θεός γίνεται ξανά ιδέα. Ιδέα του Αγαθού. Αιώνιος σαν τη Φύση και ηθικός όπως διακαώς επιθυμεί ο άνθρωπος. Ο θεός της νέας εποχής αυτοδημιουργείται και τελειοποιείται όπως η φύση. Μόνο η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου συντελεί στο τελικό «πεπρωμένο». Το τελευταίο δεν είναι γεγραμμένο αλλά συντελείται από εμάς. Εμείς έχουμε την ευθύνη. Ο άνθρωπος απελευθερώνεται!

Οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις έδωσαν νέα ώθηση! Ο άνθρωπος επιτέλους κατάφερε να αντισταθεί στο ράσο.

Αλλά εκεί όπου ο υλισμός έπεισε για την ανυπαρξία του θεού, η ηθική είχε και πάλι την τιμητική της. Χωρίς να υπάρχει αναγκαίος σύνδεσμος μεταξύ θρησκείας και ηθικής, γίνεται κατανοητό ότι οι άθεοι είναι εναρετώτεροι των πιστών γιατί «καθοδηγούνται» από μία συλλογική συνείδηση που την «επιβάλλουν» στην κοινωνία με την εκμάθηση και την εκπαίδευση, σαν χρέος και καθήκον του ανθρώπου, και όχι με κίνητρο την ανταμοιβή και τα εκβιαστικά διλήμματα της τιμωρίας που εφευρίσκει η θρησκεία.

Τη διαπίστωση αυτή είχε κάνει και ο Πιέρ Μπάυλ (1647-1706). Ήταν Γάλλος φιλόσοφος, πρώιμος εκπρόσωπος του Διαφωτισμού που με το έργο του «Ιστορικό και Κριτικό Λεξικό» άσκησε σημαντική επίδραση στον Βολτέρο, τον Ντιντερό και τον Φώερμπαχ. Επειδή πίστευε ότι η γνώση δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμφίβολα αξιόπιστη, παρά μόνο πιθανή, άρα και τα θρησκευτικά δόγματα δεν μπορούν να θεμελιωθούν ορθολογικά, και γι’ αυτό υποστήριζε ότι την ηθική δεν πρέπει να την ταυτίζουμε με τη θρησκεία. «Η λαϊκή ηθική που ωθεί τον άθεο προς τον ενάρετο βίο» έλεγε «είναι τόσο αυστηρή, όσο και κάθε πειθαρχία θρησκευτικής έμπνευσης». Επίσης με παρρησία διακήρυττε ότι ο άθεος μπορεί να είναι ηθικός και έντιμος άνθρωπος. Ο άνθρωπος, έλεγε, γίνεται κατώτερος όχι με τον αθεϊσμό αλλά με τις δεισιδαιμονίες!

Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι τη Γαλλική επανάσταση και τον Διαφωτισμό που άλλαξε το νόημα του ανθρώπου, αλλάζοντας παράλληλα και τον ίδιο.
Κάτι έλλειπε όμως ακόμα. Ο μηχανιστικός υλισμός είχε ελλείψεις που ενοχλούσαν και δεν μπορούσε να αποδώσει στο μέγιστο την αλήθεια για τον κόσμο.
Πρώτο και κύριο εκείνοι οι μηχανιστικοί υλιστές ερμήνευαν τον κόσμο υλιστικά, όμως την πρώτη κίνηση την απέδιδαν ακόμα στον Θεό.

Ο Χέγκελ και ο Φώερμπαχ (μαζί με τον Καντ) εκπροσωπούν την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Ανήκουν όμως και οι τρεις σε διαφορετικά φιλοσοφικά στρατόπεδα.
Αυτοί που μας ενδιαφέρουν για την ώρα είναι οι δυο πρώτοι κυρίως, μέσω των οποίων ο Μαρξ και ο Ένγκελς θα διατυπώσουν πιο ολοκληρωμένα τον διαλεκτικό υλισμό για να ξεπεράσουν και τα τελευταία εμπόδια.

Ο Τζωρτζ Χέγκελ (1770-1831) ήταν Γερμανός φιλόσοφος που εκπροσώπησε τον αντικειμενικό ιδεαλισμό και θεμελίωσε τη συστηματική θεωρία της διαλεκτικής. Η διαλεκτική είναι μια διαδικασία γίγνεσθαι. Αντικειμενικός ιδεαλιστής, ο Χέγκελ, θεωρούσε τον κόσμο και τα φαινόμενά του σαν μία Απόλυτη Ιδέα ή Παγκόσμιο Πνεύμα. Η φύση, η κοινωνία και η νόηση είναι η εξέλιξη του Παγκόσμιου Πνεύματος που στη θρησκεία παίρνει τη θέση του θεού. Κάτω από την οπτική αυτή, η ιδέα στον άνθρωπο αποκτά συνείδηση, βούληση και προσωπικότητα και στη φύση πραγματώνεται σαν εσωτερική νομοτελειακή αναγκαιότητα.

Η μέγιστη συμβολή του Χέγκελ αναμφισβήτητα είναι η διαλεκτική στην οποία η ενότητα των αντιθέτων, σαν πολικές έννοιες, αλληλοσυμπληρώνονται ή αλληλοαποκλείονται. Η αντίφαση αυτή είναι η κινητήριος δύναμη του πνεύματος, που σαν εσωτερικός παλμός, δημιουργεί τη διαδικασία ενός αδιάκοπου γίγνεσθαι (σταδιακή ανάπτυξη του πνεύματος).

Η στρέβλωση ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τη διαλεκτική δεν ξεπεράστηκε ποτέ από τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο, δημιουργώντας μια μεγαλειώδη αντίφαση που αναβίωσε αντεστραμμένη στη Διαλεκτική του Μαρξ, όπου στη θέση του Απόλυτου Πνεύματος, ο θεμελιωτής του διαλεκτικού υλισμού, όπως θα δούμε πιο κάτω, τοποθέτησε τον υλικό κόσμο! Την αντίφαση αυτή όμως, πριν από τον Μαρξ, ανακάλυψε ένας άλλος μεγάλος φιλόσοφος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας, ο Φώερμπαχ, που ξεσκόνισε με την κριτική του τη φιλοσοφία του Χέγκελ.

Ο Λουδοβίκος Φώερμπαχ (1804-1872) ήταν υλιστής. Δεχόταν την πραγματικότητα υλιστικά και αντικειμενικά. Τον κόσμο, έλεγε, δεν τον έφτιαξε κανένας θεός, γιατί αυτός υπήρχε ανέκαθεν, ούτε τον όριζε καμιά δύναμη αλλά οι φυσικές δυνάμεις που τις αναγνωρίζουμε με νόμους. Η σκέψη, τόνιζε, εξαρτάται από τον εγκέφαλο και γι’ αυτό πίστευε ότι η νόηση είναι αναπόσπαστη από την ύλη. Το πρώτο μεγάλο βήμα προς τον διαλεκτικό υλισμό είχε γίνει. Το πνεύμα είναι προϊόν της ύλης και όχι το αντίθετο που μας οδηγεί στον ιδεαλισμό. Ο τελευταίος, έλεγε, είναι μια μεγάλη ανοησία. Πέρα όμως απ’ όλα αυτά τα θετικά, θεωρώντας τις ανθρώπινες αισθήσεις σαν την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, παρέβλεψε τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, όπως επίσης και τις νομοτέλειές τους. Με λίγα λόγια, εξετάζοντας το θέμα μόνο θεωρητικά, παρέβλεψε την ανθρώπινη δράση, σαν πράξη, μέσα στην ιστορία του ανθρώπου.

Η νόηση έχει πραγματική δύναμη και γι’ αυτό δεν πρέπει να μένει έξω από τα φαινόμενα. Ο Φώερμπαχ μπορεί να εξηγούσε καλά τον κόσμο, όμως χωρίς τη γνώση και τη δράση του ανθρώπου δεν προέβλεπε πώς αυτός μπορούσε να αλλάξει. Αυτό δηλαδή που έκανε ο Μαρξ, όταν από τον Χέγκελ πήρε τη διαλεκτική και από τον Φώερμπαχ υιοθέτησε τον υλισμό που τόσο θαυμαστά περιέγραψε εμπλουτίζοντάς τον. Από τον Φώερμπαχ διδάχτηκε ακόμα πώς με τη θρησκεία ο άνθρωπος ολοκληρωτικά αποξενώνεται από τον κόσμο του.

Ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) μαζί με τον Φρειδερίκο Ένγκελς (1820-1895) ήταν οι φιλόσοφοι που θεμελίωσαν τον διαλεκτικό υλισμό. Ο Μαρξ αμφισβήτησε τον Χέγκελ, μεταξύ άλλων και μέσα από την κριτική που έκανε στον Νταβίντ Στράους και τον Μπρούνο Μπάουερ, όταν ο πρώτος διαχώρισε τη φιλοσοφία από τη θρησκεία και τη λογική από την ιστορία. Παράλληλα, δέχεται και την κριτική του Φώερμπαχ προς τον Χέγκελ. Το Είναι δεν μπορεί να μείνει χωρισμένο από τη συνείδηση. Ούτε η συνείδηση από το Είναι. Έχοντας τα υλιστικά όπλα του Φώερμπαχ και τη διαλεκτική του Χέγκελ, την οποία θα αντιστρέψει όπως είπαμε, για να δείξει όχι τη σταδιακή εξέλιξη του πνεύματος αλλά το μηχανισμό για την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με τα εφόδια αυτά, δίκαια ονομάστηκε θεμελιωτής του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, αναπτύσσοντας επιστημονικά τη νομοτελειακή ανάπτυξη της φύσης, εντοπίζοντας παράλληλα και το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας που είναι αυτό της σχέσης του Είναι και της Νόησης.

Το μεγάλο αυτό πρόβλημα έχει τις ρίζες του στη θρησκεία, στις φτωχές και περιορισμένες παραστάσεις του πρωτόγονου ανθρώπου. Το ερώτημα που έθεσε ήταν τι προϋπήρξε, η ύλη ή το πνεύμα; Υπήρχε ο κόσμος προαιώνια ή είναι δημιούργημα κάποιου θεού;

Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο η διαφορά ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό αλλά κυρίως αν η νόηση μπορεί να γνωρίσει τον πραγματικό κόσμο και αν οι αντιλήψεις και οι παραστάσεις μας είναι οι αληθινές του αντανακλάσεις. Αυτά κυρίως μας ενδιαφέρουν σε αυτή την επισκόπηση.

Η θρησκεία, με την ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού, αποδείχτηκε πέρα ως πέρα μια απατηλή θεωρία. Η κοσμοαντίληψή της παραμορφώνει τον κόσμο, διαστρεβλώνοντας την ερμηνεία των φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας. Όμως, στον αγώνα της να εκτοπίσει την επιστήμη και την αλήθεια, έστω και μετά από αρκετούς αιώνες, η θρησκεία βρέθηκε βαριά λαβωμένη.

Στον υλισμό, η ύλη αναγνωρίζεται ως η μοναδική βάση του κόσμου (μονισμός). Ο διαλεκτικός υλισμός θεωρεί τη συνείδηση λειτουργία του εγκεφάλου που αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο. Όμως ως επιστήμη ερευνά τους πιο γενικούς νόμους της κίνησης και της ανάπτυξης της φύσης, της κοινωνίας και της νόησης. Ως γενική μέθοδος γνώσης του κόσμου αναγνωρίζει α) την αμοιβαία σχέση των φαινομένων και των αντικειμένων και β) την κίνηση και την ανάπτυξη του κόσμου σαν αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων που δρουν μέσα του. Η διαλεκτική, απαλλαγμένη από τον μυστικισμό, θα γίνει αναγκαιότητα για τις φυσικές επιστήμες, και το χρηστικότερο εργαλείο για τη διερεύνησή τους.

Η πορεία εξέλιξης της επιστήμης και της κοινωνίας επιβεβαιώνει την ορθότητα του φιλοσοφικού υλισμού, του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού, με τον καλύτερο τρόπο.

Σε συζητήσεις με θέμα τις θρησκείες και τον Θεό κυριαρχεί η άποψη ότι αυτές δεν βγάζουν πουθενά, επειδή όσα λέει ο ένας αντικρούονται από τον άλλο σε μία ατέρμονη συζήτηση πολλών και διαφορετικών θεμάτων χωρίς να βγαίνει ουσιαστικό συμπέρασμα.

Μπορεί να αλλάξει αυτό; Τι λέτε;

Μπορούμε να καταλήξουμε κάπου, μπορούμε να αποστομώσουμε κάποιον που με αφέλεια δέχεται πράγματα που δεν μπορούν να αποδειχτούν;
Η απάντηση είναι ναι και στα δυο ερωτήματα, αρκεί να υιοθετήσουμε τη λογική του διαλεκτικού υλισμού. Μόνο με τη λογική αυτή μπορεί να επιχειρηματολογήσει κάποιος κι αυτό γιατί ο κόσμος μας είναι υλιστικός.

Όμως, ας αρχίσουμε από τους ορισμούς ώστε να γνωρίσουμε τους όρους με τους οποίους θα ασχοληθούμε, δηλαδή τι είναι μονισμός, δυϊσμός, βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας, υλισμός, ιδεαλισμός και διαλεκτική.

Ο μονισμός είναι μια φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται σαν βάση του υπαρκτού κόσμου μία πηγή, μια αρχή και θεμελιώδη. Δέχεται ότι αυτή είναι υλική.

H πρώτη αρχή, το «όντως ον» που ενέπνευσε τους πρώτους υλιστές φιλοσόφους της αρχαιότητας, είναι ένα υλικό στοιχείο (το Νερό για παράδειγμα στον Θαλή τον Μιλήσιο ή η Φωτιά για τον Ηράκλειτο) και από αυτό προήλθαν όλα τα άλλα...
Υπάρχει και μονισμός που δέχεται σαν αρχή το πνεύμα, την ιδέα (Πλάτων).
Οι πρώτοι λέγονται Υλιστές, οι δεύτεροι Ιδεαλιστές. Μεταξύ τους όμως υπάρχει ανειρήνευτη φιλοσοφική διαμάχη ορίζοντας το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας.

Ο δυϊσμός είναι η φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται σαν βάση του υπαρκτού κόσμου δυο αδιαίρετες πηγές, την ύλη και το πνεύμα, σαν μια προσπάθεια συμφιλίωσης των δυο φιλοσοφικών κατευθύνσεων. Οι δυϊστές δέχονται την ύλη και το πνεύμα σαν ανεξάρτητες οντότητες που δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους (Ρενέ Ντεκάρτ). Όμως αυτή η φιλοσοφική κοσμοθεώρηση οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό, στον αντίποδα του οποίου βρίσκεται ο υλισμός και φυσικά ανάμεσά τους η προαιώνια διαμάχη.

Ποια η διαφορά μεταξύ τους;

Το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας είναι αυτό που ερευνά τη σχέση της Νόησης με το Είναι. Τη σχέση της συνείδησης και του κόσμου, για να το πούμε πιο απλά.

Το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, όπως αλλιώς λέγεται, θέλει τη φιλοσοφία χωρισμένη σε δυο μεγάλα στρατόπεδα, αυτό του υλισμού και εκείνο του ιδεαλισμού.

Τα στρατόπεδα αυτά αφορούν κατευθύνσεις σκέψης.

Γιατί όμως η φιλοσοφία χωρίζεται ανάμεσα στις δυο αυτές κατευθύνσεις;
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό τη δίνει η ίδια η φιλοσοφία. Οι βασικές φιλοσοφικές κατευθύνσεις κάθε σχολής έχουν διαφορετικό προσανατολισμό, γιατί η πάλη μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού είναι η κινητήρια δύναμη της φιλοσοφικής σκέψης και νομοτέλεια της ιστορικής της πορείας. Ο φιλόσοφος, και γενικά ο άνθρωπος, ωριμάζει μέσα στην κοινωνική πάλη και στις αντιθέσεις της και γι’ αυτό από την οπτική αυτή εξαρτώνται όλα του τα συμπεράσματα για τον κόσμο.

Ο τρόπος που σκέπτεται αφορά την ερμηνεία που θα δώσει ο ίδιος για τον κόσμο του.

Μπορεί να τον γνωρίσει… πόσο και γιατί…

Ο υλισμός θεωρεί τον κόσμο μας καθοριστικό, θεμελιακό και πρωτεύοντα, τη δε συνείδηση, τη σκέψη και το πνεύμα δευτερεύοντα. Συνεπώς η ύλη προηγείται, ενώ η συνείδηση σαν δευτερεύων παράγοντας είναι προϊόν εξέλιξης της ύλης, του εγκεφάλου δηλαδή. Η συνείδηση είναι η ιδεατή αντανάκλαση του υλικού κόσμου (ανθρώπινος εγκέφαλος) και στον άνθρωπο χρησιμεύει σαν μέσο για να τον ερμηνεύει, γι’ αυτό είναι αδιανόητο να νοηθεί αποσπασμένη από τον εγκέφαλο που τη γεννά. Οι υλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι τον κόσμο μας δεν τον δημιούργησε κανένας. Είναι αιώνιος (αΐδιος) και απειρόμορφος και ό,τι υπάρχει γύρω του υπάρχει αντικειμενικά και ανεξάρτητα από αυτόν. Τα αντικείμενα υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ τη σκέψη μας, δηλαδή είναι αντικειμενικά. Υπάρχουν είτε τα σκεφτόμαστε είτε όχι. Είτε υπάρχουμε εμείς είτε όχι!

Στον ιδεαλισμό η ιδέα, η σκέψη, η συνείδηση, το πνεύμα και ο θεός είναι το καθοριστικό, το θεμελιακό και το πρωτεύον. Ο κόσμος, η φύση, η ύλη παράγονται ή εξαρτώνται από τη συνείδηση, το πνεύμα και τον θεό. Οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι δέχονται ότι το πνεύμα υπήρχε πριν τον υλικό μας κόσμο. Αυτόν τον δημιούργησε το πνεύμα, το ιδεατό, δηλαδή ο θεός (εν αρχή ην ο Λόγος) και συνεπώς δεν είναι παντοτινός αλλά πρόσκαιρος και προσωρινός που εξαρτάται απόλυτα από τον θεό.

Να πού ευθύνεται ο διαφορετικός προσανατολισμός της κάθε σχολής! Αυτός είναι ο λόγος που η ιδεαλιστική θεώρηση του Πλάτωνα, παρόλο που ακολούθησε παράλληλη πορεία με τον Δημόκριτο και αργότερα με τον Επίκουρο, δεν συναντήθηκαν ποτέ. Γι’ αυτό και η υλιστική θεώρηση του κόσμου είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα της ύπαρξης του θεού. Κάθε ανάμειξη μεταξύ τους είναι «μπασταρδεμένη φιλοσοφία» που οδηγεί αναπόφευκτα στον ιδεαλισμό.
Ετυμολογικά ο όρος «διαλεκτική» προέρχεται από το «διαλέγομαι» που εκφράζει την τέχνη της ομιλίας ή της συζήτησης, στην προσπάθειά μας να βρεθεί ένας τρόπος να αποδείξουμε κάτι ή να το διαψεύσουμε.
Πώς γίνεται όμως αυτό;

Επειδή πολλοί δεν το κατανοούν ή αγνοούν τελείως τη μεθοδολογία αυτή, θα προσπαθήσω να βρω έναν τρόπο κατανόησης ώστε μεταξύ μας να χρησιμοποιούμε κοινή γλώσσα και λογική.

Από την εποχή του Επίκουρου, ο μεγάλος φιλόσοφος απαιτούσε ανάμεσα στους συζητητές να χρησιμοποιούνται για τις λέξεις οι ίδιες έννοιες. Σ’ αυτό μερικές φορές μπορεί να βοηθήσουν και οι συμβάσεις που κάνουμε μεταξύ μας. Βέβαια σαν έννοια η «διαλεκτική» στη διάρκεια της ιστορίας πήρε πολλές μορφές. Ο Αριστοτέλης λέει εμφανίζεται από την Ελεατική σχολή των προσωκρατικών όπου ο Ζήνων επεδίωξε την αναίρεση των Πυθαγορείων. Ο Ηράκλειτος όμως τη χρησιμοποίησε κάνοντας λόγο για την αέναη κίνηση των πραγμάτων.

Νομίζω στον Ηράκλειτο, που πρώτος αντιλήφθηκε την αδιάκοπη πάλη των αντιθέτων, πρέπει να αποδώσουμε την επινόηση της διαλεκτικής. Η Ελεατική σχολή ήταν απόλυτα αντίθετη στην αντίληψη του Ηράκλειτου για την κίνηση. Ο Παρμενίδης δεχόταν την κίνηση σαν ψευδαίσθηση και το Σύμπαν μοναδικό, συνεχές και ακίνητο. Όμως σαν πρόλογο αρκούν αυτά, αφού το θέμα μας αλλού αποσκοπεί.

Η διαλεκτική σαν μεθοδολογία και λογική επιχειρηματολογία έχει εφαρμογή στη σκέψη, στη φύση και στην ιστορία. Θέματα δηλαδή που συνεχώς θίγει ο αναζητητής της αλήθειας. Πρέπει ακόμα να αναφέρω ότι μέσα από τις αντιθέσεις αναζητούμε να βρούμε την αλήθεια και γι’ αυτό τις θεωρώ όχι σαν λόγο για να διαφωνήσουμε αλλά σαν τρόπο για να τις ξεπεράσουμε και να βρούμε την αλήθεια ή έστω, αν θέλετε, να συνεννοηθούμε. Ο εριστικός διάλογος δεν ωθεί προς την αλήθεια, το ξεπέρασμα δηλαδή των αντιθέσεων, αλλά μας σπρώχνει προς τον διχασμό και τον πόλεμο. Δημιουργεί διαφωνία και μίσος, σαν αυτό που μόνιμα βρίσκεται στις καρδιές των πιστών, ανάμεσα σε διαφορετικές θρησκείες ή και μέσα στην ίδια, ανάμεσα στην «ορθή» δόξα και την αίρεση.

Στη διαλεκτική τα δυο αντίθετα αποτελούν τη θέση και την αντίθεση που αίρονται σε κάτι ανώτερο: στη σύνθεση. Έτσι ξεπερνούμε τις αντιθέσεις στη σκέψη μας και στην αντίληψή μας για τον κόσμο. Σαν φιλοσοφική μέθοδος η διαλεκτική αποκαλύπτει την κινητήρια δύναμη και την πηγή κάθε εξελικτικής διαδικασίας στη φύση και την κοινωνία.

Βασικές της θέσεις είναι:
α) Θεωρεί την ύλη σαν το μοναδικό θεμέλιο του κόσμου.
β) Δέχεται την καθολική αλληλουχία των πραγμάτων και των φαινομένων.
γ) Υποστηρίζει ότι η κίνηση και η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα των εσωτερικών αντιθέσεων.

Τόσο ο υλισμός όσο και ο ιδεαλισμός μπορεί να είναι διαλεκτικοί ή μεταφυσικοί, όμως ο υλισμός ποτέ δεν ταυτίζεται με τη μεταφυσική γιατί η επιστημονική πρακτική ποτέ δεν συνδέθηκε με τον ιδεαλισμό.
Οι ιδεαλιστές, τη διαλεκτική δεν την εφαρμόζουν ούτε στην εξήγηση των φαινομένων της φύσης, ούτε στη γνώση. Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι ο κόσμος δεν είναι δημιούργημα, αλλά αΐδιος και παντοτινός. Ούτε μπορούν να αντιληφθούν την αναγκαιότητα των νόμων ή την ύπαρξη των αντικειμενικών νομοτελειών της φύσης και γι’ αυτό δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η κίνηση της ύλης είναι το αναγκαίο αποτέλεσμα της ύπαρξης και της ουσίας της! Τη φύση δεν την έφτιαξε κανένας θεός και γι’ αυτό δεν κατευθύνεται από θεούς, αλλά από φυσικές δυνάμεις και τους νόμους που την ορίζουν.

Επίσης, δεν κατανοούν γιατί η νόηση είναι αναπόσπαστη από την ύλη και αποτέλεσμα της λειτουργίας του εγκεφάλου. Γι’ αυτό και θεωρούν την ύλη… προϊόν του πνεύματος κι όχι το αντίθετο.

Πρέπει να το βάλουμε καλά στο μυαλό: Η ενότητα του κόσμου, συνίσταται στην υλικότητά του και η νόηση είναι προϊόν του ανθρώπινου εγκεφάλου, ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος είναι με τη σειρά του προϊόν της νομοτελειακής ανάπτυξη της φύσης και της κοινωνίας.

Με λίγα λόγια, όπως έλεγε και ο Φώερμπαχ, ο υλισμός, ο αισθητός κόσμος, στον οποίο ανήκουμε και εμείς οι ίδιοι, είναι ο μοναδικός πραγματικός και υπαρκτός κόσμος, ενώ όλα τα άλλα είναι ιδεαλιστικές ανοησίες.

Να γιατί ο διαλεκτικός υλισμός είναι το θεωρητικό όπλο του αναζητητή της αλήθειας και το ανώτατο επίτευγμα της φιλοσοφικής σκέψης. Μόνο χάριν αυτής μπορούμε να αποκτήσουμε τη λογική που αντιστέκεται στην αλλοτριωμένη μας συνείδηση και μας αποξενώνει από τον κόσμο.

Διαφορετικά, χαμένοι στον ίδιο μας τον κόσμο, θα υπνοβατούμε στο υπερβατικό και την ουτοπία και συζητώντας και φιλοσοφώντας για τον θεό τα συμπεράσματά μας δεν θα μας οδηγούν πουθενά.

Πώς όμως συνδέεται η διαλεκτική με την επιστήμη;

Όταν λέμε ότι ερμηνεύουμε σωστά τον κόσμο μας εννοούμε ότι κατανοούμε ότι τα πράγματα είναι αντικειμενικά και μεταξύ τους συνδέονται με κάποιες σχέσεις που αλλάζουν με την κίνηση. Οι σχέσεις των πραγμάτων λοιπόν εκδηλώνονται στην κίνησή τους, στη διαδικασία της εμφάνισης και εξαφάνισής τους.

Η επιστήμη εστιάζεται ειδικά στο πρόβλημα αποκαλύπτοντας τις σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα που βρίσκονται σε διαδικασίες αλλαγής, με τις οποίες αυτά αποκτούν νέες ιδιότητες μεταβάλλοντας αυτές που έχουν. Στη θεωρία της εξέλιξης για παράδειγμα ο Δαρβίνος εντόπισε την αλληλοσύνδεση του οργανισμού με το περιβάλλον του στη διαδικασία της εξέλιξής τους, ανακαλύπτοντας ότι μεταξύ τους υπάρχει μια αλληλένδετη σχέση όπου το ένα επηρεάζει το άλλο, όπως στη φωτοσύνθεση των φυτών ή την αναπνοή τους ανάμεσα στη μετατροπή του οξυγόνου και το διοξείδιο του άνθρακα.

Ας πάρουμε και έναν νόμο, ας πούμε αυτόν των αντιθέτων.
Η αντίφαση είναι η κινητήρια δύναμη της αλλαγής γιατί μόνο αυτή σε μια διαδικασία παρέχει τις εσωτερικές συνθήκες που κάνουν αναγκαία αυτή την αλλαγή. Κίνηση χωρίς αντιφάσεις θα ήταν απλά μια επανάληψη του εαυτού της, χωρίς καμιά αλλαγή, πρόοδο και εξέλιξη. Μέσω των αντιφάσεων επικρατούν νέες συνθήκες και αλλάζουν την προηγούμενη κατάσταση.

Το Σύμπαν είναι γεμάτο αντιφάσεις: έλξης και απώθησης που μελετά η φυσική, σύνθεσης και αποσύνθεσης που μελετά η χημεία, εξέλιξη των ειδών ανάμεσα στους οργανισμούς και το περιβάλλον που, όπως είπαμε πιο πάνω, μελετά η βιολογία. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα αντίθετα είναι αυτός που προκύπτει από την ενότητά τους. Αυτό δείχνει ότι όπου υπάρχει αντίθεση αργά ή γρήγορα θα γεννηθεί κάτι καινούριο που θα αντικαταστήσει το παλιό. Όμως οι αντιθέσεις που δημιουργούν τα φαινόμενα του υλικού κόσμου είναι πάντα υλικές.

Ας πάρουμε και ένα παράδειγμα ξεπεράσματος της διαλεκτικής αντίθεσης: Στην κλασική φυσική η ύλη και το κενό αποτελούν την αντίθεση (το ον και το μη ον της αρχαιότητας). Το ένα από το άλλο φαίνεται να είναι ξεκομμένο. Εύκολα εδώ ο αδαής μπορεί να ισχυριστεί ότι από το τίποτα μπορεί να προκύψει κάτι, ύλη για παράδειγμα, και να ισχυροποιήσει το ενδεχόμενο της δημιουργίας του κόσμου από το τίποτα.

Έτσι, κινδυνεύουμε να παρεκτραπούμε σε ιδεαλιστικές ανοησίες, και ο ιδεαλιστής δεν διαθέτει τα μέσα για να απαλλαγεί από την οντολογική αβεβαιότητα, υιοθετώντας στη λογική του τον θεό για να καλύψει τα κενά. Τα κενά αυτά οι ιδεαλιστές τα αναπληρώνουν με τον μυστικισμό, τις δεισιδαιμονίες, τη μαγεία, την αστρολογία, ακόμα και με την υιοθέτηση του μηχανιστικού υλισμού, αγνοώντας τη φιλοσοφία του Διαλεκτικού Υλισμού, όπως οι «Αγνωστικιστές» ή κάτι εξυπνάκηδες «Ελληνολάτρες» του Πλατωνισμού ή αυτοί που με έπαρση διακηρύσσουν ότι τάχατες μελέτησαν κβαντομηχανική και κάνοντας αναγωγισμούς ανάμεσα στα επίπεδα της ύπαρξης της ύλης ερμηνεύουν λανθασμένα τον κόσμο εξυπηρετώντας, ποιους άλλους… παρά τους ιδεαλιστές, εσκεμμένα πια ή και χωρίς να το αντιλαμβάνονται.

Λανθασμένα συμπεράσματα προκύπτουν από κάθε λογής παραλογισμό όταν χωρίς γνώσεις φιλοσοφίας και επιστημονικής κατάρτισης ερμηνεύουμε λανθασμένα τον κόσμο ή πιστεύουμε ότι οι νόμοι εκπορεύονται με μυσταγωγικό τρόπο από κάποια δύναμη ή θεό.

Στην κβαντομηχανική πράγματι γίνεται λόγος της δημιουργίας της ύλης από την «διακύμανση του κενού», όμως η «διακύμανση του κενού» χρειάζεται διαλεκτική λογική προκειμένου να κατανοηθεί!

Στην κβαντομηχανική το κενό θεωρείται «μέσον», είναι φορέας ενέργειας που μετέχει στους μετασχηματισμούς των σωματιδίων. Έτσι, η διακύμανση του κενού δεν νοείται σαν «τίποτα», αλλά σαν ενέργεια, ύλη δηλαδή, σε μια διαφορετική κατάσταση, σε ένα υψηλότερο επίπεδο που τη συμπεριφορά του την καθορίζουν οι νόμοι της φύσης.

Ο φυσικός κόσμος, λοιπόν, διέπεται από νόμους που αποκλείουν οποιαδήποτε εξωτερική παρέμβαση. Καμιά φυσική εξίσωση δεν προβλέπει θεϊκή παρέμβαση.

Ο υλισμός θεμελιώνεται στα αξιώματα της αντικειμενικότητας και γι’ αυτό θεωρεί ότι νόηση χωρίς υλικό υπόβαθρο δεν μπορεί να υπάρξει. Η νόηση είναι προϊόν της λειτουργίας του εγκεφάλου και όχι υλική ουσία και γι’ αυτό δεν μπορεί να έχει αυτοτελή ύπαρξη.

Οι ιδέες και τα αισθήματα είναι υποκειμενικά δεδομένα και όχι πραγματικές οντότητες. Με λίγα λόγια: τα υποκειμενικά δεδομένα δεν έχουν φυσικό αντίκρισμα.

Η ιστορία του ανθρώπου, σύμφωνα και με τον Μπακούνιν, είναι μια εξελικτική διαδικασία, από το βασίλειο των ζώων στο βασίλειο της ελευθερίας. Αυτό που τους διαφοροποιεί είναι η νόηση, όμως ένα από τα χαρακτηριστικά που βρίσκονται στις κατώτατες βαθμίδες είναι αυτό που αναγκάζει τον άνθρωπο να πιστεύει ακόμα στον θεό. Μέσα από την ιδεαλιστική θεώρηση και λογική ο άνθρωπος χειραγωγείται ακόμα πιο καλά.

Να γιατί η θρησκεία και ο μυστικισμός είναι η φενακισμένη αντίληψη της πραγματικότητας και όσοι εγκλωβίζονται σ’ αυτήν, εκτός του ότι ερμηνεύουν λανθασμένα τον κόσμο, ζουν αποξενωμένοι σ’ αυτόν υπονομεύοντας την επίγεια ζωή και υποταγμένοι στο ψέμα, ζουν με την ψευδαίσθηση της μετά θάνατον ανταμοιβής ή με τον φόβο μιας αιώνιας τιμωρίας που γελοιοποιεί τη λογική και την αισθητική του νοήμονος ανθρώπου, επιτρέποντας στους λίγους να τον χειραγωγούν, να του περιορίζουν την ελευθερία του και οικονομικά να τον εξευτελίζουν και να τον εκμεταλλεύονται.

Το βίντεο ολόκληρης της ομιλίας.

Το βίντεο της συζήτησης που ακολούθησε.

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Η αθεΐα είναι αρετή, του ίδιου του αρθρογράφου, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.