Πού γίνεται ο σχολιασμός;
Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (37)
Το πρόβλημα είναι ότι νομίζετε πως έχετε χρόνο…
Γεννήθηκα σε μια μικρή πόλη της Βορείου Ελλάδος και μετά το τέλος του Λυκείου αποφάσισα να καταταγώ στην Ελληνική Αστυνομία, καθότι ήταν κάτι που το ήθελα από παιδί. Μετά από 2 χρόνια στη Σχολή κατοικώ πλέον μόνιμα στην Αθήνα.
Μεγάλωσα σε μια οικογένεια όπου η θρησκεία ήταν μεν παρούσα, ωστόσο δεν θυμάμαι να κυριαρχούσε σε μεγάλο βαθμό, πέραν των εθίμων και των γενικότερων ηθικών κανόνων. Περίπου στο Γυμνάσιο έκανα και ένα πέρασμα από το κατηχητικό. Πήγαινα εκεί κάθε Σάββατο απόγευμα. Τώρα μου φαίνεται τόσο ξένο, αλλά τότε ήταν μια ρουτίνα.
Το μεγαλύτερο παράπονό μου από τη «δραστηριότητα» αυτή ήταν το ότι πάντοτε τα «γιατί» μου τα ακολουθούσαν τα «άγνωσται αι βουλαί…». Δεν είναι και το καλύτερο πράγμα να μην μπορείς να πάρεις τις απαντήσεις που ζητάς.
Θέλω να πω πως… να πάρει η ευχή, ΕΚΕΙΝΟΙ είναι αυτοί που υποτίθεται ότι έπρεπε να ξέρουν τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που έθετα. Και οι απαντήσεις τους δεν ήταν τίποτα παραπάνω από υπεκφυγές… Μετά από έναν χρόνο εκεί, δεν επανέλαβα το ίδιο λάθος.
Οπότε, έχουμε και λέμε: Σχολείο, πρωινή προσευχή και εκκλησιασμός. Θρησκευτική κατήχηση και η θλιμμένη εικόνα του Χριστούλη πάνω από τον πίνακα… Φθηνό χτύπημα κάτω από τη ζώνη, θα έλεγα. Σαν παιδί και εγώ, που ήθελα όλοι να είναι καλά και να πάω στο σχολείο να δω τους φίλους μου και ό,τι κάνει ένα παιδί τέλος πάντων στο σχολείο, το να πέσει το μάτι μου στη ματωμένη όψη του Ιησού ήταν κάτι το οποίο το ένιωθα ξένο, και με κράταγε πίσω κατά κάποιο τρόπο.
Τί έπρεπε να καταλάβω από αυτό; Ακόμα και τώρα προσπαθώ να βρω τις λέξεις για να το περιγράψω… Θα το πω και όπως μου βγει: ποιος ψυχικά ασταθής βάζει φωτογραφίες από ματωμένες, θλιμμένες φιγούρες σε μια αίθουσα με παιδιά; Ήταν κάποιου είδους πείραμα, που λάμβανε χώρα σε όλα τα σχολεία της Ελλάδος, από το οποίο θα προκρίνονταν μόνο όσοι ήταν γεννημένοι εκτελεστές, σαν σε Γιαπωνέζικο θρίλερ; Σοβαρά τώρα, ποιου ιδέα ήταν; Αλλά αφού κανείς δεν παραπονιόταν, μάλλον το «έκανα γαργάρα» κι εγώ…
Ωστόσο, όλος ο λανθάνων ψυχαναγκασμός που μας «πότιζαν» σε μικρές δόσεις κατά τα σχολικά μας χρόνια, δεν θα μπορούσε να μας προετοιμάσει για το γεγονός που θα σας διηγηθώ τώρα. Ήταν Γ’ Γυμνασίου, και η καθηγήτρια των Θρησκευτικών, η οποία «βρωμούσε» κατηχητικό από χιλιόμετρα, μας ανακοίνωσε ότι θα πάμε σε μια άλλη αίθουσα για να δούμε βίντεο (χαρά εμείς…)! Λίγα όμως ξέραμε για το τι μας περίμενε.
Το βίντεο που μας επέτρεψε να παρακολουθήσουμε η εν λόγω καθηγήτρια ήταν ένα ντοκιμαντέρ το οποίο περιελάμβανε εικόνες και βίντεο από γυναίκες που υποβάλλονται σε έκτρωση. Η εικόνα που έχει χαρακτεί στο μυαλό μου, και δεν υπάρχει περίπτωση να την ξεχάσω ΠΟΤΕ, είναι ενός εμβρύου που παλεύει για τη ζωή του, καθώς ο χειρούργος το σκοτώνει και το αφαιρεί σε κομμάτια από το εσωτερικό μιας γυναίκας…
Περιττό να αναφέρω ότι έκανα κάμποση ώρα να συνέλθω. Το παιδικό μου μυαλό αδυνατούσε στην αρχή να αντιληφθεί το τι ακριβώς είχε συμβεί. Όταν πλέον έβαλα όλα τα κομμάτια του παζλ στη σωστή σειρά ένιωσα απερίγραπτη θλίψη. Τότε, μόνο αυτό μπορούσα να καταλάβω.
Μετά το τέλος του ντοκιμαντέρ η καθηγήτρια συνέδεσε το περιεχόμενό του με τη σεξουαλική ζωή μας, που θα άρχιζε σε λίγο καιρό, και με το ότι θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για να ΜΗΝ φτάσουμε σε αυτό το σημείο και σκοτώσουμε ένα ανυπεράσπιστο έμβρυο, απλά επειδή δεν ακούσαμε τον λόγο του θεού και παραδοθήκαμε στα πάθη μας.
Με λίγα λόγια, το δίλημμα στο οποίο μας έβαζε ήταν: ή φονιάδες μωρών ή δίπλα στον θεό… Ευρισκόμενος σε κατάσταση σοκ, δεν μπορώ να πω αν είχα την ικανότητα να επεξεργαστώ τι ακριβώς είχα δει, το μόνο που ήξερα όμως ήταν ότι θα έπρεπε να αισθάνομαι άσχημα για το ότι είμαι άνθρωπος και ότι η ζωή μου ελέγχεται (ή θα έπρεπε να ελέγχεται) από ένα ον που δεν βλέπω, αλλά για το οποίο μόνο ακούω…
Σε όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να ισορροπήσω ανάμεσα στο να μαθαίνω τι υπάρχει εκεί έξω, πώς βλέπουν άλλοι άνθρωποι τον κόσμο που βλέπω και εγώ, τι απαντήσεις δίνουν σε ερωτήσεις που απασχολούν όλους τους ανθρώπους, ή που τους έχουν απασχολήσει τουλάχιστον μια φορά, και στο να σέβομαι τι έχω διδαχθεί, να μην αμφισβητώ αυτά που δεν δέχονται αμφισβήτηση, να δέχομαι πράγματα που αφορούν τη ζωή μου χωρίς αποδείξεις.
Δυστυχώς όμως για τους οπαδούς των εκάστοτε δογμάτων, η φύση του Ανθρώπου δεν μπορεί να περιγραφεί από τις λέξεις «ποίμνιο» ή «δούλος», χωρίς ελεύθερη λογική σκέψη και με το κεφάλι κατεβασμένο μπροστά σε κάποιο «ιερό» βιβλίο. Η προσπάθεια του Ανθρώπου, από την αρχή της Ιστορίας του, ήταν να αντιληφθεί και να μάθει όσο περισσότερα μπορεί για τον κόσμο στον οποίο ζει, και αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι εφικτό χωρίς τη βοήθεια της αμφισβήτησης.
Η μετάβασή μου από χριστιανό σε μη-χριστιανό, ή καλύτερα σε αρνησίθεο (πολύ πιο εύηχη λέξη) δεν έγινε εν μια νυκτί. Υπήρξαν φορές που γινόμουν τελείως «σπαστικός» και έκανα παρατηρήσεις σε φίλους που «έβριζαν», και υπήρξαν φορές που έπρηζα στις ερωτήσεις παπάδες και θεόπληκτους, αρνούμενος την επίκληση στην πίστη σαν επιχείρημα.
Ωστόσο, όπως θα συμφωνήσει και όποιος έχει καταλήξει να διαβάζει αυτό το κείμενο, κάτι δεν κολλούσε με το θέμα θρησκεία και τη σιγουριά που είχαν όλοι γύρω από την ύπαρξη ενός δημιουργού θεού.
Όπως το έθεσε ο Επίκουρος χαρακτηριστικά:
«Θέλει ο Θεός να εμποδίσει το κακό αλλά δεν είναι ικανός;
Τότε δεν είναι παντοδύναμος. Μπορεί αλλά δεν θέλει; Τότε δεν είναι πανάγαθος.
Και θέλει και μπορεί; Τότε γιατί υπάρχει το κακό;
Δεν θέλει, ούτε μπορεί; Τότε γιατί να τον αποκαλούμε Θεό;»
Οι παραπάνω τέσσερις γραμμές είναι εξαιρετικά δυνατές. Η παραπάνω σκέψη μπορεί να σε ρίξει σε βαθιά θλίψη, αν έχεις το «ελάττωμα» να αναρωτιέσαι πραγματικά και όχι σαν μια μορφή «επανάστασης». Μετά από λίγο όμως, αν κάτσεις να το σκεφτείς καλύτερα, θα δεις πως τα πράγματα είναι καλύτερα απ’ όσο νόμιζες… Θα δεις πως όταν δεν έχεις κάτι στο οποίο να ελπίζεις, δεν έχεις και να φοβάσαι αν θα το χάσεις. Ή αν δεν έχεις κάτι να φοβάσαι, είσαι ένα βήμα πιο κοντά στο να είσαι ευτυχισμένος.
Η χριστιανική θρησκεία άρχιζε να ξεβάφει από πάνω μου, γιατί στην τελική δεν είναι κανενός το πραγματικό «χρώμα». Δεν με τρόμαζαν πλέον οι απειλές για καταδίκη στην κόλαση. Δεν μπορούσαν να πείσουν πλέον κανέναν οι φωνές και οι απόλυτες απόψεις των παπάδων και των φαν τους. Όταν κάποιος μιλάει για πράγματα τα οποία ΔΕΝ ΔΥΝΑΤΑΙ να γνωρίζει, απλά τον αγνοείς, δεν λαμβάνεις υπόψιν τις απόψεις του. Ωστόσο κάτι το τόσο λογικό, στον Πλανήτη Γη του 2012 πρέπει να το εξηγήσεις, να το «κάνεις δεκάρικα» που λένε, κάτι το τόσο αυτονόητο…
Η αναζήτηση της αλήθειας ήταν αυτή που με έκανε να ασχοληθώ με τη θρησκεία στην αρχή της ζωής μου και η ίδια αναζήτηση είναι αυτή που με οδήγησε χιλιόμετρα μακριά της. «Αρκετά παίξατε με τους φόβους και τις ελπίδες μου, κύριοι… Αρκετά χειριστήκατε τα συναισθήματά μου με τον πιο καταπιεστικό τρόπο απ’ όλους, προκειμένου να με βάλετε στο μαγαζάκι σας, να με γράψετε στη λίστα με τους οπαδούς σας!».
Έχω θυμό μέσα μου για αυτού του είδους τις δραστηριότητες, αυτές που λένε θρησκείες. Θυμός που, πολλές φορές, δεν με αφήνει να συζητήσω με καλύτερη τακτική, προκειμένου να πείσω, αλλά το δουλεύω…
Αντί μιας θρησκείας που να μου λέει πώς είναι ο κόσμος και το τι θα έπρεπε να κάνω στη ζωή μου, έχω καταλήξει να έχω δύο απαντήσεις στα δύο ερωτήματα. Στο πρώτο, η προφανής λύση είναι η Επιστήμη, η οποία «ΔΕΝ είναι μια δημοκρατία στην οποία η πλευρά με τις περισσότερες ψήφους ή την πιο δυνατή φωνή μπορεί να αποφασίζει ποιο είναι το σωστό» (Gregory A. Poland, M.D. and Robert M. Jacobson, M.D., New England Journal of Medicine, 2011; 364:97-99). Όσο για το τι θα έπρεπε να κάνω και τον τρόπο που θα έπρεπε να συμπεριφέρομαι, προσπαθώ να ακούω την Κοινή Λογική, που τόσο έχουμε ξεχάσει…
Ένα πράγμα μπορώ να πω όμως πως με βοήθησε στη διαδικασία απεμπλοκής από τη θρησκεία και στη συνεχή μου προσπάθεια να αντιληφθώ τον κόσμο και τον εαυτό μου. Ο διαλογισμός. Όχι, δεν έγινα βουδιστής… Αν και όσοι έχουν πρόβλημα με το οτιδήποτε έχει θρησκευτική χροιά, δικαίως ή αδίκως, τώρα θα λένε από μέσα τους ότι έφυγα από τον ένα κομπογιαννίτη και πήγα στον άλλον. Θεωρώ πως όταν ο Χριστός λέει «αν δεν είσαι μαζί μου, είσαι εναντίον μου και θα καείς στην κόλαση», είναι πολύ χειρότερο από το:
«Μην πιστεύετε τίποτε, ανεξάρτητα από πού το διαβάσατε ή ποιος το είπε, ακόμα κι αν το έχω πει εγώ, αν δεν συμφωνεί με τη δική σας λογική και τον κοινό νου.»
~Βούδας
Μέσω του διαλογισμού, έχω παρατηρήσει και εξηγήσει πράγματα και καταστάσεις που αφορούν είτε εμένα, είτε τον κόσμο που αντιλαμβάνομαι, έχω μάθει τις αποστάσεις που προτιμώ να τηρώ από βλαβερές σκέψεις, έχω αντιληφθεί τους λόγους που το να σκέφτεσαι και να επεξεργάζεσαι με ηρεμία είναι σαφώς καλύτερο και πιο αποτελεσματικό από το να αντιδράς ανεξέλεγκτα.
Το να ελέγχεις το μυαλό σου είναι μια πολύ δύσκολη δουλειά, αλλά καλύτερα να το προσπαθήσω εγώ, παρά να επιτρέψω να «δοκιμάσει» κάποιος άλλος…
Όπως ανέφερα παραπάνω, το αίσθημα που κυριαρχούσε, όταν άνοιξα τα μάτια μου στην απάτη της θρησκείας, ήταν ο θυμός… Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος έχει εξαφανιστεί γιατί πλέον καταλαβαίνω όλο και περισσότερο την ανάγκη των ανθρώπων να εξαπατώνται τόσο εξόφθαλμα.
Η μικρή μου εμπειρία από ανθρώπους με παραβατικές συμπεριφορές, αλλά και η υπόλοιπη ζωή μου (εκτός δουλειάς), μου έχει δείξει ότι, όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να συμπεριφέρεται με τρόπο αναληθή, καταπιεστικό, με πρόθεση να βλάψει τον ίδιο ή κάποιον άλλο, μπορείς να είσαι 99% σίγουρος ότι η ανασφάλεια έχει ριζώσει βαθιά. Και αυτή η ίδια ανασφάλεια είναι που εκμεταλλεύεται η θρησκεία…
Γι’ αυτόν το λόγο, έχω αποφασίσει ότι όχι μόνο θα δηλώνω δημόσια την άρνησή μου σε «δεισιδαιμονίες αγράμματων ανθρώπων της εποχής του Χαλκού», αλλά με κάθε ευκαιρία προκαλώ σε ελεύθερη σκέψη όποιον ισχυρίζεται ότι έχω υποχρέωση να σέβομαι ένα βιβλίο γεμάτο φρίκη και μια πίστη η οποία, εξαιτίας της ίδιας της φύσης, παρέχει στον οποιονδήποτε την ευκαιρία να μη σκέφτεται, γιατί πολύ απλά η θρησκεία του έχει ήδη ξεχωρίσει το τι είναι καλό και κακό για λογαριασμό του πιστού…
Πολλές φορές έχω κατηγορηθεί για το ότι είμαι προκατειλημμένος ενάντια στη θρησκεία. Δεν είναι και λίγες οι φορές που κάποιος φίλος προσπαθεί για αρχή να μου πει ότι έχω παραπλανηθεί και ότι οι καθ’ όλα λογικές σκέψεις μου γύρω από την απάτη της θρησκείας είναι προϊόν πλύσης εγκεφάλου, ωστόσο στη συνέχεια καταλήγει να αρνείται ότι η θρησκεία του περιλαμβάνει τα αίσχη που αναφέρω ότι έχουν πέσει στην αντίληψή μου…
Η απάντηση, κλισέ πλέον, «αυτό ήταν στην παλαιά διαθήκη» ή «ο Χριστός δεν το είπε ποτέ αυτό»… Το γνωστό σε όλους μας «pick and choose»… Με ρωτούν: «Γιατί ασχολείσαι τόσο πολύ με τη θρησκεία; Αφού δεν είσαι πιστός, άσε αυτούς που είναι πιστοί να ασχολούνται μαζί της!» Όταν «ασχολούμαι» με το θέμα του θεού, στην ουσία ασχολούμαι με τον Άνθρωπο, ο οποίος έφτιαξε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του τον θεό που προτιμούσε. Εσένα και εμένα παρατηρώ, φίλε… Την ανασφάλειά μας, την έλλειψη συμπόνιας στον πόνο μας, την αδιαλλαξία στο διαφορετικό, που είναι βλαβερή είτε το βλέπεις στον άνθρωπο μπροστά σου, είτε το βλέπεις μέσα σου.
Εσένα κι εμένα παρατηρώ, φίλε… Είτε έναν-έναν, είτε ταυτόχρονα…
Καταλήγοντας, το μόνο που θέλω να πω είναι ότι, όποια και να είναι η αλήθεια που ψάχνει ο καθένας, θα τη βρει μόνο αν αυτό που βλέπει ή βιώνει αρχίσει να το γδύνει και να το γδύνει και να το γδύνει από τα ψέματα… Η αλήθεια σου είναι αυτό που θα μείνει στο τέλος. Δεν θα βρεις αλήθεια αν ντύσεις ένα ψέμα, ή αν του αλλάξεις χρώμα… Θα δημιουργήσεις ακόμα ένα ψέμα. Αλλά την αλήθεια σου ποιος θα την ψάξει, αν όχι εσύ;
Μιλάω για την αλήθεια του ότι γεννήθηκες και θα πεθάνεις. Μπορείς μέσα σε αυτά τα δύο σημεία να προσφέρεις; Μακριά από το να παίρνουμε μόνο και να ξαναπαίρνουμε. Μπορείς μέσα σε αυτά τα δύο σημεία να δώσεις; Δώσε κουράγιο, δώσε αλήθεια, δώσε ειλικρίνεια. Σε εσένα και σε εμένα. Ας μην τρομάζουμε από αυτούς που φοβούνται την πραγματικότητα για τους δικούς τους λόγους.
Ας μη ζήσουμε μια ζωή σαν «δούλοι» ή «ποίμνια».
Ας ζήσουμε σαν ελεύθεροι, σκεπτόμενοι Άνθρωποι…
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Το Ακίνητο πρώτο κινούν – Εισαγωγή – Επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού
Μετάφραση: Evan T
| Επόμενο Άρθρο [1α] » |
Εισαγωγή του μεταφραστή
ΕΝΑΡΞΗ ΣΕΙΡΑΣ ΑΡΘΡΩΝ: Το Ακίνητο πρώτο κινούν
Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011 από Evan T
Σκόπευα να ξεκινήσω να μεταφράζω το δοκίμιο “The Unmoved Mover” του Ebonmuse πολύ αργότερα, αλλά η συζήτησή μου με τον “Πίστευαι και μη ερεύνα” σε αυτό το άρθρο με κάνει να επισπεύσω τη μετάφραση. Το δοκίμιο αναφέρεται στα πιο συνηθισμένα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται στην προσπάθεια να αποδειχθεί πως υπάρχει Θεός και στο ποια ελαττώματα έχουνε. Επειδή παρατηρώ πως οι θρήσκοι σχολιαστές τα χρησιμοποιούν άτυπα κι αυτοί με τη μία μορφή ή την άλλη, ελπίζω πως αυτή η σειρά άρθρων θα μας δώσει κι έναν καταλληλότερο χώρο για να συζητήσουμε και να μπορέσουν να σχολιάσουν και άλλοι επισκέπτες.
Δεδομένου δε πως αυτό το δοκίμιο είναι λιγότερο τεχνικό σε σχέση με το “Φάντασμα στη Μηχανή” είμαι σε θέση να προσθέσω περισσότερα δικά μου σχόλια (θα τα βρείτε γραμμένα με μικρότερα γράμματα). Ομοίως με το “Φάντασμα στη Μηχανή”, το δοκίμιο θα παρουσιαστεί σε κομμάτια που θα διευκολύνουν τον σχολιασμό. Τα τμήματα θα σημειώνονται με τη συντομογραφία [AπΚ].
Ακολουθεί η εισαγωγή του Ebonmuse, μαζί με τα περιεχόμενα του δοκιμίου. Σημειωτέον ότι μπορείτε να βρείτε πολλές αναλύσεις και αλλού για τα συγκεκριμένα επιχειρήματα. Μερικά υπάρχουν για αιώνες και συνεχίζουν να δημιουργούν συζητήσεις (παρά το πόσες φορές έχουν καταρριφθεί).
Το Ακίνητο πρώτο κινούν
Επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού
Συζητώντας με ένθεους, υπάρχουν ορισμένα επιχειρήματα υπέρ του θεϊσμού που διαρκώς επαναλαμβάνονται. Βάσει της εμπειρίας μου, πολλοί οι οποίοι τα παρουσιάζουν νομίζουν πως είναι είτε καινούρια, είτε αδιαμφισβήτητα, οπότε συχνά εκπλήσσονται όταν μαθαίνουν πως τα πιο συνήθη επιχειρήματα για την ύπαρξη του Θεού υπάρχουν εδώ και πολλούς αιώνες (με διάφορες μορφές) και όλα καταρρίφθηκαν σχεδόν αμέσως. Το μόνο γνησίως νέο επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού που εμφανίστηκε τον τελευταίο αιώνα είναι το υπερβατικό επιχείρημα, και ακόμα κι αυτό δεν αντέχει σε προσεκτική ανάλυση.
Αν και η αποτυχία αυτών των επιχειρημάτων δεν είναι ο λόγος που είμαι άθεος (διαβάστε τα άρθρα “Όλοι οι δυνατοί κόσμοι“, “Το Φάντασμα στη Μηχανή“, “Άλλη μία καιόμενη βάτος” και “Παίζοντας τον κοσμικό Παπά” για να καταλάβετε τι εννοώ) είναι προφανώς απαραίτητο να δείξω πως δεν υπάρχει πειστική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού, αν θέλω να είμαι ένας ειλικρινής άθεος. Αυτό το δοκίμιο έχει αυτόν το στόχο: να εξετάσει τα τέσσερα κλασσικά είδη επιχειρημάτων για την ύπαρξη του Θεού, όπως έχουν παρουσιαστεί από ένθεους, τόσο στο παρελθόν, όσο και στη σύγχρονη εποχή, και να δείξει πως όλα έχουν βασικά ελαττώματα. Θα εξετάσει επίσης και μερικά πιο συγκεκριμένα ή λιγότερο συχνά παρουσιαζόμενα θεϊστικά επιχειρήματα και θα δείξει πως και αυτά πάσχουν από θανάσιμα ελαττώματα.
Τα Επιχειρήματα
- Το Οντολογικό Επιχείρημα
- α. Το Κλασσικό Οντολογικό Επιχείρημα: Άνσελμος του Καντέρμπουρυ
- β. Το Σύγχρονο Οντολογικό Επιχείρημα: Alvin Plantinga
- γ. Η μανιχαϊστική εις άτοπον απαγωγή
- δ. Σημειώσεις για την “αναγκαία” ύπαρξη
- Το Κοσμολογικό Επιχείρημα
- α. Το Κλασσικό Κοσμολογικό Επιχείρημα: Θωμάς Ακινάτης
- β. Το Σύγχρονο Κοσμολογικό Επιχείρημα: William Lane Craig
- Το Επιχείρημα του Σχεδιασμού
- α. Το Κλασσικό Επιχείρημα του Σχεδιασμού: William Paley
- β. Το Σύγχρονο Επιχείρημα του Σχεδιασμού: Michael Behe
- Το Ηθικό Επιχείρημα
- Το Υπερβατικό Επιχείρημα
- Άλλα Επιχειρήματα
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (36)
Μεγάλωσα στον Δήμο Πετρούπολης σε μία οικογένεια εθιμοτυπικά χριστιανική. Παρότι πηγαίναμε σε εκκλησία μόνο το Πάσχα, η μεγάλη εβδομάδα ήταν αφιερωμένη στον «Ιησού από τη Ναζαρέτ», χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί η ιστορικότητα όσων ακούγαμε, το δε Μεγάλο Σάββατο κοινωνούσα.
Η γιαγιά μου ήταν η περισσότερο πιστή, με τις επισκέψεις της στην εκκλησία, το εικονοστάσι της, τα σταυροκοπήματα. Αργότερα έμαθα από τη μητέρα μου πως, παρότι η ίδια δεν είχε βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, δεν μπορούσε να αρνηθεί την πίστη και την ύπαρξη μιας θεότητας, λόγω φόβου και ως προστασία για τα παιδιά της.
Ως παιδί πίστευα στον Χριστούλη και την Παναγίτσα και μου άρεσε να ακούω όλες τις… ανατριχιαστικές ιστορίες που διηγιόταν η γιαγιά μου γι’ αυτούς. Μέχρι την ηλικία των 12-13 ετών δεν αμφισβήτησα ποτέ όσα είχα ακούσει και ίσως πίστευα, χωρίς όμως να θεωρήσω τον εαυτό μου θρησκόληπτο. Θεωρούσα όσα άκουγα αληθινά, όλες οι ιστορίες ήταν πραγματικές!
Και το σχολείο δεν συνέβαλλε στο να αλλάξω γνώμη, αφού αναπαρήγαγε τις ίδιες ιστορίες. Οι καθηγητές απέφευγαν περίτεχνα τις δύσκολες ερωτήσεις, επαφιέμενοι στις «βουλές του Κυρίου» που, ενώ ήταν γνωστές σε όλους για θέματα όπως η νηστεία, οι αμβλώσεις κ.λπ., παρέμεναν «άγνωστες» για όλα τα υπόλοιπα.
Είχα ωστόσο μιαν αγάπη για τα ντοκιμαντέρ, ιδιαίτερα αυτά του Κουστώ. Παρακολουθούσα με ζήλο τις εξερευνήσεις στον πλανήτη μας, αλλά και έξω από αυτόν. Βλέποντας τις εικόνες του απέραντου σύμπαντος, αλλά και του ζωικού βασιλείου, μαθαίνοντας για την εξέλιξη, αποφάσισα πως η ιστορία της θρησκείας δεν… κολλούσε. Κατέληξα λοιπόν σταδιακά να τη θεωρώ εθιμικό κατάλοιπο, μια παράδοση που συνέβαλλε στην εθνική, κοινωνική συνοχή.
Αυτήν τη στάση διατήρησα και όσο υπηρετούσα στον στρατό, όπου έμεινα τέσσερα χρόνια, υπηρετώντας στις ειδικές δυνάμεις. Ακόμη και όταν η μητέρα μου αποφάσισε να πάει να «διαβάσει» την παραλλαγή μου, πριν κάνω την πρώτη μου πτώση σε αλεξίπτωτο, είχα περισσότερη εμπιστοσύνη στον εξοπλισμό μου, απ’ ότι στη συνδρομή του αγίου πνεύματος. Τότε έζησα την καθιερωμένη θρησκευτική ζωή του στρατού, συμμετέχοντας σε λειτουργικά με τα οποία διαφωνούσα, αλλά δεν μπορούσα να φέρω αντίρρηση. Και αυτό γιατί η εξουσία της εκκλησίας είναι τόσο ισχυρή στο στρατό, ώστε η άρνηση του κοινού θρησκεύματος προκαλεί μόνο προβλήματα στους στρατιώτες και αξιωματικούς.
Φεύγοντας από εκεί, απέκτησα περισσότερο ελεύθερο χρόνο, τον οποίο και αφιέρωσα στο διάβασμα. Επιστήμη, ιστορία… Και όσο περισσότερο διάβαζα, τόσο πιο παράλογη μου φαινόταν η ιδέα ενός υπέρτατου όντος, δημιουργού του σύμπαντος, η ιδέα του παντογνώστη και παντοδύναμου προστάτη. Τόσο λιγότερο συμβατή μου φαινόταν η αρχαιοελληνική κληρονομιά με την ξενόφερτη ορθόδοξη παράδοση, και ο όρος «ελληνορθοδοξία» μου φαινόταν όλο και πιο παράλογος.
Σε εκείνο το σημείο, έφτασα στη φάση του αγνωστικισμού. Θεωρώντας πως δεν μπορούσα να ξέρω την απόλυτη αλήθεια και να πάρω μια τελεσίδικη απόφαση, είδα τον αγνωστικισμό ως τη μέση και την πιο σωστή λύση.
Ασχολούμενος αρκετά με το Internet, και ιδιαίτερα το Facebook, έγινα admin σε μια ομάδα. Μέσα από τις συζητήσεις σε αυτήν την ομάδα, άρχισα να ψάχνω περισσότερα για το θέμα της θρησκείας και της πίστης. Στο Ιnternet έμαθα και το όνομα του Richard Dawkins, οπότε και διάβασα το βιβλίο του «Η περί θεού αυταπάτη».
Σ’ αυτό το σημείο ήταν που αποφάσισα πως η λογική και τα γεγονότα δεν «χωρούσαν» καμιά θεϊκή ύπαρξη, και πως η πιο σωστή θέση είναι αυτή του ορθολογιστή άθεου, καθώς αυτή είναι που έχει την αμεσότερη επαφή με την πραγματικότητα και όσα γνωρίζουμε για αυτήν και προσφέρει τη λιγότερη διαστρέβλωση της αλήθειας. Ως ορθολογιστής, μπορούσα πλέον να βασιστώ στις αισθήσεις μου και την επιστημονική γνώση για να κατανοήσω το σύμπαν γύρω μου.
Παρότι είχα ήδη κατασταλάξει και πορευόμουν πλέον ως άθεος στον κόσμο τούτο, το τελικό χτύπημα έφερε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, που προκάλεσε το θάνατο δύο φίλων μου, δύο παιδιών που έφυγαν υπερβολικά νωρίς. Αυτό με έκανε να δω πως η ζωή δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια σειρά από τυχαία γεγονότα. Πως δεν υπάρχει ανώτερος σκοπός ή νόημα πίσω από ό,τι συμβαίνει και πως οι αποφάσεις του καθενός μας είναι ικανές να επηρεάσουν τόσο τη δική μας ζωή, όσο και τη ζωή των άλλων, με τρόπους που συνήθως δεν είμαστε σε θέση να προβλέψουμε.
Αν μου προσέφερε κάτι η μεταστροφή μου στην αθεΐα, αυτό είναι η σιγουριά, η πεποίθηση ότι έχω μια όσο γίνεται λιγότερο διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας. Η ασφάλεια πως δεν κρίνεται η κάθε μου κίνηση, και το χειρότερο, σκέψη, από ένα αόρατο ον. Πως η ηθική μου δεν εξαρτάται από τις γραφές των γιδοβοσκών της ερήμου.
Μπορεί αυτό να μη με κάνει πλήρως αποδεκτό από το σύνολο της κοινωνίας, που θεωρεί «ταμπού» το θέμα της πίστης και προσκολλάται στην έννοια του «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού, ωστόσο, με αποζημιώνει η αποδοχή από τους δικούς μου ανθρώπους, και πολύ περισσότερο να βλέπω τη μικρή μου αδερφή να βαδίζει στον δρόμο του ορθολογισμού και της γνώσης.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Μετάφραση: Evan T
Από μία ομιλία του Victor Stenger στη συγκέντρωση του “Κέντρου Αναζήτησης” (Center for Inquiry) στις 4 Μαρτίου 2012 στο Ορλάντο της Φλόριδας, με θέμα “Προωθώντας το Κοσμικό Κράτος”, η οποία δημοσιεύτηκε στην διαδικτυακή εφημερίδα “THE HUFFINGTON POST“, και εδώ στην ιστοσελίδα του ίδιου. Η μετάφραση έγινε με την άδεια του ομιλητή για λογαριασμό της “Ένωσης Αθέων”.
Θέλω να μιλήσω για μια συγκεκριμένη ομάδα υπέρμαχων του κοσμικού κράτους –τους επιστήμονες– και την αλληλεπίδρασή τους με τη θρησκεία. Οι περισσότεροι επιστήμονες προτιμούν να αποφεύγουν την οποιαδήποτε αντιπαράθεση με τη θρησκεία. Δε θέλουν να ριψοκινδυνεύσουν τις επιχορηγήσεις τους και γενικώς θέλουν την ησυχία τους. Έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν, ή μάλλον έτσι νομίζουν.
Θέλω να παρακινήσω όλους εσάς που δεν είσαστε επιστήμονες να προσπαθήσετε να πείσετε εκείνους που είναι να σταματήσουν να κάνουν την πάπια με τη θρησκεία και να την δουν όπως είναι στην πραγματικότητα — ως μία πληγή για την ανθρωπότητα που έχει εμποδίσει την πρόοδό μας για χιλιετίες και τώρα απειλεί την ίδια μας την ύπαρξη.
Οι επιστήμονες πρέπει να βοηθήσουν την υπόλοιπη φιλοκοσμική κοινότητα με στόχο να μειωθεί η επιρροή της θρησκείας σε αμελητέα επίπεδα στην κοινωνία. Δεν θεωρώ πως αυτό είναι αδύνατο. Η αστρολογία και η μαντεία με εντόσθια προβάτων δεν χρησιμοποιούνται πλέον στη λήψη αποφάσεων για σημαντικά γεγονότα, όπως η κήρυξη ενός πολέμου. Γιατί να μη συμβεί το ίδιο και με τους φανταστικούς διαλόγους με μια αρχαία επουράνια θεότητα, τους οποίους τουλάχιστον ένας πρόσφατος πρόεδρος χρησιμοποίησε για να δικαιολογήσει τις πράξεις του;
Ας δούμε μερικούς τομείς όπου οι επιστήμονες άργησαν να καταλάβουν την αρνητική επίπτωση της θρησκείας σε σημαντικά επιστημονικά ζητήματα. Από τα 1850, ο αριθμός του ανθρώπινου πληθυσμού έχει αυξηθεί δραματικά προκαλώντας μια μη βιώσιμη εκμετάλλευση φυσικών πόρων. Αυτή η αύξηση δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Μπορούμε να επιβιώσουμε μόνο ελαττώνοντας την εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα και σταθεροποιώντας τον πληθυσμό.
Αντί να βοηθήσει, η θρησκεία παρεμποδίζει τις προσπάθειες αυτές με το να αντιτίθεται στην αντισύλληψη και στα διάφορα μέσα που είναι απολύτως απαραίτητα για να επιτευχθούν οι σκοποί αυτοί.
Ήδη κάθε χρόνο πεθαίνουν 3 εκατομμύρια άτομα από τη ρύπανση που προκαλούν τα ορυκτά καύσιμα και η βιομάζα. Και αυτός ο αριθμός μπορεί μόνο να αυξηθεί αν συνεχίσουμε έτσι.
Ωστόσο, ένα βιώσιμο μέλλον δεν είναι απρόσιτο. Οι πυρηνικοί αντιδραστήρες υγρού θορίου θα μπορούσαν να παρέχουν στον κόσμο όλη την απαιτούμενη ενέργεια για χιλιάδες χρόνια, με ασφάλεια, ελάχιστη περιβαλλοντική επιβάρυνση και χωρίς δυνατότητα χρήσης σε πυρηνικά όπλα. Αν υπήρχαν αντιδραστήρες θορίου, δεν θα είχαν συμβεί οι καταστροφές στο Θρη-Μάιλ Άιλαντ, στο Τσερνομπίλ ή στη Φουκουσίμα. Ο μόνος λόγος που χρησιμοποιείται ουράνιο και πλουτώνιο στους πυρηνικούς αντιδραστήρες είναι επειδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την κατασκευή όπλων. Δεν μπορείς να φτιάξεις όπλα με θόριο.
Η ηλιακή ενέργεια θα ήταν ήδη οικονομικά ανταγωνιστική με το πετρέλαιο, αν το πετρέλαιο συμπεριλάμβανε στην τιμή του το κόστος της ζημιάς στο περιβάλλον, την ανθρώπινη υγεία και τη στρατιωτική δύναμη που απαιτείται για την προστασία των πετρελαιοπηγών και την μεταφορά του πετρελαίου. Φαντάζεστε έναν κόσμο χωρίς πετρέλαιο; Εγώ μπορώ.
Γιατί λοιπόν δεν ακολουθούμε το δρόμο που μας χαράσσει η επιστήμη; Επειδή από τα τέλη του 19ου αιώνα ζούμε σε μια πλουτοκρατία στην οποία το πετρέλαιο και τα άλλα ορυκτά καύσιμα κυριαρχούν σε κάθε τομέα της οικονομίας χάρη στο τεράστιο κέρδος που αποφέρουν στους παραγωγούς και διανομείς του.
Και πώς εμπλέκεται σε αυτό η θρησκεία; Από την προϊστορική εποχή η θρησκεία λειτουργεί ως θεραπαινίς των ισχυρών, βοηθώντας τους να μένουν στην εξουσία. Οι αρχηγοί φυλών, οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες πάντα είχαν σαμάνους και ιερείς στο πλευρό τους για να διαβεβαιώνουν τους υπηκόους τους πως διοικούσαν ελέω θεού.
Στις Η.Π.Α. σήμερα τα πετροδολάρια χρηματοδοτούν μια τεράστια χριστιανική προπαγανδιστική μηχανή που λειτουργεί με στόχο να υποσκάψει τις λύσεις των επιστημόνων για τα προβλήματα του υπερπληθυσμού, της ρύπανσης και της κλιματικής αλλαγής. Χρησιμοποιούν τεχνικές που επινοήθηκαν πρώτη φορά πριν από 30 χρόνια από την καπνοβιομηχανία με σκοπό να καταπνίξει τις αποδείξεις ότι το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο και καρδιοπάθεια. Και οι τεχνικές αυτές εκμεταλλεύονται την αντι-επιστήμη που ενυπάρχει στη θρησκευτική πίστη.
Μια νέα τεχνική που προστέθηκε τα τελευταία χρόνια στο οπλοστάσιο της άρνησης της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι να προβάλλεται η κλιματική αλλαγή ως θεολογικό ζήτημα. Οι αρνητές λένε πως ο Θεός δεν θα επέτρεπε ποτέ να καταστραφεί η ζωή στη Γη. Άλλωστε είπε στους ανθρώπους να κατακυριεύσουνε τον πλανήτη. Επιπλέον, σύντομα θα συμβεί και η Συντέλεια, οπότε δεν πειράζει.
Οι Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί είναι στην πρώτη γραμμή στη μάχη για την κλιματική αλλαγή. Ο Τζων Σίμκους, Ρεπουμπλικανός από το Ιλινόις, είπε πως η κλιματική αλλαγή είναι μύθος γιατί ο Θεός είπε στον Νώε πως δεν θα καταστρέψει ξανά τη γη με κατακλυσμό. Όλοι οι τρέχοντες Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι για την προεδρία είτε πάντα έλεγαν πως η κλιματική αλλαγή είναι απάτη, είτε ανακάλεσαν δηλώσεις τους που παραδέχονταν πως όντως συμβαίνει η υπερθέρμανση.
Η “Συμμαχία της Κορνουάλης για την Επιμελητεία της Πλάσης” (Cornwall Alliance for The Stewardship of Creation) έβγαλε μια ανακοίνωση με τίτλο “Μια Ευαγγελική Διακήρυξη για την Υπερθέρμανση του Πλανήτη.” Η διακήρυξη υποστηρίζει πως η Γη και τα οικοσυστήματά της “είναι γερά, ανθεκτικά, αυτορυθμιζόμενα, θαυμαστά κατάλληλα για την ανθρώπινη ευημερία.” Η ανακοίνωση αρνείται ότι η Γη και τα οικοσυστήματά της είναι “εύθραυστα και ασταθή παράγωγα τύχης” και συγκεκριμένα αρνείται πως το κλιματικό σύστημα της Γης είναι ευπαθές στις “μικροσκοπικές αλλαγές στην ατμοσφαιρική χημεία” όπως τις αποκαλούν. Η ανακοίνωση της Κορνουάλης λέει πως δεν υπάρχουν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ότι τα αέρια θερμοκηπίου που παράγει η ανθρωπότητα προκαλούν επικίνδυνη υπερθέρμανση. Επίσης αρνείται ότι το διοξείδιο του άνθρακα είναι ρύπος, και ισχυρίζεται πως η μείωση των αερίων θερμοκηπίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ουσιαστική μελλοντική μείωση της παγκόσμιας θερμοκρασίας.
Περίπου 500 άτομα, συμπεριλαμβανομένου ενός μεγάλου αριθμού μη εξειδικευμένων επιστημόνων και άλλων ακαδημαϊκών, στήριξαν την ανακοίνωση. Δεν πρόκειται για την άποψη μιας περιθωριακής ομάδας, αλλά της πλειοψηφίας των Ευαγγελικών Χριστιανών, οι οποίοι έχουν πολύ μεγαλύτερη εξουσία από ό,τι θα δικαιολογούσε ο αριθμός τους.
Ενώ οι πετρελαιοκράτες χρησιμοποιούν την επιστήμη σε κάθε πτυχή των επιχειρήσεών τους, εκμεταλλεύονται υποκριτικά την αντι-επιστήμη που ενυπάρχει στη θρησκεία για να υπονομεύσουν κάθε επιστημονικό πόρισμα που απειλεί την εξουσία και την περιουσία τους.
Οι περισσότεροι επιστήμονες δεν συνειδητοποιούν πως η επιστήμη και η θρησκεία είναι ασύμβατες. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή κάθησαν και το σκέφτηκαν. Συμβαίνει επειδή προτιμούν να μην το σκέφτονται.
Οι Φονταμενταλιστές ξέρουν πως η επιστήμη και η θρησκεία είναι ασύμβατες, δεδομένου πως η επιστήμη καταρρίπτει πολλά από τα περιεχόμενα της Βίβλου, η οποία θεωρούν κυριολεκτικά πως είναι ο λόγος του Θεού. Για αυτούς η επιστήμη κάνει λάθος και πρέπει να εκχριστιανιστεί. Υπάρχει μια καλοπληρωμένη απόπειρα για να γίνει ακριβώς αυτό, ενώ οι περισσότεροι επιστήμονες κάθονται στα μετόπισθεν και προτιμούν να μην ανακατεύονται.
Όμως η επιστήμη και η θρησκεία πάντα βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση, και πάντα θα βρίσκονται. Ένας χθεσινός ομιλητής είπε ότι δεν του αρέσει να χρησιμοποιεί τη λέξη “θρησκεία”, αλλά προτιμά να την αποκαλεί “σύστημα πίστης”. Λοιπόν, υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη συστημάτων πίστης. Η επιστήμη είναι ένα σύστημα πίστης βασισμένο στη λογική και τις αποδείξεις. Η θρησκεία είναι ένα σύστημα πίστης βασισμένο στις μπούρδες.
Οι μετριοπαθείς Χριστιανοί λένε πως υποστηρίζουν την επιστήμη, αλλά εξακολουθούν να μένουν προσκολλημένοι σε πεποιθήσεις που δεν έχουν εμπειρική βάση. Οι μετριοπαθείς λένε πως δέχονται την εξέλιξη, αλλά επιμένουν πως καθοδηγείται από τον Θεό. Αυτό δεν είναι δαρβίνεια εξέλιξη. Είναι ευφυής σχεδιασμός. Στη δαρβίνεια εξέλιξη δεν υπάρχει καθοδήγηση· ούτε θεία, ούτε άλλου είδους.
Ένα πρόσφατο φαινόμενο είναι να ενώνουν δυνάμεις οι αρνητές της κλιματικής αλλαγής με τους αρνητές της εξέλιξης, που δεν έχουν άλλο σημείο επαφής πέρα από τα θρησκευτικά ορμώμενα κίνητρά τους. Έχουν περάσει αρκετοί νόμοι που απαιτούν οι δάσκαλοι να διδάσκουν “όλες τις πλευρές” των στοιχείων για την εξέλιξη και την κλιματική αλλαγή. Αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα, αν τα επιχειρήματα όλων των πλευρών παρουσιάζονταν με ακρίβεια και ειλικρίνεια. Αλλά όλοι ξέρουμε πως αυτό είναι απίθανο να συμβεί, αφού ο μόνος στόχος αυτών των νομοσχεδίων είναι να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση επιστημονικής διαφωνίας σχετικά με ζητήματα όπου, για να λέμε την αλήθεια, υπάρχει ισχυρή ομοφωνία στην επιστημονική κοινότητα. Είναι σαν να ζητάει κανείς ίσο χρόνο για τη θεωρία της επίπεδης γης.
Ο Κρίστοφερ Χίτσενς είχε πει κάποτε πως δεν ήταν απλά αντίθετος με την οργανωμένη θρησκεία, αλλά με τη θρησκευτική πίστη. Η θρησκεία δεν θα αποτελούσε μια τόσο έντονα αρνητική δύναμη στην κοινωνία, αν συμπεριλάμβανε μόνο τις κοινωνικές εκδηλώσεις στην εκκλησία και τον εορτασμό των οροσήμων της ζωής του ανθρώπου. Ωστόσο η μαγική σκέψη, που φυτρώνει βαθιά οπουδήποτε η πίστη υπερνικά τις αποδείξεις, διαστρεβλώνει όλες τις πτυχές της ζωής. Ενσταλάζει επιπόλαιες πεποιθήσεις οι οποίες, επειδή υιοθετήθηκαν χωρίς λογική, δεν μπορούν να απομακρυνθούν με τη λογική. Η μαγική σκέψη αγνοεί τα αποδεικτικά στοιχεία και ευνοεί όποια άποψη είναι πιο βολική και κοινωνικά αποδεκτή. Παρόλο που και οι επιστήμονες τείνουν να ακολουθούν το πλήθος, μπορούν να αλλάξουν άποψη με τις κατάλληλες αποδείξεις.
Οι μαγικές πεποιθήσεις δεν περιορίζονται μόνο στη θρησκεία, αλλά εκτείνονται και στους κλάδους της οικονομίας, της πολιτικής και της υγείας. Και δεν φταίει το γεγονός ότι το κοινό δεν έχει αρκετές πληροφορίες. Σήμερα όλοι κατακλυζόμαστε από πληροφορίες, ειδικά από το διαδίκτυο. Όμως οι περισσότερες από αυτές τις πληροφορίες είναι αναξιόπιστες, και χρειάζεται να κόβει το μάτι για να ξεχωρίσει κανείς τις καλές από τις κακές. Η μαγική σκέψη και η τυφλή πίστη είναι το χειρότερο δυνατό νοητικό σύστημα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε σε αυτή την περίπτωση. Επιτρέπουν στις πιο εξωφρενικές βλακείες και ψέματα να γίνονται αποδεκτά ως πραγματικότητα.
Καλύτερο παράδειγμα από τις σύγχρονες Η.Π.Α. δεν υπάρχει, όπου η πλειοψηφία του κόσμου αποδέχεται ένα μεγάλο σύνολο θρησκευτικών και ψευδοεπιστημονικών πεποιθήσεων, παρά την πλήρη απουσία αποδεικτικών στοιχείων που να τις στηρίζουν, και μάλιστα ενώ υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις που τις καταρρίπτουν. Αυτή είναι η αφροσύνη της πίστης και δείχνει γιατί πρέπει να την πολεμήσουμε. Δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει ένας ολόκληρος πλανήτης βασισμένος σε τυφλή πίστη.
Όπως είπα ήδη, οι πιστοί σε θρησκείες χειραγωγούνται για να υποσκάψουν τα ίδια τους τα συμφέροντα στους τομείς της υγείας και της οικονομικής ευρωστίας, ώστε να τεθούν εν αμφιβόλω τα εδραιωμένα επιστημονικά ευρήματα. Αυτό θα ήταν αδύνατο, αν οι κοσμοθεωρίες της επιστήμης και της θρησκείας δεν ήταν διαμετρικά αντίθετες.
Η επιστήμη και η θρησκεία είναι φύσει ασύμβατες λόγω των αντίθετων παραδοχών που κάνουν για το τι μπορούμε να γνωρίζουμε για τον κόσμο. Κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται έναν κόσμο που μοιάζει να υπάρχει έξω από το σώμα, έναν κόσμο αισθητήριων ερεθισμάτων που ονομάζουμε “φυσικό κόσμο”. Η επιστήμη είναι η συστηματική μελέτη των παρατηρήσεων που γίνονται για τον φυσικό κόσμο με τις αισθήσεις μας και τα επιστημονικά όργανα. Η γνώση που αποκτάται κατ’ αυτό τον τρόπο έχει αποδειχθεί αποτελεσματική κατά την εφαρμογή της στις ανθρώπινες ανάγκες.
Αντίθετα, όλες οι μεγάλες θρησκείες, του Βουδισμού συμπεριλαμβανομένου, διδάσκουν πως οι άνθρωποι έχουν μια επιπλέον “εσωτερική” αίσθηση που μας επιτρέπει να αποκτήσουμε πρόσβαση σε ένα πεδίο πέρα από τον ορατό κόσμο — μια θεϊκή, υπερβατική πραγματικότητα, την οποία αποκαλούμε “υπερφυσική”. Αν κάτι δεν περιλαμβάνει το υπερβατικό, δεν είναι θρησκεία. Η θρησκεία είναι ένα σύνολο μεθόδων με σκοπό να επικοινωνήσουμε με αυτό τον αόρατο κόσμο και να χρησιμοποιήσουμε τις δυνάμεις του για να επηρεάσουμε τις καταστάσεις στη Γη.
Η τρέχουσα υπόθεση της επιστήμης είναι ότι η προσεκτική παρατήρηση είναι η μόνη αξιόπιστη πηγή γνώσης για τον κόσμο. Η φυσική θεολογία δέχεται την εμπειρική επιστήμη και τη θεωρεί ως μέσο για να μάθουμε για την πλάση του Θεού. Αλλά η θρησκεία, γενικώς, πηγαίνει πέρα από την επιστήμη και θεωρεί αξιόπιστες και άλλες πηγές γνώσης, όπως ιερές γραφές, αποκάλυψη και πνευματικές εμπειρίες.
Αναμφίβολα η επιστήμη έχει τα όριά της. Ωστόσο το γεγονός ότι η επιστήμη είναι περιορισμένη, δεν σημαίνει πως η θρησκεία ή οποιοδήποτε εναλλακτικό σύστημα σκέψης πραγματικά μας δίνει πρόσβαση στο τι κείται πέρα από τα όρια αυτά. Για παράδειγμα, η επιστήμη δεν μπορεί ακόμα να περιγράψει πώς ακριβώς προέκυψε το σύμπαν με φυσικό τρόπο, αν και υπάρχουν πολλά πιθανά σενάρια. Αλλά το γεγονός ότι η επιστήμη δεν έχει –προς το παρόν– οριστική απάντηση στην ερώτηση αυτή, δεν σημαίνει πως οι αρχαίοι μύθοι, όπως αυτοί της Γενέσεως, εμπεριέχουν αλήθεια ή πως μπορούν να επιβεβαιωθούν.
Η επιστημονική κοινότητα γενικώς ακολουθεί τη λογική πως η επιστήμη δεν έχει τίποτα να πει για το υπερφυσικό, επειδή οι μέθοδοι της επιστήμης, ως έχουν, εξαιρούν τα υπερφυσικά αίτια. Προσωπικά διαφωνώ κάθετα με αυτήν τη θέση. Αν πράγματι έχουμε μια εσωτερική αίσθηση που μας λέει για μια μη παρατηρήσιμη πραγματικότητα που είναι σημαντική για τον άνθρωπο και επηρεάζει τις ζωές μας, τότε θα πρέπει να μπορούμε να παρατηρήσουμε την επίδραση αυτής της πραγματικότητας με επιστημονικά μέσα.
Αν η εσωτερική αίσθηση κάποιου ανθρώπου τον προειδοποιούσε για έναν επικείμενο σεισμό που δεν είχε προβλέψει η επιστήμη και συνέβαινε ακριβώς όταν τον είχε προβλέψει εκείνος, τότε θα είχαμε αποδείξεις για μια εξωαισθητική πηγή γνώσης. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε αποδείξεις ότι αυτά που αισθάνονται οι άνθρωποι όταν νομίζουν πως έρχονται σε επαφή με το υπερφυσικό ανταποκρίνονται σε οτιδήποτε έξω από το μυαλό τους, οπότε δεν έχουμε κανέναν λόγο να βασιζόμαστε στα αισθήματα αυτά όταν προκύπτουν. Ωστόσο, αν προκύψουν ποτέ τέτοια στοιχεία, τότε οι επιστήμονες θα πρέπει να τα εξετάσουν, είτε τους αρέσει, είτε όχι.
Δεν μπορούμε να κρύψουμε κάτω από το χαλί τα διάφορα σοβαρά προβλήματα που δημιούργησε η επιστημονική επανάσταση και την απότομη αύξηση της δυνατότητας της ανθρωπότητας να εκμεταλλευτεί τους φυσικούς πόρους την οποία προξένησε η τεχνολογία. Δεν θα υπήρχαν τα προβλήματα του υπερπληθυσμού, της ρύπανσης, της υπερθέρμανσης του πλανήτη ή της απειλής του πυρηνικού ολοκαυτώματος, αν δεν τα είχε δημιουργήσει η επιστήμη. Η αυξανόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης για την επιστήμη που υπάρχει τώρα στις Η.Π.Α. μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί από τα επαίσχυντα παραδείγματα επιστημόνων που απασχολούνται σε εταιρείες πετρελαίου, τροφίμων, καπνού και φαρμάκων και έχουν συμβάλει στον άδικο θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων, επιτρέποντας την πώληση προϊόντων που οι επιστήμονες αυτοί γνώριζαν πολύ καλά πως δεν ήταν ασφαλή.
Αλλά μήπως θέλει κανείς να επιστρέψει στην προ επιστήμης εποχή, όταν η ανθρώπινη ζωή ήταν δύσκολη, άγρια και σύντομη; Ακόμα και η φωτιά ήταν κάποτε μια νέα τεχνολογία, και από τότε πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει σε φωτιές. Δεν σταματάμε όμως να ανάβουμε φωτιά. Τα μη ασφαλή προϊόντα επισκιάζονται από τα φάρμακα, τα τρόφιμα, την ιατρική γνώση και τις τεχνολογίες που έχουν κάνει τις ζωές μας κατά πολύ καλύτερες από το όχι και τόσο μακρινό παρελθόν. Τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες, οι γυναίκες τώρα σπάνια πεθαίνουν στη γέννα, και τα περισσότερα παιδιά ζουν και γίνονται ενήλικες. Αυτό δεν ίσχυε μέχρι και πριν από μερικές γενιές. Αντίθετα με τους προγόνους μας, οι περισσότεροι από εμάς ζούμε μεγάλες, ικανοποιητικές ζωές, χωρίς πολύ πόνο και ταλαιπωρίες. Οι ηλικιωμένοι είναι τόσοι πολλοί πλέον που έχουν αρχίσει να γίνονται κοινωνικό πρόβλημα. Όλα αυτά είναι αποτελέσματα της επιστημονικής προόδου.
Τα προβλήματα που έχει επιφέρει η κακή χρήση της επιστήμης μπορούν να λυθούν μόνο με τη χρήση της επιστημονικής μεθόδου και με την πιο λογική συμπεριφορά από πλευράς των επιστημόνων, των πολιτικών, των εταιρειών και των πολιτών κάθε κοινωνικής τάξης. Η θρησκεία, ως έχει σήμερα, με την εμμονή της στη στενομυαλιά και την αρχαία μυθολογία, δεν συμβάλλει καθόλου στη δημιουργία ενός καλύτερου, ασφαλέστερου κόσμου. Για την ακρίβεια, η θρησκεία αντιτίθεται ενεργά και δυναμικά στο στόχο αυτό.
Η θρησκεία έχει καταστρέψει την εμπιστοσύνη μας με τις απανωτές αποτυχίες της. Χρησιμοποιώντας την εμπειρική μέθοδο, η επιστήμη εξάλειψε την ευλογιά, ανέβασε τον άνθρωπο στο φεγγάρι και ανακάλυψε το DNA. Αν η επιστήμη δεν δούλευε, θα την είχαμε εγκαταλείψει. Η εμμονή μας με τη θρησκεία μάς έφερε την ιερά εξέταση, ιερούς πολέμους και μισαλλοδοξία. Η θρησκεία δεν δουλεύει, αλλά δεν λέμε να την εγκαταλείψουμε.
Η επιστήμη μάς πετάει στο φεγγάρι. Η θρησκεία μάς πετάει πάνω σε κτίρια.
Η επιστήμη δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την προσήλωσή της στην αλήθεια. Και η θρησκεία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την προσήλωσή της στις ανοησίες. Και για αυτόν το λόγο καλώ τους επιστήμονες και όλους τους σκεπτόμενους ανθρώπους να επικεντρωθούν στο να μειώσουν την επιρροή της θρησκείας στον κόσμο, με υπέρτατο στόχο την τελική πτώση της ανόητης πίστης. Το μέλλον μας εξαρτάται από αυτό.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (35)
Ένα μόνιμο «γιατί» που ακυρώνει ιδεοληψίες
Ποτέ μου δεν είχα την έννοια της «πίστης» σε ιδιαίτερα μεγάλη υπόληψη. Ως πιτσιρίκα ακόμα κυκλοφορούσα με μια λέξη στα χείλη. Η λέξη αυτή ήταν το «γιατί».
Ένα παιδάκι σαν όλα τα άλλα με χειμαρρώδη περιέργεια και έναν εξελισσόμενο εγκέφαλο, προϊόν εκατομμυρίων ετών φυσικής επιλογής, ο κόσμος για εμένα ήταν τότε —και συνεχίζει να είναι— ένα γοητευτικό μυστήριο, ένα ανεξερεύνητο βασίλειο όπου η μαγεία βρίσκεται σε κάθε γωνιά που παραμένει σκοτεινή και περιμένει απλά να φωτιστεί και να προσφέρει αυτό που κρύβει.
Όπως δηλαδή όλα τα παιδιά, μέχρι τη στιγμή όπου επαναλαμβανόμενες (μη) απαντήσεις όπως «γιατί έτσι!» ή, ακόμα καλύτερα, «γιατί η γάτα έχει ένα αυτί» (στο όποιο εννοείται απάντησα «γιατί η γάτα έχει ένα αυτί; Τί έπαθε;»), επιτυγχάνουν τον στόχο τους και η υπακοή τρώει την περιέργεια λάχανο.
Όχι, δεν είμαι μάγκας που κατάφερα να βγω σκεπτόμενη και (μονίμως) περίεργη, σε μια κοινωνία που επαινεί την πίστη ως υπέρτατη αρετή και που σταμπάρει τα μέλη της προτού αυτά περπατήσουν καν, τοποθετώντας μια αόρατη ταμπέλα την οποία με τόση μαεστρία κατάφεραν να εμφυτεύσουν στο μεδούλι της ταυτότητας ενός ατόμου, τόσο βαθιά, ώστε να μοιάζει αδιανόητο να την αποποιηθεί κανείς.
Μάγκες βλέπω γύρω μου όλο και περισσότερους. Μάγκες που μεγάλωσαν σε σπιτικά όπου ο σκοταδισμός κυριαρχούσε. Μάγκες που τους κατήχησαν και τους καταπίεσαν, και αυτοί δεν το έβαλαν κάτω. Μάγκες που τα βάλανε με την ίδια τους την οικογένεια και τον περίγυρό τους και δεν λύγισαν. Και τους βγάζω το καπέλο. Εγώ απλά ήμουν τυχερή και ήρθα στον κόσμο μέσα σε μια οικογένεια που πάντα είχε μια απάντηση για κάθε «γιατί», έστω και αν αυτή ήταν «δεν ξέρω». Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα σπιτικό που αγαπούσε τη γνώση, και που η πίστη το είχε αφήσει ανέγγιχτο.
Κι έτσι η ιστορία μου δεν έχει να κάνει με αποχαιρετισμούς αλλά με ένα άλλου είδους πέρασμα: το πέρασμα από την απάθεια στην ενεργή δράση υπέρ του ορθολογισμού και κατά της πιο αβάσταχτης σκλαβιάς που υπάρχει. Της σκλαβιάς της οποίας τα θύματα αγαπάνε τις αλυσίδες τους και τις υπερασπίζονται με απαράμιλλο πάθος, ενώ προσπαθούν να δέσουν χειροπόδαρα με τα ίδια δεσμά τους πάντες. Της σκλαβιάς που επεκτείνεται ανενόχλητη μέσα στα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα δικαστήρια, που αλλοιώνει την πραγματικότητα, προμοτάρει μίση και διαχωρισμό, δημιουργεί ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας, καπηλεύεται πλούτο και δόξα, έχοντας για έμβλημα έναν μαραγκό από την Ιουδαία ο οποίος, από τα λεγόμενα που του αποδίδουν αμφίβολες πηγές, ούτε τον πλούτο γούσταρε ούτε την υποκρισία μέσα στην οποία ζούνε οι οπαδοί του, βυθισμένοι στην πεποίθηση τους ότι είναι καλύτεροι από όλους αυτούς που μένουν σπίτι την Κυριακή και τρώνε χοτ ντογκ τη μεγάλη Παρασκευή. Της σκλαβιάς που τρυπώνει στην κρεβατοκάμαρά μου, που αυθαίρετα παίρνει το δικαίωμα να επέμβει στο σώμα μου, να με αποκαλέσει πόρνη δημοσίως χωρίς να ενοχληθεί κανείς και να γαλουχήσει τα δικά μου παιδιά με ιδανικά αμφιβόλου ποιότητας και «γνώση» που μόνο ως τέτοια δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί.
Κάποτε ήμουν ένας φιλειρηνικός άνθρωπος. Κάποτε πίστευα όντως ότι το να είσαι καλός χριστιανός σήμαινε ότι είσαι και καλός άνθρωπος, παρόλο που είχα την τύχη να μην υπάρξω ποτέ χριστιανή. Κάποτε δεν είχα καμία διάθεση να ασχοληθώ με το θέμα και πίστευα ότι ο κόσμος είναι αρκετά μεγάλος για όλους. Τώρα πλέον δεν ισχύει τίποτα από τα παραπάνω. Αυτό είναι το ταξίδι μου.
Οι γονείς μου εκ διαμέτρου διαφορετικοί. Ο πατέρας μου —γνωστός και ως ροφός για τις απίστευτες επιδόσεις του στις καταδύσεις και το ψαροντούφεκο— ουδέποτε πίστευε σε «διαβόλους και τριβόλους» και άλλες ανοησίες, όπως ο ίδιος έλεγε. Είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος που τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για τη γνώση και την επιστήμη.
Το σπίτι μας ήταν πάντα τίγκα στο βιβλίο. Τόμοι ολόκληροι η ιστορία της ανθρωπότητας από τους παγκοσμίους πολέμους μέχρι τον Όμηρο και από την αρχαία Αίγυπτο μέχρι τα ηφαίστεια του πλανήτη. Το αγαπημένο του θέμα ήταν πάντα η ιστορία. Η αδυναμία του ήμουν εγώ, και έτσι ποτέ δεν μου κράτησε κακία όταν ζωγράφιζα μελισσούλες πάνω από την πανοραμική έκρηξη της Αίτνας ή όταν έβαζα κερατάκια στην φωτογραφία του Χίτλερ. Όταν ο πάλαι ποτέ ορκισμένος εργένης αποφάσισε να νοικοκυρευτεί, κόντευε ήδη τα πενήντα. Είχε ζήσει τη ζωή του ακριβώς όπως εκείνος ήθελε, δίχως συμβιβασμούς και “πρέπει”, και σαφώς δίχως θρησκεία. Και ήξερε ακριβώς τι ήθελε: «Ένα κοριτσάκι να μπλέκεται στα πόδια μας και να του κάνουμε τα μαλλιά κοτσιδάκια». Και αυτό ακριβώς απέκτησε, εμένα!
Για κακή του τύχη, τον θρησκευτικό γάμο δεν τον γλίτωσε. Τότε δεν είχε και άλλη επιλογή. Φρόντισε όμως να δείξει τον «σεβασμό» του στο «μυστήριο», ακριβώς όπως του άρμοζε, και εμφανίστηκε στη Μονή Βλατάδων στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης με τη νύφη παραμάσχαλα και τον ανήλικο γιο ενός φίλου. Τελευταία στιγμή βούτηξε έναν Ιταλό τουρίστα από το προαύλιο για μάρτυρα και είπε στον παπά να τα πει «γρήγορα γρήγορα να τελειώνουμε!». «Εδώ που ήρθες τέκνο μου όλα θα τα ακούσεις», τον προειδοποίησε ο παπάς που τον κοιτούσε με μισό μάτι.
«Βλακείες», μου είπε αργότερα ο ροφός, «ούτε είκοσι λεπτά δεν έκανε».
Η μητέρα μου είναι χριστιανή ορθόδοξη. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Δυστυχώς έχει καταπιεί αμάσητο το παραμύθι ότι ελληνισμός ίσον ορθοδοξία, και αγαπά τις παραδόσεις του τόπου της. Έχει τις εικονίτσες της και προσεύχεται ανελλιπώς κάθε βράδυ. Η κακομοίρα έχει τραβήξει τα πάνδεινα με τον άνδρα που έτυχε να ερωτευτεί, και αργότερα με την κόρη που της έλαχε. Όμως η χριστιανοσύνη της δεν είναι τίποτα παραπάνω από ντεϊσμός ή, στην καλύτερη, έστω πανθεϊσμός. Όλοι καλοί είναι στα μάτια της, βουδιστές, μωαμεθανοί, άθεοι, αρκεί να είναι καλοί άνθρωποι, όχι για τον θεό αλλά για τους ίδιους.
Ο θεός της δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τον κόσμο που δημιούργησε, και οι απόψεις της θα έκαναν την ultra θεούσα γειτόνισσα να τρέξει να βρει παπά για άμεσο αφορισμό.
«Πιστεύεις ότι υπάρχει παράδεισος;» τη ρωτάω συχνά.
«Όχι βέβαια. Όταν πεθαίνουμε μας τρώνε τα σκουλίκια.»
«Και πιστεύεις ότι υπήρξε το φίδι που μιλούσε;»
«Καλά, βλαμμένο είσαι; Μιλάν τα φίδια;”
«Ναι, αλλά το γράφει…»
«Ναι, αλλά σε ποιόν απευθύνεται; Ίσα οι γιδοβοσκοί της ερήμου που τρώγανε ο ένας τον άλλον και ίσα εμείς;»
«Άρα το παραδέχεσαι ότι δεν είναι θεόπνευστα.»
«Μα εννοείται ότι τα γράψανε άνθρωποι, παιδί μου. Για τότε καλά ήταν. Τώρα ξέρουμε.»
«Και γιατί προσεύχεσαι;»
«Εσύ γιατί κάνεις γιόγκα; Σε είδα εγώ με το κεφάλι στο πάτωμα και τα ποδάρια πάνω!» … και συνεχίζει…
Στο σπίτι ο διάλογος ήταν το μόνο πράγμα που θεωρούνταν ιερό. Γιατί μπορεί η μητέρα μου να μη γλίτωσε την πλύση εγκεφάλου, αλλά ο θεούλης, τα κομποσχοίνια και οι άγιοι ωχριούσαν μπροστά στους αρχαίους φιλοσόφους και τον Σαίξπηρ που είχαν κλέψει την καρδιά της προ πολλού.
Τόσο ο πατέρας μου όσο και η μητέρα μου είχαν κάτι που τους ένωνε, παρ’ όλες τις διαφορές τους. Και οι δύο αγαπούσαν τη γνώση. Τη λάτρευαν! Και μεταξύ τους είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν έναν παράδεισο σοφίας και επιστήμης, όπου η γνώση ήταν το ζητούμενο και όχι το εισιτήριο μιας ντροπιασμένης εξόδου σε κάποιο άλλο παραμύθι που όλοι γνωρίζουμε.
Η μητέρα μου με έμαθε να διαβάζω πολύ πριν πάω σχολείο. Οι συζητήσεις στο σπίτι ήταν καθημερινές. Διαβάζαμε το παραμύθι και μετά το συζητούσαμε και βρίσκαμε μαζί το ηθικό μάθημα. Η μητέρα μου με έμαθε να έχω τη δύναμη να αποφασίσω ότι το σωστό και το λάθος δεν είναι θέμα πίστης, αλλά θέμα λογικής. Δεν υπήρχε ούτε προσευχή ούτε νηστεία στο σπίτι μας, αλλά ούτε υπήρξε ποτέ κριτική της θρησκείας. Ήμασταν καθ’ όλα secular.
Ένα ατυχές γεγονός στις πρώτες τάξεις του δημοτικού με γλίτωσε από τον βαρετό και επικίνδυνο για τον παιδικό νου υποχρεωτικό εκκλησιασμό. Σαν παιδάκι σιχαινόμουν τα πάντα. Το κάθε σκεύος έπρεπε να πλυθεί μπροστά μου για να δεχτώ να το χρησιμοποιήσω. Φανταστείτε το σοκ που δέχτηκα όταν είδα γέρους με σάλια που τρέχουν, γυναίκες με μαντίλες και λίγα δόντια και δεκάδες συμμαθητές μου όλοι να γλύφουν το ίδιο κουταλάκι αφού περίμεναν τη σειρά τους.
Μουλάρωσα! Έβαλα τα κλάματα. Αρνήθηκα να κοινωνήσω. Μου είπαν ότι θα φωνάξουν τους γονείς μου και «θα δεις τι έχεις να πάθεις!». Την επόμενη μέρα ήρθε ο ροφός στο σχολείο και από τότε δεν ξαναεκκλησιάστηκα ποτέ στη ζωή μου.
Τα θρησκευτικά μού άρεσαν. Δεν είχε τη ίδια γνώμη όμως και ο κοιλαράς παπάς που τα δίδασκε. Δεν του άρεσαν οι ερωτήσεις. Το «γιατί» δεν είχε θέση στην αιώνια δικτατορία του καλού θεού. «Αν ο μοναχισμός είναι κάτι θεάρεστο και αν όλοι μας πρέπει να κάνουμε θεάρεστα πράγματα, αν γίνουν όλοι μοναχοί σύντομα δεν θα υπάρχουν άνθρωποι. Αυτό θέλει ο θεός;»… «Δηλαδή όταν έφτιαξε την κιβωτό ο Νώε, όλα τα ζώα ζούσαν εκεί κοντά; Είχε κοάλα το Ισραήλ; Και τι τα τάιζε; Πώς και δεν φάγανε το ένα το άλλο;»
Πάντως, χαίρομαι που μέχρι ένα σημείο παρακολούθησα το μάθημα. Στην ουσία ήταν η πρώτη μου επαφή με τη θρησκεία. Μέχρι τότε ήξερα ότι υπάρχει, αλλά δεν ήξερα τι σημαίνει να πιστεύεις, και σε τι ακριβώς πίστευαν όσοι πίστευαν. Για χρόνια μάλιστα είχα την πεποίθηση ότι η θρησκεία ήταν πράγμα καλό, βοηθούσε τους ανθρώπους να γίνουν καλύτεροι. Χωρίς να το θέλω, χωρίς να δασκαλευτώ, έτεινα προς τη θέση της μητέρας μου χωρίς να βάζω ταμπελίτσες στον εαυτό μου. Τότε δεν ήξερα. Δεν είχα καν μπει στον πειρασμό να διαβάσω την «Αγία Γραφή».
Ο σπόρος που επιχείρησαν να φυτέψουν δεν έπιασε. Η πίστη άλλωστε δεν είναι θέμα επιλογής. Ή πιστεύεις κάτι ή όχι. Όσο και να προσπαθήσω δεν μπορώ να επιλέξω συνειδητά να πιστέψω ότι ένας ροζ ελέφαντας κρύβεται στη ντουλάπα μου και γίνεται αόρατος τη στιγμή που ανοίγω την πόρτα (αν και άντε να αποδείξεις ότι δεν είναι έτσι).
Τον χριστιανικό θεό τον απέρριψα σχετικά γρήγορα. Νομίζω το παράδειγμα της θυσίας του Ισαάκ και τα μωρά των —ασχέτων με την αψιμαχία— Αιγυπτίων που θανατώθηκαν από το άγιο πνεύμα που ήταν ο θεός ο ίδιος αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποια μωρά να σφάξει και ποια να αφήσει ήσυχα, αν δεν μαρκάρανε τις πόρτες οι Ισραηλίτες με σταυρό, ήταν αρκετά για να με πείσουν ότι όλα αυτά είναι μπούρδες. Η απαλλαγή δεν άργησε να έρθει. Και πάλι ο ροφός καθάρισε, αφού όμως του το ζήτησα εγώ.
Όμως η ανθρώπινη φύση και το πόσο ευάλωτοι νοιώθουμε —όχι μπροστά στο θάνατο, γιατί ο θάνατος δεν είναι κάτι που συνήθως απασχολεί επί της ουσίας τον εγκέφαλο δεκατριάχρονων κοριτσιών— συνηγορούν δυστυχώς στο να προσδώσουν στις παρηγορητικές αρλούμπες μια κάποια σοβαρότητα, όσο ανυποστήρικτη και αν είναι αυτή.
Οι ορμόνες χτυπούν κόκκινο, οι καρδιές αρχίζουν να χτυπούν για πρώτη φορά, και ανείπωτες τραγωδίες, όπως το να βγάλεις σπυράκι στο κούτελο την παραμονή του πάρτι ή το να βγάλει αυτός που σου αρέσει το ραβασάκι που του έστειλες στη φόρα, παίρνουν τεράστιες κοινωνικές διαστάσεις. Σε κάνουν να σκεφτείς ότι θα ήταν πολύ ωραίο και απείρως πρακτικό αν υπήρχε κάποιος εκεί πάνω που να σε αγαπούσε, να φρόντιζε για το καλό σου και να άκουγε όταν του μιλούσες μέσα στο κεφάλι σου.
Έτσι κι εγώ συχνά κατέφευγα σε παζάρια, αν και σπανίως χρησιμοποιούσα την λέξη θεός. Οι «προσευχές» μου ήταν περισσότερο του στυλ «Σε παρακαλω θεέ μου/σύμπαν. Κάνε να περάσω το τεστ αύριο» (καλού κακού μελετούσα πάντως) ή «Σε παρακαλώ θεέ μου/σύμπαν, κάνε να με πάρει τηλέφωνο ο τάδε» (ίσως θα έπρεπε να το ραφινάρω λιγάκι γιατί ο παντοδύναμος πότε δεν άκουγε και πότε δεν καταλάβαινε ότι η υπόλοιπη πρόταση «…και κάνε ο τάδε να μην είναι λαμόγιο» εξυπακούετο.)
Όταν σε κάποια στιγμή κατέληξα σε οικοτροφείο στην Αγγλία, τα πράγματα σκουρύνανε. «Πόσες γυναίκες έχει ο μπαμπάς σου;» με ρώτησε κάποια κοπέλα από το Μπρουνάι, αφού με είχε πρήξει με ιστορίες για τον θεό. «Μόνο μια. Αλλά είναι μέλος της μαφίας, οπότε μη μου κολλάς.»
Σιγά σιγά έβλεπα γύρω μου πόσο παρανοϊκή είναι η πίστη. Έβλεπα τα παιδάκια στην Αφρική να πεθαίνουν, και ψυχοπαθείς να εισβάλλουν σε παιδικούς σταθμούς και να δολοφονούν νήπια. Ένιωσα ανείπωτη ντροπή. Ήταν σαν να είχα την εγωιστική απαίτηση να παρατήσει ο παντοδύναμος, ή έστω «το σύμπαν», όπως νοούσα εγώ τον θεό, όλη αυτή τη δυστυχία κατά μέρος για να εξασφαλίσει σε μένα για παράδειγμα μια ηλιόλουστη μέρα στην εξέδρα του γηπέδου (μη χαλάσει το μαλλί). Φυσικά ο συλλογισμός έβγαλε φτερά και πέταξε. Για πρώτη φορά το πρόβλημα του κακού στον κόσμο με κοιτούσε κατάματα. Είχα διαβάσει φυσικά αρκετά από τα συγγράμματα των Αρχαίων και δεν ήμουν κουτορνίθι στη φιλοσοφία. Μέχρι τότε όμως φιλοσοφία και σκληρή, κρύα πραγματικότητα βρίσκονταν σε χώρους διαφορετικούς, στην ουτοπία του ιδεώδους όπου κατοικεί ένα μεγάλο μέρος των teenagers. Το «γιατί» επανήρθε.
Γιατί έπρεπε να πεθάνουν τα παιδάκια στο Ντανμπλέην της Σκωτίας; (16 νήπια και μια δασκάλα βρήκαν φριχτό θάνατο το 1996, όταν ψυχικά άρρωστος άνδρας 43 ετών εισέβαλε στον παιδικό σταθμό και άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως). Γιατί πεθαίνουμε ούτως η άλλως; Σε τι χρησιμεύει η ζωή, μια ασήμαντη κουκκίδα μπροστά στην αιωνιότητα; Υπάρχει κάτι; Αν υπάρχει μια ανώτερη δύναμη, γιατί πρέπει να μας τιμωρεί με τον θάνατο; Σάμπως δεν μπορούσε να μας δημιουργήσει αθάνατους εξ αρχής, να τελειώνει το ζήτημα; Και αν όντως είναι η ζωή μια δοκιμασία, γιατί δεν ρωτηθήκαμε πριν έρθουμε στη γη ως πόκεμον του θεού; Και αν όντως έτσι συμβαίνει (γιατί θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει), είναι ηθικό να εξαναγκαζόμαστε μέσω της φυσικής γέννησής μας να λάβουμε μέρος σε μια κοσμική σαπουνόπερα, της οποίας την έκβαση ελέγχει ο ίδιος που μας τιμωρεί (αν και την ιδέα της τιμωρίας δεν την έχαψα ποτέ), όταν το σενάριο της δικής μας ζωής (το οποίο έχει γράψει και γνωρίζει εκ των προτέρων αυτός) δεν είναι της αρεσκείας του;
Και έπειτα… αν μας βλέπει μια οντότητα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, όταν κάνουμε την ανάγκη μας, όταν ακούει την κάθε σκέψη μας και μπαίνει στα όνειρά μας. Τι αβάσταχτη τυραννία! Ακόμα και η αιωνιότητα τού ανήκει. Ούτε όταν πεθάνουμε δεν γλιτώνουμε από δαύτον. Όχι μόνο δεν ήταν καθόλου λογικό το όλο θέμα, αλλά ήταν και ανήθικο μέχρι το κόκαλο. Καθόλου πρέπον για τον απείρως καλό θεό που προσπαθούν να πλασάρουν. Του θύμωσα για καμιά βδομάδα (του θεού/σύμπαντος), έπειτα ξύπνησα ένα πρωί και ήμουν ήρεμη. Ήμουν δεκαέξι ετών και πλέον άθεη.
Έπειτα ανακάλυψα την επιστήμη και την ερωτεύτηκα! Τα βασικά τα είχα ήδη μάθει στην Ελλάδα (τη Θεωρία του Δαρβίνου δεν την πρόλαβα, δεν ξέρω αν διδάσκεται, αλλά ο ροφός είχε και τους δυο τόμους στην βιβλιοθήκη του κι έτσι την γνώριζα από πριν), όταν όμως επέλεξα μαθήματα επιλογής τη φυσική και τη βιολογία, ένας θαυμαστός καινούριος κόσμος ανοίχτηκε μπροστά μου, κι εγώ χάθηκα μέσα του φορώντας με υπερηφάνεια την άσπρη ρόμπα του εργαστηρίου.
Πιθανότατα θα ήμουν τώρα βιολόγος αντί για δικηγόρος, αν δεν είχε συμβεί ένα γεγονός στην τάξη το οποίο α) έγινε η αιτία να με διώξουν από το μάθημα της βιολογίας και β) αποδεικνύει περίτρανα ότι η τελική μου επιλογή να γίνω δικηγόρος ήταν πέρα για πέρα ορθή. Δεν θα επεκταθώ. Αρκεί να αναφέρω ότι το γεγονός περιλάμβανε ποντικάκια να τρέχουν ελεύθερα στο σχολείο κι εμένα να υπερασπίζομαι με πάθος το συνταγματικά (!) κατοχυρωμένο δικαίωμα μου να αρνηθώ ενέργειες που πήγαιναν κόντρα στις αρχές μου (vivisection).
Το μικρόβιο με είχε όμως καταλάβει. Όσο περισσότερο διάβαζα για το πόσο απίστευτα πολύπλοκη είναι η φύση, τόσο πιο μακρινή φαινόταν η απλοϊκή «εξήγηση» ενός δημιουργού. Η απαράμιλλη σκληρότητα και τα σημάδια που απέμειναν, χαρακτηριστικά που η πορεία της εξέλιξης άφησε πίσω σαν ζωντανά απολιθώματα μέσα στο ίδιο μας το σώμα, η σκωληκοειδής απόφυση, ο κόκκυγας, οι φρονιμίτες… Η απεραντοσύνη του σύμπαντος, ό,τι κοντινότερο μπορώ να σκεφτώ με την αιωνιότητα. Η βία, η αρμονία, η γλώσσα με την οποία το σύμπαν μάς ψιθυρίζει τα μυστικά του με μαθηματικές εξισώσεις. Αστέρια γεννιούνται και πεθαίνουν, μαύρες τρύπες καταβροχθίζουν το ίδιο τους το φως. Το «γιατί» επέστρεψε.
Αν ο κόσμος και η ανθρώπινη φύση διψάνε για μαγεία γιατί την ψάχνουν σε λάθος μέρος; Γιατί αρκούμαστε στην άγνοια όταν η γνώση μάς περιμένει; Γιατί είναι σημαντικότερο να διατηρηθεί ένας αρχαίος μύθος στο ακέραιο από το να κατανοήσουμε λίγο καλύτερα την ύπαρξή μας; Γιατί απαξιώνεται το χειροπιαστό θαύμα όχι μόνο της ζωής μας καθ’ αυτής, αλλά και της ικανότητάς μας να αντιληφθούμε το στατιστικά θαυμαστό αυτό γεγονός, να κατανοούμε έστω και ελάχιστα, αλλά κάθε φορά περισσότερα, να έχουμε την ικανότητα, την αφάνταστη πολυτέλεια, να αισθανόμαστε και να φιλοσοφούμε; Γιατί δεχόμαστε ιδεολογίες που προτρέπουν τον άνθρωπο να απορρίπτει στην ουσία τη ζωή του τώρα, εξυμνώντας παράλληλα μια «άλλη ζωή», την μετά θάνατο, την οποία κανείς δεν είδε, κανείς δεν γεύτηκε, και η ύπαρξη της οποίας στοιχειοθετείται μόνο μέσω πίστης (δηλ. χωρίς να γνωρίζουμε); Θύμωσα τότε, θυμάμαι. Θύμωσα για τον κακομοίρη τον Γαλιλαίο. Δεν νομίζω ότι το ξεπέρασα ποτέ…
Πολλές φορές διαφωνώ έντονα με πιστούς. Είναι λογικό άλλωστε. Οι θέσεις μας είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Εγώ δεν γνωρίζω τι ακριβώς υπάρχει μετά τον θάνατο, και κάποιοι ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ τι μας περιμένει, λεπτομερέστατα. Πάντως υπάρχει κάτι στο οποίο όλοι συμφωνούμε. Ότι υπάρχει ζωή πριν το θάνατο. Και η ζωή αυτή ξεφτιλίζεται. Ο ίδιος ο όρος «θαύμα» ξεφτιλίζεται όταν αναλώνεται στο να περιγράψει κάτι τόσο μπανάλ, όσο η εμφάνιση δακρύων από αίμα σε κάποιο αγαλματίδιο στη Φατίμα, ενώ ταυτόχρονα η θαυμαστή εξελικτική πορεία των ειδών, έμβιων όντων σε έναν μικρό και ασήμαντο, όσο ένας κόκκος άμμου στην έρημο, πλανήτη δέχεται από παντού επιθέσεις.
Για χρόνια το αηδιαστικό τέρας που λέγεται θρησκεία με είχε αφήσει ήσυχη. Πίσω στη σπηλιά του, δεν είχε την παραμικρή θέση στη ζωή μου. Υποθέτω ότι αν με ρωτούσε κάποιος εκείνη την εποχή, δεν θα δίσταζα να απαντήσω ότι είμαι άθεη. Όμως αυτή μου η «ιδιότητα» δεν ήταν σχετική με τη ζωή μου. Είχα βγάλει τον ανύπαρκτο θεό από τη ζωή μου, και δεν ανάλωνα χρόνο με τέτοιου είδους βλακείες. Η αλήθεια είναι ότι έκρινα καταστάσεις επιλεκτικά. Καταδίκαζα και χλεύαζα (στον προσωπικό χώρο του εγκεφάλου μου, ποτέ ανοιχτά εφόσον δεν υπήρχε πρόκληση) τα άκρα, ασχέτως του χώρου από τον οποίο προέρχονταν. Για παράδειγμα, όταν γνώρισα μια από τους συγκατοίκους μου, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν: «Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά».
Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά και για δυο μήνες αφότου ξεκίνησε η συγκατοίκησή μας, δεν είχα ιδέα πώς ήταν η γυναίκα κάτω από το κάλυμμα. Μέλος της βασιλικής οικογένειας του Ομάν, η Αϊσά έφτασε στη Βρετανία πακεταρισμένη πλήρως. Το μόνο που ήταν ορατό αρχικά ήταν τα πανέμορφα μάτια της. Ο σκεπτικισμός της για εμάς τους Δυτικούς ήταν εμφανής. Εμφανής ήταν όμως επίσης και η επιθυμία της να βρίσκεται μαζί μας, να συμμετέχει, να νιώσει άνθρωπος έστω και για λίγο. Δεν το γνωρίζαμε τότε, αλλά η Αϊσά ήταν παντρεμένη και είχε έναν γιο.
Για μήνες παρίστανε την άρρωστη με τη συνδρομή της μητέρας της —η οποία όμως δήλωσε εξ αρχής ότι λύση τελικά δεν υπήρχε— ώστε να καθυστερήσει ο προκαθορισμένος γάμος της με τον εξάδερφό της, τον οποίο σιχαινόταν. Άλλος άνδρας δεν υπήρχε. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Φυλακισμένη πίσω από μια μπούργκα, καθηλωμένη από φόβο, όταν μόνο ένα ελαφρώς απρεπές σχόλιο του θεράποντος γιατρού της μετά από ένα ατύχημα (ο οποίος ουδέποτε την εξέτασε, όντας άνδρας, και αρκέστηκε στο να βρίσκεται πίσω από το παραβάν όσο γυναίκες νοσοκόμες εξέταζαν την ασθενή και φώναζαν τα ευρήματά τους στον γιατρό) ήταν αρκετό να την τρομοκρατήσει για μήνες.
Πάντως λύση δεν βρέθηκε. Παντρεύτηκε αυτόν που σιχαίνονταν και έκανε ένα παιδί. Η μοναδική «νίκη» της ήταν όταν τον έπεισε να δώσει τη συγκατάθεσή του για να βρεθεί η Αϊσά στο Μπράϊτον για μεταπτυχιακό που ουδέποτε θα χρησιμοποιούσε. Μαζί της, πέντε τυχερές για να την συνοδεύουν.
Η εστία ήταν μεικτή, αλλά η Αϊσά δεν τόλμησε ποτέ να το πει. Ήθελε την εμπειρία ατόφια και διψούσε για γνώση. Σε λίγο καιρό ξεθάρρεψε, και η μπούργκα έδωσε τη θέση της σε κομψά κοντομάνικα με μανικάκι.
Πανέμορφη γυναίκα, μέσα και έξω, η Αϊσά άνθισε. Ούτε μια φορά δεν μίλησε για τον προφήτη. Ούτε μια φορά δεν μίλησε για το Ισλάμ, αλλά όλοι γνωρίζαμε ότι πίστευε βαθιά. Ποτέ δεν την είδα να βάζει αλκοόλ στα χείλη της, σε αντίθεση με εμάς.
Μια μέρα όμως έλαβε ένα τηλεφώνημα και ακολούθησε πανικός. Κάποιος την ειδοποίησε ότι θα έρχονταν «επισκέπτες», αλλιώς μεταφρασμένο, «κλιμάκιο ελέγχου». Τα αγόρια διώχθηκαν άρον άρον. Τα άδεια μπουκάλια τεκίλας από το πάρτι της χθεσινής μέρας εξαφανίστηκαν. Κάποια από αυτά κατέληξαν στον φούρνο μικροκυμάτων και στα ράφια της κουζίνας. Όταν ήρθαν οι «απλά περνούσαμε από το Λονδίνο και είπαμε να δούμε τι κάνει αυτή η ψυχή», τα βρήκαν όλα τέλεια.
Όταν έφυγα την ρώτησα. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει; «Του ανήκω!» μου απάντησε, «ακόμα και αν αυτό δεν μου αρέσει». Και το «γιατί» επέστρεψε στο μυαλό μου.
Γιατί εμείς οι γυναίκες είμαστε τόσο πρόθυμες να δεχτούμε ότι είμαστε κατώτερες; Γιατί τόσο μεγάλο ποσοστό ανθρώπων δεν θεωρεί επιεικώς παράλογη την ιδέα και μόνο της ιδιοκτησίας ανθρώπων; Γιατί αγαπάμε τα δεσμά μας; Είναι ειλικρινή τα πιστεύω αυτά ή υπαγορεύονται από τον φόβο; Γιατί δεν είναι προφανές ότι μια γυναίκα που σέβεται την θρησκεία που την υποβιβάζει σε αντικείμενο είναι το ίδιο παράταιρο με έναν μαύρο που σέβεται την ΚΚΚ;
Δεν την ξαναείδα ποτέ. Αλλά η Αϊσά κατάφερε κάτι που μέχρι αυτή τη στιγμή δεν είχε καταφέρει κανένας: να με θυμώσει! Να με κάνει να αισθανθώ πόσο λίγη είμαι και πόσο ανώφελο είναι απλά να λες αόριστα ότι διαφωνείς με κάτι, ιδιαίτερα όταν αυτό το κάτι αγγίζει κοντινούς σου ανθρώπους, και είσαι πλέον αδύναμος να τους βοηθήσεις να αποκτήσουν όλα αυτά που εσύ θεωρούσες μέχρι τώρα δεδομένα, όπως το δικαίωμα να μην αναγκαστεί καμιά γυναίκα ποτέ να πλαγιάσει με κάποιον που σιχαίνεται, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια ζωή. Μια ζωή που δεν της ανήκει.
Και μετά ήρθε η 11η Σεπτεμβρίου 2001… και έπειτα η πρακτική στις Βρυξέλλες.
Το τερατούργημα που λέγεται Ισλάμ μπήκε στη ζωή μου ακάλεστο. Μέχρι τη στιγμή αυτή δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Δεν μπορούσα καν να φανταστώ το πόσο καταστροφική είναι η θρησκεία για την ανθρωπότητα. Ακόμα και σήμερα δυσκολεύομαι να μπω στο μυαλό ενός ανθρώπου ζωσμένου με εκρηκτικά, εκστατικά χαρούμενου με την ιδέα και μόνο ότι πρόκειται να προκαλέσει τον θάνατο, όχι μόνο των «απίστων» που δεδομένα σιχαίνεται, αλλά και του εαυτού του. Ο νους μου δεν μπορούσε να το χωρέσει, και το «γιατί» επέστρεψε άλλη μια φορά.
Γιατί ο θάνατος ανάγεται σε υπέρτατο ιδανικό; Γιατί το μοναδικό αγαθό που δεν δύναται να αμφισβητηθεί, η ζωή που τώρα ζούμε, ανεξάρτητα με τις όποιες εικασίες σχετικά με το τι μπορεί να την ακολουθεί, δεν εκτιμάται ως το απίστευτο θαύμα που είναι; Γιατί τόσο μίσος; Πραγματικά, προσπάθησα να αγνοήσω τον κόμπο στο στομάχι κάθε φορά που έβλεπα γυναίκα καλυμμένη από άκρη σε άκρη, κάθε φορά που ένοιωθα περιφρονητικά βλέμματα να πέφτουν επάνω μου γιατί δεν έβρισκα κανένα λόγο να προσαρμόσω τη δίαιτά μου στις επιταγές ενός φανταστικού δικτάτορα που στα μάτια μου είχε την ίδια αξιοπιστία με τον Μπαγκς Μπάνυ.
Προσπάθησα να πλησιάσω τη μητέρα μου και την απόλυτη, και ίσως κάποιες φορές ενοχλητική, καλοσύνη και ανοχή της. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ελευθερία σημαίνει σεβασμός. Χρειάστηκε πολύς χρόνος και οδυνηρές εμπειρίες μέχρι να καταλάβω κάτι πολύ απλό: ότι ο σεβασμός οφείλεται σε ανθρώπους και όχι σε ιδέες ή ιδανικά. Ότι καθήκον όλων μας είναι να καυτηριάζουμε ιδέες που σαν σφήνες επεμβαίνουν στη ζωή μας, αυθαίρετα κρίνουν την αξία μας χρησιμοποιώντας στάνταρ μη αμφισβητούμενα.
Δύο περιστατικά αποτέλεσαν τη χαριστική βολή. Κάποιο Πάσχα που η μητέρα μου παραλίγο να πεθάνει, αφού έφαγε μαγειρίτσα μετά από αυστηρή νηστεία, και κάποιο βράδυ στις Βρυξέλλες που βρέθηκα ανάμεσα σε παρέα hardcore ισλαμιστών, η γνώμη των οποίων σχετικά με πόρνες σαν κι εμένα (φορούσα τιραντάκι το καλοκαίρι βλέπετε) ήταν σαφής: προφανώς, γύναια σαν και του λόγου μου, που δεν αισχύνονται να κυκλοφορούν με τα μπράτσα απέξω, οδηγώντας τους δύσμοιρους άνδρες στην αμαρτία, αξίζουν ένα και μόνο: τον εξευτελιστικό βιασμό. Έτσι θα μάθουμε τη θέση μας.
Λούφαξα τότε και δεν είπα και πολλά (και για όσους με γνωρίζουν προσωπικά, αυτό θα αποτελέσει μεγάλη έκπληξη). Κάποια χρόνια αργότερα είδα το όνομα του συγκεκριμένου ανθρώπου (κατά τα άλλα σπουδαγμένος οδοντογιατρός που δούλευε σε βίντεο κλαμπ) να σουλατσάρει σε ένα από τα πιο απεχθή websites που έχω δει ποτέ. Μια ιστοσελίδα που, με περισσό θράσος και καμία διάθεση να απολογηθεί γι’ αυτό, προμοτάρει την υποταγή των απίστων στο χαλιφάτο, την επιβολή του νόμου της σαρία, όχι μόνο στο Βέλγιο, αλλά φυσικά και παγκοσμίως, και την καταστροφή όσων δεν συμμορφώνονται. Την ομάδα εκείνη που ταξίδεψε από το Βέλγιο στην Ολλανδία με μόνο στόχο να τραμπουκίσει λεσβία μουσουλμάνα σε ομιλία της για θεωρητική συμφιλίωση του κορανίου με την ομοφυλοφιλία.
Δεν νομίζω ότι είχα επιλογή. Πολύ συχνά βρίσκω μπροστά μου ό,τι απεχθάνομαι. Αν ήταν να ψηφίσω για την top άχρηστη συμβουλή ως Ελληνίδα της διασποράς, η ακόλουθη παίρνει τα πρωτεία: «Πήγαινε παιδί μου στην εκκλησία. Εκεί θα τους βρεις όλους!»
Απλά αρνούμαι να δεχθώ ότι ζω σε έναν κόσμο όπου πρέπει να δεχθώ ως δεδομένο ότι Έλληνας ισούται με χριστιανό ορθόδοξο σώνει και ντε, σε έναν κόσμο που το τι θα επιλέξω να φάω συγκεκριμένες μέρες δύναται να θεωρηθεί πρόκληση, σε έναν κόσμο όπου υπήρχε πιθανότητα να χάσω τη μητέρα μου, επειδή κάποιοι κρετίνοι της ερήμου 2000 χρόνια πριν δεν ήξεραν πού τους παν τα τέσσερα, σε έναν κόσμο όπου δεν μπορώ να κριτικάρω όποιον με θεωρεί πόρνη επειδή επιλέγω ερωτικό σύντροφο χωρίς να τον λούζομαι ισοβίως… η λίστα είναι ανεξάντλητη. Κι εγώ είμαι μια ασήμαντη κουκκίδα σε ένα απέραντο σύμπαν χειροπιαστών θαυμάτων (σάμπως θα υπήρχε πιθανότητα να είμαι εδώ και να μπορώ να γράφω αυτές τις αράδες αν δεν βρισκόμουν στο μοναδικά προνομιούχο πλανήτη Γη;).
Και φυσικά, το ζητούμενο δεν είμαι μόνο εγώ και οι κοντινοί μου. Η σκέψη και μόνο ότι ένας δεκαοκτάχρονος στην Ινδονησία μπορεί να πάει φυλακή μόνο και μόνο για εγκλήματα σκέψης ενάντια σε μια οντότητα που ουδεμία ένδειξη δεν έχει αφήσει πίσω για την ύπαρξη και τις προθέσεις της, ότι ένα κοριτσάκι μπορεί να δολοφονηθεί γιατί διάβασε το «Twilight», ότι μια μικρή κοπέλα στο Τέξας μπορεί να μην έχει πρόσβαση σε αντισυλληπτικά, επειδή κάποιοι θεωρούν ότι γνωρίζουν τη βούληση κάποιου νεκραναστημένου 2000 χρόνια πριν, ότι γενιές και γενιές μεγαλώνουν πιστεύοντας ότι είμαστε όλοι ελαττωματικοί και ότι πρέπει παρ’ όλα αυτά να εξευμενίσουμε το ον που μας δημιούργησε έτσι…
Πέρασα και εγώ μια κρίση. Μια σύντομη περίοδο όπου σκέφτηκα ότι ίσως το παρακάνω, ίσως κινδυνεύω να λουστώ τις παρωπίδες που χλευάζω. Όμως μετά διαβάζω για τα επόμενα θύματα ενός εγκλήματος «τιμής» ή το τελευταίο κήρυγμα του Άνθιμου, όπου για μια ακόμα φορά αναφέρομαι ως πόρνη. Και η ανοχή μου εξανεμίζεται. Και ξαφνικά νιώθω ότι δεν είναι αρκετό απλώς να είμαι υπεράνω και να απορρίπτω βλακώδεις απόψεις για το άτομό μου από ηλίθιους που ουδεμία επαφή έχουν με την πραγματικότητα.
Πλέον πιστεύω ότι η ανοχή και η ανωτερότητα δεν είναι υπεράνω. Πιστεύω ότι έχω καθήκον να μάχομαι οποιαδήποτε αυθαίρετη άποψη επιχειρεί να μειώσει την αξία μου και την αξία των συνανθρώπων μου χωρίς την παραμικρή απόδειξη. Είναι καθήκον μου, και καθήκον μας να μαχόμαστε οτιδήποτε προσπαθεί να φιμώσει την αλήθεια, οτιδήποτε προσπαθεί να μειώσει το χειροπιαστό θαύμα του κόσμου που μας δημιούργησε, προσπαθώντας να επιβάλλει «θαύματα» τόσο μπανάλ, όσο η φάτσα της μητέρας του Ιησού σε ένα τοστ.
Η αλήθεια είναι ότι κανένας δεν γύρισε από τον θάνατο να μας πει τι παίζει. Το κάθε δόγμα έχει φυσικά τις δικές του ανυποστήρικτες ιστοριούλες. Το μόνο «πρόβλημα» είναι ότι όσο και αν το θεματάκι «ανάσταση» ήταν (λέμε τώρα) κομματάκι σύνηθες κάποτε (κατά τη σταύρωση λένε άνοιξαν οι τάφοι και οι αναστημένοι τριγυρνούσαν στους δρόμους σαν το Walking dead), έκτοτε η μόδα μάλλον πέρασε, και οι ζωντανοί νεκροί από τότε έχουν να φανούν. Όπως άλλωστε τα πάμπολλα θαύματα που σύμφωνα με τις «μαρτυρίες» ήταν κάποτε θέμα ρουτίνας.
Η φωνή του μεγαλοδύναμου που τόσους και τόσους βοσκούς της ερήμου δασκάλεψε, έχει πλέον σιγήσει, και η «ζωντανή» επικοινωνία με τα θεία λαμβάνει χώρα στα κεφάλια των πιστών. Η πίστη, ως μεγάλο αγαθό, έρχεται να δικαιολογήσει τη μεγάλη σιγή. Ούτε φλεγόμενοι βάτοι μιλάνε, ούτε τετ α τετ με το μεγάλο αφεντικό πλέον. Αυτά πάνε, τελειώσανε! Και μπορεί οι πιστοί να είναι πεπεισμένοι για την αλήθεια της πνευματικής τους επικοινωνίας, όμως τα χειροπιαστά στοιχεία που υποτίθεται κάποτε υπήρξαν, δεν υπάρχουν πια. Πιστοί και μη πιστοί τον ίδιο κόσμο έχουν στη διάθεσή τους. Τα ίδια στοιχεία. Τα ίδια μέσα να ερμηνεύσουν το ταξίδι μας σε αυτό τον κόσμο.
Όλες οι θρησκείες είναι ίδιες, στην τελική. Όλες περιμένουν, απαιτούν βασικά, να γίνουν δεκτές, δίχως κριτική, δίχως την παραμικρή αμφιβολία, αγνοώντας ένα βασικό πρόβλημα. Τα αναπόφευκτα κενά, τα οποία, όπως είναι λογικό, έρχονται να γεμίσουν οι εκάστοτε καλοθελητές. Και, ω, τι σύμπτωση! Η (προκατειλημμένη) ερμηνεία τους τυγχάνει να συμπίπτει απολύτως με τη γνώμη του θεού!
Και ποιος θα τα βάλει άλλωστε με τον θεό; Ελπίζω όλοι εμείς…
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.






