Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

ΦσΜ [5.3] Συνείδηση

19 January 2012
Comments Off on ΦσΜ [5.3] Συνείδηση
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [5.2.4] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [5.4] »

Η προϋπόθεση ότι ελεύθερες πράξεις μπορούν να γίνουν μόνο από ένα ον με συνείδηση μας φέρνει στο τελευταίο και πιθανώς το πιο δύσκολο αίνιγμα: την πηγή της ίδιας της συνείδησης. Πώς γίνεται και αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας ως αυτόνομα άτομα; Ποιος ή τι είναι ο παρατηρητής, το "εγώ", που κατοικεί μέσα στο μυαλό μας και είναι φορέας αυτής της "αντίληψης"; Πώς γίνεται να μπορούμε να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να παρατηρούμε την ίδια μας τη νοητική λειτουργία, ενός εγκεφάλου που αποτελείται από νευρώνες, αν και κανένας νευρώνας δεν διαθέτει αυτή την ιδιότητα;

Αν και μια πλήρης απάντηση στο ερώτημα ξεπερνά τους στόχους αυτής της μελέτης και τα όρια της ανθρώπινης γνώσης αυτήν τη στιγμή, ένα πράγμα είναι σίγουρο: οι ένθεοι που δηλώνουν ότι είναι λογικά αδύνατο η συνείδηση να προκύπτει από κάτι χωρίς συνείδηση, ή παρεμφερή πράγματα, σφάλλουν. Μόνο και μόνο επειδή κανένα νευρικό κύτταρο ή ηλεκτροχημική αντίδραση δεν έχει την ιδιότητα της συνείδησης, δε σημαίνει ότι ένας μεγάλος αριθμός από δαύτα, κατάλληλα τοποθετημένα, δεν μπορούν να διαθέτουν την εν λόγω ιδιότητα. Επειδή κανένα τούβλο δεν έχει την ιδιότητα του να είναι σπίτι, αυτό δε σημαίνει ότι μια μεγάλη ποσότητα τούβλων, κατάλληλα τοποθετημένων δεν μπορεί να έχει την ιδιότητα "σπίτι". Υπάρχουν πολλά συστήματα όπου η διαρρύθμιση και αλληλεπίδραση απλών δομικών στοιχείων μπορούν να παράξουν νέες, περίπλοκες ιδιότητες και συμπεριφορές που κανένα δομικό στοιχείο δεν έχει από μόνο του.

Αυτή η έννοια στη θεωρία της πολυπλοκότητας ονομάζεται ανάδυση. Αναδυόμενα φαινόμενα είναι εκείνα που εμφανίζονται αυτόνομα από την αλληλεπίδραση απλούστερων στοιχείων, παράγοντας νέα επίπεδα πολυπλοκότητας με νέες ιδιότητες που δεν υπήρχαν σε κανένα από τα δομικά στοιχεία, αν εξετάζονταν ατομικά. Για παράδειγμα, οι ιδιότητες των πρωτεϊνών αναδύονται από την αλληλεπίδραση των αμινοξέων που τις απαρτίζουν. Οι ιδιότητες ενός σμήνους πουλιών ή ενός κοπαδιού ψαριών αναδύονται από τη συμπεριφορά του καθενός ζώου που τα αποτελεί. Οι ιδιότητες ενός χρηματιστηρίου αναδύονται από τις πράξεις των μετόχων που συμμετέχουν σ’ αυτό. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μελέτη των ιδιοτήτων ενός δομικού στοιχείου ενός συστήματος απομονωμένα σπάνια θα δώσει αποτελέσματα για τη συμπεριφορά όλου του συστήματος και τα χαρακτηριστικά των δομικών στοιχείων θα είναι σίγουρα πιο απλά από τα χαρακτηριστικά ολόκληρου του συστήματος. Η συνείδηση σίγουρα θα αποδειχθεί ότι είναι φαινόμενο αυτού του είδους και, ως τέτοιο, οποιαδήποτε προσπάθεια να εντοπιστεί μια μοναδική πηγή της είναι πιθανότατα καταδικασμένη εξ αρχής. Ό,τι γνωρίζουμε από τη νευρολογία αποκλείει την πιθανότητα ύπαρξης ενός "Καρτεσιανού θεάτρου", ενός μοναδικού κέντρου συνείδησης στον εγκέφαλο, όπου όλες οι διαφορετικές επεξεργασμένες πληροφορίες συναντώνται σαν μια ταινία που παίζει στην οθόνη. Αντίθετα, η συνείδηση είναι πιθανότατα μια αναδυόμενη ιδιότητα ολόκληρου του συμπλέγματος νευρώνων στον εγκέφαλο.

« Προηγούμενο Άρθρο [5.2.4] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [5.4] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Περί πίστεως

15 January 2012
Comments Off on Περί πίστεως
Αρθρογράφος: Αόρατη Μελάνη


Από καιρό θέλω να γράψω ένα άρθρο σχετικά με την έννοια της πίστης. Ήρθε ο καιρός λοιπόν να το κάνω, παίρνοντας αφορμή από ένα περιστατικό που μου συνέβη πρόσφατα.

Είχα πάει στο σπίτι μιας φίλης και της πήγα μερικές κάρτες της Ένωσης Άθεων. Μια άλλη φίλη της που βρισκόταν εκεί τις είδε, της άρεσαν πολύ και με ρώτησε πού τις βρήκα. Της είπα, με ρώτησε αν είμαι άθεη, απάντησα καταφατικά και ξεκίνησε μια κουβέντα για το θέμα του θεού και της πίστης. Παραθέτω τμήμα του διαλόγου, όσο καλύτερα το θυμάμαι, ελπίζοντας ότι δεν τον έχω παραποιήσει σημαντικά.
– Εσύ δεν πιστεύεις στον θεό;
– Πες μου τι εννοείς όταν λες “θεός”.
– Κοίταξε… εγώ πάντως πιστεύω ότι υπάρχει κάτι.
– Δεν νομίζεις ότι είναι κάπως αόριστο αυτό;
– Όχι, όχι, καθόλου αόριστο!
– Μα η λέξη “κάτι” δεν είναι και πολύ συγκεκριμένη. Μπορείς να μου εξηγήσεις τι εννοείς με αυτήν;

– Ρε παιδί μου, πιστεύω… αισθάνομαι… ας πούμε μια ενέργεια, κάτι μεγαλύτερο, κάτι έξω από μένα, ή κάτι μέσα μου…
– Μισό λεπτό, μισό λεπτό. Μιλάς για πολλά διαφορετικά πράγματα, ασαφή και αντιφατικά. Είναι έξω από σένα, ή μέσα σου; Για τι μορφής ενέργεια μιλάς; Και μεγαλύτερο από τι;
– Κοίταξε να σου πω, έχω παρατηρήσει πολλές φορές, από την εμπειρία μου, περιστατικά που δείχνουν… θα σου πω ένα παράδειγμα. Κάποτε χρειαζόμουν 65 ευρώ για να εξοφλήσω ένα χρέος. Δεν ήξερα πού να τα βρω, δεν ήξερα τι να κάνω… και με παίρνει μια φίλη μου και μου λέει ότι από την τελευταία εκδρομή που κάναμε με μια μεγάλη παρέα περίσσεψαν 65 ευρώ – πρόσεξε, ούτε 60 ούτε 70, 65 ακριβώς – και αμέσως βγάζει και μου δίνει τα χρήματα… δεν ξέρω πώς σκέφτηκε εμένα, ίσως επειδή ήξερε ότι γενικά έχω δυσκολίες… τέτοια περιστατικά μου συμβαίνουν συχνά. Θυμάμαι να σου πω πάρα πολλά.
– Πολύ χαίρομαι που ήσουν τόσο τυχερή. Πες μου όμως σε παρακαλώ, θυμάσαι καθόλου περιστατικά όπου χρειαζόσουν τα 65 ευρώ και δεν τα βρήκες;
– Δεν θέλω να τα σκέφτομαι αυτά, αυτή είναι αρνητική σκέψη!
– Ίσως, αλλά για να βγάλεις κάποιο συμπέρασμα, θα πρέπει να έχεις όλα τα δεδομένα, έτσι δεν είναι;
– Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει μια θετική ενέργεια που πραγματοποιεί τις επιθυμίες μας, υπάρχει κάτι ρε παιδί μου… αυτό εγώ το λέω θεό. Θα μου πεις βέβαια, γιατί να το πεις θεό; Κάποιοι του έχουν βάλει κάποια ταμπέλα…
– Αυτό ακριβώς θα σου πω.
– Ναι, αλλά το γεγονός ότι κάποιοι του έχουν βάλει ταμπέλα, δεν σημαίνει τίποτε… καθένας εννοεί αυτό που αισθάνεται…
– Όταν όμως καθένας δίνει άλλη έννοια στη λέξη, υπάρχει πρόβλημα συνεννόησης. Πρέπει να δώσουμε έναν ορισμό στη λέξη θεός και να μείνουμε σε αυτόν, για να μπορούμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα. Και πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας την ταμπέλα που έχει ήδη δοθεί στη λέξη, γιατί διαφορετικά δημιουργούνται παρεξηγήσεις.
– Εσύ δεν πιστεύεις σε κάτι;
– Πες μου τι εννοείς όταν λες “πιστεύω” και θα σου πω.
– Ε, τώρα… δεν πιστεύεις στη φίλη σου, ας πούμε; Στην αγάπη; Στους ανθρώπους;
– Πάλι αναφέρεις πολλά και διαφορετικά πράγματα σαν να είναι ίδια. Ας τα πάρουμε ένα ένα. Πιστεύω στη φίλη μου σημαίνει ότι έχω εμπιστοσύνη στη φίλη μου, επειδή την γνωρίζω.
– Όχι, δεν λέω την εμπιστοσύνη, λέω αν πιστεύεις. Εγώ πιστεύω σε αυτήν.
– Πίστεψες σε αυτήν μόλις την είδες, με το καλημέρα; Ή πίστεψες αφού την γνώρισες πρώτα και σχημάτισες μια εικόνα για τον χαρακτήρα της;
– …
– Η “πίστη” σε έναν άνθρωπο χτίζεται σταδιακά, είναι δείγμα εμπιστοσύνης. Η πίστη στην αγάπη , είπες, είναι διαφορετική. Όταν λες ότι πιστεύεις στην αγάπη, μήπως στην πραγματικότητα εννοείς ότι θεωρείς την αγάπη αξία;
– Ναι, αυτό λέω, πιστεύω στην αγάπη, εννοώ ότι πιστεύω στην αξία της αγάπης… αλλά αυτό για τους φίλους, δεν είναι το ίδιο, άλλο η πίστη και άλλο η εμπιστοσύνη… εγώ πιστεύω στη φίλη μας…
– Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στους φίλους μας, εννοούμε ότι τους έχουμε εμπιστοσύνη, επειδή τους γνωρίζουμε και ξέρουμε την αξία τους, τις αρχές τους, τις δυνατότητές τους, τις προθέσεις τους. Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στην αγάπη, εννοούμε ότι την υιοθετούμε ως αξία στη ζωή μας. Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στον θεό, εννοούμε ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως υπάρχει, χωρίς να διαθέτουμε αποδείξεις και τεκμήρια για το γεγονός αυτό. Είναι πολύ διαφορετικά πράγματα.
– Τι να σου πω, αυτό μου ακούγεται κάπως, είναι πολύ…
– …λογικό μήπως;
– Ναι, κοίταξε, καλή είναι η λογική, αλλά χρειάζεται και άλλα πράγματα, το συναίσθημα ας πούμε…
– Φυσικά και χρειάζομαι το συναίσθημα για να σχετιστώ με τους φίλους μου και τους άλλους ανθρώπους. Όταν όμως θέλω να κατανοήσω πώς λειτουργεί ο κόσμος και ποια είναι η πραγματικότητα, χρειάζομαι τη λογική.
– Α, είναι πολύ εγκεφαλικό για μένα αυτό.

Ανάλυση

Κατά την άποψή μου, η λέξη πίστη χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη με πολλές διαφορετικές έννοιες.
Όλες τους λίγο έως πολύ οι έννοιες του “πιστεύω” μπορούν να αναχθούν στη φράση “τρέφω την πεποίθηση”, όπου η εν λόγω πεποίθηση είναι περισσότερο ή λιγότερο βάσιμη – κι εκεί έγκειται η διαφορά και η διάκρισή τους, όπως θα αναλύσω παρακάτω.

1. Εμπιστοσύνη, π.χ. “πιστεύω σε εσένα” σημαίνει “σε εμπιστεύομαι“.
Όταν λέμε ότι πιστεύουμε σε κάποιον εννοούμε ότι έχουμε σχηματίσει την πεποίθηση, από την μέχρι τώρα συμπεριφορά του και όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με εκείνον, ότι θα μας φερθεί καλοπροαίρετα, ή/και ότι έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για να πετύχει έναν συγκεκριμένο στόχο. Πιστεύουμε ότι είναι καλός φίλος, πιστεύουμε ότι θα περάσει τις εξετάσεις του, πιστεύουμε ότι θα πάρει τη δουλειά – το συμπεραίνουμε από τα δεδομένα που έχουμε συλλέξει γι’ αυτόν τον άνθρωπο, έστω και ασυναίσθητα.
Η πεποίθησή μας αυτή έχει μια βάση, επηρεάζεται όμως και από τα συναισθήματά μας, που μας κάνουν να μεροληπτούμε, είτε ασυναίσθητα είτε συνειδητά. Θέλουμε να είναι ο φίλος μας καλός μαζί μας, επομένως προτιμάμε να το πιστέψουμε. Αρχικά βέβαια περιμένουμε να τον γνωρίσουμε καλά πριν τον εμπιστευθούμε, μόλις όμως χτιστεί η αρχική εμπιστοσύνη, προσπαθούμε να την διατηρήσουμε, επιλέγοντας πολλές φορές να αγνοήσουμε ενδείξεις που την καταρρίπτουν. Αν όμως οι ενδείξεις αυτές γίνουν πολλές και σαρωτικές, ή αν τελικά γίνουν αποδείξεις, τότε και η εμπιστοσύνη καταρρέει.
Κάτι ανάλογο γίνεται και με την πεποίθηση ότι ο φίλος μας θα έχει επιτυχίες, επαγγελματικές ή άλλες. Αξιολογούμε βέβαια τις πραγματικές του ικανότητες, συχνά όμως επιλέγουμε, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, να εναποθέσουμε περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτόν απ’ όσο θα δικαιολογούσαν τα δεδομένα μας, επειδή επιθυμούμε να πετύχει, και επειδή επιθυμούμε να του μεταδώσουμε την πεποίθησή μας, να του χαρίσουμε αυτοπεποίθηση, να του τονώσουμε το ηθικό. Και εδώ όμως, αν τα δεδομένα στραφούν κατάφωρα εναντίον μας, η εμπιστοσύνη μας θα κλονιστεί.
Ώστε λοιπόν η πίστη στον φίλο είναι εμπιστοσύνη, η οποία είναι εν μέρει βάσιμη (προϊόν δεδομένων και λογικής επεξεργασίας) κι εν μέρει αβάσιμη (προϊόν ευσεβούς πόθου). Η πίστη αυτή μπορεί βεβαίως να προδοθεί ή να κλονιστεί, αυτό όμως τι σημαίνει; Σημαίνει ότι είτε είχαμε εξ αρχής εσφαλμένα ή ελλιπή δεδομένα, είτε δεν τα επεξεργαστήκαμε σωστά, είτε τα δεδομένα άλλαξαν στην πορεία και δεν το αντιληφθήκαμε, είτε επιλέξαμε να εναποθέσουμε εμπιστοσύνη σε ανάξιο γι’ αυτήν άτομο.

2. Υιοθέτηση αξίας, π.χ. “πιστεύω στην αγάπη” σημαίνει “υιοθετώ την αγάπη ως αξία στη ζωή μου“.
Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στην αγάπη, δεν εννοούμε ότι διαπιστώσαμε την ύπαρξη της αγάπης, ούτε ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως υπάρχει χωρίς όμως να έχουμε καμία απόδειξη γι’ αυτό. Η αγάπη υπάρχει διαπιστωμένα, είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι – όπως και το μίσος, η καλοσύνη, η ζήλια, η ευγένεια, η εχθρότητα, κι ένα σωρό άλλες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των ανθρώπινων συναισθημάτων.
Βιώνουμε την αγάπη μέσα από τις σχέσεις μας, την βρίσκουμε ικανοποιητική, την αξιολογούμε ως πολύτιμη, και την ενσωματώνουμε στο σύστημα αξιών μας. Μέχρις εδώ έχουμε βασιστεί σε δεδομένα και έχουμε πάρει μια προσωπική και επομένως υποκειμενική απόφαση. Από εκεί και μετά ενδέχεται να μεροληπτούμε ως προς τη δύναμη της αγάπης, ως προς το κατά πόσον είναι διαδεδομένη, κατά πόσον μπορεί να διαδοθεί, κατά πόσον μπορεί να επιβληθεί και να εξαπλωθεί.
Όταν λέμε λοιπόν ότι πιστεύουμε στην αγάπη εννοούμε ότι μας δίνει ικανοποίηση, ότι προσπαθούμε να την καλλιεργούμε, ότι την έχουμε υιοθετήσει ως αξία, ότι ελπίζουμε πως θα επικρατήσει έναντι του μίσους, καθώς επίσης και ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως μπορεί να επηρεάσει τους ανθρώπους, πως είναι ισχυρότερη από το μίσος, πως μπορεί να επικρατήσει στον κόσμο, πεποιθήσεις οι οποίες είναι εν μέρει βάσιμες κι εν μέρει αβάσιμες.

3. Βάσιμη εκτίμηση, π.χ. “πιστεύω ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει τον αγώνα” σημαίνει “εκτιμώ βάσει των δεδομένων ότι το τάδε άλογο έχει περισσότερες πιθανότητες από τα άλλα να κερδίσει τον αγώνα“.
Όταν χρησιμοποιούμε το “πιστεύω” με την έννοια αυτή μπορεί να θεωρηθεί περίπου συνώνυμο με το “θεωρώ” και το “νομίζω”, και κατά τη γνώμη μου στην περίπτωση αυτή είναι απείρως προτιμότερο να χρησιμοποιούμε αυτά, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Συνήθως χρησιμοποιούμε το “πιστεύω” όταν η πεποίθησή μας είναι ισχυρότερη και τα “θεωρώ” ή “νομίζω” όταν είναι λιγότερο ισχυρή. Σε κάθε περίπτωση όμως, με λίγη συζήτηση διαφαίνεται ότι η πεποίθησή μας είναι αρκετά βάσιμη και συνιστά προϊόν λογικής επεξεργασίας δεδομένων, αν και βεβαίως δεν μπορεί να θεωρηθεί βεβαιότητα ούτε και αξιώνουμε κάτι τέτοιο.
Ο άνθρωπος που τρέφει μια τέτοια πεποίθηση δεν προσβάλεται αν αυτή αμφισβητηθεί, και είναι διατεθειμένος να την συζητήσει και να ακούσει επιχειρήματα για άλλες θέσεις, ακόμη και διαμετρικά αντίθετες. Κανείς δεν θέλει να χάσει στο στοίχημα του ιπποδρόμου, όσο λοιπόν κι αν πιστεύει ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει, αν έχει μια αξιόπιστη πληροφορία για το αντίθετο, θα την αξιολογήσει και θα την λάβει σοβαρά υπ’ όψη του.
Εδώ μπορεί να ενταχθεί και η υποτιθέμενη “πίστη” σε κάποια επιστημονική θεωρία ή στην επιστήμη γενικά. Οι επιστημονικές θεωρίες διατυπώνονται βάσει παρατηρήσεων και λογικής επεξεργασίας και καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια να προσεγγίσουν την πραγματικότητα. Εάν δε τα δεδομένα τις αντικρούσουν, απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη. Πλήρης αντίθεση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις που διατυπώνονται με μόνο γνώμονα να ικανοποιήσουν συναισθηματικές ανάγκες των πιστών και δεν επιδέχονται λογική αμφισβήτηση ούτε απόρριψη. Η επιστήμη λειτουργεί με βάση τις επιστημονικές θεωρίες όπως τις περιγράψαμε πιο πάνω, με βάση δηλαδή τα τεκμήρια, τη λογική επεξεργασία και την επαλήθευση, και συνιστά διαπιστωμένα τον μόνο αξιόπιστο και αποτελεσματικό τρόπο κατανόησης και χειρισμού του κόσμου.
Ώστε όταν λέμε πιστεύω ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει ή πιστεύω ότι θα πέσουν οι τιμές στο χρηματιστήριο ή πιστεύω ότι θα βρέξει αύριο και τα όμοια, αναφερόμαστε σε μια βάσιμη πεποιθηση που σχηματίσαμε με βάση πραγματικά δεδομένα και λογική επεξεργασία – τις επιδόσεις του αλόγου, την κίνηση του χρηματιστηρίου, τις καιρικές συνθήκες που παρατηρήσαμε.

4. Αβάσιμη πεποίθηση, π.χ. “πιστεύω στις νεράιδες” σημαίνει “τρέφω την πεποίθηση ότι υπάρχουν νεράιδες παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτω αποδείξεις και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις για το αντίθετο“.
Εδώ εντάσσεται επίσης η πίστη στους καλικάντζαρους, στα ζώδια, στον άγιο Βασίλη, στο γέτι των Ιμαλαΐων, στους δαίμονες και στους θεούς. Όλες αυτές οι οντότητες, καθώς και άλλες πολλές, είναι προϊόντα μυθοπλασίας κατά συνεπώς πάσα πιθανότητα φανταστικές, γεγονός που κάθε λογικός άνθρωπος αναγνωρίζει και παραδέχεται. Δεν υφίσταται κανένα τεκμήριο για την ύπαρξή τους, όλες οι ιστορίες που τα αφορούν είναι ανεκδοτολογικές και μυθολογικές, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της ανυπαρξίας τους, και παρ’ όλ’ αυτά πολλοί άνθρωποι τρέφουν την πεποίθηση ότι υπάρχουν.
Τέτοιες πεποιθήσεις, ακριβώς επειδή δεν βασίζονται σε δεδομένα ούτε σε λογική αλλά έρχονται σε αντίθεση και με τα δύο, τοποθετούνται υπεράνω αμφισβήτησης από όσους τις τρέφουν. Η πίστη, δηλαδή η εμμονή στην αβάσιμη πεποίθηση σε πείσμα των δεδομένων και της λογικής, υιοθετείται ως αξία, και όσο περισσότερο αμφισβητείται η πίστη από άλλους ανθρώπους ή αντικρούεται από τα δεδομένα, τόσο ο πιστός αισθάνεται δικαιωμένος και ικανοποιημένος για την ικανότητά του να παραμένει προσκολλημένος στην πεποίθησή του.
Όταν λοιπόν μιλάμε για πίστη στο θεό, εννοούμε αβάσιμη πεποίθηση η οποία δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Συμπέρασμα

Η τεράστια παρεξήγηση που δημιουργείται εξαιτίας όλων αυτών είναι ότι στη φράση “πιστεύω στον θεό” παραλείπουμε ως αυτονόητο τη λέξη “ύπαρξη“: στην πραγματικότητα εννοούμε “πιστεύω ότι υπάρχει θεός“.

Αντίθετα όταν λέμε “πιστεύω στον φίλο μου” ή “πιστεύω στην αγάπη” προφανώς δεν εννοούμε “πιστεύω ότι υπάρχει ο φίλος μου” ή “πιστεύω ότι υπάρχει η αγάπη“, αλλά “πιστεύω ότι ο φίλος μου έχει καλό χαρακτήρα” ή “πιστεύω ότι ο φίλος μου έχει ικανότητες” και “πιστεύω ότι η αγάπη είναι πολύτιμη” ή “πιστεύω ότι η αγάπη είναι ισχυρή” αντίστοιχα.

Το γεγονός ότι ο φίλος μου υπάρχει δεν χρειάζεται να το πιστέψω: το διαπιστώνω με τις αισθήσεις και την αντίληψή μου, και μπορεί να το διαπιστώσει καθένας, μπορεί να τον βγάλει φωτογραφία, να τον ζυγίσει, να τον μετρήσει, να του κάνει ανάλυση αίματος — πράγματα που δεν μπορεί κανείς να κάνει με τον θεό.

Το γεγονός ότι υπάρχει αγάπη μπορούμε επίσης να το διαπιστώσουμε: είναι μια πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, τόσο αληθινή όσο και το μίσος, είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε την νιώθουμε είτε όχι. Δεν χρειάζεται να πιστέψουμε ότι υπάρχει, το παρατηρούμε καθημερινά στη συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας.

Το γεγονός ότι υπάρχει θεός όμως δεν μπορούμε να το διαπιστώσουμε: για να το δεχτεί κάποιος πρέπει να το πιστέψει, δηλαδή να κάνει στην άκρη τη λογική του, να αγνοήσει την ανυπαρξία τεκμηρίων υπέρ της ύπαρξής του και την αφθονία ενδείξεων της ανυπαρξίας του, και να πει “υπάρχει” γιατί έτσι, γιατί έτσι θέλει, γιατί έτσι του αρέσει, γιατί έτσι του είπε η μαμά του ή γιατί αισθάνεται καλά όταν το λέει, και τέρμα.

Έχει μια μικρή διαφορά, δεν νομίζετε;

Μια μικρή ειδοποιό διαφορά που θεωρώ σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε όλοι, πιστοί και άπιστοι, και να λαμβάνουμε υπ’ όψη μας όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως “πιστεύω” και “πίστη“.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη, όπου γίνεται ο σχολιασμός.

Πανέτοιμος ο κρατικός μηχανισμός για τον εορτασμό των θεοφανίων

12 January 2012
Comments Off on Πανέτοιμος ο κρατικός μηχανισμός για τον εορτασμό των θεοφανίων
Αρθρογράφος: ελληνάκι
 


Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Σύμφωνα με απόφαση του πρόσφατου υπουργικού συμβουλίου, έκτακτες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις θα ισχύσουν αύριο, Τετάρτη, ανήμερα των Θεοφανίων σε Αθήνα και Πειραιά. Στην τελετή Αγιασμού των Υδάτων που θα πραγματοποιηθεί στις 11:00 στο λιμάνι του Πειραιά θα βρεθεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, καθώς και εκπρόσωποι της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, προκειμένου να ανανεώσουν τους όρκους αιώνιας αγάπης και δεσμών μεταξύ εκκλησίας και πολιτείας.

Για την οργάνωση και διεξαγωγή της τελετής από το Πολεμικό Ναυτικό θα διατεθούν τα ναρκαλιευτικά «ΚΙΧΛΗ», «ΑΥΡΑ» και «ΠΛΕΙΑΣ». Επιπλέον, στο πλαίσιο του εορτασμού των Θεοφανίων, η πυραυλάκατος «ΡΟΥΣΣΕΝ» θα καταπλεύσει στην Ερμούπολη της Σύρου. Ταυτόχρονα θα αποτραβηχτούν προσωρινά από τα σύνορα τα 12ο, 132ο, 34ο, 23ο, 63ο, 75ο, 74ο, και 2ο τάγματα πεζικού προκειμένου να παραστούν σε διάφορα αγήματα ανά την επικράτεια, ενώ ο εναέριος στόλος των 111, 112, 115, και 121 Πτερύγων Μάχης θα πραγματοποιήσει εντυπωσιακούς ελιγμούς με βουτιές στα αγιασμένα ύδατα.

Προκειμένου να τελεστεί απερίσκεπτα το σχετικό βουντού, πολλοί δρόμοι θα κλείσουν σε σημεία στον Πειραιά και την Αθήνα, ενώ το παρκάρισμα θα απαγορεύεται για κάποιες ώρες προκειμένου οι κοιλιές των ιερέων να μην συναντήσουν εμπόδια και στριμωχτούν κατά την πορεία τους προς το λιμάνι μαζί με το υπόλοιπο ποίμνιο.

Επίσης, θα διακοπεί η κυκλοφορία των οχημάτων και των συρμών του Τραμ για τον αναγκαίο χρόνο διέλευσης της πομπής από τον Ιερό Ναό Αγίας Φωτεινής Ιλισσού στο Κολυμβητήριο του Εθνικού Συλλόγου και επιστροφή της στον Ιερό Ναό. Για τον ίδιο λόγο θα διακοπούν και οι κινήσεις των αεροσκαφών στο Διεθνές αεροδρόμιο Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος», ώστε η πομπή από τον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Κορωπίου να μπορέσει να διασχίσει τους διαδρόμους του αεροδρομίου για να κατευθυνθεί προς Πόρτο Ράφτη και πίσω. Παρόμοιες διακοπές θα σημειωθούν στον ΗΣΑΠ, λόγω της πομπής από τον Ι.Ν. Αγ. Ελευθέριου προς τον Άλιμο, και την εθνική οδό Αθηνών–Λαμίας λόγω της πομπής από τον Ι.Ν. Αγ. Παντελεήμονα Θηβών προς την Υλίκη.

Προκειμένου να μην υπάρξουν απουσίες στο παιχνίδι «πιάσε τον σταυρό», έχουν προσληφθεί περίπου 1000 κασκαντέρ, οι οποίοι θα συμπληρώσουν τις εκατοντάδες φανατισμένων χριστιανών που θα πλακωθούν για το ποιος θα φέρει τον σταυρό πίσω στον παπά. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, το φετινό έπαθλο για όσους πιάσουν τον σταυρό, θα είναι 10 χρόνια παραμονής στον παράδεισο για αυτούς και τις οικογένειές τους, all inclusive, ανεξαρτήτως της μεταθανάτιας κατάστασή τους*.

* Για την εξασφάλιση δικαιώματος συμμετοχής στη βουτιά, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να καταβάλλουν το ποσό των 10 ευρώ για αυτούς και κάθε άτομο της οικογένειάς τους ξεχωριστά.
Συμμετοχές που δεν έχουν δηλωθεί, ακυρώνονται αυτομάτως από την επερχόμενη Ιερά Σύνοδο, ενώ κινδυνεύουν με άμεση απέλαση στην κόλαση.
Η Εκκλησία της Ελλάδος διατηρεί το δικαίωμα αλλαγής των όρων συμμετοχής και των σχετικών επάθλων.
Η Εκκλησία της Ελλάδος διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί τη συμμετοχή σε αλλόθρησκους, αλλοδαπούς, ομοφυλόφιλους, άθεους και ψηφοφόρους του ΚΚΕ.
Η συμμετοχή γυναικών στην τελετή απαγορεύεται ρητά. Όποια γυναίκα επιθυμεί να μετέχει στο παιχνίδι «πιάσε τον σταυρό», οφείλει να υποχρεώσει τον σύζυγό της να μετέχει αντ’ αυτής. Σε κάθε περίπτωση, η σχετική εκπροσώπηση θα πρέπει να δηλωθεί τουλάχιστον μία ημέρα πριν κατά την καθιερωμένη εξομολόγηση στον παπά της ενορίας.

Η Εκκλησία της Ελλάδος και το Ελληνικό Κράτος σας εύχονται χαρούμενα Θεοφάνια, καλά κρασά και κουρκουμπίνια κάστανα.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Το ελληνάκι, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Εκχριστιανισμός με την αγιαστούρα και τα όπλα ΙV

9 January 2012
Comments Off on Εκχριστιανισμός με την αγιαστούρα και τα όπλα ΙV
Αρθρογράφος: s. frang


« Προηγούμενο [ΙIΙ]

Η επιβολή της «θρησκείας της αγάπης» με πολέμους και καταπίεση

Το 1639 ο χριστιανισμός έχει πλέον ξεριζωθεί εντελώς στην Ιαπωνία. Από τον Σογκούν Ιγιεμίτσου διατάχθηκε, στα πλαίσια του «Σακόκου», η άμεση καταστροφή όλων των ξένων πλοίων που εισέρχονταν στα χωρικά ύδατα και η εξόντωση όλων ανεξαιρέτως των επιβατών που θεωρούντο φορείς της «καταστροφικής ξένης θρησκείας». Τα λίγα ολλανδικά πλοία που γίνονταν δεκτά για εμπορικές συναλλαγές, επειδή εκτιμάτο ότι οι Ολλανδοί ήσαν μάλλον αδιάφοροι για προσηλυτισμούς, οδηγούνταν σε ένα μόνο λιμάνι, το Ναγκασάκι, και τα πληρώματά τους παρακολουθούνταν στενά. Οτιδήποτε από τα προσωπικά είδη των ναυτικών θύμιζε χριστιανισμό, κλειδωνόταν σε κιβώτια και επιστρεφόταν πάλι μόνο κατά την αναχώρηση του πλοίου.

Το πρώτο πορτογαλικό πλοίο που προσπάθησε το 1640 να εισδύσει στην Ιαπωνία χωρίς άδεια, μετά την απαγόρευση, αιχμαλωτίσθηκε και πυρπολήθηκε, ενώ εξοντώθηκαν πλήρωμα και επιβάτες. Η τελευταία γνωστή «αποστολή αυτοκτονίας» χριστιανών ιεραποστόλων σημειώνεται ιστορικά το έτος 1642, όταν Ιησουίτες προσηλυτιστές από την πορτογαλική αποικία του Μακάο που εισήλθαν κρυφά στη χώρα, συνελήφθησαν, φυλακίσθηκαν και στη συνέχεια θανατώθηκαν δημόσια για παραδειγματισμό, μετά από φρικτά βασανιστήρια. Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα βρει στον πίνακα των καθολικών «μαρτύρων» και «αγίων» αρκετά ονόματα από αυτούς τους προσηλυτιστές, αλλά και γιαπωνέζικα ονόματα χριστιανών που εκτελέστηκαν από την εξουσία στα πλαίσια της απόκρουσης της «καταστροφικής ξένης θρησκείας».

Το «Σακόκου» άντεξε σε όλην τη διάρκεια του 18ου αιώνα και το πρώτο μισό του 19ου. Δύο νεότερες απόπειρες χριστιανών ιεραποστόλων να διεισδύσουν στο Ναγκασάκι, η πρώτη το έτος 1797 και η δεύτερη το έτος 1799, απέτυχαν οικτρά, ενώ το 1837 βομβαρδίστηκε το αμερικανικό πλοίο «Morrison» που επιχείρησε να αποβιβάσει εμπόρους και χριστιανούς προσηλυτιστές χωρίς την απαραίτητη άδεια. Στις 2 Ιουλίου του 1853 ωστόσο, ο αμερικανός ναύαρχος Matthew Perry (Πέρρυ, 1794-1858) με 4 μεγάλα πολεμικά πλοία («μαύρα πλοία» κατά τους Ιάπωνες) και 61 κανόνια, θα φθάσει κατευθείαν στην Uraga της Ιαπωνίας, κοντά στην πρωτεύουσα Έντο, και θα επιδώσει στον 13ο Σογκούν Ιεσάντα (Iesada) μια λίστα με απαιτήσεις, μεταξύ άλλων να ανοίξει η χώρα δύο λιμάνια της και να παρέχει σωστική βοήθεια σε αμερικανικά ναυάγια. Μετά από διαπραγματεύσεις, οι Ιάπωνες αποδέχθηκαν αυτούς τους δύο όρους που έθεσε ο Πέρρυ.

Λίγο αργότερα, το έτος 1858, πιέζοντας οι χριστιανοί τους επιτρόπους του ανήλικου, μόλις 12χρονου, Σογκούν Iemochi (Ιεμόχι), πέτυχαν την κατάργηση του προσβλητικού για τους Ευρωπαίους ετήσιου «φουμιέ» του Ναγκασάκι και τη χαλάρωση των απαγορευτικών μέτρων για τη δράση μελών των ιεραποστολών.

Ακολούθησαν διάφορες εξεγέρσεις των Σαμουράι ενάντια στην «έκλυση ηθών» της ιαπωνικής κοινωνίας και στον αυξανόμενο εξευρωπαϊσμό της. Στα μάτια αυτών των συντηρητικών εκπροσώπων της ιαπωνικής παράδοσης είχαν τοποθετηθεί όλες οι ιδέες από τη Δύση στο ίδιο «καλάθι», ο χριστιανικός μυστικισμός και ο ορθολογικός Διαφωτισμός, η εξουσιομανία και φιλαργυρία των κληρικών και η φιλελεύθερη κοινωνία. Η συγκροτημένη παιδεία του γιαπωνέζικου λαού εξασφάλισε όμως σταδιακά στην κοινωνία μια ισορροπία, κατά καιρούς με διάφορες αποκλίσεις, μεταξύ των ίδιων παραδόσεων της χώρας και των τεχνολογικών αλλαγών.

Τελικά, οι χώρες της Άπω Ανατολής αναπτύχθηκαν και βρίσκονται στο μέτωπο των οικονομικών και τεχνολογικών βελτιώσεων και ανατροπών του 21ου αιώνα, εξελισσόμενες, μέσα σε σχετικά λίγες δεκαετίες, κατά τα φαινόμενα, στην Άπω Δύση του ευρωπαϊκού τεχνολογικού πολιτισμού. Σ’ αυτή την εξέλιξή τους στηρίζονται οι λαοί τους, αφενός στους παμπάλαιους, συγκροτημένους πολιτισμούς τους, και αφετέρου στα υψηλά διανοητικά προσόντα τους, χωρίς να δείχνουν ανάγκη οποιουδήποτε δανείου φιλοσοφίας και θεολογίας από την καθ’ ημάς Μέση Ανατολή.

« Προηγούμενο [ΙIΙ]

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

ΦσΜ [5.2.4] Τι είναι η Ελεύθερη Βούληση

6 January 2012
Comments Off on ΦσΜ [5.2.4] Τι είναι η Ελεύθερη Βούληση
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [5.2.3] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [5.3] »

Προτείνοντας τον ορισμό αυτό, δεν επιθυμώ να υποθέσω ότι υπάρχει ένα τρίτο είδος πράξης που ούτε έχει αίτια, ούτε δεν έχει. Οι ανθρώπινες αποφάσεις έχουν αίτια (ή κίνητρα, αν προτιμάτε τη λέξη). Αυτό είναι προφανές. Επίσης έχουμε καλούς λόγους να πιστεύουμε ότι η βάση του νου είναι υλική, το οποίο σημαίνει ότι η φιλελεύθερη ελεύθερη βούληση δεν μπορεί να υπάρχει. Αυτό το θεωρώ καλό, αφού κατά τη γνώμη μου ο φιλελευθερισμός καταστρέφει την ηθική υπαιτιότητα περισσότερο από τον αυστηρό ντετερμινισμό. Ακόμα και σε έναν κόσμο αυστηρού ντετερμινισμού, υπάρχει η δυνατότητα οι άνθρωποι που βλάπτουν άλλους να σωφρονιστούν με την τιμωρία (π.χ.), αλλά σε έναν κόσμο όπου οι πράξεις είναι τυχαίες, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι αυτό ισχύει.

Όπως είπα, δεν προσπαθώ να στριμώξω μια τρίτη εναλλακτική μεταξύ των επιλογών με και χωρίς αίτια. Αντίθετα, πιστεύω πως οι επιλογές που έχουν αίτια θα πρέπει να θεωρούνται ότι ανήκουν σε δύο κατηγορίες: με αίτια και προβλέψιμες και με αίτια και μη προβλέψιμες. Επιπλέον, υποστηρίζω ότι ο η πρώτη κατηγορία είναι ο αυστηρός ντετερμινισμός, ενώ η δεύτερη κατηγορία είναι αυτό που εννοούμε ως ελεύθερη βούληση. Αν μια απόφαση δεν μπορεί να προβλεφθεί ακόμα και επί της αρχής, τότε πιστεύω ότι δεν έχει νόημα να χαρακτηρίζεται ως ντετερμινιστική.

Σ’ αυτό το σημείο, χρειάζονται μερικές επιπλέον διευκρινίσεις. Αν και η μη προβλεψιμότητα είναι απαραίτητος παράγων της ελεύθερης βούλησης, δεν είναι και επαρκής. Άλλωστε, για τους λόγους που ήδη περιγράψαμε, η διαψευσιμότητα της πρόβλεψης οποιουδήποτε επαρκώς περίπλοκου συστήματος είναι αναπόφευκτη. Αλλά είναι παράλογο να πούμε ότι η ρίψη ζαριών έχει ελεύθερη βούληση επειδή δεν μπορεί να προβλεφθεί. Φρονώ ότι πρέπει να υπάρχουν και άλλες συνθήκες για να θεωρείται μια απόφαση ελεύθερη, όλες βαθειά ριζωμένες στην κοινή λογική. Επιπλέον, για να είναι μια ενέργεια μη προβλέψιμη, αλλά έχουσα αίτια, η ελεύθερη αυτή απόφαση πρέπει να είναι:

  • Αυτόβουλη. Μια ενέργεια είναι ελεύθερη μόνο αν γίνεται από κάποιον που συνειδητά επιθυμούσε να έχει τα τελικά αποτελέσματα.
  • Ανεπηρέαστη. Μια απόφαση δεν είναι ελεύθερη, αν κάποιος τρίτος έχει ασκήσει υπερβολική πίεση ώστε να την κατευθύνει για να έχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
  • Ενήμερη. Μια απόφαση δεν είναι ελεύθερη, αν γίνεται εν αγνοία των πιθανών επιπτώσεων.

Πιστεύω πως αυτός ο ορισμός ταιριάζει με την κοινή χρήση του όρου "ελεύθερη βούληση"· πράξεις που γίνονται από ένα άτομο που έχει συνείδηση των πιθανών συνεπειών, εκπηγάζουν από τη φύση του και έχουν αίτια και κίνητρα ως επί το πλείστον προβλέψιμα, αν και όχι εντελώς προβλέψιμα, αναλόγως πόσα γνωρίζουμε για το άτομο. Σε έναν υλιστικό κόσμο, αυτό το είδος ελεύθερης βούλησης είναι καταφανώς δυνατό και δεν αφαιρεί την ηθική ευθύνη.

Πώς μπορεί να εμφανιστεί ένα ον με ελεύθερη βούληση; Σαφώς η πιο εφικτή λύση περιστρέφεται γύρω από τις εξελικτικές διαδικασίες που δημιούργησαν το ανθρώπινο είδος. Άλλωστε, η ελεύθερη βούληση είναι πολύ ευέλικτη. Ένας ζωντανός οργανισμός χωρίς ελεύθερη βούληση, που δε συναντά ποτέ καμία κατάσταση έξω από τον προγραμματισμό του, δεν έχει πρόβλημα. Αλλά όταν κληθεί να αντιμετωπίσει μια κατάσταση εντελώς νέα, που δεν καλύπτεται από τις παραδοχές του προγραμματισμού του, τότε δεν μπορεί να ανταποκριθεί ορθά και μπορεί και να πεθάνει. (Ένα εξαιρετικό παράδειγμα για το πώς το αυστηρά προγραμματισμένο ένστικτο μπορεί να παράγει ένα ον που αδυνατεί να ανταποκριθεί σε νέες καταστάσεις είναι η sphex wasp). Αντίθετα, ένα ον με ελεύθερη βούληση μπορεί να ανταποκριθεί κατάλληλα ασχέτως της φύσης των συνθηκών που καλείται να αντιμετωπίσει και δεν κινδυνεύει να βαλτώσει και να πέσει σε αδράνεια, ούτε να κολλήσει σε κυκλική επανάληψη συμπεριφοράς όπως η σφήκα. Είναι λογικό ότι αυτό είναι ένα ισχυρό εξελικτικό πλεονέκτημα για οποιοδήποτε έμβιο ον, όπως οι πρόγονοι των ανθρώπων, που κατοικούσαν σε περίπλοκα και απρόβλεπτα περιβάλλοντα.

« Προηγούμενο Άρθρο [5.2.3] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [5.3] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.