Πού γίνεται ο σχολιασμός;
Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
Η απάντηση της Ιεράς Συνόδου στη Σώτη Τριανταφύλλου
Στό τεῦχος 378 – 8/2/2012, τῆς ἔντυπης καί ἠλεκτρονικῆς Ἐφημερίδος ATHENS Voice, ἡ δημοσιογράφος κα Σώτη Τριανταφύλλου ἔγραψε ἕνα ἄρθρο μέ τίτλο:«Υποκρισία και μακαρόνια». Σέ αὐτό μεταξύ ἄλλων αναφέρει: «Οποιοδήποτε ρεπορτάζ σχετικό μέ τήν Ἐκκλησία παραμένει συγκεχυμένο».
Προσπαθεῖ λοιπόν ἡ συντάκτρια τοῦ ἄρθρου ἐξ ἀρχῆς νά μᾶς πείσει ὅτι ὁποιοδήποτε ρεπορτάζ σχετικό μέ τήν Ἐκκλησία παραμένει συγκεχυμένο. Ἄραγε γι’ αὐτό εὐθύνεται ἡ Ἐκκλησία ἤ αὐτοί πού κάνουν τό ρεπορτάζ;
Ἐπίσης, ἐπικρίνοντας τά συσσίτια τῆς Ἐκκλησίας καί ὑποβαθμίζοντας τήν προσφορά αὐτή, ὑποδεικνύει ὅτι πρέπει νά παραδώσει ἡ Ἐκκλησία τήν περιουσία της, νά χωρισθεῖ ἀπό τό Κράτος, νά μή μισθοδοτοῦνται οἱ Κληρικοί ἀπό αὐτό καί τέλος μᾶς ἐνημερώνει καί γιά τά φορολογικά προνόμια τῆς Ἐκκλησίας.
Ἄραγε, πρίν τά γράψει αὐτά ἡ κα Τριανταφύλλου, ἐνημερώθηκε περί τό τί ἀκριβῶς συμβαίνει; Ἐπισκέφθηκε τούς χώρους αὐτούς, νά δεῖ μέ τά ἴδια της τά μάτια πῶς διαχειρίζονται οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας τά πράγματα αὐτά; Λοιπόν, μέ πολύ σεβασμό καί ταπείνωση, θά θέλαμε νά τήν ἐνημερώσουμε:
α) Τό καλομαγειρεμένο φαγητό, πού διανέμεται ἀπό τά συσσίτια τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτέλεσμα ἀγάπης καί προσφορᾶς στόν ἀδελφό μας, ὁ ὁποῖος τό ἔχει ἀνάγκη, προσφέρεται καθημερινά ἀπό τά συσσίτια τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καί τίς Μητροπόλεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ζεστό, περιποιημένο, ἀξιοπρεπές καί ἁλατισμένο μέ πολλή ἀγάπη καί στοργή! Ἀλήθεια, ἀναλογίσθηκε ἡ κα Τριανταφύλλου ποιός εὐθύνεται γι’ αὐτήν τήν κατάσταση τῶν ἀνθρώπων; Ἤ ἐπίσης τό γεγονός ὅτι ἡ Ἐκκλησία μέ τά προγράμματα αὐτά ἀντικαθιστᾶ τό Κράτος Πρόνοιας;
β) Ἡ Ἐκκλησία ἔχει δώσει στό Κράτος τό 96% τῆς περιουσίας της. Ἄς μελετήσει ἡ κα Τριανταφύλλου τό Κτηματολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἀναγράφεται ἡ περιουσία πού ἡ Ἐκκλησία ἔχει παραχωρήσει στό Κράτος, προκειμένου νά ἀνοικοδομηθοῦν ὅλα τά ἐκπαιδευτικά Ἱδρύματα τῆς Χώρας, Πανεπιστήμια, Στρατιωτικές Σχολές, Σχολεῖα πρωτοβάθμιας καί δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης, ὅλα τά μεγάλα Νοσοκομεῖα, γήπεδα καί ἄλλοι ἀθλητικοί χῶροι. Ἐπίσης ἐκεῖ θά ἔβλεπε καταχωρημένα τά πολυάριθμα οἰκόπεδα καί ἀκίνητα πού ἔχουν παραχωρηθεῖ σέ Ὀργανισμούς καί τοπικούς Συλλόγους.
Πῶς λοιπόν γράφονται αὐτά χωρίς νά ἔχει μιά πλήρη καί σφαιρική ἐνημέρωση γιά τά θέματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας; Ἀπό τήν ἁρμόδια ὑπηρεσία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου δέν ζήτησε τέτοια στοιχεῖα, ἀπό ποῦ λοιπόν τά ἀνηῦρε; Ἡ Ἐκκλησία δέν πρέπει ἄραγε νά ἔχει πόρους γιά νά ζήσει ὡς Ὀργανισμός, νά ἐπιτελέσει τό ποιμαντικό καί φιλανθρωπικό Της ἔργο; Ὅπως βλέπουμε στό ἄρθρο, ὄχι, δέν πρέπει! Αλλά πρέπει καί τά ἐναπομείναντα νά παραχωρηθοῦν, γιά νά γίνουν φύλλο καί φτερό!
Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἱερώνυμος ἐπανειλημμένως ζήτησε ἀπό τήν Κυβέρνηση τήν ἀξιοποίηση τῆς ἐναπομεινάσης ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί τήν συνεκμετάλλευσή της ἀπό κοινοῦ μέ τό Κράτος, ἀλλά μόνον γιά φιλανθρωπικούς σκοπούς καί προγράμματα ὑπέρ τῶν ἀσθενεστέρων, ὅμως ἀκόμη δέν ἔχει λάβει καμιά ἀπάντηση.
γ) Ἡ μισθοδοσία τῶν κληρικῶν εἶναι συμβατική ὑποχρέωση τοῦ Κράτους πρός αὐτούς ὡς ἀντάλλαγμα γιά τήν μοναστηριακή καί ἄλλη περιουσία, ἡ ὁποία ἐδόθη τό ἔτος 1952.
δ) Τέλος, γιά τά δῆθεν φορολογικά προνόμια τῆς Ἐκκλησίας, παρεπέμπουμε τήν κα δημοσιογράφο στό Δελτίο Τύπου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 15ης Σεπτεμβρίου 2011, στό ὁποῖο ἀναφέρεται λεπτομερῶς βάσει ποίων νόμων ποίους Φόρους καταβάλλει ἐτησίως ἡ Ἐκκλησία. Ἀπό αὐτό θά ἤθελα νά τονίσω μόνον τό ἑξῆς: τό γεγονός, δηλαδή, ὅτι ἐνῶ ὅλα τά νομικά καί φυσικά πρόσωπα καταβάλλουν Φόρο Ἀκίνητης Περιουσίας 1‰, ἡ Ἐκκλησία γιά τά ἀκίνητά της καταβάλλει 3‰.
Αὐτά μέ πολλή ἀλήθεια καί ἀγάπη καί μέ τήν ὑποχρέωση γιά ὅποιες πληροφορίες περαιτέρω χρειασθοῦν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στη διαδικτυακή εφημερίδα ATHENS voice, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (32)
Μια ζωή αγώνας κατά της παπαδοκρατίας.
Λοιπόν, εγώ δεν χρειάστηκε ποτέ να αποχαιρετίσω την πίστη, διότι ΠΟΤΕ δεν υπήρξα πιστός. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον άπιστων και άθεων!
Οι γονείς μου αντιπαθούσαν δύο πράγματα: τους βασιλιάδες και τους παπάδες. Στο πατρικό μου σπίτι δεν υπήρχε ούτε καντήλι, ούτε εικόνα, ούτε θυμιατήρι, και μια γιαγιά θεούσα που προϋπήρξε, πέθανε όταν ήμουν νήπιο. Ασυνείδητα, στη συνέχεια, ακούγοντας τις συζητήσεις των μεγάλων, κατέγραψα στο νου μου τα σοφά λόγια του Λασκαράτου, του Ροΐδη, του Βάρναλη, τα οποία άρχισα να αμολάω στο σχολείο, όπου καθ’ υπόδειξη των δικών μου απόφευγα να κάνω σταυρό ή να πηγαίνω για εκκλησιασμό, γνωρίζοντας από πολύ νωρίς ότι όλα αυτά είναι ανοησίες.
Μπαίνοντας στο γυμνάσιο, η αθεϊστική μου καταγωγή μού κόστισε διώξεις και αποβολές. Ένας φανατικός θεολόγος, για παράδειγμα, με υποχρέωσε να κουβαλάω από το σπίτι μου σκαμνί για να κάθομαι στο μάθημά του, εφόσον θεώρησε ότι δεν ήμουν άξιος να κάθομαι στα θρανία των ευσεβών χριστιανών. Όταν μια μέρα εξηγούσε ότι ο θεός έφτιαξε τον κόσμο, εγώ τον ρώτησα «Τον θεό, ποιος τον έφτιαξε;», και έφαγα την πρώτη μου αποβολή, συνοδευόμενη από ένα γερό ξυλοφόρτωμα.
Υπήρξαν κι άλλα παρόμοια επεισόδια, που με έκαναν να νιώσω ότι όποιος δεν δηλώνει ότι «πιστεύει» σ’ αυτή τη χώρα είναι τουλάχιστον ανεπιθύμητος. Έτσι μίσησα όλο το χριστιανικό κατεστημένο, τους ρασοφόρους και τα αμύθητα πλούτη τους. Είδα από πολύ νωρίς τη θρησκεία σαν μια χοντρή αλυσίδα που τη φόρεσαν κάποιοι επιτήδειοι στον ελληνικό λαό, προκειμένου να σκύβει το κεφάλι πρόθυμα στην κάθε εξουσία. Διότι οι ρασοφόροι θεωρούν τους άλλους ανθρώπους «ποίμνιο» και τους εαυτούς τους «ποιμένες», κι ως γνωστόν κανένας τσοπάνης δεν διατηρεί κοπάδι για το καλό του κοπαδιού. Αντίθετα το διατηρεί για κούρεμα, άρμεγμα, πούλημα και σφάξιμο!
Μου έμεινε όμως η περιέργεια, πώς και γιατί δημιουργήθηκε όλο αυτό το τέρας, που λέγεται χριστιανική εκκλησία, και η ικανοποίηση αυτής της περιέργειας καθόρισε μάλλον όλη μου την επαγγελματική σταδιοδρομία.
Στο μεταξύ απόκτησα ταυτότητα με το περίφημο Χ.Ο., που έγραφε ο αστυνομικός χωρίς να ρωτήσει, και στη συνέχεια, σαν όλους τους νέους της εποχής μου, λούστηκα κι εγώ τη φρίκη της χούντας, που ενώ εξυπηρετούσε αλλότριους σκοπούς, παρουσίαζε τον εαυτό της με το περίφημο όσο και ανατριχιαστικό σύνθημα: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».
Εντάχθηκα λοιπόν σε μιαν αντιστασιακή οργάνωση, μοίραζα προκηρύξεις, μιλούσα εναντίον της χούντας σε συγκεντρώσεις σπουδαστών, ώσπου με ειδοποίησαν να φύγω από τη χώρα, διότι το όνομά μου βρισκόταν σε λίστα της οργάνωσης που έπεσε στα χέρια των αρχών.
Πράγματι διέφυγα στην Ιταλία, όπου για να επιζήσω έκανα κάθε λογής δουλειές και συνάμα συνέχισα να μιλάω δημόσια κατά της χούντας. Τότε γνώρισα μια Ισραηλινή και της ζήτησα να μου μάθει τη γλώσσα της.
Κι αυτό για τρεις λόγους:
επειδή από παιδί είχα την περιέργεια και την ευκολία να μαθαίνω ξένες γλώσσες. Μεγάλωσα σε ένα πολύγλωσσο περιβάλλον, εφόσον οι γονείς μου καταγίνονταν μεταξύ των άλλων με μεταφράσεις, επιμέλειες κειμένων και διδασκαλία ξένων γλωσσών, κι έτσι σε ηλικία είκοσι χρονών μιλούσα άνετα τέσσερις γλώσσες.
επειδή ήθελα να προσεγγίσω τις ρίζες του χριστιανισμού στην πηγή του, δηλαδή τον ιουδαϊσμό.
επειδή η μικρά μου άρεσε πολύ.
Έτσι, μαθαίνοντας εβραϊκά, έκανα μια σειρά από ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις. Έμαθα για παράδειγμα ότι η περίφημη όσο και μυστηριώδης έκφραση των Ευαγγελίων «ο υιός του ανθρώπου», είναι εντελώς κοινότοπη στα εβραϊκά, εφόσον στη γλώσσα αυτή ΔΕΝ υπάρχει λέξη για την έννοια «άνθρωπος» (!) και όλοι οι άνθρωποι αποκαλούνται «γιοι του χωματένιου», που δεν είναι άλλος από τον Αδάμ, το όνομα του οποίου είναι ο αρσενικός τύπος της λέξης «ανταμά», που σημαίνει «χώμα, γη». Έμαθα ακόμη ότι το όνομα του αγγέλου Γαβριήλ σημαίνει «θεός-ήρωας» και εκείνο του Ραφαήλ «θεός-θεραπευτής», κι ακόμη ότι ο Βεελζεβούλ είναι ο Μπαάλ Ζεβούβ και σημαίνει «θεός-μύγα».
Κοντολογίς όσο προχωρούσα στην εκμάθηση των εβραϊκών, τόσο καταλάβαινα ότι όλο το χριστιανικό δόγμα θεμελιώνεται επάνω σε μια σειρά από σκόπιμα μεταφραστικά λάθη. Οι ξένες και αμετάφραστες λέξεις σε οποιαδήποτε γλώσσα εντυπωσιάζουν τους αδαείς. Έτσι οι εβραϊκές λέξεις στα ελληνικά εντυπωσιάζουν τους πιστούς, όπως αντίστοιχα οι ελληνικές λέξεις στις άλλες γλώσσες επέχουν τη χροιά της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Ο άθεος, για παράδειγμα, στα εβραϊκά λέγεται «απικορός», λέξη που κατάγεται από το όνομα του φιλόσοφου Επίκουρου, τα διδάγματα του οποίου ήσαν εντελώς απαράδεκτα για τους φανατικούς θεοκράτες της Ιερουσαλήμ κατά την ελληνιστική εποχή.
Εξοπλισμένος λοιπόν με τις γνώσεις αυτές και ενθουσιασμένος από μια καινούργια ερωτική γνωριμία με μια καθολική Γαλλοκαναδέζα, φοιτήτρια Ανατολικών Σπουδών, εγκαταστάθηκα για ένα διάστημα στην Ιερουσαλήμ, όπου γνωρίστηκα μ’ έναν πολύ σπουδαίο Άγγλο καθηγητή ανατολικών γλωσσών, μέλος της διεθνούς επιστημονικής ομάδας που μελετούσε τα Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας, ο οποίος ήθελε τη βοήθειά μου για να βελτιώσει τα ελληνικά του.
Πέρα από το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα των χειρογράφων, ο καθηγητής με μύησε στο δράμα του παλαιστινιακού λαού, προδομένου από τους Άραβες «αδελφούς» και κτηνωδώς καταπιεσμένου από τους ακροδεξιούς σιωνιστές που ελέγχουν τα πολιτικά πράγματα στο Ισραήλ, ενώ η γαλλοκαναδέζα φίλη μου αξιοποιούσε συχνά την ικανότητά μου να της μεταφράζω αποσπάσματα των χειρογράφων από τα εβραϊκά στα γαλλικά, πράγμα που προφανώς μόνον Έλληνας με καταγωγή από την Κεφαλονιά μπορούσε να κάνει, όπως εγώ.
Ξέσπασε ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ, ακολούθησε η σφαγή στο Πολυτεχνείο, η τούρκικη εισβολή στην Κύπρο, η πολυαναμενόμενη πτώση της χούντας, κι εγώ εγκατέλειψα οριστικά τη Μέση Ανατολή, πήγα στην Ολλανδία, δούλεψα σε φάμπρικα, γνώρισα μια Ολλανδέζα, και τελικά επέστρεψα παντρεμένος στην Ελλάδα, όπου πήρα σβάρνα τους εκδοτικούς οίκους, αναζητώντας απασχόληση ως μεταφραστής έξι γλωσσών, διότι στο μεταξύ έμαθα και ολλανδικά.
Τελικά έπιασα δουλειά στις εκδόσεις Δίβρης, όπου ανέλαβα να μεταφράσω την τριλογία του Ρ. Αμπελαίν (Ιησούς, Παύλος, Γολγοθάς), που απαιτούσε γνώσεις γαλλικών αλλά και εβραϊκών, βιβλία που αφενός αμφισβητούσαν την εκδοχή των Ευαγγελίων κι αφετέρου αναφέρονταν διαρκώς στα Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας. Διαπιστώνοντας λοιπόν ότι δεν υπήρχε ούτε ένα αξιόλογο σύγγραμμα στα ελληνικά επάνω σ’ αυτό το θέμα, κάθισα και έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, με τίτλο «Τα Χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας», με βάση τις γνώσεις που είχα αποκτήσει πριν από τρία χρόνια στην Παλαιστίνη.
Παράλληλα με τα βιβλία του Αμπελαίν μετάφρασα κι άλλα βιβλία, όπως το ερωτικό μυθιστόρημα «11.000 Βέργες», του Γκ. Απολλιναίρ, το σκανδαλώδες περιεχόμενο του οποίου ενόχλησε μια παρεκκλησιαστική οργάνωση, που μήνυσε τον εκδότη αλλά και εμένα, ως μεταφραστή. Στη δίκη μάρτυρες κατηγορίας ήσαν ένας… άτεκνος πρόεδρος γονέων και κηδεμόνων, ένας καθηγητής γνωστός για καταχρήσεις στο Παρίσι, κι ένας μόνιμα μεθυσμένος παπάς, οι οποίοι δεν εμπόδισαν τους νεαρούς πιστούς τους να βγάλουν μαχαίρι —σ’ εμένα και στον συγκατηγορούμενό μου— στα… ουρητήρια του δικαστηρίου.
Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο στη συνέχεια εκδόθηκαν και οι «Αντιφάσεις της Καινής Διαθήκης» του αείμνηστου φίλου μου Θωμά Μάρα, βιβλίο που μηνύθηκε από άλλη παρεκκλησιαστική οργάνωση. Έτσι ξανακάθισα στο σκαμνί ως επιμελητής της έκδοσης, μαζί με τον εκδότη και τον συγγραφέα.
Μετά βρήκα δουλειά σε άλλο εκδοτικό οίκο, κι αυτή τη φορά λόγω ενός αντιχουντικού βιβλίου μου, με τίτλο «Ο Πολιτισμός των Στρατοπέδων», με συνέλαβαν ενώ ήδη κυβερνούσε το ΠΑΣΟΚ για «… υποκίνηση του στρατεύματος εις στάσιν». Έγινε ντόρος, με άφησαν ελεύθερο, αλλά από τότε μου μπήκαν οι υποψίες για κάποιους κρυφούς δεσμούς μιας μερίδας της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ με χουντικά «σταγονίδια», γεγονός που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από την άθλια συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ, που επανέφερε τους γελοίους οπαδούς της χούντας στην ηγεσία της έρημης χώρας.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990 εργάστηκα σε διάφορους εκδοτικούς οίκους και παράλληλα αρθρογραφούσα σε εφημερίδες και περιοδικά, συχνά με φλογερά ή σαρκαστικά αντιθρησκευτικά άρθρα, όπως τη σειρά «Sex και θρησκεία» στο Playboy, μέχρι που το 1996 αποφάσισα να στήσω έναν δικό μου εκδοτικό οίκο κι ένα δικό μου βιβλιοπωλείο.
Χάρη στις οικονομίες χρόνων και τη βοήθεια φίλων, τα κατάφερα. Το βιβλιοπωλείο μου, σε μια πάροδο της οδού Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια, έγινε γρήγορα γνωστό ως στέκι φιλοσοφίας, επιστημονικής γνώσης, σύγχρονης λογοτεχνίας, επιστημονικής φαντασίας αλλά και… αθεΐας, ή θρησκευτικής αμφισβήτησης, εάν θέλετε, που φιλοξενούσε καθημερινά πολιτιστικές εκδηλώσεις ποικίλου περιεχομένου, ενώ μια φορά το μήνα γινόταν και ρεφενέ πάρτι με πολύ κέφι.
Όλα πήγαιναν μια χαρά ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε ένας περίεργος τύπος και μου πρότεινε σχέδια… επενδύσεων. Του απάντησα ότι δεν έχω φράγκα για τέτοιες δουλειές. Τότε μου είπε ότι έχει μεγάλη ανάγκη, οπότε τον λυπήθηκα και του ανέθεσα να μου κάνει ένα δυο θελήματα για να βγάλει χαρτζιλίκι. Σύντομα αποδείχθηκε ανίκανος και ασυνεπής. Του ζήτησα να μην ξαναπατήσει κι επειδή είχε κρατήσει ένα δικό μου μπλοκ αποδείξεων, αναζήτησα το σπίτι του για να το πάρω πίσω. Βρέθηκα σε ένα διαμέρισμα γεμάτο εικόνες και εικονίτσες αγίων. Πήρα το μπλοκ και έφυγα, ελπίζοντας να μην τον ξαναδώ.
Στις 5 Μαρτίου 1997, στις 5 το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από την πυροσβεστική και μου είπαν ότι το βιβλιοπωλείο μου καιγόταν. Έτρεξα αμέσως και βρήκα τους κόπους μιας ζωής στάχτη. Ο εμπρηστής είχε ανοίξει το παράθυρο κι είχε ρίξει δυο μεγάλα μπουκάλια του νερού γεμάτα βενζίνα, τυλιγμένα με αφρολέξ, ώστε να υπερθερμανθούν και να εκραγούν. Όπως και έγινε. Τα φλεγόμενα κομμάτια του πλαστικού κόλλησαν επάνω στα ράφια των βιβλίων, και όσα βιβλία δεν κάηκαν, καπνίστηκαν σε βαθμό που να μη μπορούν να πουληθούν. Ένα μέρος από αυτά, τα χρωστούσα σε συναδέλφους εκδότες.
Ο αξιωματικός της πυροσβεστικής με πληροφόρησε ότι από τον τρόπο που έγινε ο εμπρησμός συμπέραινε πως οι δράστες ανήκαν πιθανότατα σε κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση. Κάθε ομάδα βλαμμένων έχει τη δική της εμπρηστική μέθοδο, μου εξήγησε, κι αυτή ήταν η μέθοδος των φανατικών χριστιανών. Άλλωστε έξω από το μαγαζί το βρωμόχερο του εμπρηστή είχε γράψει: ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ.
Δεν θα λησμονήσω ποτέ την αυθόρμητη βοήθεια που μου πρόσφεραν φίλοι και γνωστοί με κάθε τρόπο, προκειμένου να βάλω σε τάξη το χάος. Η ζημιά όμως αποδείχθηκε πολύ μεγάλη και με γονάτισε. Αναγκάστηκα να παρατήσω το μαγαζί και να στριμωχτώ σ’ ένα δυάρι διαμέρισμα, που το είχα για σπίτι, αποθήκη και εκδοτικό οίκο.
Δουλεύοντας σκληρά και εκδίδοντας μεταξύ των άλλων και αντιθρησκευτικά βιβλία κατάφερα κάπως να ορθοποδήσω. Έκανα και μερικές εμφανίσεις στην τηλεόραση, όπου τα έχωνα χοντρά σε παπάδες, θεολόγους και θεούσους. Έτσι έγινα γνωστός στο πανελλήνιο.
Ώσπου μια μέρα μου ήρθε μια πρόσκληση να παραστώ ως μάρτυρας κατηγορίας και πολιτικός ενάγων ενάντια στον εμπρηστή του βιβλιοπωλείου μου, τον οποίο συνέλαβε η αστυνομία, δύο χρόνια μετά τον εμπρησμό. Καταχάρηκα πιστεύοντας ότι επιτέλους θα αποζημιωνόμουν για το κακό που μου έγινε. Εις μάτην. Στο δικαστήριο κατάλαβα ότι ο εμπρηστής δεν ήταν άλλος από τον τύπο που μου είχε προτείνει τις… επενδύσεις και είχε το διαμέρισμά του γεμάτο εικόνες.
Ήρθε συνοδευόμενος από κάτι φάτσες του… κατηχητικού και φώναζε ότι ήταν το… «χέρι του θεού!» Όμως με κάποιο πρόσχημα ζήτησε αναβολή και το δικαστήριο συμφώνησε. Δυο χρόνια αργότερα επαναλήφθηκε το σκηνικό. Νέα αναβολή. Τελικά έξι χρόνια μετά τον εμπρησμό ο τύπος καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλακή… με αναστολή, αλλά εγώ δεν είχα πλέον το δικαίωμα να ασκήσω αγωγή αποζημίωσης εις βάρος του. Είχε παρέλθει η προθεσμία.
Άσκησε έφεση, αφέθηκε ελεύθερος, και επανέλαβε την αποτελεσματική του τακτική στο εφετείο, όπου δύο χρόνια αργότερα καταδικάστηκε τελεσίδικα. Εγώ πήρα το χαρτί της καταδίκης του στα χέρια και εκείνος ούτε που πάτησε στο δικαστήριο.
Συνέχισα τις εκδόσεις μου, έγραψα κι ο ίδιος αρκετά αντιθρησκευτικά βιβλία, ξανάνοιξα βιβλιοπωλείο, το ξανάκλεισα, λόγω των ταραχών στα Εξάρχεια, δημιούργησα το περιοδικό Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ, απ’ τις σελίδες του οποίου τα χώνω συχνά ενάντια στις θρησκείες, έκανα αποκέντρωση, κι έστησα ένα μικρό βιβλιοπωλείο στη Ρόδο.
Έκτοτε εντοπίζω ενίοτε στο διαδίκτυο μερικούς φανατικούς να με βρίζουν ως άθεο, αντίχριστο, σατανιστή, και άλλα κομψά… Να είναι καλά οι άνθρωποι… διαφήμιση μου κάνουν! Βέβαια αρκετά βιβλιοπωλεία αρνούνται να εκθέσουν στα ράφια τους τα βιβλία μου. Διαδίδουν ότι έκλεισα, ότι τα βιβλία μου δεν υπάρχουν. Αντίθετα άλλα βιβλιοπωλεία τα επιζητούν, τα παραγγέλνουν και τα προβάλλουν. Όλα εξαρτώνται από την πελατεία αλλά και τη μόρφωση του κάθε βιβλιοπώλη.
Ψάχνοντας από ακόρεστη ερασιτεχνική περιέργεια την καταγωγή του χριστιανισμού στις εβραϊκές του ρίζες, μετά από πολλά χρόνια μελετών κατέληξα στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένα καθαρά πολιτικό ιουδαϊκό κίνημα, που γεννήθηκε από το μίσος των ιερέων του ιουδαϊσμού ενάντια σε κάθε τι το ελληνικό, λόγω της παρατεταμένης κατοχής των Παλαιστίνης από τους Σελευκίδες. Ο μισελληνισμός αυτός στράφηκε στη συνέχεια ενάντια στους Ρωμαίους, που διαδέχθηκαν τους Σελευκίδες, και όλος ο πρώτος μεταχριστιανικός αιώνας στιγματίστηκε από πολυάριθμες ένοπλες ιουδαϊκές εξεγέρσεις, που πνίγηκαν όλες στο αίμα.
Τότε κάποιος Σαούλ —εάν το όνομα είναι αυθεντικό και δεν πρόκειται για συνωμοτικό ψευδώνυμο που παραπέμπει στον μυθικό βασιλέα του Ισραήλ— ίδρυσε ένα πολιτικό-θρησκευτικό κόμμα, που απέβλεπε όχι πλέον στην εκδίωξη των Ρωμαίων, αλλά στην κατάληψη του ρωμαϊκού θρόνου με πραξικόπημα ή με πολιτική συναλλαγή.
Τέσσερις αιώνες μετά, το απίθανο αυτό σχέδιο έγινε πραγματικότητα με την κατάληψη της ρωμαϊκής εξουσίας από τον αιμοσταγή Κωνσταντίνο, ο οποίος πείστηκε πως θα διασφάλιζε τη συνοχή της απειλούμενης αυτοκρατορίας του με την υιοθέτηση αρχικά, και τη βίαιη επιβολή στη συνέχεια, του χριστιανισμού, ο οποίος, από τη στιγμή της ανάδειξης του πρώτου Ρωμαίου χριστιανού αυτοκράτορα, απέβαλε τον αντιρωμαϊκό χαρακτήρα του αλλά διατήρησε ατόφιο τον μισελληνισμό του, παίρνοντας εκδίκηση, μετά από έξι αιώνες, για την απαγόρευση της λατρείας του Γιαχβέ από τον Αντίοχο τον Δ’, με το συστηματικό αφανισμό του ελληνικού πολιτισμού.
Έκτοτε το χριστιανικό ιερατείο παραμένει ασφυκτικά συνδεδεμένο με την εκάστοτε πολιτική εξουσία σ’ αυτό τον έρημο τόπο, είτε πρόκειται για τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, είτε για τους Οθωμανούς, είτε για τη σύγχρονη κοινοβουλευτική πλουτοκρατία, απολαμβάνοντας με τον παρασιτισμό του αναρίθμητα προνόμια και αμύθητα πλούτη.
Μια ολόκληρη ζωή αφιέρωσα σ’ αυτές τις αναζητήσεις, που συχνά τις πλήρωσα με υλικές ζημιές και ψυχική ταλαιπωρία. Τελικά βρήκα την αλήθεια· την αλήθεια μου! Μιαν αλήθεια, όμως, που δεν ξέρω εάν άξιζε τον κόπο να την αναζητήσω… Διότι, όσο κι αν αγωνιστήκαμε τόσοι και τόσοι άνθρωποι για τη μεγάλη υπόθεση του διαφωτισμού, δυστυχώς η θεοκρατία συνεχίζεται στον τόπο μας. Καμία πολιτική παράταξη δεν έχει το κουράγιο να αδιαφορήσει για τις ψήφους των πιστών και να στείλει τη θρησκεία εκεί όπου είναι η θέση της, στον σκουπιδοντενεκέ της ιστορίας.
Τέλος πάντων! Κάθε βιβλίο μοιάζει με ένα μπουκάλι με μήνυμα που το πετάει ο ναυαγός στη θάλασσα. Ποτέ δεν μπορεί να ξέρει σε ποια χέρια θα φτάσει. Κι εγώ μέχρι στιγμής έχω γράψει πενήντα βιβλία…
Δεν έβγαλα χρήματα από τη δουλειά μου. Απόκτησα όμως εξαίρετους φίλους. Κι εδώ που βρίσκομαι τώρα, στην αρχή της τρίτης ηλικίας, οι λίγοι, εκλεκτοί και αποδεδειγμένα καλοί φίλοι φτάνουν και περισσεύουν για συντροφιά και ζεστασιά. Βλέπετε, οι «ποιμένες» συνηθίζουν να βόσκουν τα πολυπληθή «ποίμνιά» τους κάτω, στις υγρές, θερμές και άρρωστες πεδιάδες. Εδώ ψηλά, στον καθαρό αέρα, έχει ψύχρα και μοναξιά…
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Χριστιανισμός έναντι του ελληνικού πολιτισμού IV
| « Προηγούμενο [ΙII] | Επόμενο [V] » |
Το επιχείρημα ότι οι περισσότεροι από τους πατέρες του χριστιανισμού είχαν ελληνική παιδεία και γνώριζαν επαρκώς τη φιλοσοφία δεν απαντάει σε κανένα από τα προαναφερόμενα ερωτήματα. Η ιδέα ότι όποιος έχει «μελετήσει» κάτι το εκτιμάει και το στηρίζει επίσης, είναι προφανώς άστοχη. Ίσως δε η βαθιά γνώση της ελληνο-ρωμαϊκής φιλοσοφίας να δημιουργούσε στους διανοούμενους των ανερχόμενων λαών της αυτοκρατορίας και την έντονη αντιπάθεια, λόγω φθόνου ή απελπισίας για έλλειψη αντεπιχειρημάτων. Γνωρίζουμε μέχρι σήμερα ότι τίποτα ουσιαστικό δεν αντιπαρέθεσαν στον κόσμο των ιδεών κατά της ελληνικής φιλοσοφίας και επιστήμης, αντίθετα την αντέγραψαν, όπου μπόρεσαν. Να μην παραβλεφθεί επίσης η ύπαρξη αισθημάτων εκδίκησης από τους πρωτεργάτες αυτής της θρησκείας για όσα πραγματικά ή νομιζόμενα δεινά είχαν υποστεί οι λαοί τους γύρω από τον ελληνόφωνο χώρο εξ αιτίας των επιδρομών των Μακεδόνων και των Ρωμαίων.
Ειδικά στις αρχές του 21ου αιώνα αντιμετωπίζουμε το φαινομενικά παράδοξο, άτομα αραβικής ή ινδο-πακιστανικής καταγωγής που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και σπούδασαν σε δυτικό περιβάλλον να «θυσιάζονται» για θρησκευτικούς λόγους, σπέρνοντας το θάνατο και σε δεκάδες άλλους συνανθρώπους τους. Το φαινόμενο δε ακόμα και Ελλήνων που φοιτούν σε δυτικές χώρες, να επιστρέφουν στην πατρίδα τους και να συκοφαντούν, συχνά με αισθήματα μίσους, τη χώρα και τον λαό που τους φιλοξένησε στα χρόνια των σπουδών τους, κάθε άλλο παρά σπάνιο είναι. Εκτιμούμε ότι κύριος παράγοντας γι’ αυτά τα χάσματα είναι αφενός οι πολιτισμικές διαφορές, οι οποίες δεν καλύπτονται με κάποια πρόωρη οικονομική άνοδο, αλλά απαιτούν μακρόχρονη εμπέδωση σε κλίμακα γενεών, και αφετέρου η προσωπική ανασφάλεια που προκύπτει από την ελλιπή παιδεία, τότε λόγω της γενικότερης πολιτισμικής υποβάθμισης και τώρα λόγω απορρίψεώς της από θρησκευτικούς φονταμενταλιστές κάθε προελεύσεως και προσανατολισμού.
Η προτεραιότητα του εθνικού και κοινωνικού στόχου έναντι του θρησκευτικού επιβεβαιώνεται και από τη μεταγενέστερη συμπεριφορά των διανοουμένων χριστιανών στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας (Λιβύη, Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Συρία, Ανατολία κ.ά.), οι οποίοι έβλεπαν ότι το νέο σχήμα λειτουργίας του κράτους, με ενωτική ιδεολογία το χριστιανισμό, άφηνε τους λαούς τους και πάλι εκτός επιρροής στην κεντρική εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτές ακριβώς τις χώρες διαδίδονταν εύκολα οι «αιρέσεις» με συνήθως ασήμαντες διαφοροποιήσεις από τα κεντρικά θρησκευτικά δόγματα. Διάφοροι γνωστικισμοί (μοντανισμός, μανιχαϊσμός, απολλιναρισμός, αρειανισμός, μονο- ή μιοφυσιτισμός, μεσαλιανισμός, νεστοριανισμός, δονατισμός κ.ά.) ήταν δοξασίες και αιρέσεις που δημιουργήθηκαν και/ή εξαπλώθηκαν στη Συρία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Ανατολία, τη Μεσοποταμία, την Περσία κ.α. Αποτέλεσμα αυτών των δογματικών διαφοροποιήσεων και, ουσιαστικά, εθνικών αποσχιστικών κινημάτων, ήταν να υφίστανται αυτοί οι λαοί, αρχικά την «πνευματική» εχθρότητα της Ρώμης και της Κων/πολης, στη συνέχεια δε στρατιωτική καταπίεση, διώξεις και σφαγές.
Έτσι, όταν εξασθένησε η επιρροή της κεντρικής εξουσίας στις περιοχές τους και ήρθε στο προσκήνιο ο μωαμεθανισμός, προσχώρησαν οι λαοί της τότε βυζαντινής περιφέρειας με ευκολία στη νέα θρησκεία, η οποία αφενός ήταν προσαρμοσμένη πολύ καλύτερα στις συνθήκες ζωής και ανάγκες αυτών των πληθυσμών και, αφετέρου, δεν απείχε πολύ από τη χριστιανική ή, όπως γράφει ο Runciman: «Η πίστη που κήρυττε ο Μωάμεθ ήταν εγγύτερα στη δική τους (των Μονοφυσιτών) απ’ ότι η Ορθοδοξία της Χαλκηδόνας…» («Η Βυζαντινή Θεοκρατία»). Μια νέα θρησκεία αποτέλεσε λοιπόν και σ’ αυτή την περίπτωση όχημα για τη μετάβαση στην καινούργια εποχή με μεγαλύτερη δυνατότητα επιρροής των παραμελημένων εθνικών και κοινωνικών ομάδων της αυτοκρατορίας (K. Deschner: «Kriminalgeschichte des Christentums»).
Ανάλογα ήταν τα φαινόμενα κατά την εύκολη εξάπλωση των Τούρκων στη Μικρά Ασία, από τον 11ο αιώνα και μετά. Τα οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα και το αίσθημα της παραμέλησης από το κέντρο αποφάσεων ωθούσαν τους ανθρώπους στις υπότουρκες περιοχές σε μαζικές προσχωρήσεις στη θρησκεία της νέας εξουσίας, δεδομένου ότι οι προσήλυτοι απαλλάσσονταν από τον κεφαλικό φόρο (τζίζιε) που πλήρωναν οι «άπιστοι» και είχαν ελαφρύτερο αγροτικό φόρο. Άλλοι λόγοι ήταν η ευκολία με την οποία αποκτούσαν διοικητικές θέσεις και αγροτικές εκτάσεις (Σπύρου Βρυώνη: «Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μικρά Ασία …»). Πάντως, οι μοναχοί των μοναστηριών στον Άθω δήλωσαν υποταγή στους Οθωμανούς, πριν καν αυτοί εδραιώσουν την κυριαρχία τους στα Βαλκάνια, ήδη από το έτος 1372, με αντάλλαγμα την επικύρωση των τίτλων ιδιοκτησίας των κτημάτων τους (C. Mango: «Βυζάντιο»). Το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας που διαθέτουν ακόμα, αλλά χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, διάφορες επισκοπές και μονές στην Ελλάδα, έχουν προέλευση από εκείνη την εποχή, όπου κάθε αυτοκράτορας, ηγεμόνας ή κατακτητής «δώριζε» σημαντικές εκτάσεις γης, οι οποίες φυσικά δεν του ανήκαν, με μόνο κριτήριο την προσήλωση των ευνοουμένων στην εκάστοτε νέα εξουσία.
Ενδιαφέρον είναι δε ότι, στις δύσκολες περιστάσεις υποχώρησης έναντι νέων πολιτικών και θρησκευτικών εξουσιών, επικαλούνταν οι χριστιανοί στην επιχειρηματολογία τους, αμυνόμενοι έναντι της ισλαμικής προπαγάνδας, τους αρχαίους φιλοσόφους. Σε δημόσιες αντιδικίες που διοργανώνονταν μεταξύ χριστιανών και μωαμεθανών ιερωμένων για να διερευνηθεί ποια ήταν η «αληθινή θρησκεία», οι χριστιανοί προέβαλλαν το επιχείρημα ότι «το Κοράνι αποκλίνει από την ουσία του νόμου του θεού και από τα διδάγματα των φιλοσόφων περί αρετής…» Μέσα στην απελπισία της κατάρρευσης και υποχώρησης, πάλι οι Έλληνες και Ρωμαίοι φιλόσοφοι επιστρατεύονται (νεότεροι, π.χ. ο φιλόσοφος Ιωάννης Ιταλός, δεν αφέθηκαν να δημιουργήσουν ορόσημα στον προβληματισμό περί αρετής), τους οποίους αρχαίους φιλοσόφους όμως η Εκκλησία, στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες εξύβριζε, και μέχρι των ημερών μας αποκαλεί (Ακάθιστος Ύμνος) «ασόφους».
Συμπληρωματικά στοιχεία
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπάρχει βέβαια και μικρός αριθμός επιφανών «πατέρων» με ελληνική καταγωγή, οι οποίοι διέθεταν, για την εποχή τους, αξιόλογη παιδεία και συμμετείχαν επίσης στον χορό της συκοφάντησης του Ελληνισμού. Αυτοί οι «πατέρες» συμβάλλουν επίσης με αυθαίρετους ισχυρισμούς στην προσπάθεια μηδενισμού του Ελληνισμού, για παράδειγμα ο Κλήμης Αλεξανδρείας (~150 – ~215), πιθανόν Αθηναίος εκ γενετής. Ο συγκεκριμένος εκρωμαϊσμένος Έλληνας (Titus Flavius Clemens) ισχυρίζεται στην αλλαγή από τον 2ο στον 3ο μ.Χ. αιώνα ότι οι Έλληνες έχουν «κλέψει» τα πάντα από ανατολικούς σοφούς, «Έλληνες κλέπται πάσης γραφής!» (Στρωματείς 1,5). Αν είχε διατηρήσει έστω και ίχνος ελληνικότητας ο Κλήμης, προφανέστατα δεν θα συκοφαντούσε τόσο άκριτα τους συμπατριώτες του και τον εαυτό του, δεδομένου ότι την ίδια στιγμή καπηλεύεται ο ίδιος, συστηματικά αλλά ανομολόγητα, ιδέες της ελληνικής φιλοσοφίας και τις ενσωματώνει στο κήρυγμα και στα γραπτά του. Βέβαια, από τη στιγμή που απέβαλε ο συγκεκριμένος «πατέρας» την όποια ελληνικότητά του και υιοθέτησε για τον εαυτό του ρωμαϊκά ονόματα, είναι αυτονόητο ότι δεν διέθετε πλέον και την απαιτούμενη ελληνική συνείδηση για να εκτιμήσει έναν πατρογονικό πολιτισμό, στου οποίου την κατεδάφιση συνέβαλε ενθέρμως.
Κι επειδή δυσκολεύονται πάρα πολύ όλοι αυτοί να αποκρύψουν την προέλευση των κεντρικών ιδεών στα γραπτά τους ή να εξαφανίσουν από τις συζητήσεις και το πνεύμα της εποχής τις ελληνικές επιρροές, εφευρίσκουν το ιδεολόγημα της «προτύπωσης»: ισχυρίζονται δηλαδή ότι η ελληνική φιλοσοφία έχει ενταχθεί από τη «θεία πρόνοια» στην προετοιμασία για υποδοχή του χριστιανισμού! Ο Ωριγένης, επιφανής «εκκλησιαστικός πατέρας» του 3ου αιώνα με ελληνική καταγωγή, καταλήγει στο «Κατά Κέλσου» σύγγραμμά του: «… φιλαληθώς περί τινων μαρτυρούμεν Ελλήνων φιλοσόφων, ότι επέγνωσαν τον θεόν, επεί ο θεός αυτοίς εφανέρωσεν…» Αυτό το επιχείρημα αντιστράφηκε όμως σύντομα εναντίον των χριστιανών, όταν η νεότερη μωαμεθανική θρησκεία επικαλέσθηκε επίσης την προτύπωση για να εξηγήσει διάφορα σημεία «αντιγραφής» της από τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και κάποιες τοπικές θρησκείες της Αραβίας!
Άλλη μια όμοια αντιστροφή επιχειρημάτων και μεθοδεύσεων προέκυψε στο θέμα της οικειοποίησης και χρήσης λατρευτικών χώρων. Περί το έτος 600 έλεγε ο επίσκοπος Ρώμης Γρηγόριος Α΄, ο Μέγας και άγιος της ορθόδοξης Εκκλησίας: «Πρέπει να προσέξουμε πρώτα από όλα να μην εξοργίζουμε τους ειδωλολάτρες και να μην καταστρέφουμε τους ναούς τους. Πρέπει να καταστρέφουμε μόνο τα είδωλα και έπειτα να ραντίζουμε το μέρος με αγιασμό και να τοποθετούμε μέσα του άγια λείψανα. Αν οι ναοί αυτοί είναι καλοκτισμένοι, μας συμφέρει να τους μετατρέπουμε απλώς από χώρο λατρείας των δαιμόνων σε χώρο λατρείας του αληθινού Θεού».
Περίπου μια χιλιετία αργότερα γράφει ο Οθωμανός ιστορικός Σαν αλ-Ντιν, σε μια περιγραφή που συνέταξε κατά τον 16ο αιώνα, για την κατάκτηση της Κων/πολης: «… Οι (χριστιανικοί) ναοί της Πόλης καθαρίστηκαν από τα ποταπά είδωλα και τις βρώμικες ειδωλολατρικές ακαθαρσίες, σβήστηκαν οι εικόνες τους και στήθηκαν μωαμεθανικοί βωμοί και άμβωνες… οι ναοί των απίστων μετατράπηκαν σε τζαμιά των πιστών και οι ακτίνες του φωτός του Ισλάμ έδιωξαν τις στρατιές του σκότους, όπου μέχρι τότε ζούσαν οι αισχροί άπιστοι…» (P. Sherrad: Constantinople, Iconography of a Sacred City, Λονδίνο 1965.) Οι «εξαγνισμοί» που είχαν μεθοδεύσει οι χριστιανοί εναντίον των εθνικών ιερών επαναλαμβάνονταν από τον 11ο αιώνα στη Μικρά Ασία και από τον 15ο και στα Βαλκάνια, σε βάρος τους εκ μέρους των μωαμεθανών. Ανταγωνισμός πολιτισμών ως σύγκρουση μεταξύ «αληθινών» θρησκειών…
| « Προηγούμενο [ΙII] | Επόμενο [V] » |
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια
Οποιοδήποτε ρεπορτάζ σχετικό με την Εκκλησία παραμένει συγκεχυμένο
Το παρακάτω κείμενο που σχολιάζει την εκκλησιαστική περιουσία περιέχει πολλές ανακρίβειες: κανείς δεν λέει την αλήθεια· έτσι, οποιοδήποτε ρεπορτάζ σχετικό με την Εκκλησία παραμένει συγκεχυμένο. Οι ιεράρχες δεν δημοσιεύουν στοιχεία σχετικά με την περιουσία της Εκκλησίας – άλλωστε δεν έχει κάνει καμιά επίσημη απογραφή. Έτσι, ενώ ο ελληνικός λαός υποφέρει από ανισοβαρή και άδικη φορολόγηση, οι εξουσίες –πολιτικές και εκκλησιαστικές– χειρίζονται το ζήτημα σαν το απόλυτο εθνικό ταμπού.
Η Αρχιεπισκοπή διανέμει καθημερινά 10.000 μερίδες φαγητού σε συσσίτια. Σύμφωνα με στοιχεία της «Αποστολής της Εκκλησίας της Ελλάδας», η συμμετοχή σ’ αυτά τα συσσίτια αυξήθηκε τους τελευταίους μήνες κατά 40% με τους Έλληνες να υπερτερούν των μεταναστών (60% είναι Έλληνες). Ακολουθούν μετανάστες από την Αφρική (16,6%), την Ανατολική Ευρώπη (13,8%) και την Ασία (9,6%). Οι μισοί που προσέρχονται στα συσσίτια είναι μεγαλύτεροι των 50 ετών (2.548 άτομα), ενώ 1.574 άτομα είναι μεταξύ 31 και 50 ετών. (Κι αυτά τα στοιχεία είναι προσεγγιστικά.)
Η Εκκλησία, αντί να μοιράζει νερόβραστα μακαρόνια, θα έπρεπε (το «θα έπρεπε» δεν έχει ποτέ θέση στην ελληνική πραγματικότητα: είμαστε εναντίον οποιασδήποτε δεοντολογίας) να παραδώσει την περιουσία της στο Δημόσιο και να διαχωριστεί οριστικά από το κράτος. Παρά την οικονομική μας κατάρρευση, αυτό το διαλυμένο κράτος συνεχίζει να πληρώνει τους παπάδες (τις χήρες και τις ανύπαντρες κόρες τους, που, εξαιτίας της απουσίας αντισύλληψης, είναι πολλές) ως δημοσίους υπαλλήλους, δαπανώντας ένα εκατομμύριο ευρώ ετησίως. Παραλλήλως, αναγνωρίζει φορολογικά προνόμια στην εκκλησιαστική περιουσία. Αντί λοιπόν να καλλωπίζει τη δημόσια εικόνα της με ελεημοσύνες, θα προτιμούσαμε η Εκκλησία να δηλώσει αληθινά στοιχεία για το οικονομικό της δυναμικό και να πάψει να κοροϊδεύει το ποίμνιό της καθώς κι εμάς τους υπόλοιπους που δεν είμαστε ποίμνιό της.
Μπροστά στο ενδεχόμενο της φορολογικής μεταρρύθμισης οι Έλληνες ιεράρχες βάλθηκαν να θρηνολογούν ότι θα χρεοκοπήσουν. Αρνούνται ότι η εκκλησιαστική περιουσία ανέρχεται σε τρισεκατομμύρια (όπως πιστεύεται) και υποστηρίζουν ότι αντιστοιχεί σε 702.160.000 ευρώ… Τι μαθηματική ακρίβεια, ε; Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στη λεγόμενη αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Συνόδου που αξιοποιείται εμπορικά. Τι συμβαίνει όμως με την υπόλοιπη περίουσία; Εκτός από τα εκμεταλλεύσιμα ακίνητα και την άγνωστη κινητή περιουσία που διαθέτει η Ιερά Σύνοδος, υπάρχει ανεκμετάλλευτη ακίνητη περιουσία: 1,3 εκατομμύρια στρέμματα (βοσκοτόπια, δασικές εκτάσεις, χωράφια), καθώς και 400.000 στρέμματα με καθεστώς συνιδιοκτησίας ή με απροσδιόριστο καθεστώς. Γι’ αυτό, μαζί με τις 2.500 μονές και την περιουσία τους, το μέγεθος της εκκλησιαστικής περιουσίας υπολογίζεται από 2 δις έως 15 δις ευρώ. Πάντως οκτώ μονές που προσέφυγαν στα ευρωπαϊκά δικαστήρια εναντίον του νόμου Τρίτση (περί φορολόγησης της εκκλησιαστικής περιουσίας) αποτιμούσα ν τα περιουσιακά τους στοιχεία στο αστρονομικό ποσό των 8 τρισεκατομμυρίων δραχμών και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το κράτος έπρεπε να τις αποζημιώσει με το ποσό των 7,6 τρισεκατομμυρίων δραχμών – δηλαδή με 22,5 δις! Αν η περιουσία των oκτώ μονών κυμαινόταν πριν από είκοσι χρόνια σε 7,6 τρισεκατομμύρια δραχμές, πώς μπορούμε να υπολογίσουμε την περιουσία των 2.500 μοναστηριών και ναών σε όλη τη χώρα; Εξάλλου, μέσα σε είκοσι χρόνια, με την αύξηση της τιμής των ακινήτων, τα 7,6 τρις έχουν γίνει καμιά δεκαπενταριά… Επιμένω: το ποσό αυτό αντιστοιχούσε σε οκτώ μόνο μοναστήρια…
Η συνολική περιουσία των μονών της επικράτειας παραμένει άγνωστη στο κοινό: η αδιαφάνεια οφείλεται σε πλέγμα που υφαίνουν περισσότερα από 10.000 νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (μητροπόλεις, ναοί, μονές, «προσκυνήματα», ιδρύματα, κληροδοτήματα) μαζί με κυβερνητικά στελέχη που πρόσκεινται στην Εκκλησία. Το αποτέλεσμα είναι να προστατεύεται η εκκλησιαστική περιουσία από τα αδιάκριτα μάτια των «αντικληρικών»: στην Ελλάδα η σχέση κράτους-Εκκλησίας βρίσκεται ακόμα στην εποχή πριν από τον Ζαν Ζορές, πριν από το λαϊκό σχολείο και τον νόμο του 1905. Δικαιολογημένα λοιπόν οργιάζουν οι εικασίες και οι αυθαίρετοι υπολογισμοί, σύμφωνα με μερικούς από τους οποίους η αξιοποίησιμη εκκλησιαστική περιουσία ξεπερνά τα 5 τρις ευρώ, άρα καλύπτει άνετα το δημόσιο χρέος.
Φιλανθρωπικό έργο η Εκκλησία δεν έχει να επιδείξει: άλλωστε, τα κοινωνικά προβλήματα δεν λύνονται με φιλανθρωπικούς εράνους – λύνονται με θεσμούς και οικονομικές δραστηριότητες. Η Εκκλησία της Ελλάδος διαθέτει περίπου οκτακόσια κτίρια γραφείων, καταστήματα, εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία, ακόμα και μισθωμένα βενζινάδικα: πού διοχετεύονται αυτά τα έσοδα; Και πώς συγκροτήθηκε ένας τέτοιος οικονομικός κολοσσός; Η ρευστότητά της υπολογίζεται, χοντρικά (πολύ χοντρικά!), σε μερικές δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες, εκατομμύρια ευρώ. Ταυτοχρόνως, οι μητροπολίτες έχουν συστήσει δύο ανώνυμες εταιρείες: μία για τη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων, με την επωνυμία «Υποστήριξη Επιχειρησιακών και Χρηματοδοτικών Προγραμμάτων Μελετών και Έργων» και μία για τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Για όλη αυτή την επίσημη επιχειρηματική της δραστηριότητα η Εκκλησία δήλωσε το 2008 έσοδα 20 εκατομμυρίων ευρώ… Δεν ακούγεται «λίγο»; Πιθανότατα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια χονδροειδή φοροδιαφυγή που δεν αντισταθμίζεται με διανομή μακαρονιών.
Όσο για το λαϊκό κίνημα, το έχουμε επαναλάβει, αναλώνεται σε ψευτοεπαναστατικές ενέργειες που δυσκολεύουν την καθημερινότητα των πολιτών χωρίς να διατυπώνει συγκεκριμένα αιτήματα, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η ξεκάθαρη ενημέρωση σχετικά με την εκκλησιαστική περιουσία και η πρόοδος στην κατεύθυνση ενός εκκοσμικευμένου κράτους. Στην Ελλάδα, η Εκκλησία είναι η ιερή μας αγελάδα – όσο γι’ αυτή την ομοιοκαταληξία, θεωρήστε την απολύτως αθέλητη και απολύτως τυχαία.
Απάντηση της Ιεράς Συνόδου >>
Ανταπάντηση της αρθρογράφου >>
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στη διαδικτυακή εφημερίδα ATHENS voice, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (31)
Δεν είμαι διαφορετική, απλά είμαι Άθεη
Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι ήμουν διαφορετική! Μεγάλωσα σε μία τυπική (βαρετή) μικροαστική οικογένεια. Γονείς δημόσιοι υπάλληλοι, τρία παιδιά, σπίτι σε καλή συνοικία της πόλης. Στο σχολείο κάναμε προσευχή το πρωί αλλά στο σπίτι όχι, ποτέ δεν σκέφτηκα πως ήταν περίεργο. Η γιαγιά μου έκανε τον σταυρό της πριν το φαγητό αλλά εμείς όχι, ούτε αυτό μου φάνηκε περίεργο.
Στο σπίτι τρώγαμε κρέας όποτε θέλαμε και πηγαίναμε στην εκκλησία μόνο το Πάσχα, και αυτό στις 12 παρά πέντε τα μεσάνυχτα με 12 και πέντε. Στα 7 μου χρόνια η δασκάλα στο σχολείο μάς είπε πως, αν προσευχόμαστε καθημερινά, ο Θεός ακούει τις προσευχές μας. Την ίδια περίοδο πέθανε o παππούς μου, τον αγαπούσα πάρα πολύ και μου έλειπε. Άρχισα τότε να προσεύχομαι κάθε βράδυ με μία δικής μου έμπνευσης προσευχή που παρακαλούσε να είμαστε όλοι καλά και να ζήσουμε πολλά χρόνια.
Στο σπίτι συνεχίσαμε να μην προσευχόμαστε και να τρώμε ότι θέλαμε, όποτε θέλαμε. Εξακολουθούσαμε να μην κάνουμε τον σταυρό μας, ποτέ. Πηγαίναμε σε γάμους και βαφτίσια και κάναμε το σήκω-κάτσε μηχανικά, δεν καταλάβαινα τι λέγανε στους γάμους και δεν με ένοιαζε κιόλας.
Η καλύτερή μου φίλη δεν μπορούσε να παίξει μαζί μου τις Κυριακές γιατί πήγαινε στην εκκλησία και μετά στο κατηχητικό. Δεν ενδιαφερόμουν ιδιαίτερα για κανένα από τα δύο.
Σαν παιδί ήμουν βιβλιοσκώληκας, διάβαζα ό,τι έπεφτε στο χέρι μου, ανάμεσά τους τα βιβλία του Ιουλίου Βερν, το «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος», βιβλία του Ντίκενς και του Λουντέμη ανακατεμένα. Ευτυχώς στο σπίτι μας είχαμε μεγάλη βιβλιοθήκη και οι γονείς μου ενθάρρυναν το πάθος μου.
Στα 9 μου χρόνια διάβασα το βιβλίο «Ένα Παιδί Μετράει τ’ Άστρα». Η φιγούρα του κακεντρεχούς και πανάσχημου παπά μου έκανε φοβερή εντύπωση, που μασάει τα γένια του όταν θυμώνει και εξαπολύει κεραυνούς πίστης, όταν στην έκθεση του πρωταγωνιστή η ετοιμοθάνατη δεν θέλει τη μετάληψη που «φέρνει θάνατο» αλλά τη λεμονάδα. Ο παπάς που έβλεπα στη γειτονιά μας ήταν σχετικά νέος και χάιδευε τα παιδάκια στο κεφάλι όταν του φιλούσαν το χέρι.
Την επόμενη χρονιά στο σχολείο, την ώρα της βιολογίας, μία συμμαθήτριά μου ρώτησε, «Αν η βιολογία λέει πως προερχόμαστε από τον πίθηκο και τα θρησκευτικά λένε πως μας έφτιαξε ο Θεός, τι πρέπει να πιστεύουμε;» Ο δάσκαλος δεν το σκέφτηκε ούτε στιγμή. «Τα θρησκευτικά». ΑΜΑΝ!! Μου φάνηκε τελείως παράλογο ότι μας έφτιαξε ο θεός, δηλαδή πώς, όπως ο ταχυδακτυλουργός βγάζει το κουνέλι από το καπέλο; Άσε που ήμαστε μεταξύ μας τελείως διαφορετικοί, αν μας έφτιαξε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, πόσες εικόνες είχε;
Εκείνη την εποχή είχα ξεκοκαλίσει ήδη τη σειρά «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος», και η εξήγηση που έδιναν τα βιβλία και η σειρά μου φαινόταν περισσότερο πιθανή και λογική.
Αλλά, όπως κάθε φυσιολογικό δεκάχρονο, ρώτησα την πιο καλή μου φίλη και η απάντηση με άφησε άφωνη. «Ο θεός μας έπλασε. Αν δεν πιστεύεις στον θεό, πας στην κόλαση και δεν βλέπεις ποτέ ξανά την οικογένειά σου». Δεν με τρόμαξε ιδιαίτερα αυτό που είπε, αλλά με τη σοφία που μας δίνουν τα 10 χρόνια μας αποφάσισα πως ήταν καλύτερα να μην ξαναθίξω το θέμα, είτε στην τάξη είτε εκτός. Σαν παιδί ήμουν λίγο αμήχανη κοινωνικά και δεν ήθελα να δώσω περισσότερες ευκαιρίες στα άλλα παιδάκια για να μη με παίζουν.
Fast forward και είμαι πλέον στο Λύκειο, o Θρησκευτικός είναι και παπάς, δογματικός μεν, συζητήσιμος δε. Παντρεμένος και με τρία παιδιά και χοντρός σαν έγκυος σε δίδυμα. Μας εκθειάζει τα καλά της νηστείας με παραδείγματα από τον εαυτό του. «Εγώ ζήτημα να τρώω 10 φορές το χρόνο κρέας, το Πάσχα μόνο λίγο ψαχνό από το αρνάκι.» Τον κοιτάω και σκέφτομαι, «Και την κοιλάρα που κοντεύει να σκίσει το ράσο την έκανες με μαρουλάκια;».
Στην παράδοση σφαζόμαστε, έχει σύστημα να ορίζει ομάδες που παρουσιάζουν περιλήψεις του μαθήματος της επόμενης ημέρας στην τάξη. Μου πέφτουν οι άθεοι και γίνεται χαμός. Έκανα μία παρουσίαση που ανέφερε πως τα επιχειρήματα των άθεων δεν είναι παράλογα. Το βιβλίο ανέφερε ως χαρακτηριστικούς άθεους τους Μαρξ-Νίτσε-Φρόυντ Αναφέρθηκα με ΠΟΛΥ θετικά σχόλια και στους τρεις, ειδικότερα στον Νίτσε. Ο Θεολόγος με άφησε να τελειώσω την παρουσίαση, αλλά προσπάθησε να ανασκευάσει όσα είχα πει, ανέφερε τη Σοβιετική Ένωση (θα υπήρχε για κανένα χρόνο ακόμη) ως αποτέλεσμα της αθεΐας του Μαρξ, και το βιβλίο “Τάδε Έφη Ζαρατούστρα” ως το εγχειρίδιο του … Ζωροαστρισμού (ακόμα γελάω).
Φυσικά έπεσε και λίγος Χίτλερ στην κουβέντα μαζί με τον Νίτσε, όταν είπα πως ο Χίτλερ ήταν θρησκευόμενος και ο Στάλιν φοιτητής σε θεολογική σχολή. Μου απάντησε πως “μετά” έχασαν την πίστη τους και έκαναν ό,τι έκαναν. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου έκαναν ερωτήσεις του τύπου, πού βρίσκονται τώρα οι Μαρξ και Νίτσε και Φρόυντ, στην κόλαση; Δεν ήταν κακοί άνθρωποι, απλώς δεν πίστευαν στο Θεό. Ο καθηγητής απάντησε, ευτυχώς: “Ο θεός κρίνει και δεν μπορούμε να ξέρουμε την κρίση του”. Δεν θυμάμαι πια ολόκληρη τη συζήτηση, αλλά ήταν από τις μέρες που το κουδούνι χτύπησε γρήγορα και ο καθηγητής την κοπάνησε από την τάξη σε χρόνο dt.
Αλλά ακόμα δεν έχω βρει τον δρόμο μου. Τελειώνω το Λύκειο και αρχίζω να δηλώνω αγνωστικίστρια. Γλιτώνω τις πολλές, δύσκολες ερωτήσεις, ψάχνομαι κιόλας ακόμα, δεν πιστεύω στη χριστιανική θρησκεία αλλά δεν έχω αποκλείσει και την ύπαρξη «θεού».
Μερικά χρόνια μετά, ψάχνοντας στο Internet για συμβουλές για προβλήματα ύπνου των μωρών, πέφτω επάνω σε ένα forum από οικογένειες με άθεους και αγνωστικιστές γονείς. Εκεί αρχίζει ο πραγματικός αποχαιρετισμός για εμένα. Συνειδητοποιώ πως μπορείς να είσαι άθεος και να ζεις μια πλήρη, ευτυχισμένη και ηθική ζωή και, το κυριότερο, δεν χρειάζεται να κρύβεσαι ούτε να δηλώνεις Χ.Ο. για να μην σε κακοχαρακτηρίσουν, μπορώ να πω με θάρρος πως είμαι άθεη, γιατί αυτό είμαι.
Είμαι σίγουρη πως δεν υπάρχει θεός, έχω πια ωριμάσει συναισθηματικά και κοινωνικά, και όλα τα παραθυράκια και τα what if… έχουν κλείσει, έχω περάσει αρκετό καιρό έξω από την προστατευτική φούσκα της οικογένειας, έχω πλέον δική μου γνώμη για την κοινωνία, τη θρησκεία, τον κόσμο και τον θεό, ή μάλλον την ανυπαρξία θεού.
Ο οριστικός αποχαιρετισμός έγινε το 2009, μία απλή επέμβαση ρουτίνας τελικά δεν ήταν αυτό που φαινόταν, και καταλήγω για τρεις μέρες σε κώμα με διάγνωση χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα του εντέρου. Εκεί μου φεύγει και ο τελευταίος φόβος που είχε σχέση με τη θρησκεία, ο φόβος του θανάτου.
Μετά από τρεις ημέρες σε κώμα συνειδητοποίησα πως αν πεθάνω, η Γη θα συνεχίσει να γυρίζει, ο κόσμος θα συνεχίσει να ζει, τα όποια προβλήματα αντιμετωπίσει η οικογένειά μου δεν θα είναι δικά μου. Δεν θα μπορώ να τα λύσω, αλλά δεν θα τα ξέρω κιόλας, η απώλεια της συνείδησης θα είναι ολοκληρωτική. ΔΕΝ σκέφτομαι άρα ΔΕΝ υπάρχω, τέλος!
Ανακαλύπτω πως αυτή είναι μία προοπτική που μπορώ να αντέξω, δεν είμαι πιο δυνατή, απλώς είδα το μετά και δεν είναι τρομακτικό, είναι ένα… τίποτα. Σήμερα μαθαίνω ακόμα να ζω με το χρόνιο νόσημα που έχω, εξακολουθώ να απολαμβάνω τα μικρά πράγματα χωρίς ενοχές, μία αγκαλιά από τα παιδιά μου, ένα ανέκδοτο με τον άντρα μου, ένα ζεστό τσάι μία κρύα νύχτα.
Δεν χρειάζομαι τον ουράνιο μπαμπάκα για να δώσει νόημα στη ζωή μου, ούτε τη μετά θάνατον ανταμοιβή, ούτε τον φόβο της κόλασης για να μην κάνω «κακές πράξεις». Η ζωή είναι ωραία όπως είναι, και μπορώ να τη χαρώ χωρίς πνευματικά δεκανίκια.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.






