Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού III

9 March 2012
Comments Off on Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού III
Αρθρογράφος: s. frang


« Προηγούμενο [ΙI] Επόμενο Άρθρο [ΙV] »

Μία ερμηνεία

Επιχειρώντας μία ερμηνεία γι’ αυτό τον απίστευτο καταιγισμό ύβρεων και ψευδολογιών κατά του ελληνικού πολιτισμού και των εκπροσώπων του, σημειώνουμε καταρχάς ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι προαναφερόμενοι και άλλοι επιφανείς πατέρες και απολογητές του χριστιανισμού, όπως επίσης οι απόστολοι και ισαπόστολοί του, δεν ήταν Έλληνες και, σχεδόν όλοι, είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει σε εξωελληνικό περιβάλλον. Προέρχονταν ουσιαστικά από τους ανατολικούς λαούς της Μικράς Ασίας, της Συρίας, της Περσίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου και, το σημαντικότερο, ήταν τέκνα του ανατολικού μεταφυσικού μυστικισμού.

Αυτό δεν αναφέρεται για λόγους ανθρώπινης και εθνικής διαβάθμισης, αλλά για να επισημανθεί ότι οι λαοί από τους οποίους προέρχονταν αυτοί οι διανοούμενοι και οι οποίοι βρέθηκαν σε πολιτισμική σύγκρουση στο ενιαίο πολυεθνικό, πολυφυλετικό και πολυγλωσσικό ρωμαϊκό κράτος, δεν είχαν παράδοση στήριξης της παιδείας, δεν είχαν παράδοση ανάπτυξης των επιστημών, δεν είχαν παράδοση έξαρσης των τεχνών, δεν είχαν παράδοση αθλητικής άμιλλας, δεν είχαν να επιδείξουν οποιαδήποτε συλλογική δημιουργία, η οποία θα μπορούσε να τους διαφοροποιήσει από το γνωστό πολιτισμικό επίπεδο του συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου.

Σε κλίμακα αιώνων, ο κατακλυσμός του ελληνόφωνου χώρου από προπαγανδιστές και μαχητές της «νέας θρησκείας» μπορεί να εκτιμηθεί ως νέα προσπάθεια και οριστική επίτευξη του παλαιού στόχου για επιβολή της ασιατικής δεσποτείας που είχαν επιχειρήσει οι Πέρσες, αρχικά στον Μαραθώνα και αργότερα στις Θερμοπύλες με κατάληξη τη Σαλαμίνα.

Ήταν βέβαια ελληνόφωνοι αυτοί οι διανοούμενοι, αλλά ήταν τόσο Έλληνες, όσο είναι σήμερα Εγγλέζοι οι κάτοικοι των Ινδιών και του Πακιστάν ή των νησιών της Καραϊβικής που συνεννοούνται μεταξύ τους αγγλικά, ή όσο είναι Ισπανοί οι κάτοικοι των Φιλιππίνων! Οι σημαντικότεροι «πατέρες» που βρίσκονταν στην κορυφή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας είχαν γνωρίσει τον ελληνικό ορθολογικό ανθρωποκεντρισμό, όπως και ο Ρωμανός, ως ξένη ιδεολογία και τον είχαν σπουδάσει στις σχολές της εποχής, στις οποίες διδάσκονταν ο Όμηρος και οι Αθηναίοι φιλόσοφοι. Ενδιαφέρον είναι βέβαια να εκτιμηθεί ποιοι λόγοι μπορεί να τους οδήγησαν σ’ αυτή την εχθρική τοποθέτηση.

Κεντρική θέση μας είναι ότι η εχθρική στάση αυτών των «πατέρων» απέναντι στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό δεν είχε θρησκευτικά αίτια αλλά σχετιζόταν με πολιτικά κινήματα της εποχής και επιδιώξεις διαφόρων κοινωνικών και εθνικών ομάδων. Καταρχάς, οι Ελληνίζοντες είχαν κατά τη μέση και ύστερη Αρχαιότητα σαφή πολιτισμική υπεροχή, και η ευχέρειά τους για παρεμβάσεις και επιρροή στα κέντρα εξουσίας, στο παλάτι και στο στρατό, όπου παίρνονταν οι ουσιαστικές αποφάσεις, ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερες από αυτές άλλων εθνικών και κοινωνικών ομάδων, ανερχόμενων ή μονίμως παραμελημένων. Αυτές οι παρεμβάσεις των Ελληνιζόντων, συγκλητικών και ανεξάρτητων διανοουμένων, είχαν δε απώτερο σταθερό στόχο την αποδυνάμωση της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος και την προώθηση κάποιων, προφανώς ασαφών, μοντέλων συμμετοχής, σε ανάμνηση της λειτουργίας των ελληνικών πόλεων.

Για να μην επεκταθούμε δε σε γενικότερα πολιτικά και κοινωνικά θέματα της εποχής, ας αρκεστούμε εδώ στο παράδειγμα του συστηματικού διωγμού της κοσμικής, της ονομαζόμενης από τους χριστιανούς «θύραθεν παιδείας» και στο κλείσιμο της «ειδωλολατρικής» Πλατωνικής Ακαδημίας της Αθήνας από τον Ιουστινιανό το έτος 529. Αυτές οι ενέργειες δεν είχαν θρησκευτικό κίνητρο, έστω κι αν έτσι φαίνεται ή αυτό απέμεινε και διαδίδεται σήμερα μέσω της σχολικής εκπαίδευσης. Ο βασικός λόγος ήταν πολιτικός: η αποθάρρυνση και υποβάθμιση μέσω της παιδείας των Ελληνιζόντων που στήριζαν την αποδυνάμωση της απόλυτης αυτοκρατορικής ισχύος, η οποία έβρισκε στήριγμα στο χριστιανικό θεοκρατικό οικοδόμημα. Απ’ την άλλη πλευρά, η χριστιανική ιδεολογία ευνοούσε τον αυτοκρατορικό θεσμό και την απολυταρχία, αφού αποτελούσε «ελέω θεού βασιλεία», ήταν δηλαδή προδιαγεγραμμένη και ευλογημένη από τον ίδιο το θεό! Ο Παλαιστίνιος Ευσέβιος Καισαρείας, διαπρεπής καιροσκόπος και αυτοκρατορικός αυλοκόλακας, είχε καταγράψει απολογούμενος ήδη από τον 4ο αιώνα στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του ότι «οι εθνικοί υποχώρησαν, όχι από τις διώξεις και τις καταστροφές των χριστιανών, αλλά γιατί είχαν πολυθεΐα και πολυαρχία. Ένας μόνον Θεός πρέπει να υπάρχει στους ουρανούς και, κατ’ επέκτασιν, μοναρχία στην κοινωνία των ανθρώπων». Η σκέψη ότι έγινε η επιλογή του μονοθεϊσμού ως θρησκευτικής αρχής από τους Ρωμαίους στρατηγούς για να θεμελιωθεί η απόλυτη εξουσία του αυτοκράτορα, δεν είναι μακριά…

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ήδη από τον 2ο αιώνα π.Χ. είχε μεθοδευτεί άγριος διωγμός της ελληνόφωνης ιθύνουσας τάξης στην Αλεξάνδρεια από τον Πτολεμαίο Ζ΄ Ευεργέτη, με τον οποίο διωγμό υπέστη καίριο πλήγμα η ελληνιστική επιστήμη. Αυτή η επιλογή του Πτολεμαίου έγινε εξ αιτίας της εχθρότητας των γηγενών προς τους Έλληνες, οι οποίοι συγκροτούσαν κατ’ αποκλειστικότητα την επιστημονική τάξη στον τότε γνωστό κόσμο. Αυτή η «ανθελληνική παράδοση» συνεχίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, πέρασε στους χριστιανούς «πατέρες» και διατηρήθηκε, μέχρι που αποδεσμεύτηκαν οι λαοί της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής από την ελληνική και ρωμαϊκή πολιτική και πολιτισμική εξάρτηση με την αραβική επέκταση και τον ισλαμισμό.

Σε μια μελέτη του έτους 1994 για το θέμα της καταστροφής έργων πολιτισμού από χριστιανούς αναφέρεται ότι: «(Στη Συρία-Φοινίκη-Παλαιστίνη) δεν έχουμε μια αμιγή περίπτωση θρησκευτικού φανατισμού, αλλά ένα ξέσπασμα κοινωνικού και φυλετικού μίσους, ένα υποσυνείδητο εθνικό κίνημα με αμφίεση, βέβαια, θρησκευτική» (Π. Αθανασιάδη: «Το λυκόφως των θεών στην Ανατολική Μεσόγειο», Περιοδικό «Ελληνικά», τ. 44, Θεσσαλονίκη 1994).

Σήμερα, δεν είναι δύσκολο να εκτιμήσουμε, κρίνοντας αναδρομικά, ότι οι λαοί γύρω από τον ελληνόφωνο χώρο της Αρχαιότητας χειραγωγούνταν πολιτισμικά και για πολλούς αιώνες από τους ελληνικούς πληθυσμούς, με τους οποίους όμως δεν μοιράζονταν συνείδηση κοινής ιστορίας. Αργότερα επεβλήθησαν σ’ αυτούς τους λαούς βιαίως οι αντιλήψεις και πρακτικές των Ελλήνων, αρχικά στη μακεδονική και αργότερα στη ρωμαϊκή εκδοχή τους, με τις διαστρεβλώσεις και τους πολλαπλούς εκφυλισμούς που είχαν εντωμεταξύ υποστεί αυτές οι αντιλήψεις και πρακτικές. Η επιβαρυμένη συλλογική ιστορική μνήμη αξιοποιήθηκε από τους διανοούμενους αυτών των λαών κατά των Ελληνιζόντων και των έργων του ελληνικού πολιτισμού, όταν στις δεκαετίες της ύστερης Αρχαιότητας δόθηκε η πολιτική ευκαιρία με την εμπέδωση της απολυταρχικής «ελέω θεού» εξουσίας.

Ως όχημα για την εθνική και προσωπική ανέλιξη των αντιπάλων του Ελληνισμού, αφού για φιλοσοφική και επιστημονική ανάδειξη δεν υπήρχε το απαραίτητο κοινωνικό υπόβαθρο και πιθανόν δεν ήταν διαθέσιμα και τα απαιτούμενα εφόδια, αξιοποιήθηκε μία επίσης ξενόφερτη ιδεολογία, η νέα θρησκεία με ιουδαϊκή καταγωγή και με εργαλείο επιβολής την ισχύ των ρωμαϊκών όπλων. Αυτή η, από τη μονοθεϊστική φύση της, ολοκληρωτική ιδεολογία, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ρωμαϊκής εξουσίας για διατήρηση της συνοχής του κράτους και μακροημέρευση του εκάστοτε αυτοκράτορα στην κορυφή του, οδήγησε σε αγαστή συνεργασία κράτους και εκκλησίας, τη λεγόμενη «συναλληλία».

« Προηγούμενο [ΙI] Επόμενο Άρθρο [ΙV] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Γενικά σχόλια για “Το Φάντασμα στη Μηχανή”

20 February 2012
Comments Off on Γενικά σχόλια για “Το Φάντασμα στη Μηχανή”
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [5.4]   « Περιεχόμενα

Έχοντας τελειώσει τη μετάφραση του εξαιρετικού άρθρου του Ebonmuse “Το Φάντασμα στη Μηχανή”, καιρός να γράψω και κάτι δικό μου επί του άρθρου, αλλά και μερικές ιδέες που μου ήρθαν ενώ το μετέφραζα. Ό,τι ακολουθεί είναι καθαρά δικό μου και δεν αποτελεί τμήμα του άρθρου του Ebonmuse.

Οι διάφορες όψεις της ψυχής

Ας δούμε πρώτα περιληπτικά τι προϋποθέτουν σχεδόν όλες οι δυϊστικές θεωρίες περί ψυχής:

  • Υπάρχει ένα μεταφυσικό πεδίο στο οποίο ενυπάρχουν οι ψυχές.
  • Η ψυχή δεν αποτελείται από την ύλη από την οποία αποτελείται το υλικό σύμπαν.
  • Στην ψυχή οφείλεται η παρατηρούμενη ανθρώπινη προσωπικότητα.
  • Ο κάθε άνθρωπος έχει μία ψυχή.
  • Η ψυχή είναι αδιαίρετη.
  • Η ψυχή είναι αθάνατη και δεν καταστρέφεται με το θάνατο του υλικού σώματος.

Υπάρχουν πολλές διαφορές στις λεπτομέρειες, αλλά σχεδόν όλες οι θεωρίες περί ψυχής συμφωνούν τουλάχιστον σ’αυτά τα βασικά. Σε γενικές γραμμές μιλάμε για ένα αθάνατο και άυλο καρτεσιανό ανθρωπάριο, συνδεδεμένο με ένα συγκεκριμένο σώμα.

Θα παρατηρήσετε ότι απουσιάζει η μη μεταβλητότητα της ψυχής. Κι αυτό γιατί οι περισσότερες θρησκείες του κόσμου ουσιαστικά δεν τη δέχονται, με πρώτο και καλύτερο τον Χριστιανισμό. Είναι γενική παραδοχή πως οι πράξεις του ανθρώπου επί γης χρωματίζουν την ανθρώπινη ψυχή και δημιουργούν ένα ηθικό ισοζύγιο που εν τέλει της αποδίδει το χαρακτηριστικό “καλή ψυχή” ή “κακή ψυχή”. Από το Καθαρτήριο του Καθολικισμού μέχρι τον καρμικό κύκλο του Βουδισμού, γίνεται φανερό πως σχεδόν κανείς πλην φιλοσόφων δεν παραδέχεται μια αμετάβλητη ψυχή.

Άλλωστε, για μια αμετάβλητη ψυχή δε θα είχε κανένα νόημα η δοκιμασία της επίγειας ζωής και το ζήτημα της μη μεταβλητότητας εγείρει ερωτήματα· πρώτον, για το ποιος καθορίζει αυτή την αρχική αμετάβλητη (και κατ’ επέκταση αν είναι η ίδια η ψυχή υπεύθυνη για την αρχική κατάσταση αυτή) και δεύτερον, κατά πόσον μια αμετάβλητη ψυχή έχει ελεύθερη βούληση όταν είναι αποκρυσταλλωμένη πριν καν αρχίσει το υλικό της ταξίδι.

Ρητορικά ερωτήματα για την ψυχή

Συνήθως η συζήτηση περί ψυχής γίνεται σε ατομικό επίπεδο. Όλοι αναρωτιούνται για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ψυχής, αλλά συνήθως αγνοείται μια σημαντική λεπτομέρεια: το μεταφυσικό πεδίο στο οποίο κατοικεί η ψυχή, το οποίο και μας επιτρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα, καθαρά ρητορικά βέβαια, αλλά πολύ ενδιαφέροντα.

Όλες οι ψυχές όλων των ανθρώπων “ζουν” στο ίδιο μεταφυσικό πεδίο; Και αν ναι, αλληλεπιδρούν μεταξύ τους; Ανταλλάσσουν απόψεις μεταξύ τους; Βιώνουν συναισθήματα η μία προς την άλλη; Αν δύο άτομα είναι εχθροί στον υλικό κόσμο, οι ψυχές τους τσακώνονται κι αυτές στον μεταφυσικό; Υπάρχει εν τέλει “κοινωνία ψυχών” σ’ αυτό το πεδίο ή ζουν απομονωμένες;


Οι νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου, όπως περιγράφονται σε γενικές γραμμές στο άρθρο.

Βέβαια Συμπεράσματα

Ακόμα κι αν δεχτούμε πως δεν μπορούμε να αποφανθούμε με βεβαιότητα για το αν υπάρχει ψυχή και τι ρόλο ακριβώς επιτελεί, οι κλινικές περιπτώσεις που παρατέθηκαν μας επιτρέπουν να βγάλουμε κάποια σίγουρα πρώτα συμπεράσματα:

Τα συμπτώματα της ρήξης μεσολοβίου καθιστούν σαφές πως η ψυχή δεν μπορεί να λειτουργήσει ως διαβιβαστής πληροφοριών από το ένα ημισφαίριο στο άλλο (δε λειτουργεί ως “τρίτο ημισφαίριο”). Αν μπορούσε, τότε η ρήξη μεσολοβίου δε θα είχε κανένα σύμπτωμα, αφού οι πληροφορίες θα ανταλλάσσονταν μεταξύ ημισφαιρίων δια μέσου της ψυχής.

Οι περιπτώσεις ανάδρομης αμνησίας (όταν ξεχνάει κάποιος παλιές αναμνήσεις) αποδεικνύει με βεβαιότητα ότι στην περίπτωση που η ψυχή αποθηκεύει αναμνήσεις, τότε δεν ενδιαφέρεται ή δεν δύναται να αναπλάσει αναμνήσεις χαμένες λόγω αμνησίας. Αν μπορούσε, η αναδρομική αμνησία δεν θα υπήρχε ως πάθηση, αφού η ψυχή θα μπορούσε να τις “ξαναγράψει” σε ένα κατάλληλο υγιές σημείο του εγκεφάλου ή απλά θα λειτουργούσε ως αντίγραφο ασφαλείας, δίνοντας απ’ ευθείας πρόσβαση στις κατεστραμμένες αναμνήσεις. Είναι βέβαιο λοιπόν ότι ο εγκέφαλος δεν έχει ουδεμία πρόσβαση στις αναμνήσεις που ενδεχομένως αποθηκεύονται στην ψυχή (ακόμα κι αν αποθηκεύονται κι εκεί).

Αυτό δημιουργεί ιδιαίτερο πρόβλημα στις θεωρίες ψυχής που τη χρησιμοποιούν ως μέσο μετενσάρκωσης. Ακόμα και να κουβαλάει η ψυχή μαζί της αναμνήσεις από προηγούμενη ζωή, δεν φαίνεται ότι θα ήταν σε θέση να τις αναμεταδώσει στο νέο υλικό σώμα, ακόμα και να το ήθελε.

Τέλος, το σύνολο των κλινικών περιπτώσεων μας αναγκάζει να δεχτούμε και ένα τελικό γενικό και αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα. Στο δυϊστικό σύνολο σώματος-ψυχής, η ψυχή είναι ο αδύναμος κρίκος. Είναι παντελώς ανίκανη να υπερκεράσει το οποιοδήποτε ανατομικό ή βιοχημικό πρόβλημα του σώματος και δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανένα άλλο όργανο πλην του εγκεφάλου, ούτε καν να υπερκεράσει τις λειτουργίες του. Αν για παράδειγμα καταστραφεί το σημείο του εγκεφάλου που ευθύνεται για την αποστολή σήματος για την παραγωγή σεροτονίνης (βασικός νευροδιαβιβαστής, έλλειψη του οποίου προκαλεί κλινική κατάθλιψη) δεν μπορεί να στείλει σήμα απ’ ευθείας στους νευρώνες που την παράγουν. Μοιάζει λοιπόν να συνδέεται η ψυχή αυστηρά και μονοσήμαντα με συγκεκριμένα σημεία του εγκεφάλου και να μην μπορεί να αλλάξει συμπεριφορά. Θα μπορούσα να πω σ’ αυτό το σημείο πως η ψυχή μοιάζει να μην έχει λογική, να μην έχει κάποια ανώτερη κατανόηση της εγκεφαλικής ανατομίας, ή δεν μπορεί να λάβει πρωτοβουλίες. Φαντάζει παραδόξως πολύ “μηχανιστική”.

Οι κεντρικές ενστάσεις

Μετά από συζητήσεις και στο ιστολόγιο εδώ, αλλά και σε δια ζώσης συνομιλίες, διαρκώς εγείρεται μια ένσταση από την πλευρά των δυϊστών η οποία είναι πολύ σημαντική για να αγνοηθεί και μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

Πώς μπορούμε να διακρίνουμε αν η ψυχή είναι η πηγή της συνείδησης, αν ο μόνος τρόπος με τον οποίο φανερώνεται η λειτουργία της είναι μέσω της δραστηριοποίησης του εγκεφάλου; Δηλαδή, είναι δυνατόν να διακριθεί αν π.χ. το σήμα για την ενεργοποίηση ενός συναισθήματος μεταδίδεται από την ψυχή στον εγκέφαλο και μετά παρατηρείται ή αν πηγάζει απ’ ευθείας απ’ τον εγκέφαλο;

Σ’ αυτή την ένσταση ο εγκέφαλος λειτουργεί απλά ως διεκπεραιωτικό όργανο και η ψυχή ως ο εντολέας. Όταν ο εγκέφαλος πάθει βλάβη είναι σαν να προσπαθούμε να αλλάξουμε κανάλι στην τηλεόραση με το τηλεκοντρόλ, όταν ο δέκτης πάνω στην τηλεόραση έχει χαλάσει. Το τηλεκοντρόλ στέλνει το σήμα, αλλά η τηλεόραση αδυνατεί να το λάβει.

Αυτή η ένσταση έχει ένα ελάττωμα, κοινό και σε άλλες θεωρίες που θέτουν την ψυχή σε ένα μεταφυσικό πεδίο. Κανείς άνθρωπος δεν νιώθει πως είναι εξωτερικός παρατηρητής του ίδιου του του εαυτού. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι οι άνθρωποι έχουμε ψυχή, το βέβαιο είναι ότι νιώθουμε την ψυχή ως εσωτερικό κομμάτι του σώματός μας και όχι εξωτερικό. Αυτό γλαφυρά εμφανίζεται στις περιγραφές του σώματος ως “φυλακή της ψυχής” η οποία απελευθερώνεται με το θάνατο (κοινή αντιμετώπιση των περισσοτέρων θρησκειών). Η τοποθέτηση της ψυχής στο μεταφυσικό πεδίο λύνει το πρόβλημα του ότι δεν είναι παρατηρήσιμη, αλλά δημιουργεί αυτό (εκτός κι αν υποθέσουμε μια επικάλυψη υλικού και μεταφυσικού κόσμου, ώστε να έχει ουσιαστικό νόημα ο εγκλωβισμός της ψυχής στο σώμα και όχι απλά μεταφορικό).

 

Το καλό όμως με αυτή την ένσταση είναι ότι αφήνει ένα σημείο στο οποίο μπορεί να επέμβει η επιστήμη στο μέλλον και να αποφανθεί για την ακρίβειά της. Ακόμα κι αν δεν μπορέσουμε ποτέ να εντοπίσουμε τον μηχανισμό με τον οποίο η ψυχή ανταλλάσσει δεδομένα με τον εγκέφαλο (και προς στιγμήν παραβλέπω το ότι αυτό είναι ένα τεράστιο κενό σε όλες τις δυϊστικές θεωρίες), γνωρίζουμε ότι ο εγκέφαλος σίγουρα αντιδρά μόνο σε υλικό επίπεδο.

Έστω ότι η ψυχή στέλνει ένα μήνυμα στον εγκέφαλο: “Νιώσε χαρά”. Ο εγκέφαλος το δέχεται, το επεξεργάζεται και το υλικό σώμα νιώθει χαρούμενο. Ιδού το παράθυρο. Αν η ψυχή στέλνει ένα άυλο σήμα το οποίο μεταπηδά στον υλικό κόσμο και γίνεται με θαυματουργό τρόπο υλικό, τότε στον εγκέφαλο δημιουργείται ενέργεια εκ του μηδενός και ξαφνικά το σώμα εμφανίζει ένα ανεξήγητο πλεόνασμα ενέργειας. Αν η ψυχή χρησιμοποιεί ενέργεια από το ίδιο το σώμα για τα σήματά της, τότε θα έχουμε αυξημένη κατανάλωση ενέργειας σε σχέση με ένα σώμα χωρίς ψυχή (ομοίως αν ο εγκέφαλος στέλνει σήματα στην ψυχή).

Εννοείται ότι σ’ αυτήν τη φάση δεν είμαστε σε θέση να υπολογίσουμε με απόλυτη ακρίβεια το ενεργειακό ισοζύγιο ενός ανθρώπου, αλλά θα ήταν ένα ενδιαφέρον μελλοντικό πείραμα. Είναι σίγουρο πάντως πως αν η ψυχή προκαλεί αλλαγές στον υλικό εγκέφαλο, τότε αυτό με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο είναι ανιχνεύσιμο και θα συμπεριελάμβανε κάποιου είδους υλική αλληλεπίδραση.

Θα μπορούσε βέβαια να υποτεθεί ότι η αλληλεπίδραση γίνεται με ένα είδος μη υλικής/ψυχικής ενέργειας, αλλά αυτό είναι απλά μια μη διαψεύσιμη υπόθεση· ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί, ούτε να απορριφθεί με επιστημονικές μεθόδους.

 

Τέλος, να μην ξεχνάμε ότι υπάρχει άλλο ένα παράθυρο που μπορούμε να αξιοποιήσουμε: Αν η ψυχή ευθύνεται για όλες τις νοητικές λειτουργίες και ο εγκέφαλος δρα διεκπεραιωτικά, αυτό σημαίνει πως ένας αντίστοιχος εγκέφαλος που θα ευθυνόταν για όλες τις λειτουργίες που αποδίδονται στην ψυχή θα πρέπει να είναι πολύ πιο μεγάλος και περίπλοκος από αυτόν που διαθέτουμε.

Σ’ αυτή την περίπτωση σίγουρα θα μας βοηθήσει η μελέτη των εγκεφάλων των ζώων (και ιδιαίτερα των μεγάλων πιθήκων, που είναι οι πιο κοντινοί βιολογικοί μας συγγενείς) αν και εδώ οι απαντήσεις των δυϊστών μπορούν να ποικίλουν ανάλογα της θεϊστικής κοσμοθεωρίας που ακολουθούν (μία πιθανή απάντηση θα ήταν “και τα ζώα έχουν ψυχή” που επιτελεί αντίστοιχες λειτουργίες). Αλλά θεωρώ πως τελειωτική απάντηση σ’ αυτή την περίπτωση θα δώσει η ανάπτυξη μιας τεχνητής νοημοσύνης. Ένας τεχνητός εγκέφαλος που θα έχει τις ίδιες νοητικές δυνατότητες με έναν ανθρώπινο, αλλά θα είναι λιγότερο περίπλοκος, θα είναι ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα κατά του δυϊσμού.

Εναλλακτικές θεωρίες περί ψυχής

Για την πληρότητα του άρθρου, θα κλείσω με μερικές εναλλακτικές θεωρίες περί ψυχής, πέρα από τις κλασσικές δυϊστικές

  • Υλική ψυχή: Υλικές θεωρίες περί ψυχής δεν υπάρχουν πολλές (εγώ προσωπικά γνωρίζω μόνο του Επίκουρου) αλλά η συζήτησή τους δεν έχει και πολύ νόημα, αφού ουσιαστικά η σύγχρονη κατανόηση μιας υλικά παραγόμενης συνείδησης απλά αντικαθίσταται με την έννοια της ψυχής.

  • Συμβιωτική Ψυχή/Μαύρο Κουτί: Σχετική υπό μία έννοια με την ψυχή όπως τη βλέπουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι κι αυτή η ιδέα, την οποία καταθέτω εδώ ως δική μου εναλλακτική. Δεν ξέρω αν την έχει προτείνει και κάποιος άλλος και σίγουρα δεν την υποστηρίζω ως αληθή. Είναι απλώς μια άσκηση επί χάρτου.

    Θα μπορούσε το σώμα και η ψυχή να είναι δύο εντελώς διαφορετικές οντότητες, με τη δική τους προσωπικότητα και χαρακτηριστικά, τα οποία απλά συμβιώνουν. Το ον “ψυχή” δίνει στο ον “νους” τη δυνατότητα να διατηρηθεί ες αεί μετά θάνατον, αν η ψυχή κρίνει πως είναι αξιόλογος διατηρήσεως, και ο υλικός νους δίνει στο ον “ψυχή” πρόσβαση στα ερεθίσματα του υλικού κόσμου.

    Ουσιαστικά σ’ αυτό το σενάριο η ψυχή λειτουργεί ως μαύρο κουτί. Δηλαδή, μια ψυχή που δεν επεμβαίνει καθόλου στα υλικά τεκταινόμενα, αλλά απλά τα καταγράφει. Καταγράφει αναμνήσεις, στοιχεία προσωπικότητας, συναισθήματα, συμπεριφορά και τα αποθηκεύει. Τώρα, για ποιον λόγο, αυτό επαφίεται στη φαντασία και κοσμοθεωρία του καθενός, αλλά είμαι σίγουρος πως θα μπορούσα να πλάσω την κεντρική αυτή ιδέα σε κάποιου είδους θρησκεία, αν με ενδιέφερε να βγάλω εύκολα φράγκα.

  • Μάρτυρες του Ιεχωβά: Ο άνθρωπος δεν έχει ψυχή αυτός καθ’ εαυτός. Απλά μετά την Κρίση ο Θεός θα επιλέξει ποιους ανθρώπους θα αναπλάσει με βάση τις αναμνήσεις Του (δεν παίρνω όρκο ότι αυτό είναι το ακριβές δόγμα, αλλά κάπως έτσι μου το εξήγησε ένας γνωστός μου Μάρτυρας.) Σ’ αυτή την εκδοχή ως μαύρο κουτί λειτουργεί ο Γιαχβέ.

    Αν και εξ ίσου αστήρικτη με όλες τις εναλλακτικές, η θεωρία αυτή κερδίζει πόντους ως προς την απλότητα, υπό την έννοια ότι ξυρίζει ένα επιπλέον στρώμα περιπλοκότητας και αφαιρεί τον μεσάζοντα μεταξύ υλικού νου και Θεού.

Εν κατακλείδι

Θεωρώ πως η έννοια της “ψυχής” είναι πλέον ένα φιλοσοφικό ζόμπι. Προτάθηκε σε μια περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, όταν ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα για τον εγκέφαλο και τις λειτουργίες του, για να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων και να ορίσει καλύτερα την ανθρώπινη φύση (ομολογουμένως ήταν λίγο καλύτερη προσπάθεια από τον πλατωνικό ορισμό του ανθρώπου ως “άπτερο δίποδο”, που οδήγησε τον Διογένη να γυρνάει στην Αθήνα με ένα ξεπουπουλιασμένο κοτόπουλο λέγοντας “ελάτε να δείτε τον άνθρωπο του Πλάτωνα”· LOL :D)

Έκτοτε πέρασε τόσο έντονα μέσα στο λεξιλόγιό μας, διαβρώθηκε και επιφορτίστηκε με τόσα νοήματα που σήμερα είναι πραγματικά δύσκολο να επικοινωνήσουμε χωρίς να χρησιμοποιήσουμε τη λέξη. Σίγουρα μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα, αλλά μια λέξη που μπορεί να σημαίνει από κάτι μεταφυσικό μέχρι μια πεταλούδα (“ψυχή” λέγεται η πεταλούδα στα αρχαία ελληνικά) ή μια ανθρωπογνωστική επιστήμη (Ψυχολογία) δεν μπορεί παρά να δημιουργεί προβλήματα. Ήρθε ο καιρός να ασχοληθούμε στα σοβαρά με το ζήτημα της ψυχής και να πάψουμε να αντιστεκόμαστε σε πορίσματα που την θέτουν υπό αμφισβήτηση. Ο όρος “ψυχή” έζησε αρκετούς αιώνες ανεξέλεγκτα. Ώρα να δούμε αν υπάρχει “φάντασμα στη μηχανή” ή αν το “φάντασμα στη μηχανή” είναι απλά “φάντασμα”· απότοκο της φαντασίας μας.

Κατανοώ πόσο δύσκολο είναι για τον ανθρώπινο εγωισμό να παραδεχθεί ότι δεν έχει ουσιαστική διαφορά από τα υπόλοιπα ζώα με τα οποία μοιράζεται τον πλανήτη, αλλά το σίγουρο είναι ότι το τελικό συμπέρασμα (αν έχουμε ή όχι ψυχή) θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ώριμης φιλοσοφικής και επιστημονικής έρευνας και όχι της εγωιστικής μας ανάγκης να αυτο-στεφθούμε ως κορωνίδα του πλανήτη.

« Προηγούμενο Άρθρο [5.4]   « Περιεχόμενα

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Σκιά και Δόξα: Η ιστορία του Τζορντάνο Μπρούνο

17 February 2012
Comments Off on Σκιά και Δόξα: Η ιστορία του Τζορντάνο Μπρούνο
Αρθρογράφος: Astron


1 Οκτωβρίου 2009

Κελί σκοτεινό. Σωριασμένος στο παγωμένο πάτωμα της φυλακής, ακίνητος, κοκαλωμένος, και η ανάσα του βαριά. Η υγρασία τρυπάει τα πνευμόνια του, και τα τριξίματα απ’ τα δόντια των αρουραίων αντηχούν μέσα σε τούτη τη μοναξιά σαν να τον περιπαίζουν. Ξάφνου τα μάτια του βαραίνουν. Η κούραση έρχεται να πάρει τη θέση της οδύνης που τις τελευταίες μέρες είναι κυρίαρχη. Επιτέλους… Κοιμάται, ονειρεύεται. Απομακρύνεται νοητά από τούτο τον τόπο της θλίψης και του πόνου και ταξιδεύει στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε:
Εδώ, στην μικρή πόλη Νόλα της Ιταλίας, το 1548, ξεκινά η ιστορία του Τζορντάνο Μπρούνο.

Τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του τα έζησε στη Νάπολη, όπου σπούδασε λογική και διαλεκτική. Αργότερα μπήκε στο τάγμα των Δομινικανών μοναχών και στο μοναστήρι του San Domenico Maggiore, όπου έμεινε για δέκα χρόνια. Η ζωή του μες στο μοναστήρι έκρυβε μια έκπληξη σε κάθε στιγμή. Το φιλοπερίεργο πνεύμα του είχε αρχίσει να αμφισβητεί τις αρχές εκείνες που του είχαν μάθει από όταν ήταν παιδί. Ώρες ατέλειωτες καθόταν πάνω απ’ τα σκονισμένα βιβλία του και μελετούσε τις γραφές αλλά και τους παλιούς φιλοσόφους αναζητώντας την αλήθεια. Δεν άργησε η μέρα που άρχισαν να κυκλοφορούν στο μοναστήρι φήμες για τις απόψεις του Μπρούνο. Λεγόταν ότι δεν αποδεχόταν τη θεϊκή φύση και την ανάσταση του Ιησού και ότι δεν πίστευε στον τριαδικό χωρισμό του Θεού. Εκείνος έβλεπε μια ενότητα σε όλα τα πράγματα, σε όλο το Σύμπαν. Ο Θεός ήταν παντού, ενιαίος και ήταν ταυτόσημος με το σύμπαν. Όταν μαθεύτηκαν οι αντιλήψεις του, οι υπόλοιποι μοναχοί ξεσηκώθηκαν. Τον κατηγόρησαν ως αιρετικό, και εκείνος φοβούμενος τις αντιδράσεις της εκκλησίας αναγκάστηκε να φύγει. Από τότε έζησε περιπλανώμενος από τόπο σε τόπο, χωρίς να καταφέρει να στεριώσει πουθενά. Το ατίθασο πνεύμα του, η βαθύτερη αναζήτηση της αλήθειας και η αμφισβήτηση αρχών που μέχρι τότε θεωρούνταν δεδομένες τού επιφύλασσε την πιο σκληρή μοναξιά: τη μοναξιά της γενναίας ψυχής που σκαρφαλώνει στον λόφο και μπορεί πια να δει ξεκάθαρα τι κρύβει το μέλλον στον μακρινό ορίζοντα, όταν την ίδια στιγμή όλοι οι συγκαιρινοί του αδυνατούσαν να τον κατανοήσουν. Δεν μπορούσε όμως να συγκρατήσει τον χείμαρρο της θέλησής του για μάθηση. Η δίψα του αυτή επεκτάθηκε σε πάρα πολλούς τομείς, στη φυσική, στη φιλοσοφία, στην μαγεία, στη θεολογία και στη μελέτη της μνήμης.

Πέντε χρόνια πριν απ’ τη γέννησή του είχε πεθάνει ένας άλλος μεγάλος μελετητής με σπουδαίο πνεύμα: Ο Νικόλαος Κοπέρνικος. Ο Κοπέρνικος είχε δημοσιεύσει το σπουδαιότερο έργο του λίγο πριν πεθάνει, φοβούμενος τις αντιδράσεις της Εκκλησίας. Όταν ο Μπρούνο διάβασε τα κείμενα του Κοπέρνικου, όλα ξαφνικά αποκαλύφθηκαν, όλα απέκτησαν νόημα. Σαν να υποψιαζόταν τούτες τις θεωρίες από πριν και έψαχνε τον τρόπο να τους δώσει σχήμα. Δεν ήταν οι πλανήτες και ο Ήλιος που περιφέρονταν γύρω απ’ τη Γη, αλλά η Γη και οι πλανήτες που περιφέρονταν γύρω απ’ τον Ήλιο! Η μελέτη κι η αναζήτηση του Μπρούνο δεν σταμάτησε εκεί. Επέκτεινε τη θεωρία του Κοπέρνικου σε ολόκληρο το σύμπαν: Το σύμπαν ήταν άπειρο και υπήρχαν αναρίθμητοι κόσμοι, αναρίθμητα ηλιακά συστήματα που μπορεί να είχαν και εκείνα ζωή. Αυτές οι απόψεις φάνταζαν απίστευτες και αιρετικές για τους ανθρώπους του 16ου αιώνα. Μέχρι τότε πίστευαν ότι οι ουρανοί ήταν τέλειοι και άφθαρτοι. Μα το διεισδυτικό πνεύμα του Μπρούνο αδυνατούσε να δεχτεί τέτοιους δογματισμούς, αφού εκείνος γνώριζε ότι η ανθρώπινη εγωκεντρική φύση θέλει όλα να περιστρέφονται γύρω απ’ αυτήν. Έκανε λοιπόν αίτηση στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να διδάξει εκεί.

Όταν ξεκίνησε τις διαλέξεις του στην Οξφόρδη για το Ηλιοκεντρικό σύστημα υπήρξαν θύελλες αντιδράσεων από του συντηρητικούς κύκλους της εποχής. Αυτές οι απόψεις του σε συνδυασμό με την αντίληψή του ότι η θρησκεία είναι μέσο καθοδήγησης και διακυβέρνησης των αμαθών ανθρώπων, ενώ η φιλοσοφία είναι η επιστήμη των εκλεκτών, τον έκαναν ιδιαίτερα αντιπαθή στους ακαδημαϊκούς κύκλους της Οξφόρδης. Όταν μάλιστα επιτέθηκε κατά της κοσμολογίας του Αριστοτέλη —που οι θεωρίες του συνέπιπταν με την κοσμολογία της εκκλησίας, αφού τοποθετούσε τη Γη στο κέντρο του κόσμου— ήταν τόσο έντονες οι αντιδράσεις, που αναγκάστηκε να φύγει απ’ την Οξφόρδη. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο συνέχισε να μελετά και να σμιλεύει το φιλοσοφικό του σύστημα γράφοντας κάποια από τα σημαντικότερά του έργα. Το 1585, απογοητευμένος απ’ την αποδοχή που είχαν οι θεωρίες του στην Αγγλία, αποφάσισε να πάει στη Γαλλία.

Όταν έφθασε στο Παρίσι ελπίζοντας σε κάποια καλύτερη αντιμετώπιση, έγραψε ένα σύγγραμμα όπου αντιμαχόταν την Αριστοτελική κοσμολογία. Είχε μάλιστα το θάρρος να προκαλέσει τους υποστηρικτές του Αριστοτέλη σε δημόσια συζήτηση. Αυτή η δημόσια συζήτηση έγινε, αλλά δεν είχε τα αποτελέσματα που ήλπιζε. Τον χλεύασαν, τον χτύπησαν και τον ανάγκασαν να φύγει απ’ τη χώρα.

Τα επόμενα πέντε χρόνια ήταν μόνος και περιπλανώμενος. Ταξίδεψε σε πολλές περιοχές της ανατολικής Ευρώπης και κατέληξε στη Γερμανία, όπου έδινε διαλέξεις από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο για να ζήσει από το λιγοστό επίδομα που του δίνανε. Τις νύχτες που είχε καθαρό ουρανό, στεκόταν και τον κοιτούσε ώρες ατέλειωτες. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Η αλήθεια τον κοιτούσε στα μάτια, μα δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει και να τη δεχτεί. Παντού τον δέχονταν με ύβρεις, και μετά τα τελευταία του κείμενα τον είχαν αποκηρύξει ακόμα και οι καλύτεροί του φίλοι. Μέσα σε τούτη τη μοναξιά δέχτηκε μια ανέλπιστη πρόσκληση από έναν παλιό φίλο του που κατοικούσε στη Βενετία, τον Μοτσένιγκο (Zuane Mocenigo). Ο Μοτσένιγκο ζητούσε απ’ τον Μπρούνο να του διδάξει την τέχνη της μνήμης. Εκείνος αποδέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόσκληση και έτσι ταξίδεψε στη Βενετία για να βρει τον παλιό του φίλο.

Η σχέση τους όμως δεν πήγε καλά. Ο φθόνος του Μοτσένιγκο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, όταν κατηγόρησε τον Μπρούνο ότι κρατούσε την γνώση για τον εαυτό του και ότι δεν την μοιραζόταν με εκείνον. Απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων ο Μπρούνο έλαβε την απόφαση να επιστρέψει στη Γερμανία, όπου είχε τουλάχιστον το ελεύθερο να δίνει διαλέξεις. Μάζεψε τα πράγματά του για το ταξίδι και έπεσε να κοιμηθεί, με σκοπό να φύγει νωρίς το πρωί μόλις θα ξημέρωνε. Όμως ο Μοτσένιγκο είχε άλλα σχέδια. Την ώρα που κοιμόταν ο Μπρούνο, μπήκε μέσα μαζί με 6 στρατιώτες για να τον συλλάβουν. Τον είχε καταγγείλει στην Ιερά Εξέταση. Ο ίδιος ο φίλος του τον είχε προδώσει.

Οι ιεροεξεταστές της Βενετίας τον ανέκριναν και τον φυλάκισαν, αφού έφτιαξαν μια μεγάλη λίστα με τις αιρετικές απόψεις του. Πέρα απ’ τις κοσμολογικές του αντιλήψεις, η λίστα συμπεριλάμβανε και τις αιρετικές απόψεις του ότι ο Μωυσής και ο Ιησούς είχαν απλά γνώσεις μαγείας και ότι οι δυνάμεις τους δεν ήταν εκ Θεού. Επίσης δεν δεχόταν τη γέννηση του Ιησού από παρθένο, και την ύπαρξη κόλασης. Αυτές οι πεποιθήσεις του σε συνδυασμό με τις φιλοσοφικές και επιστημονικές του αντιλήψεις οδήγησαν τους ιεροεξεταστές να τον κρατήσουν στη φυλακή για δύο χρόνια. Στη συνέχεια τον εξέδωσαν στη σκληρή Ιερά Εξέταση της Ρώμης. Έμεινε εκεί φυλακισμένος επί επτά ολόκληρα χρόνια κατά τα οποία τον ανέκριναν συνεχώς με απίστευτα βασανιστήρια. Εκείνος πεισματικά, όταν του λέγανε να αποκηρύξει τις ιδέες του, απαντούσε ότι δεν είχε τίποτα να ανακαλέσει. Δεν του επέτρεπαν ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει. Το κορμί του είχε γίνει ερείπιο και ο οργανισμός του ήταν καταβεβλημένος απ’ την έλλειψη τροφής. Οι βασανιστές του θεωρούσαν ότι ήταν ευθύνη των συγγενών να τρέφουν τους φυλακισμένους, μα ο Μπρούνο δεν είχε κανέναν.
Στις 21 Δεκεμβρίου του 1599 ο Μπρούνο οδηγήθηκε στο δικαστήριο εμπρός σε εννιά καρδινάλιους και έξι επισκόπους, ενώ ένα μήνα μετά, στις 20 Ιανουαρίου 1600, του δικαστηρίου προήδρευσε ο πάπας Κλήμης Η’. Παρά τους εξευτελισμούς, τα βασανιστήρια και τις ύβρεις, δεν κατάφεραν να κάνουν τον Μπρούνο να λυγίσει. Δεν αρνήθηκε ούτε μία λέξη από όσα είχε πει και γράψει. Η απόφαση του δικαστηρίου ήταν απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη: Να καεί ζωντανός στην πυρά με την κατηγορία του αμετανόητου αιρετικού. Η απάντηση του Μπρούνο έχει χαραχτεί στην ιστορία: «Ίσως ο φόβος σας να με καταδικάσετε είναι μεγαλύτερος από τον δικό μου φόβο να το αποδεχθώ».

17 Φεβρουαρίου 1600
Κελί σκοτεινό. Σωριασμένος στο πάτωμα, καταβεβλημένος και ξεχασμένος από όλους τους φίλους του μετράει τη λιγοστή ώρα που απομένει μέχρι την εκτέλεση. Ακούει βήματα. Βήματα άγρια, τα γνωρίζει καλά. Η πανοπλία των φρουρών βγάζει έναν ανατριχιαστικό ήχο που πια ταυτίζεται με την αίσθηση του πόνου. Η πόρτα της φυλακής ανοίγει βίαια. Τον σηκώνουν, και με δυσκολία στέκεται στα πόδια του. Τον φιμώνουν. Με τη λιγοστή δύναμη που του έχει απομείνει προσπαθεί να περπατήσει μόνος του, να σταθεί περήφανος μπροστά στο τέλος του. Ο τόπος εκτέλεσης είναι το Campo de Fiori, η πλατεία των λουλουδιών. Με τη συνοδεία των φρουρών προχωράει σταθερά προς το θάνατο. Μια ομάδα μοναχών ψέλνουν και τον χλευάζουν μέχρι τέλους προτρέποντας τον να αρνηθεί όλα όσα πιστεύει. Την ίδια ώρα τα βιβλία του καίγονται έξω απ’ τον Άγιο Πέτρο.

Τον γδύνουν και τον δένουν στον πάσσαλο. Λίγο πριν παραδοθεί το κορμί του στις φλόγες, ένας μοναχός τού προσφέρει τον εσταυρωμένο για να τον φιλήσει σαν μια στερνή ένδειξη μετάνοιας. Εκείνος αποστρέφει βίαια το πρόσωπό του απ’ τον σταυρό. Ο πάσσαλος φλέγεται. Ακολουθεί το παρανάλωμά του μπροστά στα μνησίκακα μάτια εκατοντάδων παρευρισκομένων, κληρικών, μοναχών και λαού. Ο Τζορντάνο Μπρούνο, το ελεύθερο πνεύμα που αναζήτησε την αλήθεια μέχρι τέλους, ξεψυχάει. Ο θάνατος έρχεται να πάρει τη θέση της οδύνης που τα τελευταία χρόνια είναι κυρίαρχη. Επιτέλους… Κοιμάται, γίνεται όνειρο.

Σχεδόν τρεις αιώνες μετά, στο ίδιο σημείο όπου δολοφονήθηκε απ’ την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο Τζορντάνο Μπρούνο, οι Ιταλοί έστησαν ανδριάντα του. Ο Μπρούνο χαράχτηκε στην ιστορία ως το σύμβολο της ελεύθερης έκφρασης, ως ο μεγάλος εκείνος άνθρωπος που αναζήτησε την αλήθεια δίχως να φοβηθεί το κόστος. Το ανήσυχο πνεύμα του σαν φάρος φωτίζει τη σύγχρονη επιστήμη και φιλοσοφία. Ας συνεχίσει να φωτίζει και τον 21ο αιώνα όπου η ελευθερία των ανθρώπων μοιάζει να κινδυνεύει και πάλι, και ξεπουλιέται ως φτηνό αντάλλαγμα τάχα για ασφάλεια, σωματική ή ψυχική, άλλοτε για να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες κι άλλοτε μάταιες μεταφυσικές ελπίδες…

Giordano Bruno 1548-1600

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Σπίθες (του ίδιου του αρθρογράφου), όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

θεϊκό vs ανθρώπινο (ποινικό) δίκαιο

14 February 2012
Comments Off on θεϊκό vs ανθρώπινο (ποινικό) δίκαιο
Αρθρογράφος: Yog Dagon


Ο φίλτατος s.frang στο άρθρο του Θεοδικία ασχολήθηκε (αρκετά διεξοδικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη) με τη φιλοσοφική πλευρά της δικαιοσύνης του θεού. Εγώ, από την άλλη, εδώ και καιρό σκέφτομαι την πρακτική πλευρά αυτής, σε σύγκριση και αντιπαράθεση με τη δική μας ανθρώπινη δικαιοσύνη, και πιο συγκεκριμένα το σύγχρονο ελληνικό ποινικό δίκαιο (όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά απλώς επειδή αυτό γνωρίζω καλύτερα, και βάσει αυτού πορευόμαστε όλοι οι πολίτες αυτού του κράτους), όντας όμως βέβαιος ότι όλα τα αντίστοιχα σύγχρονα ποινικά δίκαια άλλων (τουλάχιστον των προηγμένων) χωρών έχουν ίδιες κι απαράλλαχτες βάσεις (γι’ αυτό και θα με δείτε παρακάτω, με την άδειά σας, να γενικεύω και να μιλάω γι’ ανθρώπινο δίκαιο και όχι για ελληνικό).

Να διευκρινίσω εδώ ότι δεν είμαι νομικός, απλώς έτυχε σε κάποια σχολή να διδαχτώ ένα μικρό τμήμα του σχετικού μαθήματος, συνεπώς οι όποιες γνώσεις μου είναι περιορισμένες, οπότε κάθε (σοβαρή κι εμπεριστατωμένη) διαφωνία, αντίθετη άποψη και διόρθωση θα γίνεται δεκτή ή, τουλάχιστον, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού.

Εμείς λοιπόν οι απλοί σημερινοί άνθρωποι, άτομα δηλαδή ενός είδους νοήμονος μεν, ατελούς και με πολλά λάθη δε, τουλάχιστον εν συγκρίσει με τον «τέλειο», «αλάνθαστο», και «παν-παν» θεό των μονοθεϊστικών (αβρααμικών) βασικά θρησκειών, μετά από πολλούς αιώνες ζυμώσεων, έχουμε ως τώρα καταλήξει στους σύγχρονους ποινικούς κώδικες, βάσει των οποίων προσπαθούμε να διατηρήσουμε την τάξη και να απονέμουμε δικαιοσύνη μεταξύ μας, θέτοντας κανόνες (κατά το δυνατόν) αντικειμενικούς και αμερόληπτους.

Πάμε λοιπόν αρχικά στο πιο βασικό κομμάτι του εν λόγω κώδικα, τον ορισμό (της άδικης/αξιόποινης πράξης).

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Η ΑΞΙΟΠΟΙΝΗ ΠΡΑΞΗ
Ι. Γενικές διατάξεις
Άρθρο 14
Έννοια της αξιόποινης πράξης

  1. Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο.
  2. Στις διατάξεις των ποινικών νόμων ο όρος «πράξη» περιλαμβάνει και τις παραλείψεις.

Οι νομικοί ορισμοί (και έννοιες) δεν είναι ποτέ τόσο απλοί όσο φαίνονται, συνεπώς διαβάστε (και διαβάζετε πάντα) πολύ προσεκτικά, λέξη προς λέξη. Προσέξτε αρχικά τη φράση “στο δράστη της” και δώστε της την αναλογούσα πολύ πολύ μεγάλη βαρύτητα που της αρμόζει. Γιατί; Επειδή με τρεις και μόνο λέξεις δίνει όλο το υπόβαθρο του ανθρώπινου δικαίου, καταλογίζοντας την όποια πράξη αποκλειστικά και μόνο σ’ εκείνον που την έπραξε.

Θα μου πείτε τώρα: “Ε, και; Τι άλλο περίμενες; Λογικό δεν είναι;” Είναι όμως άραγε; Σκεφτείτε, κατ’ αναλογία, το πολύ σύνηθες κι ευρύτατα καθιερωμένο “μυστήριο” της βάφτισης. Γιατί βαφτίζεται κάποιος; Ή, για να ακριβολογούμε, επειδή σχεδόν κανείς δεν βαφτίζεται (από μόνος του εννοώ, με δική του πρωτοβουλία), γιατί βαφτίζουν τα παιδιά τους; Ένας από τους λόγους δεν είναι η διαγραφή του “προπατορικού αμαρτήματος”; Δεν σου λένε δηλαδή πολύ απλά ότι η άδικη πράξη που έγινε κάποτε (σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεο-μυθο-λογία, πάντα) από κάποιον είναι καταλογιστή σε όλους τους απογόνους του;

Αυτό, ως γνωστό, δεν είναι και το μόνο παράδειγμα τιμωρίας που αποδίδεται σε απογόνους του δράστη. Η “γεμάτη σοφία κι αγάπη και πρότυπο διδασκαλίας ήθους” παλαιά διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοιες μεταθέσεις ποινών. Με την πολύτιμη βοήθεια του φίλτατου Τεμπελόσκυλου (τον οποίο κι ευχαριστώ τα μάλα) παραθέτω τα παρακάτω “θεόπνευστα” αποσπάσματα:

Δευτερονόμιο 5:9
οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδὲ μὴ λατρεύσῃς αὐτοῖς, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα ἐπὶ τρίτην καὶ τετάρτην γενεὰν τοῖς μισοῦσί με.
Έξοδος 20:5
οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσί με
Έξοδος 34:7
καὶ δικαιοσύνην διατηρῶν καὶ ἔλεος εἰς χιλιάδας, ἀφαιρῶν ἀνομίας καὶ ἀδικίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ οὐ καθαριεῖ τὸν ἔνοχον, ἐπάγων ἀνομίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἐπὶ τέκνα τέκνων, ἐπὶ τρίτην καὶ τετάρτην γενεάν
Β’ Βασιλειών 12:14
πλὴν ὅτι παροργίζων παρώργισας τοὺς ἐχθροὺς Κυρίου ἐν τῷ ῥήματι τούτῳ, καί γε ὁ υἱός σου ὁ τεχθείς σοι θανάτῳ ἀποθανεῖται
Ησαΐας 14:21
ἑτοίμασον τὰ τέκνα σου σφαγῆναι ταῖς ἁμαρτίαις τοῦ πατρὸς αὐτῶν, ἵνα μὴ ἀναστῶσι καὶ κληρονομήσωσι τὴν γῆν καὶ ἐμπλήσωσιν τὴν γῆν πολέμων
Λευιτικόν 26:39
καὶ οἱ καταλειφθέντες ἀφ᾿ ὑμῶν καταφθαρήσονται διὰ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν πατέρων αὐτῶν, ἐν τῇ γῇ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν τακήσονται

Κι από μνήμης όμως ποιος δεν θυμάται τη δέκατη πληγή του φαραώ, με τον θάνατο όλων των πρωτοτόκων (ανεξαρτήτως, προφανώς, ηλικίας).

Επανερχόμαστε λοιπόν, εμείς τα ανθρωπάρια, με την κοινή μας λογική, κι ευλόγως κι απόλυτα δικαιολογημένα αναρωτιόμαστε τι σκατά δικαιοσύνη είναι αυτή. Τόσο λάθος έχουμε εκτιμήσει εμείς την έννοια του δικαίου; Μήπως θα ’πρεπε να εναρμονιστούμε κι εμείς με τις θεϊκές αυτές επιταγές και ν’ αρχίσουμε να τιμωρούμε κληρονομικά; Κι αλίμονο, φυσικά, στα παιδιά (και γενικότερα τους απογόνους) όλων όσοι καταδικάζονται “δις εις θάνατον”, δις και τρις ισόβια, πεθαίνουν πριν εκτίσουν το σύνολο της ποινής τους κ.ο.κ.

Καλή η πλάκα κι η ειρωνεία, αλλά, όπως είναι απόλυτα φυσικό κι αναμενόμενο, κανείς έχων σώας τας φρένας νομοθέτης δεν θα μπει ποτέ σε μια τόσο ανόητη, απερίσκεπτη, οπισθοδρομική κι εντελώς άδικη διαδικασία. Κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος αποκλειστικά για τις δικές του πράξεις και δίνει λόγο μόνο γι’ αυτές. Κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τις πράξεις είτε των παιδιών του και εγγονών του, είτε των γονέων και παππούδων του. Τότε όμως, αφού κάτι τέτοιο εναντιώνεται στη λογική μας και το όποιο αίσθημα δικαίου μας διακατέχει, γιατί να δεχόμαστε όλες αυτές τις καταφανείς ανοησίες και αδικίες ως θεόπνευστες; Γιατί δεν τις κρίνουμε, δεν τις κατακρίνουμε, γιατί δεν τις πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων ή, στην καλύτερη (επιεικέστερη) περίπτωση, δεν τις εντάσσουμε στη σφαίρα της μυθολογίας μιας άλλης εποχής;

Εκτός αυτών των “Θείων” (το κεφαλαίο μπαίνει μόνο για να αποφευχθεί σύγχυση) πρακτικών μετάθεσης ποινής σε απογόνους, έχουμε κι άλλο ένα έξοχο παράδειγμα καταστρατήγησης της έννοιας της προσωπικής ευθύνης, αυτήν τη φορά με τη συλλήβδην παράλογη γενίκευση απόδοσης πράξεων και συμπεριφορών σε ολόκληρες ομάδες ανθρώπων, γενίκευση που παρατηρείται τόσο ως προς τις πράξεις, όσο κι ως προς τα άτομα. Αναφέρομαι φυσικά στα δύο καταπληκτικά και πασίγνωστα παραδείγματα της καταστροφής των Σοδόμων και Γομόρρων, και στο πολύ πιο ακραίο και ασύλληπτο σε διαστάσεις παράδειγμα τού κατακλυσμού (του Νώε), αγνοώντας (ή μη νιώθοντας καν την περαιτέρω ανάγκη να αναζητήσω) κι άλλα παρόμοια παραδείγματα. Ολική καταστρατήγηση κάθε έννοιας προσωπικής ευθύνης, αλλά και απόδοσης συγκεκριμένων (αξιόποινων) πράξεων. Εδώ έχουμε επιλογές: Ο θεός ή ήταν πολύ κακός (ως προς το μέγεθος της τιμωρίας, καθ’ όσον συμπεριέλαβε σ’ αυτήν ακόμη και κάθε ηλικίας παιδιά –μικρά, βρέφη, νεογέννητα, ακόμα και κυοφορούμενα– οπότε και τίθεται ευθέως υπό πλήρη αμφισβήτηση η περιβόητη παναγαθότητά του), είτε πολύ λίγος κι εντελώς ανίκανος (ως προς τον εντοπισμό συγκεκριμένων αδικιών και την απόδοσή των σε συγκεκριμένους ανθρώπους — οπότε ομοίως αμφισβητείται η παντοδυναμία του), είτε απλώς ηλίθιος, καθώς οι τιμωρίες επεκτάθηκαν όχι μόνο σε ανθρώπους, αλλά σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, είτε αφάνταστα και άπειρα εγωιστής, αφού η συμπεριφορά του αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να (επιχειρηθεί να) εξηγηθεί με τη στάση “εγώ τα έπλασα, δικά μου (ιδιοκτησία μου) είναι, ό,τι θέλω τα κάνω” (λες και μιλάμε για “άψυχα” αντικείμενα).

Τα ανωτέρω δεν είναι τα μόνα δείγματα “πανσοφίας” της “Θείας” δικαιοσύνης· έχουμε και ποικιλία ευρηματικών ποινών, που το μόνο κομμάτι του ανθρώπινου δικαίου στο οποίο θα μπορούσαν ποτέ να απαντηθούν είναι ίσως τα ειδεχθέστερα εγκλήματα πολέμου, με λιθοβολισμούς, κοπές άκρων, ασθένειες διαφόρων σημείων του σώματος, κατασπάραξη μικρών παιδιών από αρκούδες κ.λπ.

Ένα άλλο μέτρο σύγκρισης είναι αυτές καθ’ αυτές οι πράξεις που ποινικοποιούνται. Στο ανθρώπινο δίκαιο καθίσταται σαφές ότι ποινικοποιούνται πράξεις οι οποίες βλάπτουν. Μ’ άλλα λόγια, δεν πρόκειται ποτέ να ποινικοποιήσουμε σκέψεις ή σεξουαλικές συμπεριφορές και τάσεις (για τις τελευταίες τα όποια λάθη –π.χ. ποινικοποίηση μοιχείας ή ακόμα και ομοφυλοφιλίας σε διάφορα κράτη/πολιτείες– διορθώνονται με το πέρασμα του χρόνου), κάτι το οποίο στο θεϊκό δίκαιο αντίθετα τονίζεται, και μάλιστα με έμφαση. Ο θεός δηλαδή κρίνει, και μάλιστα αυστηρά, αμφότερα τα ανωτέρω, λες και (α) πειράζουν κανέναν και (β) μπορούν να ελεγχθούν/χαλιναγωγηθούν. Τι σε πειράζει δηλαδή, ρε θείο, αν και κατά πόσο βαράω εγώ μαλακία; Αν βλέπω το κάθε ωραίο γκομενάκι και σκέφτομαι τι ωραία θα ήταν να μου “καθόταν” ή, τουλάχιστον, τι ωραίος κώλος, τι ωραία πόδια, τι ωραία βυζιά, τι ωραίο πρόσωπο, τι ωραία μάτια; Αν βλέπω πολιτικούς και θέλω να τους σουβλίσω; Αν θέλω να σπάσω στο ξύλο διαφόρους που μου κάνουν τη ζωή ποδήλατο; Αν ονειρεύομαι να είμαι πάμπλουτος, διάσημος, να έχω εξουσία και πέραση; Σε χαλάει; Ζηλεύεις; Βλέπεις κανέναν άλλο να διαμαρτύρεται; Γκρεμίζονται τα πρότυπά σου; Ε άντε και γαμήσου, στο φινάλε, εσύ (υποτίθεται ότι) τα έφτιαξες, άχρηστε! Άμα δε σου βγήκε καλό το γλυκό, πέταξέ το και φτιάξε άλλο, ανίκανε!

Συγγνώμη, παρεσύρθην ελαφρώς, μη δίνετε σημασία. Οι υπερασπιστές των γραφών πολύ πιθανό να υπεραμυνθούν αυτών λέγοντας το γνωστό επίσης παραμύθι ότι πρόκειται για άλλες εποχές, κατά τις οποίες η αυστηρότητα (έπρεπε να) ήταν πολύ μεγαλύτερη για να υπάρξει τάξη, ή το επίσης συνηθισμένο και πολύ βολικό ότι πρόκειται για αλληγορίες, ή ακόμη ότι μετά την έλευση του Ιησού (;) αυτές οι διδασκαλίες καταργήθηκαν/αναπροσαρμόστηκαν κ.λπ. Φυσικά, ό,τι και να πει κάποιος προσπαθώντας να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα είναι απλώς μπούρδες. Καμία υπεράσπισή τους δεν μπορεί να σταθεί υπό οποιοδήποτε πρίσμα λογικής κριτικής (όπως και το γενικότερο πλαίσιο της θρησκείας, εξάλλου) και οι οποιοιδήποτε σταυροφόροι υπερασπιστές απλώς εθελοτυφλούν. Γιατί αλλού κι αλλού τις “σοφίες” της παλαιάς διαθήκης τις πιπιλάνε σαν καραμέλα, όταν όμως τα βρίσκουν σκούρα τις κάνουν γαργάρα;

Αυτά, εννοείται, στην Παλαιά Διαθήκη. Γιατί στην Καινή (=κενή), στην προσπάθειά του (του θεού) να συμμαζέψει τ’ ασυμμάζευτα, συνεχίζει το θέατρο του παραλόγου και καταλήγει στο άλλο άκρο, είτε προτείνοντας ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, είτε να γυρνάμε και το άλλο μάγουλο σ’ όποιον μας χαστουκίζει (έΚΤΑΚΤΟΝ, όπως θα ’λεγε κι ο Ορθόδοξος).

Κι όμως, αυτό δεν είναι, κατά τη γνώμη μου πάντα, το εντυπωσιακότερο δείγμα της “Θείας” δικαιοσύνης. Αυτό που μακράν υπερτερεί από κάθε άποψη, που η λογική μας υπό κανονικές συνθήκες θ’ αρνούνταν πεισματικά και για οποιονδήποτε λόγο να το δεχτεί, είναι η τελική δίκη. Αντιπαραβάλλοντας γι’ άλλη μια φορά τον ταπεινό και καταφρονεμένο δικό μας ποινικό κώδικα, διαπιστώνουμε (οποία έκπληξις) να αφιερώνει ολόκληρο το τέταρτο κεφάλαιο στις ποινές και το πέμπτο στην επιμέτρησή τους, χωρίζοντάς τες επιμελώς και λεπτομερώς σε είδη (θάνατος, στερητικές της ελευθερίας, χρηματικές) και διαβαθμίσεις. Αντίθετα, στην περίπτωση του “μεγαλοδύναμου” (;;;) το πράγμα απλοποιείται μέχρι εκεί που δεν πάει: Ή είσαι ένοχος (κακός) και θα τυραννιέσαι επ’ άπειρον στην κόλαση, ή είσαι αθώος (καλός) και θα τη βγάλεις εσαεί στον παράδεισο. Καμία απολύτως ενδιάμεση διαβάθμιση! Δεν υπάρχει ούτε λίγο καλός/κακός, ούτε πολύ καλός/κακός (και σαφώς ούτε για πλάκα ενδιάμεσες βαθμίδες αυτών). Ολικό τσουβάλιασμα. Μ’ άλλα λόγια, είτε είσαι ο χειρότερος και πιο αδίστακτος εγκληματίας, όντας υπεύθυνος για φόνους, βασανισμούς, βιασμούς, ακρωτηριασμούς και ό,τι άλλο ειδεχθές κι αποτρόπαιο βάζει ο νους σας, είτε είσαι π.χ. απλώς άθεος, οπότε το μόνο σου έγκλημα είναι ότι δεν πιστεύεις στον (όποιο) θεό, δεν συμμετέχεις στις (όποιες) λατρευτικές του τελετές και δεν τον προσκυνάς, καταλήγεις στο ίδιο κελί να εκτίεις την ίδια ποινή. Απ’ την άλλη, κι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου να είσαι, έχοντας δώσει καθ’ όλην τη διάρκεια της ζωής σου μάχες και προσφέροντας εντελώς αλτρουιστικά κι απλόχερα στους συνανθρώπους σου, ζώντας ο ίδιος μες στις στερήσεις και την ανέχεια, ακόμα κι αν χάρη σε σένα και στους δικούς σου αγώνες άλλαξε ο ίδιος ο ρους της ιστορίας προς όφελος των καταπιεσμένων κι αδυνάτων, θα λάβεις την ίδια ακριβώς ανταμοιβή με οποιονδήποτε άλλον κριθεί απλώς “καλός”, ζώντας ενδεχομένως μια συνήθη ζωή, λατρεύοντας τον θεό, κάνοντας μικροφιλανθρωπίες, υπακούοντας σε βασικούς κανόνες κ.λπ. Πόσο δίκαιο άραγε ακούγεται αυτό;

Αλλά πάνω απ’ όλα, το δυσκολότερο και πιο απίστευτο κομμάτι σ’ αυτή την ιστορία του χωρισμού σε “δίκαιους και άδικους” είναι χωρίς καμία αμφιβολία τα κριτήρια του “δημιουργού”. Πόσο λεπτομερής πρέπει να είναι άραγε αυτή η “ζυγαριά” που θα χρησιμοποιήσει ο “πάνσοφος”, πόσο λεπτός αυτός ο “υδροκρίτης” και πώς στο διάολο (ή στην ευχή, αν προτιμάτε) θα προσμετρηθεί εν ολοκλήρω το σύνολο των πράξεων, παραλείψεων, σκέψεων (sic) και αποφάσεων ενός ανθρώπου, ώστε στο τέλος ν’ αποφανθεί κάποιος, μονολεκτικά κι απόλυτα, “καλός” ή “κακός”; Πόσο “ζυγίζει” το άλφα και πόσο το βήτα; Ποιο είναι το μέτρο; Ακολουθείται ας πούμε κάποιο μοτίβο του στυλ “εκκλησιασμός=10 πόντοι (ή γραμμάρια ή καιγωδενξέρωτι), φιλανθρωπία της τάξης του 0,0000001% επί του συνόλου της περιουσίας σου=100 πόντοι, βάπτισμα=προαπαιτούμενο/απαραίτητη προϋπόθεση, βλασφημία=-10 πόντοι” και πάει λέγοντας; Ειλικρινά δηλαδή, και “με το χέρι στην καρδιά”, όλοι εσείς οι θρησκευόμενοι που τυχόν μπείτε στον κόπο να διαβάσετε τα παραπάνω, πόσο λογικά σας φαίνονται; Δεν σας προβληματίζουν;

Συνοψίζοντας, γίνεται φανερό ότι έχουμε από τη μία τον ατελή άνθρωπο, ο οποίος, βάσει των εμπειριών του, των (ως τώρα) γνώσεών του, της ενσυνείδητης ηθικής του, της κοινωνικότητάς του, της λογικής του, αλλά και της απόδοσης μέγιστης σημασίας και βάρους στην ανθρώπινη ζωή, προσπαθεί να διαμορφώσει στην κοινωνία το πλαίσιο των κανόνων που θα δημιουργήσουν το καλύτερο κι ασφαλέστερο δυνατό περιβάλλον, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του, ει δυνατόν, όλους τους πιθανούς παράγοντες κι όλες τις πιθανές παραμέτρους, προκειμένου η ζυγαριά μεταξύ θύτη και θύματος να αγγίζει την απόλυτη ισορροπία (μετά, εννοείται, τη δικαστική απόφαση), κι απ’ την άλλη τον (όποιος κι αν είναι αυτός για τον καθένα) “τέλειο” (;;;) θεό, ο οποίος είναι ηλίου φαεινότερο ότι έχει αποτύχει παταγωδώς τόσο να αποδώσει δικαιοσύνη σε πάμπολλες (αν όχι όλες τις) περιπτώσεις και να εγκαθιδρύσει ένα σαφές κι αδιαμφισβήτητο αίσθημα δικαίου κι εμπιστοσύνης, όπως θα άρμοζε στη βαρύτητα και τελειότητα που του αποδίδουν οι πιστοί του, όσο και να ξεκαθαρίσει το δικό του πλαίσιο κανόνων και αρχών, και δίνοντας κατ’ επέκταση τον μπούσουλα με τον οποίο θα έπρεπε να πορευτούν οι άνθρωποι προκειμένου, ακολουθώντας τον τελευταίο, να τύχουν της μέγιστης επιβράβευσης ή, αν αποτύχουν, της μέγιστης τιμωρίας, καθ’ όσον δεν σκέφτηκε καθόλου (ούτε καν του πέρασε απ’ το μυαλό, απ’ όσο φαίνεται) να βάλει διαβαθμίσεις. Διαλέξτε και πάρτε…

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο “Τεμπέλικες Σκέψεις…“, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (30)

9 February 2012
Comments Off on Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (30)
Αρθρογράφος: Άδης, ο γνωστός θεός, ετών 34, αν και η πορεία στον χρόνο το διαψεύδει. Εκ Πειραιώς ορμώμενος, πλην όμως κάτοικος Κάτω Κόσμου παλαιόθεν. Επαγγέλλεται ανεπισήμως την παρατήρηση των ανθρώπων.


Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ήμουν ένας εξαιρετικά καλόπιστος άνθρωπος. Καλόπιστος είμαι ακόμη, απλά πλέον δεν είμαι άνθρωπος αλλά θεός, όπως γνωρίζετε. Ας μην το αναλύσουμε όμως. Αυτό σημαίνει πως θεωρούσα ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να μου λένε ψέματα οι άλλοι, πόσω δε μάλλον στο σχολείο.

Έτσι, είχα γαλουχηθεί με τις αρχές της χριστιανοσύνης και της διδασκαλίας του Χριστού, ήτοι όπως ακριβώς τα μέλη του ιερατείου και ο πλησίον μου: ούτε τον ένα χιτώνα έδινα, ακόμη κι αν είχα 5, και σε καμία περίπτωση δεν τηρούσα τις γραφές, αφού ό,τι κακό έκανα οφειλόταν στον Πονηρό, ο οποίος κατά βάθος έφταιγε για τα πάντα, και οι νηστείες δεν με πολυενδιέφεραν κ.λπ. κ.λπ.

Απλά πράγματα, καθημερινά και προπάντων βολικώς σωστά. Δεν με ενοχλούσαν όμως, τουναντίον ήμουν εξαιρετικά υπερήφανος που ήμουν χριστιανός ορθόδοξος. Μάλιστα, ήδη από μικρός είχα πληροφορηθεί το σκοτεινό σχέδιο αφανισμού της ορθοδοξίας κ.λπ.

Μέσα σε όλα είχα αποκτήσει και την επίγνωση ότι δεν πατάμε σε μέρη διαφθοράς και σήψης, όπως τα βιβλιοπωλεία (πίστευε και μη ερεύνα άλλωστε, μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι κ.λπ.), και φυσικά ούτε λόγος για τους άπλυτους και απολίτιστους Αρχαίους που πέραν ενός Παρθενώνα δεν είχαν το παραμικρό άλλο να μας πουν. Δεν χρειαζόταν να δώσω και καμιά ιδιαίτερη σημασία. Εξάλλου αυτό που μετρούσε ήταν το ελληνικό Βυζάντιο, ήταν οι άγιοι όπως π.χ. η Φαύστα και ο Κρίσπος κ.ο.κ. Αυτά με ενδιέφεραν.

Μέχρι που κάποια στιγμή έτυχε περί τα 16 μου να βρεθώ σε ένα μιαρό βιβλιοπωλείο για να παραλάβω ένα βιβλίο γερμανικής (την οποίαν μάθαινα), και παρά την εμφανή απέχθειά μου, μέχρι να μου φέρει ο μαγαζάτορας το βιβλίο μου από το πατάρι, αποφάσισα να ρίξω μια ματιά, απλώς για να επιβεβαιώσω ότι ο χώρος στον οποίον βρισκόμουν ήταν ένας τόπος του κακού.

Καθώς κοιτούσα λοιπόν στα βιβλία με αρχαία ζητήματα, έπεσε το μάτι μου κάπου (δεν έχει σημασία πού) και συγκλονισμένος σκέφτηκα «αποκλείεται, τι ψευταράδες!» Όμως διαπίστωσα ότι ο ψευταράς είχε και φωτογραφίες, ανέφερε και ημερομηνίες και συγκεκριμένα γεγονότα, είχε και αρχαιολογικά ευρήματα. Και κατέληγε, τέλος πάντων, σε ένα συμπέρασμα που φαινόταν εξαιρετικά αληθοφανές και απολύτως λογικό (έστω και εκ πρώτης όψεως). Αυτό ήταν: αποφάσισα να αγοράσω και αυτό το βιβλίο προκειμένου να καταρρίψω τη σκευωρία που εναντιωνόταν στη θρησκεία.

Μην τα πολυλογώ, τελικά όχι μόνο δεν το κατέρριψα αυτό το βιβλίο αλλά άρχισα να διαβάζω και άλλα, και άλλα, και άλλα, καθώς περνούσαν τα χρόνια. Κι ως προς τα γεγονότα, πολλά άρχισαν να καταρρίπτονται μπροστά μου. Το ερώτημα με έκαιγε ολοένα και περισσότερο: γιατί και ποιος μου έλεγε ψέματα όλα αυτά τα χρόνια; Μίσος, το ένοιωθα να σιγοκαίει. Θα τους έβρισκα όλους και θα τους αποκάλυπτα.

Βέβαια η θρησκεία ήταν καλή, ήταν προφανές ότι έφταιγε το ιερατείο, αυτοί που κινούσαν τα νήματα.

Μέχρι που ανακάλυψα και άλλα γεγονότα, και άλλα, και άλλα. Και τελικώς ανακάλυψα τι ακριβώς σημαίνει θρησκεία. Όχι χριστιανισμός συγκεκριμένα, αλλά θρησκεία γενικότερα.

Πέρασα από πολλές φάσεις, κι αυτό διότι είχα συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να έχω την ταμπέλα μου: από Χ.Ο. έγινα Χ.Ο. αλλά με αποσχιστικές τάσεις προς την εκκλησία, μετά έγινα αντιχριστιανός (πολλοί το συνδύασαν με το metal που ακούω, αλλά καμία σχέση), μετά έγινα εθνικός (αν και Ολυμπιακός), μετά έγινα παγανιστής, μετά έγινα ούτε που θυμάμαι τι άλλο (και πόσα άλλα), μέχρι που συνειδητοποίησα ότι προκειμένου να γίνω θεός έπρεπε πρώτα να γίνω άνθρωπος και για να γίνω άνθρωπος έπρεπε ως νέος Προμηθέας να αποτινάξω τα σύγχρονα δεσμά, αυτά που μου μάτωναν το μυαλό με τις τάχα μου ηθικές διδασκαλίες μίας κοινωνίας που είχε πάρει ήδη από τότε (και πιο πριν) την κάτω βόλτα.

Και πάνε αρκετά χρόνια που δεν με ενδιαφέρει να είμαι κάτι και που είμαι τα πάντα επειδή ακριβώς δεν είμαι τίποτα. Διότι πολύ απλά δεν με νοιάζει. Όπως ακριβώς δεν έβλεπα να νοιάζεται κανένας όταν είχα πάει στο εξωτερικό (Γερμανία) για όχι πολύ μικρό χρονικό διάστημα και όταν με εξαιρετική υπερηφάνεια ανακοίνωνα ότι είμαι Χ.Ο. δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται κανείς απολύτως, παρόλο που είχα μάθει τα ακριβώς αντίθετα όλα τα χρόνια. Κοινώς έβλεπα έναν ολόκληρο κόσμο, για τον οποίο με είχαν πείσει ότι είναι ο σωστός, να καταρρέει ως ψευδής, ακριβώς όπως περιγράφει ο Πλάτων στην Πολιτεία.

Διότι εμένα με ενδιαφέρει να σκέπτομαι, να αναλύω, να στοχάζομαι, να αμφιβάλλω αλλά πάνω απ’ όλα να είμαι ήρεμος: «νήφε και μέμνησο απιστείν». Με ενδιαφέρει να το κάνουν όλοι και δεν με νοιάζει τι πρεσβεύει ο καθένας.

Από τότε που αποτίναξα αυτά τα δεσμά νοιώθω πολύ πιο ελεύθερος, πολύ πιο έτοιμος να κάνω το πραγματικά καλό. Και η πλάκα είναι ότι μόνο μετά απ’ αυτό κατάφερα να διαβάσω έστω και τις Γραφές, παρόλο που πιο πριν που «ήμουν» δεν το είχα πράξει, και τις οποίες μάλιστα σε διάφορα σημεία έχω ως εξαιρετικά λογοτεχνικά (και όχι μόνο) δείγματα γραφής (π.χ. είναι σχετικά άγνωστο ότι το Κατά Ιωάννην ξεκινάει ηρακλειτείως).

Διότι δεν με νοιάζει η οποιαδήποτε θρησκεία, δεν με νοιάζει ο αγνωστικισμός, δεν με νοιάζει η αθεΐα, δεν με νοιάζουν οι ταμπέλες. Το βράδυ στρέφω το κεφάλι ψηλά προς το Σύμπαν και παρατηρώ το κόσμημα, τον Κόσμο, και συλλογίζομαι πόσο μεγάλο είναι το δώρο της ζωής που έχω στα χέρια μου, να μπορώ να παρατηρώ μια τέτοια μεγάλη ομορφιά, να είμαι τμήμα της, να αποτελώ κομμάτι του Όλου. Παρατηρώ τη Φύση και μαγεύομαι απ’ αυτά που μπορεί να κάνει και συνειδητοποιώ πόσο χρόνο έχω χάσει αναλογιζόμενος χαζά ερωτήματα, άνευ αξίας. Πόσο χρόνο μου έκλεψαν, πόσο χρόνο με είχαν δέσμιο, πόσο χρόνο είχα επιτρέψει να είμαι τυφλός.

Συζητάω συχνά με ανθρώπους που πραγματικά νοιώθουν τη θρησκευτική πίστη μέσα τους: κάποιοι εξ αυτών μπορεί ενίοτε να παρεκκλίνουν και να διαβάσουν και κάνα «απαγορευμένο» βιβλίο, αλλά οι περισσότεροι είναι στα γνωστά επίπεδα: ό,τι πει ο αυθέντης, κι από βιβλία, τα «δικά μας».

Κι εγώ την ίδια στιγμή διαβάζω Ηράκλειτο και Καζαντζάκη, Όμηρο και Λιαντίνη, Καβάφη και Γραμματικάκη. Είναι χρέος μου να τους βοηθήσω. Κάνοντάς τους να καταλάβουν ότι πρέπει να βοηθηθούν, μπας και αυτός ο Κόσμος πάει ποτέ προς το καλύτερο…

Για να πάει προς το καλύτερο όμως πρέπει να αποτινάξει τον ζυγό του σκοταδισμού, να σηκώσει κεφάλι, να δει το φως, να μάθει να αγαπάει πραγματικά τη Φύση ολόκληρη, να συνειδητοποιήσει ότι το μέλλον βρίσκεται στα δικά του χέρια διότι δεν είναι τυχαίο ότι, όσο πιο πολύ βυθίζεται κάποιος στα θρησκευτικά άδυτα, τόσο πιο φανατισμένος βγαίνει απ’ αυτά.

Ευ πράττωμεν
(Πλάτων, Πολιτεία)

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.