Πού γίνεται ο σχολιασμός;
Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
Η προσκόλληση του εκκλησιαστικού μηχανισμού στο κράτος που προέκυψε αμέσως με την αναγνώριση της εκκλησίας κατά τον 4ο αιώνα ως επίσημης και, μερικές δεκαετίες αργότερα, με την επιβολή της ως μοναδικής, διατηρείται μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Μετά την απελευθέρωση (αρχικά ενός τμήματος του σημερινού ελλαδικού χώρου) από την οθωμανική αυτοκρατορία και τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους, η ελλαδική πλέον Εκκλησία ταυτίστηκε με όλες τις αντιλαϊκές δυνάμεις (βασιλεία, δικτατορίες, κατοχικές κυβερνήσεις) με ακριβώς τις ίδιες προϋποθέσεις που είχε συνεργαστεί και με τους Οθωμανούς, δηλαδή τη διατήρηση προνομίων πλουτισμού και εξουσίας έναντι επηρεασμού του πληθυσμού υπέρ των κρατούντων.
Οι εκδηλώσεις λατρείας των ελλαδικών επισκόπων υπέρ του εκάστοτε (ξενόφερτου) βασιλέα είναι γνωστές. Λιγότερο γνωστές είναι οι εκδηλώσεις θαυμασμού προς τα καθεστώτα του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Ο μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως Πολύκαρπος γράφει στο εκκλησιαστικό περιοδικό Εκκλησία, πριν από την έναρξη του β’ παγκόσμιου πολέμου, θλιβόμενος για την «καταστροφή» των δυτικών δημοκρατιών: «Από της καταστροφής εσώθησαν τα κράτη της Ιταλίας και τελευταίον της Γερμανίας διά της ανακηρύξεως δικτατοριών και περιορισμού της ελευθέρας ενεργείας των ανελευθέρων αθέων κομμουνιστών» (Ο θεόσταλτος Φύρερ, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 20/10/2006). Η βαθύτατη εκτίμηση των παπάδων για τις δικτατορίες Μεταξά της 4ης Αυγούστου 1936 και Παττακού της 21ης Απριλίου 1967 είναι ευρύτερα γνωστές και δεν χρειάζεται να περιγραφούν εδώ.
Με την πάροδο του χρόνου μετετράπη αυτή η προσκόλληση στο κράτος και η οικειοποίηση κρατικών λειτουργιών σε «εθνική ιδεολογία» και σε λόγο ύπαρξης της Εκκλησίας. Έτσι προέκυψε για ιδεολογική επικάλυψη και το ιδεολόγημα του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», με στόχο τη συμπλήρωση του κενού από την ανυπαρξία πνευματικού προσανατολισμού και τη συγκάλυψη του πραγματικού γεγονότος της συνεργασίας δεκαετιών και αιώνων με όλους τους κατακτητές, με όλες τις δυνάμεις καταπίεσης και εκμετάλλευσης.
Στα πρώτα χρόνια του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους βρέθηκε απελευθερωμένος ένας πληθυσμός, αποτελούμενος από συνονθύλευμα λαών, θρησκευτικών δογμάτων και προσανατολισμών, χωρίς συνείδηση κοινής ιστορίας και πολιτισμού και, κυρίως, χωρίς μορφωτικό επίπεδο που θα του επέτρεπε να ενεργοποιηθεί αυτοδύναμα και να αναπτυχθεί σύμφωνα με τις δυνατότητες της ιστορικής συγκυρίας και του γεωγραφικού χώρου. Εκείνες τις δεκαετίες της έλλειψης σαφούς ταυτότητας προέκυψε το ερώτημα αν η ελλαδική κοινωνία που ομογενοποιήθηκε σταδιακά σε «ελληνική» ανήκει στη Δύση, ή αν πρέπει να αρκεστεί σε μια ανεξάρτητη πορεία, με την αντίληψη της ανατολικής ιδιαιτερότητας, μιας απροσδιόριστης ιδιοπροσωπίας. Αυτό το ερώτημα δεν φαίνεται να επιδέχεται οριστική απάντηση, και συνεχίζει να τίθεται ακόμα και σήμερα από διάφορους οπισθοδρομικούς πολιτικολογούντες θεολόγους.
Σημειώνεται εδώ ότι η εικαζόμενη ανατολική ιδιοπροσωπία προβάλλεται από τους απολογητές της ορθόδοξης χριστιανικής εκδοχής και συμπεριλαμβάνει ανομολόγητα εκπτώσεις σε ορθολογισμό, συνέπεια και αποτελεσματικότητα, χαρακτηριστικά που συναντώνται ακόμα σε μεγάλο βαθμό σε κοινωνίες με μουσουλμανικό πολιτισμικό υπόβαθρο.
Σε ορισμένους μάλιστα κύκλους, επίσης ορθοδόξους αλλά νεωτερικούς, το δίλημμα Ανατολή-Δύση αποτελεί κεντρικό θέμα προβληματισμού με όρους σύγκρουσης, με πλήθος τοποθετήσεων και αντιγνωμιών και ενδοθεολογικών και πολιτικών αμοιβαίων κατηγοριών, ακόμα και με εκατέρωθεν απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Αυτή η προσωπική συνιστώσα σε μια ιστορικοφιλοσοφική αντιγνωμία προδίδει και μια εξάρτηση των συμμετεχόντων στον σχετικό «προβληματισμό» από την εξέλιξη των συζητήσεων, με διακύβευμα την προσωπική δικαίωση ή απόρριψη.
Η πλευρά των νεωτεριστών οπισθοδρομικών υιοθετεί σε πολιτικό επίπεδο ασμένως την άποψη του Αμερικάνου πολιτειολόγου Χάντιγκτον, ο οποίος για δικούς του λόγους θεωρεί ότι η Ελλάδα και η Τουρκία πρέπει να απομακρυνθούν από τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συμμαχίες των δυτικών εθνών. Η πλευρά αυτή προτείνει μια «περήφανη πορεία» στο μέλλον, σε απομόνωση, χωρίς συμμάχους, ή μάλλον με μοναδικούς συμμάχους τους επίσης «εξορισμένους» Τούρκους, πιθανόν σε ανάμνηση της (για κάποιους) ευτυχούς ετεροβαρούς συναλληλίας Οθωμανών-Εκκλησίας, και επιζητεί την «επίλυση των διλημμάτων» της ελληνικής κοινωνίας σ’ αυτά τα εθνοκεντρικά πλαίσια. Μερικά δε στελέχη αυτών των κύκλων αυτοχαρακτηρίζονται ως προοδευτικοί και ζητούν «πρόοδο προς τα πίσω!» (Ζουράρις στο Huntington κ.ά.: «Η σύγκρουση Ανατολής και Δύσης και η πρόκληση Χάντιγκτον», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2002).
Κατά την κρίση μας, τα διλήμματα της ελληνικής κοινωνίας προκύπτουν κατά κύριο λόγο από την ανεπαρκή παιδεία, την οπισθοδρομικότητα και την ανασχετική παρέμβαση των θεοκρατικών κύκλων και της ιδιοτελούς ανοχής του μεγαλύτερου τμήματος των πολιτικών δυνάμεων.
Η ίδια αυτή έκφραση της οπισθοδρομικότητας αξιοποιεί σε θεολογικό επίπεδο την επιστημονική ορολογία με επίκληση της «εμπειρικής αναζήτησης και ανοικτής ετοιμότητας κοινωνικής επαλήθευσης», εκτελεί παρεκβάσεις από τον μυστικισμό στην πολιτικολογία και καταλήγει σε ευρήματα και διατυπώσεις του τύπου «ερωτική ευαισθησία που χειραγωγεί στον σεβασμό προς το άρρητο» ή «βιωματική άσκηση μετοχής στον λόγο της μοναδικότητας των όντως υπαρκτών» ή στη μυστικιστικού και μαγικού χαρακτήρα «τριαδική παναλήθεια» κ.ά. Η άλλη, επίσης ανατολικόφρων ορθόδοξη, αλλά παραδοσιακή, οπισθοδρομική πλευρά, απαντάει περιφρονητικά ότι αυτά όλα είναι «ασυναρτησίες και μωρίες» (Μπαγιόνας).
Αμφότερες οι οπισθοδρομικές ορθόδοξες δυνάμεις, νεωτερικές και παραδοσιακές, οι οποίες σημειωτέον καλλιεργούν το θρησκευτικό εθνοφυλετισμό και αποτελούν ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της Ορθοδοξίας, αιρέσεις, προβάλλουν την πολιτισμική υστέρηση ως απόδειξη «πνευματικότητας» και την εγγενή οπισθοδρομικότητα ως ηθελημένη επιλογή και καταφεύγουν, παράλληλα, σε έναν έντονο αντιδυτικισμό, όχι με τη σύγχρονη αντιαμερικανική αλλά με την παλαιότερη εκκλησιαστική έννοια, δηλαδή ως αντιπάθεια προς την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό και όσα αυτές οι εποχές και οι άνθρωποί τους προσέφεραν στην παγκόσμια κοινωνία, με κυριότερη επίπτωση στην καθ’ ημάς Ανατολή την προετοιμασία για τη διαφυγή από τη συναλληλία Οθωμανών-Εκκλησίας. Κατά βάθος οραματίζονται έναν νεο-οθωμανισμό, παρ’ ότι υβρίζουν με αυτόν ακριβώς τον χαρακτηρισμό τους αντιπάλους τους — προβάλλουν σ’ αυτούς ό,τι οι ίδιοι νοσταλγούν!
Θεωρούν μάλιστα ότι «ο δυτικός κόσμος οδήγησε τον εργαλειακό ορθολογισμό και τον τεχνολογικό ντετερμινισμό στον παροξυσμό […] και απέδειξε ότι δεν μπορεί να προσφέρει απάντηση στα ερωτήματα του κόσμου» (Γ. Καραμπελιάς, Εισαγωγή στο Huntington κ.ά.). Προφανώς, αφού ο δυτικός κόσμος «απέδειξε» πως δεν διαθέτει τελικές απαντήσεις στα όποια υπαρξιακά ερωτήματα του συγγραφέα, ο αμήχανος αναγνώστης δεν έχει παρά να συμπεράνει ότι μοναδική διέξοδος είναι πλέον οι θεοκρατικές ιδεοληψίες από τη Μέση Ανατολή, οι οποίες αποτελούν τον μοναδικό εναλλακτικό κύκλο γνώσεων και οι οποίες φαίνεται να έχουν δώσει προ πολλού τις αναμενόμενες απαντήσεις στα ερωτήματα του κόσμου!
Βέβαια, τα ερωτήματα του κόσμου είναι πρωτίστως διατροφικής και ιαματικής φύσης (γι’ αυτό όλοι οι θαυματοποιοί στο παρελθόν τέτοια θαύματα έκαναν κατά προτίμηση), και ακριβώς αυτά τα προβλήματα έχει λύσει η επιστήμη και ο «εργαλειακός ορθολογισμός». Όπου δε στον κόσμο συνεχίζεται ο μεσαιωνικός τρόπος ζωής, με χειραγώγηση του λαού στην αναξιοπρεπή διαβίωση με πείνα και ασθένειες, εκεί ακριβώς αξιοποιούνται θεόπληκτες ιδεοληψίες για εκφοβισμό και ταπείνωση των ανθρώπων.
Αλλά ο Γ. Καραμπελιάς (Γ.Κ.) έχει εναλλακτικές προτάσεις, πέρα και πάνω από «τη μαρξιστική παράδοση και τη νεο-ορθοδοξία» (αγνοώ προσωπικά ποιος έχει ως παράδοση το μαρξισμό): γράφει σε βιβλίο του, αποσπάσματα του οποίου αναδημοσιεύονται σε κάποιο blog:
‘‘είναι καιρός σήμερα να πάμε ένα βήμα παραπέρα… Πρέπει στο ψεύτικο και αδιέξοδο δίλημμα «ξενόφερτος εκσυγχρονισμός ή επιστροφή στην παράδοση» να απαντήσουμε με τη μόνη αυθεντική απάντηση, τον «εκσυγχρονισμό της παράδοσής μας»’’
Τι είναι μια παράδοση, η οποία επηρεάζει τη σημερινή ζωή μας και η οποία επιδέχεται εκσυγχρονισμό; Καταρχάς, παράδοση ονομάζουμε το σύνολο των εμπειριών και γνώσεων, με τις οποίες κατόρθωσε ο άνθρωπος ήδη κατά τη λίθινη εποχή να μειώσει τη σημασία των φυσικών χαρισμάτων ή μειονεκτημάτων, να περιορίσει τις επιδράσεις του περιβάλλοντος και να υποκαταστήσει σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό τους παράγοντες της τύχης και του γενετικού προγραμματισμού. Αυτοί οι παράγοντες υποκαταστάθηκαν αρχικά από τον παράγοντα των παραδόσεων και της κουλτούρας που διαδίδονταν με μικροβελτιώσεις από κάθε γενιά στην επόμενη και εξασφάλιζαν την αντιμετώπιση των φυσικών και κοινωνικών προβλημάτων. Στην εξέλιξη της ιστορίας και του πολιτισμού, οι παραδόσεις υποκαταστάθηκαν με τον πολιτισμό, τις επιστημονικές γνώσεις και τον συνειδητό έλεγχο. Σήμερα βρισκόμαστε σ’ αυτό το, χονδρικά, τρίτο στάδιο του ανθρώπινου πολιτισμού.
Ποιες είναι λοιπόν στην εποχή του μεταβιομηχανικού πολιτισμού και της γνώσης οι παραδόσεις και τι ρόλο παίζουν; Είναι τα κόκκινα αυγά και οι λαμπάδες, είναι οι κυκλικοί χοροί, τα δημοτικά τραγούδια και άλλα τελετουργικά έθιμα προς εορταστική «κατανάλωση»; Όλα αυτά, όσο όμορφα, ευχάριστα ή γραφικά κι αν είναι, ούτε τη ζωή μας επηρεάζουν, ούτε και επιδέχονται εκσυγχρονισμό, αν και όλα τα δημοτικά τραγούδια εκτελούνται και ακούγονται πλέον σε πολυφωνική μορφή — έχουν «εκσυγχρονιστεί» προ πολλού, και μάλιστα με την «ξενόφερτη» συνταγή της μουσικής πολυφωνίας.
Επειδή δε οι άνθρωποι του εκκλησιαστικού μηχανισμού και οι εκτρεφόμενοι από αυτούς (νομίζουν ότι) έχουν καταστήσει το θέμα των παραδόσεων προνομιακό τους χώρο, ας έχουν υπόψη τους ότι ο Ιησούς διαφωνούσε με τις ανθρώπινες παραδόσεις, εφόσον αυτές ήταν αντίθετες με τον λόγο του θεού, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σε κάθε εποχή: «εις μάτην δεν με σέβονται, διδάσκοντες διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων. Διότι αφήσαντες την εντολήν του Θεού, κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων […]» (Μάρκος ζ’ 7-8).
Ποια από τις παραδόσεις θα οδηγούσε λοιπόν, με τον εκσυγχρονισμό της, σε βελτίωση τη ζωής μας και θα μας απήλασσε από τα «διλήμματα»; Ποια είναι τα προβλήματά μας, τα οποία χρειάζονται επίλυση και θα τα εκσυγχρονίσουμε αυθεντικά με τις παραδόσεις μας και όχι με «ξενόφερτα» μέσα; Να απαριθμήσω μερικά προβλήματα, τα οποία δεν είναι, προφανώς, αμιγώς ελληνικά και αντιμετωπίζονται μέχρι στιγμής με τα «ξενόφερτα» μέσα της επιστήμης και του ορθολογισμού: η παραγωγή αγαθών (βιομηχανικών ή αγροτικών), η παροχή υπηρεσιών, η εκπαίδευση, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές, η διατροφή, η ψυχαγωγία, η κατάχρηση ποτών και ουσιών, η προσωπική ασφάλεια κ.ο.κ.
Ποια αυθεντικά ελληνική παράδοση υπάρχει σ’ αυτούς τους τομείς που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί; Για παράδειγμα, υπάρχει κανένα σχέδιο εκσυγχρονισμού της παλιάς οικοτεχνίας; Μόλις αυτή η παραγωγή εργοχείρων, πλεκτών, διακοσμητικών ειδών κ.τ.ό. περάσει ένα κρίσιμο μέγεθος και βγει από τον γεωγραφικό χώρο της κωμόπολης, θα πρέπει ο παραδοσιακός επιχειρηματίας να υιοθετήσει μεθόδους μάρκετινγκ και μάνατζμεντ (επίτηδες τα γράφω φραγκολεβαντίνικα), για να ανταποκριθεί στην όποια ζήτηση και στον ανταγωνισμό της άλλης κωμόπολης, του άλλου νομού, της άλλης επαρχίας, της Βουλγαρίας, της Ιταλίας, της Τουρκίας, της Κίνας και όλου του κόσμου τελικά. Και είναι γνωστό ότι οι μέθοδοι μάρκετινγκ και μάνατζμεντ είναι ξενόφερτες και, απλά, εδώ προσαρμόζονται στις τοπικές ανάγκες.
Οι παλαιότεροι θα θυμούνται την εκστρατεία των Κινέζων επί Μάο για τη δημιουργία μικρών χαλυβουργείων σε κάθε κωμόπολη, σε κάθε επαρχία, και ποια ήταν η κατάληξη του εγχειρήματος. Οι λιγότερο παλαιοί θα θυμούνται επίσης τη δήθεν «αυτάρκη» και αποκλεισμένη Αλβανία, της οποίας ο πληθυσμός λιμοκτονούσε, παράγοντας ευτελή είδη για εσωτερική κατανάλωση. Τα αντίστοιχα γεγονότα της Ρουμανίας και η κατάληξη των εμπνευστών της αυτάρκειας είναι επίσης γνωστά.
Είναι γνωστό επίσης ότι προσπάθειες με υπόβαθρο την παραδοσιολογία έχουν γίνει και λειτουργούν, αλλά φυσικά με πάμπολλες πονηρές υποχωρήσεις και αυτονόητους συμβιβασμούς: Οι Άμις (Amish) στην Αμερική, που έγιναν πριν από λίγο καιρό γνωστοί λόγω μιας μαζικής δολοφονίας μαθητών σε σχολείο τους, είναι μέλη μιας προτεσταντικής αίρεσης που δεν δέχονται την τεχνολογική εξέλιξη και ζουν σε κοινόβια μακριά από τις γνωστές πόλεις, παράγουν δε όλα τα προϊόντα τους με παραδοσιακούς τρόπους.
Βέβαια, χρησιμοποιούν αυτοκίνητα για τις μεγάλες μετακινήσεις τους, αλλά τα οδηγούν άνθρωποι που δεν ανήκουν στην αίρεσή τους, αξιοποιούν ασφαλτοστρωμένους δρόμους, αλλιώς δεν θα ήταν δυνατόν να κινηθούν τα οχήματά τους, για τα υφάσματά τους χρησιμοποιούν κάποια παλιά μοντέλα αργαλειών, αλλά όχι εκείνους της βιβλικής εποχής και, όσο να ’ναι, όλο και κάποια ασπιρίνη θα καταπίνουν για τον πονοκέφαλο. Δεδομένου δε ότι διάγουν ζωή σε αγροτικές περιοχές, αν δεν εμβολιασθούν, μένουν εκτεθειμένοι σε πάμπολλες επιδημικές ασθένειες (ελονοσία, χολέρα, δυσεντερία κ.λπ.), όπως ήταν εκτεθειμένοι και είχαν χαμηλό μέσο όρο ζωής οι άνθρωποι του Μεσαίωνα και παλαιότερων εποχών.
Ακόμα, σε μερικές υποβαθμισμένες παραδοσιακές εθνικές ομάδες, οι οποίες διαβιούν στο περιθώριο της σύγχρονης κοινωνίας, κυρίως στη Νότια Αμερική, επιχειρήθηκε να υλοποιηθούν κατά καιρούς προγράμματα ενσωμάτωσης και «εργοθεραπείας» των παραμελημένων πληθυσμών, με ενεργοποίηση των χειρονακτικών και μουσικών παραδόσεών τους σε πιο εκσυγχρονισμένες μορφές. Οι πληθυσμοί αυτοί είχαν απαυδήσει από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και τη «θρησκεία της αγάπης» που τους επεβλήθησαν στην εκμεταλλευτική εκδοχή τους και έχουν αρχίσει να επιστρέφουν στις προκολομβιανές θρησκείες και δοξασίες, με αφρικάνικα βουντού και τελετές των Αζτέκων ή των Μάγιας. Όποιος νομίζει ότι κάτι ανάλογο θα ταίριαζε στη σύγχρονη Ελλάδα, ώστε να εισηγείται ανάλογο «εκσυγχρονισμό της παράδοσης», θα έπρεπε να έχει κάνει προηγουμένως ορισμένα εξάμηνα μελέτης στις πλαγιές των Άνδεων, αντί να χάνει τον καιρό του με «εισαγόμενους» από την Εσπερία μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών.
Να υπενθυμίσουμε δε ότι και στη χώρα μας διαβιούν ακόμα και σήμερα πληθυσμιακές ομάδες με παραδοσιακό τρόπο, ως κατσικοκλέφτες, κουμπουροφόροι ή δυναμιτιστές ψαράδες, οι οποίοι υπερσπίζονται συχνά δυναμικά και ενάντια στο κράτος αυτές τις καθιερωμένες συνήθειές τους, που εξυπηρετούν και τον βιοπορισμό. Ακόμα δε, μερικοί παραδοσιολάγνοι εκ του ασφαλούς υπερασπίζονται φανταστικές τοπικές παραδόσεις και μεγαλεία του τόπου καταγωγής τους και διεκδικούν, σε μια χώρα με ανάγκη διοικητικής ανασυγκροτήσεως, δικό τους Δήμο, δικό τους κάστρο ή, μάλλον, δικό τους ντοβλέτ, όπως διδάχθηκαν από τις οθωμανικές παραδόσεις τους.
Αλλά τίποτα δεν είναι καινούργιο: αρκετά παλαιότερα κάποιοι άλλοι λάτρεις των παραδόσεων απεχθάνονταν τις «ξενόφερτες λύσεις» εκσυγχρονισμού, π.χ. της πατατοφαγίας (έργο των Αλούτερων = Λουθεριανών!), του εμβολιασμού (βούλα του διαβόλου), των ατμοπλοίων (καρότσες του σατανά), του πανεπιστημίου (διαβολοεπιστήμιο), του δικαστικού συστήματος (γυφτόσπιτα), των Τραπεζών (έβαζαν βόμβες γιατί τους χάλαγαν τις τοκογλυφίες, όπως ο Μακρυγιάννης κ.ά.) και άλλα συναφή και εξ ίσου γραφικά και γελοία, και ενεργούσαν δυναμικά εναντίον τους.
Βέβαια, όποιος επιθυμεί μπορεί να επιχειρήσει και στα καθ’ ημάς μια ζωή στο περιθώριο, αποτραβηγμένος από τα προϊόντα, τις μεθόδους και τους ρυθμούς του «εργαλειακού ορθολογισμού», και να αναφωνεί «πίσω ολοταχώς στις παραδόσεις» (αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος). Τότε όμως δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιεί ο ίδιος λιμουζίνες στις μετακινήσεις του, δεν είναι δυνατόν να απευθύνεται στους «πιστούς» από ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, δεν είναι δυνατόν να αξιοποιεί το κινητό τηλέφωνο και το Internet και άλλα προϊόντα της βιομηχανικής κοινωνίας κ.ο.κ. Ας πάρει παράδειγμα τους Άμις (πάλι αυτά τα «ξενόφερτα πρότυπα»!). Η κοινωνία εξελίσσεται σε όλα τα μέτωπα, και γίνεται καταγέλαστος όταν επιλέγει κάποιος για τον εαυτό του ό,τι τον βολεύει, ενώ επιτάσσει για τους άλλους «παράδοση».
Μερικοί μάλιστα δηλώνουν ότι επιλέγουν τις παραδόσεις και κλείνονται σε μοναστήρια, αλλά ταυτόχρονα περηφανεύονται ότι διαθέτουν υπολογιστές, έχουν αναπτύξει παραγωγή ποτών (κρασιά και τσίπουρα), έχουν τυπογραφεία, συνδέσεις στο Internet κ.λπ. Αν είναι έτσι, μπορεί να γίνει καθένας παραδοσιακός! Ας παραμείνουν αυτοί οι «αναχωρητές» στην κοινωνία εργαζόμενοι έναντι μισθού σε κάποια θέση και ας αναπτύξουν από εκεί όποια παραδοσιακή δραστηριότητα επιθυμούν, εκσυγχρονίζοντάς την ταυτόχρονα!
Όλα αυτά τα αερολογήματα περί «παραδόσεων», τα οποία μάλιστα θα υποκαταστήσουν τη μαρξιστική ιδεολογία (σε όσους την είχαν ασπαστεί, είτε στη σταλινική, είτε στη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της), αποτελούν αναχρονισμό που προσφέρει σε προσωπικό επίπεδο την εξυπηρέτηση μιας νοσταλγίας για κάποια «χαμένη» εποχή, ηλικία, οικογένεια, πατρίδα ή οτιδήποτε άλλο σχετικό, και σε συλλογικό επίπεδο την ψευδαίσθηση του επικείμενου διεξόδου από υπαρκτά ή φανταστικά προβλήματα.
Ο Φ. Μαλιγκούδης ορίζει τον αναχρονισμό, στην τυπολογία του οποίου εμπίπτει αυτό το εύρημα του Γ.Κ., ως εξής: «O αναχρονισμός είναι μια κατάσταση συλλογικής ψευδαίσθησης, η εμμονή σε μιαν ανακόλουθη συλλογιστική. Ένα φαινόμενο, το οποίο σημαδεύει ανέκαθεν την ανθρώπινη ιστορία, και που το χαρακτηρίζει μια ιδιότυπη, στατική θεώρηση του παρελθόντος: μια εμμονή στο παρελθόν, η οποία συντηρεί, πέρα και πάνω από κάθε ιστορική αλληλουχία, ως ύψιστο ιδεολόγημα, τη διαχρονικότητα ενός μύθου. O αναχρονισμός χαρακτηρίζει κυρίως τον ποιμαντικό, άρα προτρεπτικό, λόγο, που αγνοεί την προοπτική του χρόνου και την ιδιαιτερότητα της κάθε εποχής. Στα πλαίσια της υπερβατικής αυτής νοσταλγίας, το νόημα της Iστορίας βρίσκεται πέρα και πάνω από αυτήν.»
Ο αναχρονισμός της λατρείας των όποιων παραδόσεων και το εύρημα περί «εκσυγχρονισμού» τους, τουτέστιν μια μεθοδευμένη βιομηχανία αναχρονισμού, οδηγεί βέβαια στη σύγκρουση του Γ.Κ. με ομοϊδεάτες του, οι οποίοι χαρακτηρίζουν με πρωτοφανή αλαζονεία τα μετα-αναγεννησιακά θρησκευτικά μουσικά έργα της Δύσης (Bach, Mozart) ως «ψελλίσματα» σε σύγκριση με τη μεσαιωνική ανατολική θρησκευτική υμνολογία. Κι αυτό, τη στιγμή που η σύμπλεξη αυτής της, αρχαιοελληνικής στη ρίζα της, παραδοσιακής εκκλησιαστικής μουσικής με τη δυτική πολυφωνία και κάποιες νέες προεκτάσεις της, θα αποτελούσε πράγματι έναν «εκσυγχρονισμό», όπως τον ονειρεύεται ο Γ.Κ. Αυτός ο εκσυγχρονισμός, φυσικά, δεν θα επηρέαζε τη ζωή μας, θα προσέφερε όμως πιθανόν ένα νέο πολιτισμικό προϊόν. Ας τα βρουν μεταξύ τους οι ομοϊδεάτες!
Τελικά, το δίλημμα Δύση-Ανατολή, εκσυγχρονισμός-παραδοσιολογία, έχει απαντηθεί προ πολλού αυθορμήτως και αποδεικνύεται ψευτοδίλημμα, όταν καθένας διαπιστώνει ότι ακόμα και οι ριζοσπαστικότεροι αντίπαλοι του «δυτικού τρόπου ζωής» και της βιομηχανικής κοινωνίας αξιοποιούν για τον εαυτό τους όλα τα πλεονεκτήματα του «εργαλειακού ορθολογισμού και τεχνολογικού ντετερμινισμού εν παροξυσμώ» που προσέφερε και προσφέρει αυτή η συγκεκριμένη και μέχρι σήμερα μοναδική αποδοτική επιλογή ανάπτυξης και διαβίωσης —από τη γενική υποχρεωτική μόρφωση και τις ιατρικές υπηρεσίες, μέχρι την τεχνολογία, τις μεταφορές, τα προϊόντα πολιτισμού και τις σπουδές στη Δυτική Ευρώπη ή Αμερική—, πλεονεκτήματα, χωρίς τα οποία δεν θα ήταν καν σε θέση να συμμετάσχουν οι αντίπαλοι του «ορθολογισμού» σ’ αυτό τον προβληματισμό και τις συναφείς συζητήσεις, ώστε να μπορούν εκ του ασφαλούς να μεμψιμοιρούν για τη μία ή την άλλη σοβαρή ή επουσιώδη ανεπάρκεια ή παρέκβαση!
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, του ίδιου του αρθρογράφου, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (34)
Από τον καθολικισμό στην αθεΐα-
Γεννήθηκα στην πόλη Σάσσαρι της Σαρδηνίας (Ιταλία) και σπούδασα νοσηλευτική στην Ελλάδα, χωρίς όμως να ακολουθήσω αυτό το επαγγελματικό αντικείμενο. Τώρα δουλεύω ως γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο του συντρόφου μου και τις ελεύθερες ώρες μ’ αρέσει να παιδεύω το μυαλό μου με το διάβασμα διάφορων βιβλίων, ιστορικών και θρησκειολογικών κυρίως αναγνωσμάτων.
Είμαι Ιταλοελληνίδα, πράγμα που σημαίνει ότι μεγάλωσα υπό την επιρροή δύο μεγάλων πολιτισμών και θρησκευτικών δογμάτων. Και κάπου εκεί άρχισε και η οδύσσειά μου, πάνω στο θέμα «θρησκεία».
Βαφτίστηκα ως καθολική και μεγάλωσα υπό την κατήχηση του καθολικισμού. Η μητέρα μου —καλή και πιστή καθολική— φρόντιζε να μου μιλάει για τον Χριστούλη και τα αγγελάκια, πολύ πριν καν καταλάβω τον ίδιο μου τον εαυτό. Έμαθα για τον φόβο της αμαρτίας και την απειλή της αιώνιας κόλασης, χωρίς καν να ξέρω τι είναι η αμαρτία και χωρίς να καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε να αισθάνομαι αμαρτωλή, ενώ συνέχιζα να έχω καθαρή συνείδηση!
Στο τέλος με κατάφεραν να γίνω κι εγώ μια φανατικά πιστή καθολική, με τέτοιον τρόπο όμως που συνέχιζα να είμαι αποπροσανατολισμένη και μπερδεμένη, πάνω σε πολλά θέματα της θρησκείας.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά τις λειτουργίες της Κυριακής, όπου πολλές φορές ο οικογενειακός φίλος και επίσκοπος της μητέρας μου έκανε τη λειτουργία στο σπίτι μας: οι συζητήσεις κατήχησης και προσηλυτισμού ήταν μόνιμες, ακόμα και την ώρα του μεσημεριανού φαγητού!
Μετακομίζοντας μόνιμα στην Ελλάδα, κάπου στην εφηβεία, η κόντρα μου με την ορθοδοξία δεν άργησε να εκδηλωθεί. Στο Λύκειο πια, οι διαφωνίες με τους καθηγητές θρησκευτικών ήταν παροιμιώδεις! Οι καθηγητές από τη μια, προσπαθούσαν να επιχειρηματολογούν υπέρ της ορθοδοξίας, πετώντας στα μούτρα μου την άποψή τους ότι «οι καθολικοί είναι αιρετικοί, φανατικοί και υπέρμαχοι ενός ανυπόστατου δογματισμού», λες και οι ίδιοι ήταν διαφορετικοί! Εγώ από την άλλη, πεισμωμένη γι’ αυτά που άκουγα, υπερασπιζόμουν το περιβόητο δόγμα του filioque —λες και το είχα επινοήσει εγώ— και την αμάθεια των ορθοδόξων πάνω στα θέματα των θρησκειών γενικά, με τα αντίστοιχα καθολικά επιχειρήματα!
Στο τέλος, καθένας έμενε αμετακίνητα ταμπουρωμένος στις θέσεις του, με μένα να γίνομαι αντιπαθής στην τάξη, αλλά και περισσότερο αδιάλλακτη από ποτέ. Ουσιαστικά, μου μεγάλωναν το θρησκευτικό μου μένος, ενάντια σ’ ό,τι ήταν κατά του καθολικισμού!
Εκείνα τα χρόνια άρχισα να μελετώ πολύ τις θρησκείες, και συγχρόνως σκεφτόμουν σοβαρά να γίνω μοναχή σε κάποιο καθολικό μοναστήρι-εκπαιδευτήριο στην Ιταλία. Μικρή άλλωστε πήγαινα κι εγώ στις καλόγριες και είχα μια πρώτη επαφή με αυτά τα εκκλησιαστικά ιδρύματα. Πάνω σ’ αυτό, θα ήθελα να καταθέσω μια ανάμνηση που έχω από τις ευγενικές καλόγριες: όποιο παιδάκι —και μιλάμε για την ηλικία των 7 ετών— ήταν λίγο άτακτο ή δεν παρακολουθούσε στο μάθημα ή δεν καταλάβαινε, το βάζανε τιμωρία κάτω από τη μεγάλη έδρα της δασκάλας! Η τιμωρία ακούγεται τώρα ασήμαντη, αλλά τότε μας φαινόταν πολύ υποτιμητική, όταν μάλιστα σε έβλεπαν όλα τα άλλα παιδάκια της τάξης!
Ο πατέρας μου, μαθαίνοντας τις απόψεις μου, άρχισε να ανησυχεί. Άθεος εκείνος από γεννησιμιού του σχεδόν, πήρε τα ηνία στα χέρια του. Ήταν πάντα διακριτικός στις διδαχές του. Διάβαζε αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και, όταν εντόπιζε κάτι καλό, το διάβαζε πάντα φωναχτά, και μετά σχολιάζαμε το κείμενο. Ποτέ δεν τον άκουσα να μου μιλάει για θρησκείες (αν και είχε βαφτιστεί ορθόδοξος), για πολιτικές πεποιθήσεις ή για το πού πρέπει να πιστεύω. Με κατηύθυνε πάντα στο διάβασμα και στη μάθηση. Τα συμπεράσματα έπρεπε μετά να είναι δικά μου.
Μου λέει κάποτε ο πατέρας μου: «Πριν σκεφτείς να κάνεις οτιδήποτε στη ζωή σου, διάβασε και άνοιξε τους ορίζοντές σου προς όλες τις κατευθύνσεις και σε όλους τους τομείς. Ίσως τότε βρεις απαντήσεις στα διλήμματα σου, από κει που δεν θα το περιμένεις. ΑΛΛΑ πρώτα, άνοιξε το μυαλό σου. Μόνο τότε θα πάρεις αποφάσεις σωστές, χωρίς να το μετανιώσεις ποτέ.»
Όπερ και εγένετο! Άλλωστε, η μαμά μου, οι διάφοροι φίλοι επίσκοποι και παπάδες (βέβαια, όλοι τους μορφωμένοι) δεν κατάφερναν να μου καλύψουν απορίες και ανησυχίες που αποκτούσα όσο μεγάλωνα. Ένιωθα βαθιά μέσα μου ότι τα κενά συνέχιζαν να υπάρχουν, και απαντήσεις δεν έλεγαν να δοθούν!
Βέβαια, το τραγικότερο συνέβη όταν ανακάλυψα ότι στο σχολείο όχι μόνο δεν μαθαίναμε τις πραγματικές διδασκαλίες των διάφορων πατέρων, αγίων ή οσίων (π.χ. Αποστόλου Παύλου, Βασιλείου, Χρυσοστόμου κ.τ.λ.) αλλά φρόντιζαν να αποσιωπούν ή να αλλοιώνουν πολλά θέματα που αφορούσαν τη βίβλο (ιδίως την Π.Δ.), με κύρια δικαιολογία τη γνωστή καραμέλα της «μεταφοράς». Δεν εννοούσε αυτό, άλλο ήθελε να πει, το οποίο ο ίδιος ο σοφός «πατέρας» τους δεν ήταν σε θέση να το διατυπώσει! Τόσο πολύ τον ευτελίζουν, έπρεπε να έρθει ο σημερινός επαγγελματίας παπάς για να τον συμπληρώσει!
Τα εξωσχολικά βιβλία βέβαια που ήταν σοβαρά και επιστημονικά, όπως Επίκουρος, Νίτσε, Richard Dawkins, Karlheinz Deschner, Δημήτρης Λιαντίνης, Χρήστος Γιανναράς κ.ά., μου παρουσίαζαν μια άλλη πραγματικότητα. Τα κενά στη σκέψη μου άρχισαν να γεμίζουν και σταδιακά να μου δίνονται οι απαντήσεις που έψαχνα. Έτσι, η ζυγαριά δεν γέρνει πια υπέρ της θρησκείας! Η λογική είχε πλέον εδραιωθεί μέσα μου και η ηρεμία του μυαλού και η κατανόηση της αλήθειας άρχισαν να θριαμβεύουν.
Έτσι, πριν απορρίψω για πάντα μια θρησκευτική ιδεοληψία, πιστέψτε με, μελέτησα το θέμα από πολλές πλευρές. Η ελευθερία όμως της σκέψης είναι το σημαντικότερο πράγμα, και δυστυχώς καμιά θρησκεία δεν μπορεί να σου την προσφέρει στο βαθμό που χρειάζεται κάθε άνθρωπος για να «αναπνεύσει» σωστά! Η θρησκεία εγκλώβιζε το πνεύμα μου, καταπίεζε τις επιθυμίες και τη συνείδησή μου. Έπρεπε λοιπόν να σπάσω αυτά τα δεσμά και να απελευθερωθώ!
Μετά από τόσα χρόνια, από όλα αυτά που έζησα μου έμεινε και ένα καλό μάθημα: Έμαθα να ζω πλέον χωρίς τον θρησκευτικό φανατισμό που δηλητηρίαζε κάθε στιγμή της ζωής μου. Να μη βλέπω δαίμονες και φαντάσματα στην καθημερινότητα μου. Να ζω «αναμάρτητη», γαλήνια και ευτυχισμένη, χωρίς να διακατέχομαι από άγχος και φόβο μη χάσω τον ιουδαιοχριστιανικό «παράδεισο».
Ο παράδεισός μου, η πίστη μου, η αγάπη μου για τα πάντα, είναι εδώ στη Γη. Βρίσκεται σε ό,τι δημιούργησα και για τα οποία αισθάνομαι περήφανη. Και τώρα κατάλαβα, με ανοιχτούς πλέον τους ορίζοντές μου, ότι η αιώνια μετά θάνατον ζωή (είναι αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες για την υστεροφημία) είναι αυτή η ίδια η περηφάνια που αισθανόμαστε, η πληρότητα και η ευτυχία.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να προσθέσω πως, από τότε που δήλωσα τον αθεϊσμό μου, άρχισα να αποκτώ περισσότερους επικριτές και εχθρούς… Όχι γιατί τους κάνω κάποιο κακό… Απλά και μόνο επειδή τους λέω πως δεν πιστεύω πια σε ό,τι πιστεύουν εκείνοι. Δεν τους ενδιαφέρει το ποιόν ενός ατόμου, η ηθική του υπόσταση κ.τ.λ., παρά μόνο η θρησκευτική του πίστη.
Έτσι, μέσα στα χρόνια, έμαθα πως οι πιο θρησκευόμενοι άνθρωποι μπορεί να κρύβουν μέσα τους το μεγαλύτερο μίσος. Ή πως η ανηθικότητα συγκαλύπτεται τέλεια μέσα σε ένα θρησκευόμενο μυαλό. Αισθάνονται πως απειλούνται από έναν ευτυχισμένο άθεο, ίσως γιατί αυτοί οι ίδιοι δεν μπορούν να χαρούν την ζωή, έτσι όπως είναι αυτή, ΟΜΟΡΦΗ!
Κάπως τους καταλαβαίνω όμως τους υποκριτές πιστούς! Ξέρετε πόσο δύσκολο και συνάμα γενναίο είναι να δεχτείς ότι μετά τον θάνατό σου δεν θα υπάρξει συνέχεια; Οι θρησκευόμενοι αυτό δεν μπορούν να το αντέξουν. Δεν αντέχουν τη φυσική πραγματικότητα και φτιάχνουν μια άλλη, δική τους, όπου εκεί θα αισθάνονται ασφαλείς και θα μειώσουν το φόβο του θανάτου. Ο άθεος δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο, είναι σωστός και ηθικός επειδή έτσι αισθάνεται από τη φύση και την παιδεία του, χωρίς να τον πιέζει ο φόβος κάποιας κόλασης. Λειτουργεί σαν κοινωνικός άνθρωπος, με σεβασμό και κανόνες, και αυτό του προσδίδει περισσότερο κύρος και έτσι εμπνέει σεβασμό γιατί δεν καθοδηγείται από «ανώτερες δυνάμεις», που του λένε τι πρέπει να κάνει και τι όχι.
Είναι καλός επειδή το θέλει ο ίδιος. Δεν έχει ενοχές γιατί έχει καθαρή συνείδηση. Συμπεριφέρεται ηθικά κι ας ξέρει ότι δεν θα «ανταμειφθεί στην άλλη ζωή» γι’ αυτό. Κοιμάται ήσυχος γιατί δεν τον παρενοχλούν ψυχαναγκαστικά δαιμόνια θρησκοληψίας. Με λίγα λόγια, ο άθεος είναι ένα φυσιολογικό ον, που δεν ντρέπεται για την ανθρώπινη φύση του!
Διδάσκω στην κόρη μου την ομορφιά των συναισθημάτων, της λογικής, της επιστήμης, της φύσης, της ηθικής των ίδιων των ανθρώπων, χωρίς να αισθάνεται η ίδια ενοχές ή φοβίες. Της μεταδίδω την αγάπη για το διάβασμα, τις καινούργιες ιδέες και πως πρέπει πάντα να αναζητάει, να σέβεται, να ψάχνει, να μαθαίνει, να αναρωτιέται, να ζει!
Της μαθαίνω ακόμα πώς να είναι ανεξάρτητη, χωρίς να χρειάζεται θρησκευτικά δεκανίκια. Να έχει τη δυνατότερη πίστη στον εαυτό της και ύστερα πίστη σε ό,τι θα αγαπάει και θα θαυμάζει — είτε αυτό θα λέγεται ένας έρωτας ή ένα παιδί, είτε θα λέγεται φύση ή κάποια ιδέα.
Βέβαια, ακόμα και η 16χρονη κόρη μου δέχεται ρατσιστικά σχόλια ή κακή συμπεριφορά των καλών θρησκευόμενων πιστών. Την δέχονται και την εκτιμούν όσο δεν γνωρίζουν τα πιστεύω της και την απομακρύνουν από τη μια στιγμή στην άλλη, όταν μαθαίνουν ότι είναι αθεΐστρια. Την απορρίπτουν, κι ας έλεγαν πριν ότι είναι ένα πολύ καλό και ευαίσθητο, ώριμο παιδί!
Όλα αυτά δεν είναι βέβαια σοβαρά, αλλά μας κάνουν ακόμα δυνατότερους, γιατί καταλαβαίνουμε ότι είμαστε με το μέρος του ορθολογισμού και της δικαιοσύνης. Εγώ σαν μάνα πρώτα και σαν αθεΐστρια μετά, της μαθαίνω να μην απορρίπτει κάποιον λόγω της πίστης του, αλλά με βάση το ποιον του. Όλα τα άλλα είναι περιττά και ασήμαντα.
Η ζωή είναι τόσο σύντομη που πρέπει να την αναλώνεις σε αξίες περισσότερο σημαντικές από ότι σε έναν ανάλγητο θεό-τιμωρό!
Αμήν!
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Περί υποκρισίας και μακαρονιών συνέχεια
Το άρθρο είναι ανταπάντηση της αρθρογράφου στην απάντηση που εξέδωσε η Συνοδική Επιτροπή Τύπου, Δημοσίων Σχέσεων και Διαφωτίσεως της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας στο αρχικό της άρθρο “Υποκρισία και μακαρόνια”.
Αρχίζω αυτό το αρθρίδιο με μια απλή δήλωση προκειμένου να συνεννοηθούμε ευκολότερα: δεν έχω καμιά θρησκεία, δεν πιστεύω σε καμιά θεϊκή δύναμη, αλλά, όπως κάθε εχέφρων άνθρωπος, σέβομαι το θρησκευτικό αίσθημα. Επίσης, αν έχει κάποια σημασία, ο παππούς μου, τον οποίον λάτρευα, ήταν ένας νηφάλιος και σοφός θεολόγος. Τώρα, σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε: «Η εκκλησιαστική περιουσία είναι ένας μύθος», μας λένε οι ιεράρχες ενώ ο κ. Βενιζέλος διαβεβαιώνει τον αρχιεπίσκοπο πως η εκκλησιαστική περιουσία δεν πρόκειται να ενταχθεί στο Ταμείο Δημόσιας Περιουσίας και η μισθοδοσία των κληρικών θα εξακολουθήσει να επιβαρύνει τους φορολογουμένους.
Επιμένω ότι η Εκκλησία δεν φορολογείται για το σύνολο της περιουσίας της. Παρότι αυτή η φορολόγηση αποτελεί ευρωπαϊκό αίτημα (ήδη η κυβέρνηση Μόντι στην Ιταλία προωθεί σχετικά μέτρα έναντι της Καθολικής Εκκλησίας) η εκκλησιαστική περιουσία παραμένει ασαφής. Στην Εκκλησία της Ελλάδος, σε άλλα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, σε ναούς και μοναστήρια ανήκουν χιλιάδες στρέμματα δασών, μετοχές, καταστήματα, οικόπεδα, διαμερίσματα και εμπορικά κέντρα τα περισσότερα από τα οποία δεν δηλώνονται. Οι εκκλησιαστικές επενδύσεις περιλαμβάνουν την κατασκευή και ενοικίαση ακινήτων (όπως ξενοδοχεία στο κέντρο της Αθήνας), την ενοικίαση γαιών και την αγορά μετοχών της Εθνικής Τράπεζας, της Τράπεζας Πειραιώς και της Τράπεζας της Ελλάδος. Το 2007 η Εκκλησιαστική Κεντρική Οικονομική Υπηρεσία είχε 5.947.492 μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, ενώ, το 2008, με την πτώση του χρηματιστηρίου, αγόρασε 1.600.000 μετοχές και το μερίδιό της έφτασε στις 7.785.405 μετοχές. Επιπροσθέτως, στην Τράπεζα Πειραιώς διαθέτει 391.155 χιλιάδες μετοχές, καθώς και 13.086 στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Ο αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος και οι οικονομικοί του συνεργάτες επισημαίνουν την ανάγκη αποδέσμευσης της εκκλησιαστικής περιουσίας ώστε να αναπτυχθεί το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο της Εκκλησίας. Πράγματι υπάρχουν εκτάσεις που η Εκκλησία δεν μπορεί να αξιοποιήσει επειδή αμφισβητούνται οι τίτλοι κυριότητας. Το αποσαφηνίζουμε: το «κράτος» δεν είναι ο «καλός» μπροστά στην «κακή» εκκλησία· ο κρατικός μηχανισμός και η εκκλησία αλληλοσυμπληρώνονται εμφανίζοντας παρόμοια χαρακτηριστικά: σκάνδαλα (Βατοπαίδι, υπόθεση «σάπια κοτόπουλα»), κακοδιαχείριση, σπατάλες… Σήμερα, η Εκκλησία προσπαθεί να αξιοποιήσει τέσσερις εκτάσεις μεγάλης αξίας που διαθέτει στην Αττική, για ορισμένες από τις οποίες αναμένονται προεδρικά διατάγματα για αλλαγή χρήσης γης:
- Στο Κολωνάκι ένα οικόπεδο 11 στρεμμάτων
- Στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, η Εκκλησία βρέθηκε σε αντιδικία με τον Δήμο Αθηναίων για οικόπεδο έκτασης τριών στρεμμάτων, δικαιώθηκε στα δικαστήρια και σχεδιάζει την κατασκευή πάρκινγκ και κτιρίου γραφείων
- Στη Βουλιαγμένη η Μονή Πετράκη διαθέτει 200 στρέμματα. Η Εκκλησία, μετά από αντιδικία με τον Δήμο, δικαιώθηκε στα δικαστήρια επί αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου…
- Στον Βαρνάβα κατέχει 130 στρέμματα.
Σχεδόν σε όλους τους νομούς της χώρας υπάρχουν δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις που ανήκουν είτε σε μοναστήρια είτε στην Κεντρική Οικονομική Υπηρεσία της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την τελευταία καταμέτρηση, σε εκκλησιαστικούς οργανισμούς ανήκουν (μέσες-άκρες):
- Νομός Χαλκιδικής: 86.330 στρέμματα δάσους και 2.300 στρέμματα λιβαδιών – ιδιοκτησία μονών του Αγίου Ορους, καθώς και άλλα 8.340 στρέμματα δάσους που ανήκουν σε άλλο μοναστήρι του Οικουμενικού Πατριαρχείου
- Νομός Τρικάλων: 41.110 στρ. δάσους και 22.840 στρ. λιβαδιών
- Νομός Μαγνησίας: 31.460 στρ. δάσους και 3.340 στρ. λιβαδιών
- Νομός Αττικής: 33.860 στρ. δάσους και 20.570 στρ. λιβαδιών
- Νομός Αχαΐας: 20.670 στρ. δάσους και 1.060 στρ. λιβαδιών
- Νομός Ευβοίας: 17.890 στρ. δάσους και 2.120 στρ. λιβαδιών
- Νομός Κορινθίας: 15.310 στρ. δάσους και 20.179 στρ. λιβαδιών
- Νομός Φωκίδας: 9.980 στρ. δάσους και 1.050 στρ. λιβαδιών.
Συνεχίζω αυτό το βαρετό αλλά απαραίτητο πράγμα που κάνω: η Μονή Φλαμουρίου Μαγνησίας διαθέτει δύο δάση, ανάμεσα στα οποία είναι χτισμένα δύο χωριά του Νομού Μαγνησίας· έχει στην κυριότητά της καλλιεργήσιμη γη και πολυκατοικίες στον Βόλο· η Μονή Οσίου Λουκά διαθέτει ιδιόκτητο ξενοδοχείο στην Αθήνα, αγρόκτημα και εκατοντάδες στρέμματα χωραφιών· η Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος Μετεώρων κατέχει δασικές εκτάσεις, χωράφια και πολυκατοικίες στην Αθήνα, στα Τρίκαλα και στην Καλαμπάκα· η Μονή Ασωμάτων Πετράκη μετοχές, σπίτια, καταστήματα και δεκάδες στρέμματα στη Βουλιαγμένη. Συνεχίζω!… Στα Καλάβρυτα οι δύο μονές Αγίας Λαύρας και Μεγάλου Σπηλαίου διαθέτουν ακίνητα, χωράφια και οικόπεδα ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει μεγάλες επενδύσεις: ξενοδοχείο και συνεδριακό κέντρο.
Η τελευταία προσπάθεια του κράτους να διαχειριστεί την τεράστια μοναστηριακή και εκκλησιαστική περιουσία έγινε το 1988, όταν η κυβέρνηση με τον νόμο του Αντώνη Τρίτση αποπειράθηκε να αξιοποιήσει τη μοναστηριακή περιουσία. Η Εκκλησία την κατήγγειλε ότι δημεύει τα κτήματά της και το θέμα έκλεισε μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το οποίο επικαλούμενο τη Σύμβαση της Ρώμης κάλεσε το κράτος είτε να επιστρέψει στις μονές την περιουσία τους είτε να τις αποζημιώσει.
Σχετικά με το κοινωνικό έργο: η Εκκλησία έχει φροντίσει ώστε κανείς να μην ξέρει ακριβώς πόσο είναι το κοινωνικό της έργο, πώς ακριβώς συντελείται, σε πόσους και ποιους απευθύνεται… Το 1998 η κυβέρνηση Σημίτη επιχείρησε να καταγράψει αυτό το κοινωνικό έργο, στο πλαίσιο της καταγραφής όλων των δαπανών κοινωνικής προστασίας και με στόχο να εντοπιστούν τα μεγαλύτερα κενά ώστε να καλυφθούν.
Η Εκκλησία, όχι μόνον δεν ευνόησε αυτή την απόπειρα να καταγραφεί και να μετρηθεί (και ίσως να αξιολογηθεί) η κοινωνική της προσφορά, αλλά εμπόδισε την «εκδιαφάνιση». Μετά από πολλές περιπέτειες, δημοσιεύτηκαν κάποια στοιχεία: το 1998 η Εκκλησία συνεισέφερε κοινωνικό έργο με δαπάνη 50,2 εκατομμύρια δρχ. (σε σύνολο κοινωνικών δαπανών 8.669,2 δις), δηλαδή το 0,6% του συνόλου της κοινωνικής προστασίας και μάλιστα σε συνεργασία με 79 μη κυβερνητικές οργανώσεις. Άρα, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι αντικαθιστά το κράτος προνοίας! Η αποτίμηση έγινε από τη Στατιστική Υπηρεσία (ΕΣΥΕ) και ήταν μια «χοντρική» πρώτη ανάγνωση – με την ελπίδα ότι θα οδηγούσε σε πληρέστερη καταγραφή, η οποία όμως δεν έγινε ποτέ.
Κύρια πηγή πληροφοριών ήταν η ετήσια έκδοση της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου η φιλόπτωχη δραστηριότητα καταλαμβάνει μικρότερο χώρο από την προβολή των ιερών και «θαυματουργών» λειψάνων. Η Εκκλησία προτίμησε να αναδείξει το έργο της με τη μορφή αναμνηστικών φωτογραφιών σε ευλαβικές πόζες: η μοναδική ετήσια έκδοση είναι το «Δίπτυχο της Εκκλησίας της Ελλάδος» όπου προβάλλεται το βιογραφικό και η φωτογραφία του κάθε μητροπολίτη, απαριθμούνται τα ιερά λείψανα, καθώς και τα ιδρύματα κοινωνικής προστασίας (π.χ. ορφανοτροφεία) χωρίς καμιά ένδειξη του έργου που επιτελείται.
Διαφάνεια μηδενική, αποτελεσματικότητα άγνωστη: η Εκκλησία κατέχει πλήθος χέρσες εκτάσεις και έχει εμπλακεί σε κάμποσες αποτυχημένες επιχειρήσεις – η οικονομική διαιχείριση δεν είναι το φόρτε της. Επίσης, παρότι είναι μεγάλος εργοδότης, το κράτος πληρώνει, όπως προαναφέραμε, τους κληρικούς (και τις ανύπανδρες κορασίδες των κληρικών!), ενώ τα υψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας χρησιμοποιούν το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας για να αποκτήσουν πολιτικό βήμα. Παραλλήλως, η Εκκλησία μεγεθύνει την εντύπωση του έργου της, φροντίζοντας ταυτοχρόνως να μην καταγράφεται πουθενά: πίστευε και μη ερεύνα!
Καθώς μπαίνουμε σε φάση πτώχευσης, οι εκκλησιαστικές αγαθοεργίες (θα επιμείνω ότι τα προβλήματα δεν λύνονται με αγαθοεργίες ακόμα κι αν τα μακαρόνια δεν είναι νερόβραστα) χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο της κοινωνικής πολιτικής. Η απαγόρευση του ψεύδους είναι η ένατη από τις Δέκα Εντολές, η Εκκλησία όμως διαπρέπει στις ψευδείς διαδόσεις: στην παπαδοχώρα όπου ζούμε εκλαμβάνονται ως η απόλυτη, θεάρεστη αλήθεια.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στη διαδικτυακή εφημερίδα ATHENS voice, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (33)
Γεννήθηκα σ’ ένα μικρό χωριό και μέσα σ’ ένα βαθιά χριστιανικό περιβάλλον. Δυστυχώς έχασα πολύ νωρίς τον πατέρα μου —ήμουν μόλις δύο χρονών—, και έτσι, λόγο για την ανατροφή, την εκπαίδευση και τη συμπεριφορά μου είχε μόνο η μητέρα μου. «Θεούσα» με όλη τη σημασία της λέξης, βάλθηκε εμένα και τον αδελφό μου να μας κάνει καλούς χριστιανούς. Κάθε Κυριακή εκκλησιασμός, νηστεία όποτε όριζε ο παπάς, προσευχή κάθε βράδυ και όλα τα άλλα που επιβάλει η χριστιανική θρησκεία στο ποίμνιό της.
Αυτή την καταπίεση στα παιδικά μου χρόνια δεν την άντεχα, και μεγαλώνοντας άρχισα να αντιδρώ. Δεν μου άρεσε να μου επιβάλλουν τι να κάνω κι έτσι, όταν ήταν ημέρες νηστείας, ενώ στο σπίτι αναγκαστικά νήστευα, στο σχολείο έτρωγα τυρόπιτες και λουκανόπιτες. Όταν πήγαινα εκκλησία —όπου συνήθως χασμουριόμουνα γιατί με ξυπνούσαν πολύ πρωί— έπλαθα με τη φαντασία μου ιστορίες για να ξεφεύγω από αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον και γενικά έκανα ό,τι μπορούσα για να αποφύγω όλες αυτές τις «υποχρεώσεις» που είχαν σχέση με εκκλησία, αγίους, προσευχές και νηστείες.
Η μάνα μου προσπαθούσε, μάταια όμως, να με τιθασεύσει, γιατί σαν κορίτσι έπρεπε να φέρομαι σωστά και να την υπακούω τυφλά, αντίθετα με τον αδελφό μου, που μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε με τη δικαιολογία ότι «έτσι είναι τα αγόρια». Αυτόν το θρησκευτικό φανατισμό που ωθεί τις ίδιες τις γυναίκες να μην υπερασπίζονται τη θηλυκή τους υπόσταση, να θεωρούν ότι είναι «μιαρές» και να μειώνουν τον ίδιο τον εαυτό τους, δεν τον κατάλαβα ποτέ.
Μεγαλώνοντας δεν γλίτωσα, βέβαια, ούτε το θρησκευτικό γάμο ούτε τη βάφτιση της κόρης μου, αφού δεν μπορείς εύκολα να αποφύγεις πράγματα χρόνια καθιερωμένα στα μυαλά των ανθρώπων. Άλλωστε ήμουν πολύ μικρή τότε και το μόνο που ήξερα ήταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με όλα αυτά, όμως δεν είχα ψάξει, δεν είχα διαβάσει για να καταλάβω πού είναι το ψέμα και πού η αλήθεια.
Όταν χώρισα με τον άντρα μου, με κάλεσε ο παπάς του χωριού να μου τα ψάλλει, γιατί οι γυναίκες όπως μου είπε «έπρεπε να υπομένουν όλες τις ταπεινώσεις για να κρατάμε την οικογένεια δεμένη». Μου έχει μείνει αξέχαστη αυτή η φράση.
Μετά το διαζύγιο άρχισα να ζω πια σύμφωνα με τα δικά μου πιστεύω και τις δικές μου αποφάσεις, χωρίς να υπολογίζω τα «πρέπει» της ψεύτικης θρησκείας τους. Αποφάσισα να τελειώσω το Λύκειο, που είχα αφήσει στη μέση λόγω γάμου, και άρχισα να φοιτώ στο Εσπερινό Λύκειο. Το πρωί εργαζόμενη, το βράδυ μαθήτρια. Εκεί γνώρισα καταπληκτικούς καθηγητές που αγκάλιαζαν τους μαθητές και μας βοηθούσαν όλους στα προβλήματά μας. Ο φιλόλογος που είδε τη θέλησή μου για μάθηση, άρχισε να μου δίνει βιβλία να διαβάζω κι εκτός σχολείου.
Η « Αντιγνώση» της Λιλής Ζωγράφου ήταν ένα από τα βιβλία που πήρα εκείνη την εποχή. Στο βιβλίο αυτό διάβασα για πρώτη φορά για τον Επίκουρο, και η φιλοσοφία του με ενθουσίασε και άνοιξε νέους ορίζοντες για μένα. Άρχισα τότε να διαβάζω κι άλλα βιβλία με φιλοσοφικά και ιστορικά θέματα, αλλά και θέματα θρησκείας. Είχα αρχίσει πια να καταλαβαίνω με πόσα ψέματα μας γεμίζουν σχετικά με τη θρησκεία και να αποστασιοποιούμαι συνειδητά πλέον, και όχι από απλή αντίδραση.
Εν τω μεταξύ έδωσα Πανελλήνιες Εξετάσεις και στα 42 μου χρόνια έκανα ένα όνειρο μου πραγματικότητα, μπήκα στη Φιλοσοφική Αθηνών στο τμήμα φιλολογίας. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, πετούσα στα σύννεφα, αλλά προσγειώθηκα απότομα. Όσο ανοιχτά μυαλά και ελεύθερους ανθρώπους είχα συναντήσει στο Εσπερινό Λύκειο, τόσο συντηρητικούς, απόμακρους και βαρετούς καθηγητές βρήκα στο πανεπιστήμιο.
Κυρίως όμως συνάντησα σ’ αυτή τη σχολή πολλούς καθηγητές κολλημένους στη θρησκεία. Μια κανονική προπαγάνδα γινόταν —και γίνεται— υπέρ του χριστιανισμού, λες και δεν βρίσκεσαι στη φιλοσοφική σχολή αλλά στη θεολογική. Διδάσκονταν βίοι αγίων, ένας καθηγητής μοίραζε στους φοιτητές «εικονίτσες», κι ένας άλλος διατυμπάνιζε πόσο σωστό ήταν που καταργήθηκαν στην Αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί Αγώνες και έκλεισε η Ακαδημία του Πλάτωνα. Όταν τον ρώτησα για τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, μου απάντησε ότι δεν ήταν τόσο μεγάλη καταστροφή αφού είχε μόνο άγραφο χαρτί μέσα…
Απογοητεύτηκα, αγανάκτησα, και αποφάσισα να συνεχίσω να μελετώ και να μαθαίνω μόνη μου. Τελείωσα όπως–όπως τη σχολή και δεν ασχολήθηκα ξανά με το πανεπιστήμιο. Εκείνη την εποχή γνώρισα και τον σημερινό σύντροφό μου με τον οποίο μοιραζόμαστε τις ίδιες ιδέες. Μαζί του και με τη βοήθειά του ξέφυγα πια εντελώς από τη θρησκεία.
Κλείνοντας, έχω να πω μόνο αυτό. Έψαξα, διάβασα και έμαθα. Αποχαιρέτησα την πίστη και ελευθερώθηκα. Απολαμβάνω τη ζωή μου χωρίς φόβους, αμαρτίες και τιμωρίες.
Απολαμβάνω μια όμορφη ζωή «Χωρίς Θεό».
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού V
| « Προηγούμενο [ΙV] |
Όταν εμπεδώθηκε στους χριστιανούς η αντίληψη για την «ασημαντότητα» του ελληνικού πολιτισμού και την «ανωτερότητα» της ιουδαϊκής κοσμοαντίληψης, ελάττωσαν οι νεότεροι εκκλησιαστικοί ηγέτες τις επιθέσεις κατά του Ελληνισμού και αφοσιώθηκαν στον αγώνα αλληλοεξοντώσεως, αλλά και κατά των «αιρετικών» και κατά των Εβραίων. Στο σταδιακά συρρικνούμενο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, που είχε επικρατήσει εντωμεταξύ απόλυτα η πολιτισμικά ισχυρή και συγκροτημένη ελληνική γλώσσα και καλλιεργείτο από τους διανοουμένους το ελληνικό πνεύμα, επανερχόταν βέβαια κάθε τόσο το ερώτημα, πώς και πόσο μπορεί να σταθεί μια, και για εκείνη την εποχή, οπισθοδρομική κοσμοαντίληψη από την Ιουδαία, μπροστά στα έργα και τα διδάγματα του ελληνικού πολιτισμού.
Ο εκκλησιαστικός μηχανισμός επενέβαινε τότε δυναμικά, σε στενή συνεργασία με το κράτος, κατά των Ελληνιζόντων, ώστε να αποτρέπει «παρεκτροπές», οι οποίες θα έθεταν σε κίνδυνο όλο το σύστημα εξουσίας. Ακόμα και επιφανείς ιερωμένοι στην πάροδο των αιώνων που διέπρεψαν ως Ελληνιστές, δηλαδή μελετητές της ελληνικής φιλοσοφίας και γραμματείας (Μιχαήλ-Κων/νος Ψελλός, Ιωάννης Ιταλός, Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων κ.ά.), αναγκάζονταν, άλλοτε για λόγους πολιτικής ορθότητας και άλλοτε φοβούμενοι διώξεις, να αποσιωπούν ή να συγκαλύπτουν τις μελέτες τους, επειδή σ’ αυτές «υποτάσσουν την πίστιν εις την φιλοσοφίαν» — που σημαίνει ότι πολλοί από αυτούς προσπαθούσαν να απελευθερωθούν από την αποπνικτική θεοκρατική κοσμοαντίληψη!
Ειδικότερα το 1082 καταδικάστηκε ο «ύπατος των φιλοσόφων» Ιωάννης Ιταλός με έντεκα αναθέματα σε υποχρεωτικό μοναστικό εγκλεισμό. Το σκεπτικό του πατριάρχη Ευστράτιου Γαρίδα, ο οποίος ανακοίνωσε εν συνόδω την ποινή, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο Ιταλός ήταν «Ελληνόπληκτος και δαιμονόπληκτος στασιαστής κατά της Νέας Ρώμης» και διέδιδε «… μακάβριες διδασκαλίες των Ελλήνων (Πλάτωνα και Νεοπλατωνικών) σε σχέση με την ψυχή, τη μετεμψύχωση, το σώμα, με το οποίο θα αναστηθούν οι άνθρωποι κατά τη δεύτερη παρουσία, την άρνηση του εκκλησιαστικού δόγματος ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε εκ του μηδενός…» (Bautz Lexikon)
Αλλά και στα κείμενα πάμπολλων εκκλησιαστικών αφορισμών κατά διανοουμένων, κατά κανόνα κληρικών, βασική κατηγορία εναντίον τους ήταν η μελέτη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Για παράδειγμα, ο Ισαάκ Αργυρός (~1300-1370) που ενεπλάκη σε αντιδικίες με τους Ησυχαστές, αφορίστηκε με το σκεπτικό: «Ισαάκ Αργυρόν τον ιού μεστόν, τον και πολύ το κίβδηλον της Ελλήνων φλυαρίας πλουτήσαντα … ανάθεμα» (= ανάθεμα στον Αργυρό που ήταν γεμάτος δηλητήριο και ο οποίος είχε πολύ πλουτήσει από την κίβδηλη φλυαρία των Ελλήνων).
Έσχατος ανθελληνισμός στους αιώνες του δωσιλογισμού
Στα χρόνια της βυζαντινής παρακμής, όταν για μερικές δεκαετίες οι Οθωμανοί αποσπούσαν σχεδόν ανενόχλητοι εδάφη από την αυτοκρατορία, όσοι από τους διανοούμενους δεν είχαν διαφύγει στη Δύση σκιαμαχούσαν στην Πόλη και σε άλλα κέντρα ως αριστοτελιστές ή πλατωνιστές και παράλληλα αντιδικούσαν υπέρ ή κατά της «ένωσης των εκκλησιών». Ο Γεώργιος Σχολάριος (ο μετέπειτα διορισθείς από τον σουλτάνο οικουμενικός πατριάρχης Γεννάδιος) προσπαθούσε την ίδια εποχή να συγκρατήσει τις πνευματικές εξελίξεις και έκαιγε δημόσια πλατωνικά και νεοπλατωνικά συγγράμματα, ενώ ταυτόχρονα έστελνε μηνύματα καταστολής προς κάθε κατεύθυνση. Σε επιστολές του στον κυβερνήτη της Πελοποννήσου έγραφε ο Σχολάριος: «… τους γουν δυσσεβείς και αλάστορας Ελληνιστάς και πυρί και σιδήρω και ύδατι και πάσι τρόποις εξαγάγετε της παρούσης ζωής … ράβδιζε, είργε, είτα γλώτταν αφαίρει, είτα χείρα απότεμνε καν και ούτω μένη κακός, θαλάττης πέμπε βυθώ.» (= …να αφαιρείτε τη ζωή στους όντως ασεβείς και πανούργους Ελληνιστές με φωτιά, με σίδηρο και με κάθε άλλο τρόπο … ξυλοφόρτωνε, φυλάκιζε, στη συνέχεια κόβε τη γλώσσα, μετά κόβε το χέρι και, αν παρ’ όλα αυτά παραμένει ακόμα κακός, πέταξέ τον στο βυθό της θάλασσας.) («Παλαιολόγια-Πελοποννησιακά» από τον Σ. Λάμπρου) — ομολογουμένως ένα εμπνευσμένο κήρυγμα αγάπης από έναν κληρικό και μετέπειτα πατριάρχη!
Ο ίδιος υπότουρκος Γεννάδιος, ο οποίος εισήλθε στο ιερατικό σώμα το 1450 και ήδη το 1453 διορίστηκε από τον σουλτάνο οικουμενικός πατριάρχης, δήλωσε, όταν ρωτήθηκε αν είναι Έλλην, «… ει τις έροιτό μοι τις ειμί, αποκρινούμαι Χριστιανόν είναι» («… αν με ρωτήσει κάποιος τι είμαι, θα του απαντήσω Χριστιανός», (Ι. Κακριδής: «Οι Αρχαίοι Έλληνες στην Νεοελληνική Λαϊκή Παράδοση», ΜΙΕΤ, Αθήνα 1978.) Να σημειωθεί δε ότι, στα ύστερα βυζαντινά χρόνια κάθε άλλο παρά κατακριτέο ήταν να δηλώνεις Έλληνας, όπως χαρακτηρίζει ο Νικόλαος Καβάσιλας (1322-1391) τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης, όπως γράφει ο Κύπριος Αθανάσιος Λεπενδρηνός «περί πάντων των Ελλήνων των εν Κύπρω» και όπως πρωτοχρησιμοποιεί ο Δημήτριος Κυδώνης (γενν. 1398) τον όρο «Ελλάς» για τον χαρακτηρισμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας!
Η απαρχή του «ελληνικού πατριωτισμού» φαίνεται να έχει τις ρίζες της στην εποχή των Κομνηνών και πιθανότατα οφείλεται, τόσο στην αντιπαλότητα με ομόδοξους βαλκανικούς λαούς, Σέρβους και Βουλγάρους, όσο και στη συνεχή ανάδειξη «Ελληνιστών», οι οποίοι έβρισκαν ανεπαρκή την ανατολίτικη θεοσοφία. Η λέξη Έλληνας» που είχαν συκοφαντήσει και διασύρει οι συμπλεγματικοί εκκλησιαστικοί πατέρες, ακόμα κι αν κάποια εποχή στους μεσαίους βυζαντινούς χρόνους ταυτιζόταν με την έννοια του «ειδωλολάτρη», είχε ανακτήσει πλέον την αρχική, σωστή σημασία της. Έτσι, δεν είναι δυνατόν να στηριχθεί οποιαδήποτε δικαιολόγηση ότι, δήθεν, ο Σχολάριος εννοούσε τους «ειδωλολάτρες», όταν αρνείτο ότι είναι Έλληνας — θα ήταν και γελοίο να χαρακτηρίσει κάποιος έναν ανώτερο χριστιανό κληρικό ως ειδωλολάτρη. Την ελληνική καταγωγή του απέρριπτε αυτός ο τυχοδιώκτης, ο οποίος είναι, όχι τυχαία, και άγιος της ορθόδοξης εκκλησίας.
Η εξήγηση της συμπεριφοράς του Σχολάριου και άλλων ομοίων του που έζησαν αρκετούς αιώνες, έως και μια χιλιετία μετά τους προαναφερόμενους «πατέρες», είναι φυσικά διαφορετική από τις συμπεριφορές στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Αυτή η εθνικά «αυτοκτονική» τοποθέτησή του μπορεί να εξηγηθεί, τόσο με την πεισματική επιμονή των αντι-ενωτικών κύκλων του Βυζαντίου σε μια ξεπερασμένη και χαμένη από καιρού υπόθεση, όσο και με την προοπτική ηγετικού ρόλου σε συνεργασία με τους «θεόσταλτους» και δήθεν βολικούς Οθωμανούς — αντίληψη που διαχεόταν στον λαό από τους τουρκόφιλους της βυζαντινής παρακμής και κατέληξε, με την πάροδο του χρόνου, στις παιδαριώδεις ιδέες του Κοσμά Αιτωλού: «… έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη». Στους Οθωμανούς έδινε εξετάσεις ο Σχολάριος και γι’ αυτούς προοριζόταν η άρνησή του να θεωρείται Έλληνας, δεδομένου ότι η συμφωνία του με την τούρκικη διοίκηση αφορούσε στη συνεργασία και στην εκπροσώπηση του «ποιμνίου» στο νέο κράτος με την ιδιότητά του ως χριστιανού ιερωμένου και όχι με αυτήν του Έλληνα. Έτσι απέβαλε χωρίς συστολή κάθε τι περιττό!
Οι διάδοχοι αυτών των εχθρών του ελληνικού πνεύματος και προδοτών του Ελληνισμού διαβάζουν μέχρι σήμερα την «Κυριακή της Ορθοδοξίας» στους ναούς, μεταξύ άλλων, και τα εξής:
- Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις και ως αληθέσι πιστεύουσι και ούτως αυταίς ως το βέβαιον εχούσαις εγκειμένοις, ώστε έτερους ποτέ μεν λάθρα, ποτέ δε φανερώς ενάγειν αυταίς και διδάσκειν ανενδοιάστως, ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ.
- Τοις μετά των άλλων μυθικών πλασμάτων, αφ’ εαυτών και την καθ’ ημάς κλίσιν μεταπλάττουσι και τας πλατωνικάς ιδέας ως αληθείς δεχομένοις και ως αυθυπόστατον την ύλην παρά των ιδίων μορφούσθαι λέγουσι και προφανώς διαβάλλουσι το αυτεξούσιον του Δημιουργού, του από του μη όντος εις το είναι παραγαγόντος τα πάντα και ως Ποιητού πάσιν αρχήν και τέλος επιτιθέντος εξουσιαστικώς και δεσποτικώς, ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ
- Τοις λέγουσιν ότι οι των Ελλήνων σοφοί και πρώτοι των αιρεσιαρχών, οι παρά των επτά αγίων και καθολικών συνόδων και παρά πάντων των εν Ορθοδοξία λαμψάντων πατέρων αναθέματι καθυποβληθέντας, ως αλλότριοι της καθολικής εκκλησίας δια την εν λόγοις αυτών κίβδηλον και ρυπαράν περιουσίαν κρείττονες εισί κατά πολύ και ενταύθα και εν τη μελλούση κρίσει και των ευσεβών μεν και ορθοδόξων ανδρών, άλλως δε κατά πάθος ανθρώπινον ή αγνόημα πλημμελησάντων, ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΡΙΣ
Περίπου δώδεκα αιώνες μετά τους χλευασμούς του Ρωμανού Μελωδού κατά των Ελλήνων, τούς «αναθεματίζει» άλλος ένας ποιητής. Ο μεσαιωνικός επιδρομέας το διέπραξε με αλαζονεία, ο σύγχρονος διανοητής επανέρχεται με ταπεινότητα …
Καταραμένε Έλληνα!
Όπου να γυρίσω τη σκέψη μου,
όπου και να στρέψω την ψυχή μου,
μπροστά μου σε βρίσκω.
Τέχνη λαχταρώ, ποίηση, θέατρο, αρχιτεκτονική,
εσύ μπροστά μου, πρώτος κι αξεπέραστος.
Επιστήμη αναζητώ, μαθηματικά, φιλοσοφία, ιατρική,
κορυφαίος και ανυπέρβλητος.
Για δημοκρατία διψώ, ισονομία και ισοπολιτεία,
εσύ μπροστά μου, ασυναγώνιστος κι ανεπισκίαστος.
Καταραμένε Έλληνα, καταραμένη γνώση. Γιατί να σ’ αγγίξω;
Για να αισθανθώ πόσο μικρός είμαι, ασήμαντος, μηδαμινός;
Γιατί δεν μ’ αφήνεις στη δυστυχία μου και στην ανεμελιά μου;
| « Προηγούμενο [ΙV] |
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια






