Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (22)

3 October 2011
Comments Off on Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (22)
Αρθρογράφος: Μαριάννα Λ., 33 ετών, ιστορικός. 


Γράφω δίπλα από το προσκέφαλο της ετοιμοθάνατης γιαγιάς μου. Σκληρό πράγμα ο θάνατος, άτεγκτο, όσο και αν τον ζεις δεν πιστεύω ότι συνηθίζεται ποτέ, ιδίως όταν χάνεις τους αγαπημένους σου και πρέπει να εξακολουθήσεις να ζεις με την απώλειά τους.

Η ζωή συνεχίζεται χωρίς εκείνους, μοιραία κάποτε και χωρίς εμάς, το μόνο που αλλάζει είναι ο ψυχισμός όσων μένουμε πίσω, αγκιστρωμένοι στη ζωή, τη γλυκιά ζωή, τη σκληρή, την όμορφη, την τρομακτική, την απρόβλεπτη.

Η ιδέα του θανάτου και ότι ο κόσμος δεν είναι δίκαιος είναι δύο αλήθειες που δυσκολεύομαι τρομερά να μεταβολίσω, γιατί προσκρούουν σε ό,τι με διδάξαν ως παιδί, πως η ζωή μετά τον θάνατο συνεχίζεται κάπου αλλού και πως μια προνοιακή δύναμη, αόρατη, επιβάλλει τη νομοτέλειά της στο σύμπαν, πως πίσω από ό,τι συμβαίνει, σκληρό, άδικο, παράλογο, υπάρχει ένας βαθύτερος σκοπός, μια τελεολογία, ένα σχέδιο.

Είναι εξίσου τεράστιο το βάρος της γνώσης πως είσαι μόνος σου, πως καμία υπερβατική δύναμη δεν σε επιβλέπει, δεν σε προσέχει, δεν οδηγεί τα βήματά σου, δεν σε αξιολογεί και δεν σε τιμωρεί, εκτός από τη φύση, την κοινωνία και τις προσωπικές σου επιλογές. Είναι ασύλληπτα μοναχικό να ζεις χωρίς πεπρωμένο και χωρίς έναν φανταστικό και παντοδύναμο φίλο.

Όσο και αν με εξοργίζουν οι παραλογισμοί των ανθρώπινων προλήψεων και η μωρία της θρησκευτικής πίστης, κατά βάθος όλα αυτά τα καταλαβαίνω. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ζήσεις την καθημερινότητά σου με το βάρος της γνώσης, πως ό,τι έζησες και αγάπησες μια μέρα θα σβήσει, πως ακόμη και αυτή η Γη που μας γέννησε θα χαθεί, πως ο ήλιος που μας δίνει ζωή, κάποτε, αφού κατακάψει τον πλανήτη μας, θ’ αρχίσει ν’ αργοσβήνει, ώσπου να γίνει ένας ακόμη λευκός νάνος, από τους άπειρους που υπάρχουν στο Σύμπαν μας.

Δεν είναι λίγες οι φορές που, για ν’ αλαφρύνω αυτό το βάρος, ονειρεύομαι αυτόν τον άλλον κόσμο των θρησκειών, εκεί που συναντιέμαι ξανά με όσους έχασα, τον πατέρα, τον σκύλο μου και με όσους θα χάσω μελλοντικά. Σ’ έναν κόσμο χωρίς φθορά, χωρίς πόνο, χωρίς αδικία. Μα τι ωραίο όνειρο! Ένα όνειρο τόσο γλυκό και επιθυμητό, που για χάρη του δισεκατομμύρια άνθρωποι από το λυκαυγές της ιστορίας θυσίασαν τη ζωή τους, θέσπισαν κανόνες ηθικής και συμπεριφοράς, το αγόρασαν με συγχωροχάρτια, έκτισαν πυραμίδες, γκρέμισαν και σκότωσαν στ’ όνομά του. Κοινωνίες, θεσμοί, αρχές, ηθική, τέχνες και πολιτισμοί δημιουργήθηκαν, αναζητώντας το άγιο δισκοπότηρο της μέλλουσας ζωής.

«Ο Χριστός μάς ελευθέρωσε από τον φόβο του θανάτου» μας μάθαιναν στο σχολείο. Το πιπίλιζα τότε με στόμφο, ήμουν η χαϊδεμένη όλων των θεολόγων, μιας και εκτός των σχολικών θρησκευτικών μελετούσα και ό,τι άλλο έπεφτε στα χέρια μου, συναξάρια, το «προς την νίκην» και φυσικά την παλαιά και την καινή διαθήκη, τις οποίες διάβασα στη ζωή μου ουκ ολίγες φορές.

Εξυπακούεται πως ήξερα όλες τις προσευχές απ’ έξω, και θυμάμαι ότι οι δάσκαλοί μου είχαν κάνει τόσο καλή δουλειά στην κατήχησή τους, ώστε εκεί γύρω στην πρώτη-δευτέρα γυμνασίου ο πατέρας μου με άκουσε σοκαρισμένος να λέω πως αυτοπροσδιορίζομαι πρώτα ως ορθόδοξη-χριστιανή, μετά ως Ελληνίδα και μετά ως οτιδήποτε άλλο. Η ελληνοχριστιανική μου αγωγή ήταν κάτι παραπάνω από υποδειγματική και είχε φέρει μάλλον περισσότερα από τα επιθυμητά αποτελέσματα για την οικογένειά μου.

Η οικογένειά μου είναι ορθόδοξοι χριστιανοί, όχι φανατικοί όμως, αναγνωρίζουν πολλά από τα στραβά της πίστεώς τους και λίγο πολύ την ακολουθούν συμβατικά, από παράδοση, ως Έλληνες, γνωρίζοντας ότι, αν είχαν γεννηθεί σε άλλον τόπο, θ’ ακολουθούσαν συμβατικά μιαν άλλη θρησκεία.

Η θρησκεία τους είναι αδιαπραγμάτευτη μόνο και μόνο επειδή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη στον νου τους ως στοιχείο ελληνικότητας. Ο παππούς μου θα έλεγα πως είναι ο πιο ανοιχτόμυαλος σε θρησκευτικά ζητήματα. Αποστρέφεται τον κλήρο, όταν βλέπει παπάδες συγκεντρωμένους, αρχίζει να μουρμουράει μέσα από τα δόντια του: «Ουστ από δω, τράγοι!» Τον θυμάμαι από παιδί, βλέποντας τον Πατριάρχη στην τηλεόραση, ν’ αναφωνεί ειρωνικά: «Ο Βασιλεύς των Βασιλέων!» ή, σε βόλτες μας, ακόμη και σήμερα, σηκώνει το δάκτυλό του και δείχνοντάς μου μια έκταση, ή ένα κτήριο μου λέει: «Το βλέπεις αυτό; Είναι εκκλησιαστική περιουσία, δεν το αγγίζει κανείς!»

Το παράδοξο είναι πως μαζί με την ειρωνεία ή και την οργή όταν τα λέει αυτά ο παππούς, ο τόνος του είναι διάχυτος και από θαυμασμό για την αδιαπραγμάτευτη εξουσία και την μυθική περιουσία που έχει συγκεντρώσει ο κλήρος. Μικρός ήταν παπαδοπαίδι, όπως και οι φίλοι του, οι οποίοι στην πλειονότητά τους έχουν παρόμοια συναισθήματά για τον κλήρο με τα δικά του, η γιαγιά μου αποδίδει το γεγονός αυτό στο ότι οι παπάδες τούς παρενοχλούσαν.

Ο ίδιος δεν μου μίλησε ποτέ για κάτι τέτοιο, πάντοτε όμως μου διηγείτο το εξής αστείο περιστατικό από εκείνα τα χρόνια της ζωής του: ξαφνικά είχε γίνει ένα «θαύμα» στην ενορία του και δάκρυζε η εικόνα της Παναγίας. Άρχισαν να συρρέουν πλήθη πιστών, σταυροκοπιόνταν, έκλαιγαν, έκαναν μετάνοιες και φυσικά έβαζαν τάματα με το τσουβάλι. Στην πραγματικότητα, πίσω από την εικόνα, στα μάτια της οποίας είχαν ανοίξει δύο μικροσκοπικές τρυπίτσες, ήταν ένας διάκος πάνω σε ένα σκαμνάκι και της έριχνε δάκρυα με ένα κολλύριο!

«Δύο εκατομμύρια κεριά καίνε καθημερινώς στις εκκλησίες και στα ξωκλήσια, βάλε από δέκα δραχμές το καθένα, να δεις τι χρήμα βγάζουνε!», λέει κάθε φορά που η γιαγιά γυρνάει από τους Χαιρετισμούς. Την ακολουθεί μόνο στην Ανάσταση, αυτή είναι και η μοναδική μέρα του χρόνου που ενεργεί σαν Χριστιανός, κατά τα άλλα στην υπόλοιπη ζωή του είναι ένας καθόλα έντιμος και λογικός άνθρωπος.

Οι γυναίκες στην οικογένειά μου είναι σαφώς πιο πιστές και πιο προληπτικές, ιδίως η μητέρα μου, η οποία ήταν εκείνη που με πρωτομύησε στην έννοια του θεού, της πίστεως και της προσευχής. Θυμάμαι, όταν πήγαινα στο νηπιαγωγείο στη Γερμανία, στην πρωινή προσευχή όλα τα παιδάκια εκτός από εμένα έκαναν τον σταυρό τους με τέσσερα δάκτυλα και από αριστερά προς τα δεξιά, και γω, βλέποντας πως και η πολυαγαπημένη μου δασκάλα, που ήταν καλόγρια, έκανε το ίδιο, έσπευσα να τους μιμηθώ.

Παραξενεμένη και συνειδητοποιώντας ίσως για πρώτη φορά, ότι διαφέρω από τους συμμαθητές μου, ρώτησα τη μητέρα μου γιατί συμβαίνει αυτό, μου απάντησε πως οι Γερμανοί, αν και είναι χριστιανοί, έτσι κάνουν τον σταυρό τους, αλλά να μην διανοηθώ να τους μιμηθώ γιατί είμαι Ελληνίδα. Μου έριξε μάλιστα και ένα απειλητικό βλέμμα που υπονοούσε ότι θα μου κόψει το χέρι αν το τολμούσα. Παρ’ όλα αυτά με άφηνε να εκκλησιάζομαι κανονικά στην καθολική εκκλησία, ακόμη και να κοινωνώ, γιατί «πίσω από όλες τις διαφορές μας, ο θεός είναι ένας».

Η πρώτη θρησκευτική μου απομυθοποίηση έγινε στη Βαυαρία, την παραμονή των Χριστουγέννων· πήγαινα τότε στην πρώτη δημοτικού. Οικογενειακός μας φίλος, πολύ αγαπημένος, μου είπε να τον βοηθήσω τάχα να πλύνει το αυτοκίνητο. Άφησα μετά λύπης μου το παιδικό πρόγραμμα που έβλεπα στην τηλεόραση, μιας και δεν ήθελα να του χαλάσω το χατίρι, και τον ακολούθησα. Έξω, τρομερό κρύο, υπό το μηδέν, χιόνι, πάγος και πίσσα σκοτάδι, μου λέει: «Μαριαννάκι, δεν θα το πλύνουμε απόψε, γίνεται χαλασμός Κυρίου» και συμφώνησα με ανακούφιση.

Ανεβαίνοντας ξανά πάνω στο σπίτι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο έχει γεμίσει ξαφνικά με δώρα. Μου είπαν πως ήρθαν οι άγγελοι όσο ήμασταν έξω και δεν τους πρόλαβα, ότι άφησαν τα δώρα και έφυγαν από το παράθυρο (το σπίτι δεν είχε τζάκι). Τους κοίταξα και σκέφθηκα, μα καλά για χαζή με περνάνε; Και τι είναι πάλι τούτο με τους αγγέλους, ο Άη Βασίλης που πήγε; Η πλήρης επιβεβαίωση ότι μου λέγανε ψέματα ήρθε λίγες στιγμές αργότερα όταν, ανοίγοντας τα δώρα μου, εντόπισα το φλιπεράκι που κοιτούσαν το πρωί οι γονείς μου στο πολυκατάστημα με τα παιχνίδια. Αν και ο μύθος καταρρίφθηκε αυτόματα εκείνη την ημέρα, δεν τους είπα τίποτα, μιας και η υποτίμηση της νοημοσύνης μου εξευμενίστηκε με τα δώρα. Το φλιπεράκι το έχω κρατήσει μέχρι σήμερα, μαζί με την εικόνα των γονιών μου να το κοιτάζουν αγκαλιά στο πολυκατάστημα.

Πώς εγκατέλειψα την θρησκευτική πίστη, ενώ στο δημοτικό ήθελα να γίνω καλόγρια; Μοιραία, κάπου εκεί στην εφηβεία, οι ερωτήσεις μου άρχισαν να μην έχουν απάντηση. Συμπαραστάτης και οδηγός μου στάθηκε τότε ο Καζαντζάκης, τα βιβλία του έμοιαζαν να έχουν γραφτεί για να θρέψουν τις μεταφυσικές μου αγωνίες, ιδίως η αναφορά στον Γκρέκο, ήταν –σχεδόν μεταφυσικά θα έλεγα, αν αποδεχόμουν ακόμη την μεταφυσική–, μια πανομοιότυπη περιγραφή της αγωνιώδους μου πορείας από θρησκεία σε θρησκεία και από ιδεολογία σε ιδεολογία μέχρι να φτάσω στην πλήρη απαξίωση.

— Μα γιατί οι γυναίκες να μην γίνονται Ιέρειες;, ρωτούσα τη θεολόγο στην τρίτη Γυμνασίου, με την οποία σημειωτέον παραμένουμε πολύ αγαπημένες φίλες ως σήμερα.
— Γίνονται καλόγριες.
— Δεν είναι το ίδιο, υπάρχουν και καλόγεροι, ιέρειες όμως γιατί δεν υπάρχουν; Ο Θεός δεν μας έπλασε από το πλευρό του Αδάμ για να δείξει ότι είμαστε ίσες με τους άνδρες;

Αρκετά αργότερα έμαθα για τους λόγους της στέρησης των ιερατικών δικαιωμάτων στις γυναίκες κατά την σταδιακή μετάβαση των κοινωνιών στο πατριαρχικό μοντέλο, οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από την περαιτέρω υποδούλωση της γυναίκας στον άνδρα. Το μόνο κατάλοιπο από εκείνη την παλαιά περίοδο είναι τα ιερατικά άμφια, τα οποία μέχρι και σήμερα παραπέμπουν σε γυναικείες ενδυμασίες. Μια πιθανή αν και απλουστευμένη εξήγηση, κατά τη Λιλή Ζωγράφου στην «Αντιγνώση», είναι πως αρκετοί ιερείς, για να μην σοκάρουν το ποίμνιό τους, ιερουργούσαν με τα ρούχα που φορούσαν προηγουμένως οι ιέρειες, και η συνήθεια αυτή έγινε παράδοση δια μέσου των χιλιετιών.

– Ναι, ίσες είμαστε, αλλά έτσι το θέλει η παράδοση.
– Μα για πόσο ακόμη θα είμαστε αγκυλωμένοι στην παράδοση, δεν είναι παράλογο, δεν είναι άδικο; Η εκκλησία ανά τους αιώνες έκανε κάποιους μικρούς νεωτερισμούς (ακόμη τότε δεν ήξερα πόσες φάσεις πέρασε ο χριστιανισμός μέχρι ν’ αποκρυσταλλωθούν τα βασικά του δόγματα), έβαλε φερ’ ειπείν στασίδια για να κάθονται οι πιστοί, που για αιώνες στέκονταν όρθιοι. Αλλά ακόμη και οι διακόνισσες, που ήταν μέρος της εκκλησιαστικής παράδοσης, εξαφανιστήκαν, γιατί;
– Οι γυναίκες πρέπει να γίνονται μητέρες, έχουν άλλες υποχρεώσεις.
– Μα και οι παπάδες παντρεύονται, αυτοί δεν έχουν παιδιά;
– Μαριάννα, ΔΕΝ γίνεται οι γυναίκες να γίνουν Ιέρειες.
– Μα ΓΙΑΤΙ;;
– Γιατί… γιατί… γιατί! Έχουμε έμμηνα, δεν είναι δυνατόν να κοινωνούμε, ούτε να φτιάχνουμε θεία κοινωνία ενώ είμαστε αδιάθετες!
– Μα αφού ο θεός τα πάντα εν σοφία εποίησε, τι Τον ενοχλεί η περίοδός μας;; Χαμός μέσα στην τάξη, γέλια, πανικός, η καθηγήτρια εν εξάλλω…

– Γιατί γιορτάζουμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας; Γιατί έχουμε εικόνες;
– Γιατί είναι μια ανθρώπινη αδυναμία να απεικονίζουμε κάπως αυτό που λατρεύουμε.
– Μα στις δέκα εντολές δεν λέει ο θεός: «ου ποιήσεις είδωλόν μου…»;
– Δεν λατρεύουμε το είδωλο, αλλά αυτό που απεικονίζει.
– Μα αυτό δεν έκαναν και οι ειδωλολάτρες;
– Όχι, εκείνοι λάτρευαν κυριολεκτικά τα είδωλά τους.
– Μα και εμείς όταν χρυσοστολίζουμε τις εικόνες με τάματα, τις περιφέρουμε, τις λιβανίζουμε και τις προσκυνάμε, τι κάνουμε; Γιατί αντί για τάματα να μην βοηθάμε τους φτωχούς; Και γιατί οι παπάδες μας πρέπει να είναι έτσι χρυσοπλούμιστοι; Ο Χριστός δεν μίλησε για την πενία;
– Τα ιερά άμφια, όπως και τα τάματα, είναι μέρος της παράδοσης.

Παράδοση, παράδοση! Είχα αρχίσει ν’ αντιλαμβάνομαι ότι είμαι σε λάθος θρησκεία, ότι η εκκλησία είναι ένα ζωντανό απολίθωμα που έχει χάσει εδώ και αιώνες την επαφή της τόσο με τις γραφές, όσο και με την πραγματικότητα και τις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας. Επιπλέον, όσο και αν αρνιόμουν ακόμη να το αποδεχτώ, άρχισα να υποψιάζομαι ότι δεν ήταν δυνατόν τόσο εξελιγμένοι πολιτισμοί, όπως ο αρχαιοελληνικός, να πίστευαν κυριολεκτικά στα ξόανα τους. Αργότερα, και λόγω σπουδών, διαπίστωσα πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η λατρεία των αρχαιοελληνικών ειδώλων είναι σε πλείστες περιπτώσεις σχεδόν πανομοιότυπη με την ορθόδοξη, όπως και η πλειονότητα των χριστιανικών εορτών είναι κατάλοιπο αρχαιότερων θρησκειών.

Άρχισα, όπως και ο Καζαντζάκης, να μελετώ τον Βουδισμό και το Ισλάμ, καθώς και άλλες ομολογίες.

Γύρω στα 19 μου χρόνια, η φυσική περιέργεια που είχα αναπτύξει για όλα αυτά, με οδήγησε μέσω μιας αγαπημένης φίλης και συμμαθήτριας σε μια χριστιανική αίρεση, από αυτές τις πάμπολλες, αμερικανικής προελεύσεως, που έχουν κάνει την εμφάνισή τους στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες. Ήταν μια παραφυάδα των «Πεντηκοστιανών» και, αν θυμάμαι καλά, η εκκλησία τους ήταν κάπου στη Νέα Ιωνία. Αυτοπαρουσιάζονταν ως γνήσιοι χριστιανοί κατά τα πρότυπα των πρώτων χριστιανικών εκκλησιών. Τηρούσαν σχεδόν κατά γράμμα ένα πλήθος εντολών τόσο της ΠΔ όσο και της ΚΔ, δεν είχαν άμφια, δεν έτρωγαν ακάθαρτα, αποστήθιζαν τεράστια κομμάτια της βίβλου, έκαναν «αγάπες» (τα κοινά γεύματα των πρωτοχριστιανικών χρόνων), έδιναν το 1/10 των εισοδημάτων τους στον ιερέα για να στηρίξει τους φτωχότερους και τις ανάγκες της εκκλησίας (ή τουλάχιστον αυτό ισχυριζόταν ο ιερέας), εφήρμοζαν την πρακτική της γλωσσολαλίας κ.λπ. κ.λπ.

Φαινομενικά, οι άνθρωποι αυτοί έμοιαζαν πραότατοι, ηθικότατοι, ταπεινότατοι και τρομερά δεμένοι μεταξύ τους, με βαριές ψυχαναγκαστικές αλυσίδες, όπως αντιλήφθηκα στη συνέχεια. Στους δύο-τρεις μήνες που συμμετείχα στους «εκκλησιασμούς» τους, μαζί με την φίλη μου, ενώ φαινομενικώς όλα έδειχναν στην αρχή ειδυλλιακά, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι σιγά σιγά μας έβαζαν σε μικρά «ηθικά» διλήμματα, που ολοένα και αυξάνονταν.

Το θέατρο φερ’ ειπείν, που το λάτρευα, «είχε το φως ενός μικρού σπίρτου, μπροστά στον Ήλιο που ήταν ο θείος Λόγος», άρα έπρεπε να το απαρνηθούμε. Η κοσμική μουσική μπορεί να ήταν όμορφη, αλλά είχε μηνύματα που μπορούσαν να βλάψουν το πνεύμα μας (πώς έγραφε στο «προς την Νίκην» ότι η ροκ είναι η μουσική του διαβόλου; Ε, αυτοί το πήγαιναν ακόμη παραπέρα), άρα επιτρεπτοί ήταν μόνο οι ύμνοι, που είχε κυκλοφορήσει η «εκκλησία» σε cd. Τα μαλλιά των γυναικών δεν μπορούσαν να είναι κοντά και να φαίνεται ο τράχηλος και τα ανδρικά δεν μπορούσαν να είναι μακριά και να καλύπτεται ο τράχηλος, η ενδυμασία έπρεπε να είναι σεμνή και ανάλογη του φύλου, δηλαδή μόνο φούστα και φουστάνι για τις γυναίκες, σύμφωνα πάντοτε με την Π.Δ. κ.ο.κ.

Βαθμηδόν τα διλήμματα αύξαναν και το αποκορύφωμα ήταν πως η οικογένεια και οι φίλοι, όσο κι αν τους αγαπούσαμε, εξακολουθούσαν να είναι «άπιστοι» και να μολύνουν το πνεύμα μας, γιατί στη ζωή τους υπήρχε ο διάβολος και δεν είχαν τη θεία χάρη και την προστασία της «εκκλησίας», άρα αν δεν αποδέχονταν και δεν προσχωρούσαν στην εκκλησία, θα έπρεπε να μην έχουμε πλέον επαφή μαζί τους!

Το δίλημμα ήταν αμείλικτο, συνολικό, απόλυτο, και ετίθετο με τον πλέον εκβιαστικό και εκφοβιστικό τρόπο: ή ο Θεός, δηλαδή εμείς, η κολεκτίβα των Borgs, ή ο διάολος, δηλαδή η κοινωνία και η ζωή μας μέχρι τώρα. Ή δέχεσαι πλήρως τα της γραφής, όπως τα ερμηνεύουμε εμείς και «σώζεσαι» από την αμαρτία, ή φεύγεις και είσαι καταδικασμένος αιωνίως εις το πυρ το εξώτερον, αν και το να φύγεις, απ’ ότι κατάλαβα, για τους μυημένους δεν ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση…

Ενώ αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στην κανονική μου ζωή και στα διλήμματα που μου είχαν θέσει, έγινα, πολύ σύντομα ευτυχώς, μάρτυρας ενός εντελώς γελοίου σκηνικού, που ήταν ο καταλύτης ώστε να φύγω τρέχοντας από όλα αυτά. Σε έναν «εκκλησιασμό», ο ιερέας έξαλλος παρακίνησε το ποίμνιο να προσευχηθεί και να καταραστεί τον… Μάκη Τριανταφυλλόπουλο, επειδή, αν θυμάμαι καλά, είχε παρουσιάσει την προηγούμενη ένα ρεπορτάζ, που τους ενέπλεκε σε κάτι παράξενους θανάτους πρώην μελών της εκκλησίας τους. Άρχισε λοιπόν μια ολόκληρη αίθουσα να ουρλιάζει και να καταριέται και να ζητά από τον θεό να… τιμωρήσει τον Τριανταφυλλόπουλο!

Το σκηνικό είχε κάτι από φαρσοκωμωδία και από θρίλερ συγχρόνως, από τη μια μου έρχονταν γέλια να τους βλέπω να αφιονίζονται, να συσπώνται και ν’ αφρίζουν από λύσσα, και από την άλλη άρχισα να τρομάζω, τόσο με τις τρομερές κατάρες που εκστόμιζαν, όσο και με τα όσα είχε παρουσιάσει το ρεπορτάζ. Ήταν η τελευταία φορά που πάτησα το πόδι μου και περνώντας ο καιρός συνειδητοποίησα πόσο τραυματική ήταν όλη αυτή η εμπειρία και πόσο τυχερή ήμουν…

Το τραγικότατο ωστόσο όλης αυτής της περιπέτειας, που μένει σαν μελανή πτυχή μέσα μου, είναι πως πολτοποιήθηκε η αγαπημένη μου φίλη. Δεν υπερβάλλω όταν λέω ότι της αποδόμησαν και της απομύζησαν κυριολεκτικά την προσωπικότητα, μια κανονική πλύση εγκεφάλου, ώσπου στο τέλος δεν έμεινε παρά μόνο το κέλυφός της, χωρίς τίποτε εσωτερικό που να θυμίζει τον παλιό της εαυτό, ένας ζωντανός-νεκρός. Όλη η ζωντάνια, η διαύγεια, ο δυναμισμός, η ευρύτητα πνεύματος, η κριτική σκέψη, η ανεξαρτησία, η γοητεία της, ό,τι την έκανε τόσο ξεχωριστή ως άνθρωπο και ως γυναίκα, κυριολεκτικά εξατμιστήκαν… Προσπάθησα να μιλήσω, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά, οι ανασφάλειες και η μοναξιά της ήταν πολύ πιο ισχυρές από την απλή λογική, αλλά και την αγάπη των γύρω της, και δεν είχα δυστυχώς τις γνώσεις για να το αντιμετωπίσω όλο αυτό, ούτε και ήξερα σε ποιον ν’ αποταθώ για βοήθεια, μιας και η οικογένειά της είχε επίσης αρχίσει ν’ αφομοιώνεται από αυτούς.

Η ιστορία αυτή ήταν το επιστέγασμα στο να θέσω στον εαυτό μου ένα δίλημμα και να λάβω μια απόφαση. Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φυσικά ή μεταφυσικά; Δεν ήταν το πρώτο άτομο που έβλεπα να χάνει το λογικό και την προσωπικότητά του από τη μεταφυσική. Επί χρόνια βίωνα τον πλήρη παραλογισμό μιας συγγενούς μου που, με αφορμή κάποιες προσωπικές δυσκολίες, είχε συνδυάσει τη χριστιανική της θρησκοληψία, τις γονυκλισίες, τα κομποσκοίνια και το χώμα από τον άγιο Κυπριανό με τις υποτιθέμενες «προφητείες» από κάθε λογής μάντισσα, χαρτορίχτρα, μάγο, καφετζού, αστρολόγο, πνευματίστρια που πετύχαινε μπροστά της, ένα τσούρμο επιτηδείων που, εκτός από πακτωλούς χρήματος, άρμεγαν –κυρίως– την ψυχική της ισορροπία.

Ένα τρίξιμο στο τζάμι δεν ήταν λόγω ταλάντωσης, αλλά επειδή μας είχε επισκεφτεί και μας παρακολουθούσε κάποιο πνεύμα. Δεν μπορεί να φανταστεί κανείς, αν δεν το έχει ζήσει, σε πόση δυστυχία και σε πόσα αδιέξοδα οδηγούν αυτές καταστάσεις τόσο τον πάσχοντα όσο και τους οικείους του. Είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να θέσω τη δική μου διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ταλάντωση και το πνεύμα, τη λογική και τον παραλογισμό, την ψυχική ισορροπία και την ψύχωση. Και επέλεξα.

Με τούτα και μ’ εκείνα κάπου εκεί ξεκίνησαν και οι σπουδές μου και, εκ των πραγμάτων πλέον, μελέτησα βαθύτερα την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους και του πολιτισμού, το νοσηρό ρόλο των ιερατείων και των θρησκειών σε κάθε εποχή, τη φύσει και θέσει ασυμβατότητα μεταξύ του ελληνικού πνεύματος και του χριστιανισμού, τους λόγους που η φιλοσοφία τελικά εξόρισε από τους κόλπους της τη μεταφυσική και πολλά άλλα, που δεν χωράνε –δυστυχώς– για ν’ αναλυθούν εδώ.

Το σημαντικότερο όμως είναι πως άρχισα να χρησιμοποιώ συστηματικά τον ορθολογισμό και ν’ αντιλαμβάνομαι την ενδελέχεια της επιστημονικής μεθόδου που, καθημερινώς, όσο αυξάνονται οι γνώσεις μας και προοδεύει η ανθρωπότητα, εξηγεί με σαφήνεια και δίχως παραληρήματα και «άλματα πίστης» το πώς και γιατί λειτουργεί ο κόσμος και βελτιώνει δια μέσου της τεχνολογίας, παρά τους όποιους σοβαρούς εκτροχιασμούς της τελευταίας, μετρήσιμα και αδιαμφισβήτητα το επίπεδο και την ποιότητα της ζωής μας από γενιά σε γενιά.

Επιχειρώντας δε κάποτε να ξαναδιαβάσω εκ νέου τη Βίβλο, ορθολογικά και χωρίς το πέπλο της πίστης, διαπίστωσα σχεδόν εξ αρχής πως μου ήταν αδύνατον να προχωρήσω, γιατί μόνο η πίστη, η παράλογη και τυφλή πίστη, μπορεί να αποτελέσει το κίνητρο για να μελετήσει κανείς αυτό το ασυνάρτητο και αναχρονιστικό συνονθύλευμα απειράριθμων λογικών κενών, αντιφάσεων, ενοχών, ακραίου μισανθρωπισμού, μισογυνισμού, εκδικητικότητας, φονικότητας και πνευματικής υποδούλωσης, που κατασκεύασε ο αδαής και φοβικός Άνθρωπος στην προσπάθειά του να ελέγξει το φόβο του για όσα δεν ήξερε και όσα δεν μπορούσε να ελέγξει. Από τα πρώτα κιόλας χωρία έπιασα τον εαυτό μου να θεοδικάζει, αντί όπως παλιά να θεοδικεί, και η ετυμηγορία μου δεν θα μπορούσε να είναι άλλη παρά καταδικαστική.

Δεν παραιτήθηκα ωστόσο ούτε αμέσως ούτε απόλυτα από την ιδέα του Θείου, ίσως και να μην το έχω κάνει ακόμη. Ως άθρησκη επαναπαύθηκα για λίγο καιρό στη γνωστή ατάκα ότι κάπου υπάρχει μια ανωτέρα Δύναμις, αλλά δεν ήταν δυνατόν να αποφεύγω για πάντα το αμείλικτο ερώτημα, αν η Δύναμις αυτή είναι προνοιακή. Εύλογα, βλέποντας την πραγματικότητα γύρω μου, κατέληξα με τρόμο στο συμπέρασμα πως μάλλον δεν της καίγεται καρφάκι, ούτε για το Σύμπαν, ούτε βεβαίως για το μικρόκοσμό μας εδώ στη Γη. Η διαπίστωση αυτή είχε επάνω μου τεράστιες ψυχολογικές επιπτώσεις, δεδομένου ότι η πίστη στοχεύει στο άλογο και στο συναίσθημα, που εκτελούν εντελώς διαφορετικές διεργασίες και ακολουθούν εντελώς διαφορετικούς δρόμους από αυτόν της λογικής.

Η αποδόμηση της πίστης μου ενείχε σε μεγάλο βάθος χρόνου όλα τα ψυχολογικά στάδια του πένθους: άρνηση, θυμό, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη και αποδοχή.

Ανατρέχοντας στην περίοδο της κατάθλιψης, νιώθω σαν να ήμουν για χρόνια μέσα σε κινούμενη άμμο, πασχίζοντας να βγω και ν’ αναπνεύσω. Στην αρχή, ένα οξύ υπαρξιακό στερητικό σύνδρομο για το φανταστικό φίλο που έδιωξα. Πώς να σταθείς όρθια και να περπατήσεις μόνη σου, ενώ νιώθεις πως έχει χαθεί το κέντρο της στήριξής σου και σέρνεσαι;

Και όπως σε κάθε στερητικό σύνδρομο πονάς, όμοια ανακάλυψα πως η ζωή τώρα πονούσε περισσότερο, γιατί τη ζούσα χωρίς αναλγητικά, χωρίς ψευδαισθήσεις. Συνεπακόλουθα ήρθε ο Τρόμος και ο Πανικός για το πιθανό, το τυχαίο και το νομοτελειακό, για όσα συνειδητοποιούσα δηλαδή ότι δεν μπορούσα να ελέγξω.

Η ευθραυστότητα και η συντομία της ζωής, κάθε ζωής, όχι μόνο της ανθρώπινης, με πλήγωνε αφάνταστα και μου δημιουργούσε μια βαθιά απελπισία. Ο Λιαντίνης επαναλαμβάνει πως ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό ον μέσα στο Σύμπαν, γιατί γνωρίζει πως για όλα, όπως και για τον εαυτό του, υπάρχει ένα τέλος. Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό ισχύει μόνο για τους ανθρώπους, και δη για όσους κρέμονται από την ελπίδα της μετά θάνατον ζωής, αλλά σίγουρα ισχύει για τους άθεους.

Μετά, η απαξία των πάντων και ο ηθικός αποπροσανατολισμός. Τι αξίζει, όταν η υπέρτατη αξία που μου διδάξαν, ο Θεός, είναι ανύπαρκτος; Ποιο είναι το σημείο αναφοράς στην ηθική και στις αρχές, τώρα που αποδέχθηκα ότι είμαι ελεύθερη από κάθε είδους μεταθανάτια Κρίση, ανταμοιβή και τιμωρία;

Σταδιακά, εμπιστευόμενη και χειριζόμενη καλύτερα τα εργαλεία εκείνα που με είχαν φέρει ως εδώ –τον ορθολογισμό, την κριτική σκέψη, την επιστημοσύνη– συν τω χρόνω, που είναι ο μεγάλος γιατρός της φύσης για κάθε πένθος, επαναξιολόγησα ό,τι πραγματικά άξιζε και επαναπροσδιόρισα την ηθική μου σύμφωνα με έναν προσωπικό κώδικα, ειλικρινέστερο, μιας και δεν εδραζόταν πια ούτε στο φόβο, ούτε σε ανταλλάγματα. Φυσικά τίποτα από αυτά δεν είναι στατικό, μεγαλώνοντας μαθαίνεις, αναθεωρείς, αποκηρύσσεις, εξελίσσεσαι. Ένα σταθερό σημείο αναφοράς όμως είναι η συνειδητοποίηση πως η μόνη δικαίωση για τον καθένα μας εξατομικευμένα είναι η ίδια η ζωή και το θάρρος να τη ζήσουμε με βάση τις δικές μας επιλογές, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για το αν είναι σωστές ή εσφαλμένες.

Σήμερα, ούσα πανηγυρικά στο στάδιο της αποδοχής και της αισιοδοξίας για την πορεία του ανθρώπου, αποδέχομαι ότι η ύπαρξη και η φύση του θεού ή του θείου είναι μια α-νοησία (δεν νοείται) και κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχουν ως ώρας πειραματικά δεδομένα που να αίρουν ή να επιβεβαιώνουν την ύπαρξή του, επιλέγω να δηλώνω τυπικά αγνωστικίστρια και να ζω ουσιαστικά ως άθεη.

Ο λόγος που κάνω αυτό τον διαχωρισμό δεν γίνεται μόνο για να είμαι τυπική ως προς το γράμμα του «νόμου». Οφείλεται επίσης και σε τούτο, πως η θρησκεία και η πίστη είναι ένας ιός, με τον οποίο μας μολύνει το περιβάλλον και ο πολιτισμός μας από την ημέρα που θα γεννηθούμε ως την ημέρα που θα πεθάνουμε. Οι μεταλλάξεις που κάνει στον ψυχισμό, στη δομή της σκέψης, στις συνήθειες, στην ηθική, στην έκφρασή μας είναι τόσες που δεν είναι δυνατόν να μην αφήσουν κατάλοιπα, έστω και γλωσσικά. Πολύ συχνά συνειδητοποιώ, φερ’ ειπείν, ότι είναι τρομερά δύσκολο να εκφραστώ χωρίς να χρησιμοποιήσω έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες νοηματικά με τη θρησκευτική πίστη, όπως «πλάσμα» ή «πλάση», που υποδηλώνουν ότι ο κόσμος πλάστηκε (ευφυής σχεδιασμός!), «συγχωρεμένος» (από ποιον;), «ψυχή» (πλατωνικός δυϊσμός) κ.ο.κ.

Πολύ εύστοχα είχε ειπωθεί κάποτε ότι, αν ξεφύτρωνε ένας άνθρωπος με απόλυτη άγνοια περί Θεών και θρησκειών, θα του ήταν αδύνατον να κατανοήσει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Γι’ αυτό και το πολιτισμικό κομμάτι, στο επίπεδο της καθημερινής έκφρασης και της επαφής με τους συνανθρώπους μου, δεν το αντιμάχομαι. Συμμετέχω, όποτε μπορώ, στο κοσμικό σκέλος όλων των θρησκευτικών εορτών, δεδομένου ότι οι καλές στιγμές στη ζωή είναι συγκριτικά πολύ λίγες για να μην τις γιορτάζουμε.

Εξάλλου, νιώθω πως αν απογυμνώσουμε τη ζωή μας εντελώς από συμβολισμούς και έθιμα, θα τη φτωχύνουμε πάρα πολύ! Είναι άλλο πράγμα να απαλλάξουμε ένα έθιμο ή μια γιορτή από τις δεισιδαιμονίες που τα πλαισιώνουν, και είναι άλλο να τα πετάξουμε στα σκουπίδια, γιατί έτσι χάνουμε την ομορφιά και το ιστορικό βάθος κάποιων πραγμάτων, όπως και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που μας διακρίνουν ως λαό από τους άλλους. Θαρρώ πως το να συμμετέχεις, να ενσωματώνεις ή να ανανοηματοδοτείς ένα έθιμο είναι μια εξίσου θεμιτή στάση ζωής, και δεν νιώθω ενοχές ή ασυμβατότητα με τις πεποιθήσεις μου όταν συμμετέχω σε αυτά.

Ανέκαθεν άλλωστε τα σύμβολα, τα έθιμα, οι εορτές μετασχηματίζονταν ανάλογα με την εποχή, ώστε να συνάδουν με τις ευρύτερες πεποιθήσεις των κοινωνιών που εξελίσσονταν. Δεν βλέπω λοιπόν τον λόγο να κάνω κάτι το διαφορετικό, πώς θα μπορούσα άλλωστε, εφόσον η πλειονότητα στο περιβάλλον μου πιστεύει, και μάλιστα δύο από τις στενότερές μου φίλες είναι η μία η θεολόγος που είχα ως καθηγήτρια στα γυμνασιακά μου χρόνια και η άλλη κατηχήτρια. Η διάσταση των απόψεων μεταξύ μας γίνεται αφορμή για πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις.

Αν υπάρχει μια φράση από τη Βίβλο που επιλέγω να κρατήσω, είναι το «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Μόνο που στη γλώσσα του ορθολογισμού εξ αποκαλύψεως αλήθειες δεν υπάρχουν. Υπάρχουν μόνο επιστημονικά δεδομένα και η προσωπική μας ειλικρίνεια. Η όποια «σωτηριολογική» τους υπόσταση δεν είναι άλλη από το να τα αξιοποιούμε με τον βέλτιστο τρόπο ώστε βγούμε από το σκοταδισμό, την αμάθεια, το φόβο και την προκατάληψη και να γίνουμε εξατομικευμένα, αλλά και ως κοινωνία και ως είδος, ό,τι καλύτερο μπορούμε να γίνουμε.

Ωστόσο, όσο ακράδαντα πεπεισμένη και αν είμαι για την άμεση και επιτακτική ανάγκη εκκοσμίκευσης των κρατών και τον περιορισμό της ισχύος, αν όχι και την πλήρη κατάργηση, των ιερατείων, δεν ξέρω αν η αθεΐα είναι προς το παρόν η ενδεδειγμένη οδός για το σύνολο της ανθρωπότητας. Αν και ως φίλη του Επίκουρου απεχθάνομαι τον Πλάτωνα, ίσως, όπως και ο Αριστοτέλης, να είχε ένα δίκιο όταν μιλούσε για την αναγκαιότητα του Ιαματικού Ψεύδους· του «ιερού» ψεύδους δηλαδή, που απευθύνεται στην πλειονότητα, όταν η ίδια δεν διαθέτει την παιδεία, την ψυχολογική δύναμη και τον ορθολογισμό, ώστε, όταν της γκρεμίσεις τον μύθο της, να σταθεί ηθικά ακέραιη και να μην κανιβαλίσει τα πάντα. Η αθεΐα είναι μια υψηλή διανοητική κατάκτηση, που προϋποθέτει και υψηλές αντοχές και ακόμη υψηλότερη ευθύνη, ή, όπως λέει ένας φίλος και δάσκαλος: η αθεΐα είναι αρετή.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στα ιστολόγια Επικούρειας Κήπος και sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Από Τιτάνας, Λαντζέρης

29 September 2011
Comments Off on Από Τιτάνας, Λαντζέρης
Αρθρογράφος: Batcic 


Και όπως είπε και ο γέρων Πορφύριος:

Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αϋπνία; να μη σκέπτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέπτεσαι αν θα κοιμηθείς ή όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λέεις τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το «Κύριε Ιησού Χριστέ…» κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.

Όταν είσαι εν προσευχή όλα γίνονται όπως πρέπει. Παραδείγματος χάριν, πλένεις πιάτα και δεν σπάζεις κανένα, δεν κάνεις ζημιές. Έρχεται μέσα σου η χάρις του Θεού. Όταν έχεις την χάρι, όλα γίνονται με χαρά, χωρίς κόπο.

Δύο μόνο σχόλια! Πρώτον όντως η προσευχή βοηθάει (λέμε τώρα) και στα πιο απλά, ή για την ακρίβεια, μόνο στα πιο απλά. Προσευχή για να κοιμηθείς; Προσευχή για να μη σπάσεις πιάτα;;; Σαφέστατα. Για δοκίμασε όμως να προσευχηθείς π.χ. για την εξάλειψη του καρκίνου! Όπως έχει εξηγηθεί ήδη στο “Εεε και;“, οι πιστοί χαρακτηρίζονται από τη ευλαβική εμμονή τους να εστιάζουν στον τρόπο και όχι στο αποτέλεσμα, για κάθε φαινόμενο του οποίου τα δεδομένα αγνοούν! Και αυτό γιατί για τον τρόπο επίτευξης μπορούμε να ισχυριστούμε οτιδήποτε, το αποτέλεσμα όμως είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει. Αν το αποτέλεσμα είναι εφικτό λόγω ανθρώπινων δυνατοτήτων, τότε μπορούμε εύκολα να το αποδώσουμε στον ευνοούμενο μας με τον πλέον ακαταλαβίστικο τρόπο. Αν το αποτέλεσμα όμως δεν είναι εφικτό;;; Τότε και ο τρόπος επίτευξης, όπως είναι λογικό, γίνεται πλήρως αδιάφορος. Ποιας επίτευξης δηλαδή;

Δεύτερον, η καταπολέμηση της αϋπνίας είναι σίγουρα εφικτή με την προσευχή, αλλά με την προϋπόθεση ότι προσεύχεσαι για οτιδήποτε άλλο σοβαρό. Κάνε την προσευχή σου και περίμενε μέχρι την υλοποίηση της. Θα σε πάρει σίγουρα ο ύπνος!

Για ποιον λόγο όμως τελικά είναι τόσο σημαντική και σεβαστή η προσευχή; Γιατί απολαμβάνει τέτοιας ασυλίας από τη χλεύη; Τα αποτελέσματα της ως γνωστόν είναι αποδεδειγμένα ανύπαρκτα, αλλά αυτό είναι κάτι με το οποίο δεν θα ασχοληθούμε στην παρούσα ανάρτηση. Το “Η δύναμη της προσευχής είναι, αποδεδειγμένα, μηδενική“, του φιλικού ιστολογίου του εξαιρετικού sfrang είναι μια πολύ καλή αρχή! Αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ είναι η φύση της προσευχής και η ασυμβατότητά της με την ευφυΐα και την πίστη.

Οι Προτροπές

Κατά Ματθαίον
7:7 Αιτείτε, και θέλει σας δοθή· ζητείτε, και θέλετε ευρεί, κρούετε, και θέλει σας ανοιχθή.
17:20 Διότι αληθώς σας λέγω, Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, θέλετε ειπεί προς το όρος τούτο, Μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και θέλει μεταβή· και δεν θέλει είσθαι ουδέν αδύνατον εις εσάς.
21:21 Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπε προς αυτούς· Αληθώς σας λέγω, εάν έχητε πίστιν και δεν διστάσητε, ουχί μόνον το της συκής θέλετε κάμει, αλλά και εις το όρος τούτο αν είπητε, Σηκώθητι και ρίφθητι εις την θάλασσαν, θέλει γείνει·

Κατά Ιωάννην
14:14 Εάν ζητήσητέ τι εν τω ονόματί μου, εγώ θέλω κάμει αυτό.

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω ότι, σύμφωνα με το θεόπνευστο βιβλίο, η δύναμη της προσευχής είναι ανυπολόγιστη! Τα μοναδικά δύο εφόδια που χρειάζεται να έχει κάποιος είναι κάποια ψήγματα πίστης και το θάρρος να απευθύνεται στο θεό, και στη συνέχεια μπορεί να καταφέρει τα πάντα! Χεχεχε, και γιατί τότε δεν προστάζουν οι πιστοί τα βουνά να κυλήσουν μέσα στις θάλασσες; Μπααα, η παρούσα ανάρτηση δεν σκοπεύει να φιλοξενήσει τέτοιους φτηνούς εξυπνακισμούς! Εγείρεται όμως σίγουρα το ερώτημα, ποια είναι αυτά τα πάντα που μπορεί να καταφέρει κάποιος, αν δεν ψεύδεται ασύστολα το θεόπνευστο βιβλίο; Και γιατί π.χ. στη χριστιανική νεο-Ελλάδα που πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, δεν απευθύνεται κάποιος στο θεό ώστε να πέσουν άμεσα τα spreads, να εξαλειφθεί η ανεργία και να επικρατήσει γενικευμένη ευμάρεια; Γιατί δεν μπορώ να φανταστώ με κανέναν τρόπο ότι κανένας στην Ελλάδα δεν απευθύνεται στις προσευχές του στο θεό! Χμμμ, μάλλον θα λείπει το πρώτο συστατικό που ακούει στο όνομα πίστη· πραγματική πίστη! Και όπως διδασκόμαστε βέβαια και στο σχολείο, η προσευχή έχει αποτέλεσμα όταν προσευχόμαστε ειλικρινά, ανιδιοτελώς και μη υλιστικά.

Συνέχεια συλλογισμού. Είναι τελικά εφικτή η πραγματική πίστη; Απάντηση: Σαφώς! Οι άγιοι γέροντες της χριστιανοσύνης δεν χρίστηκαν άγιοι χωρίς να έχουν υπάρξει τουλάχιστον πραγματικά πιστοί. Οπότε και φτάνουμε στο προκείμενο. Συγνώμη για το βλάσφημο της διατύπωσης, αλλά όλοι όσοι κατά καιρούς είχαν πραγματική πίστη, ΣΙΓΟΥΡΑ δεν είχαν έμπνευση, δεν τους έκοβε και πολύ τέλος πάντων! Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η συνεχιζόμενη, μετά από δύο χιλιάδες χρόνια, ύπαρξη της αρρώστιας; Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για τους πολέμους, αλλά εκεί, στο ένα άκρο που ονομάζεται αίτιο, μπορεί να κρύβεται ο άνθρωπος και η ελεύθερη βούληση που του χάρισε ο θεός. Η αρρώστια όμως; Τόσοι πιστοί και άγιοι και θαυματουργοί άνθρωποι πέρασαν από τον κόσμο μας που θεωρητικά μπορούσαν να μετακινήσουν βουνά, προσευχήθηκαν μερόνυχτα ολόκληρα ειλικρινά, ανιδιοτελώς και μη-υλιστικά, κανένας δεν σκέφτηκε να εξαφανίσει τον καρκίνο;;; Το αποτέλεσμα προβάλλει ξανά και ξανά ως αξεπέραστο ντουβάρι. Όποιο αποτέλεσμα δεν έχει επιτευχθεί ήδη από τον άνθρωπο, είναι απρόσιτο και στην προσευχή. Γιατί άραγε…;

Ο Παραλογισμός

Φυσικά ο παραλογισμός της προσευχής ξεκινάει αρκετά νωρίτερα, στην ίδια την ασεβή φύση της προσευχής. Ασεβής η προσευχή; Φυσικά. Η προσευχή δεν παύει να είναι μια παράκληση, μια ικεσία προς την ανώτερη θεϊκή δύναμη για ίδιον όφελος. Λαμβάνοντας δε υπ’ όψιν τα κύρια χαρακτηριστικά του χριστιανικού θεού (πανάγαθος, πανταχού παρών, παντογνώστης και παντοδύναμος), η προσευχή αμφισβητεί ξεκάθαρα τα δύο από τα τέσσερα. Για να το δούμε αναλυτικά:

eikona

From Religious Fun

 

Ο θεός είναι παντοδύναμος και πανταχού παρών, συνεπώς μπορεί να ακούσει τις προσευχές μας αλλά και να τις πραγματοποιήσει! OK, αυτές οι δύο ιδιότητες τη γλύτωσαν, για να δούμε και τις υπόλοιπες! Ο θεός είναι πανάγαθος και παντογνώστης. Με τις δύο ιδιότητές του αυτές είναι δεδομένο ότι ξέρει ποιο είναι το καλό μας και το συμφέρον μας, και έχει σχεδιάσει ανάλογα την πορεία μας μέσα στη ζωή, από τη στιγμή που γεννιόμαστε μέχρι τη στιγμή που πεθαίνουμε! Γνωρίζει τι θα μας συμβεί ανά πάσα στιγμή. Και φτάνει η ώρα της προσευχής. Όπου ο άνθρωπος απευθύνει το αίτημά του προς το θεό. Αίτημα; Στην πράξη, την ώρα της προσευχής υποδεικνύει στο θεό κάποια εναλλακτική η οποία, κατά την ταπεινή του άποψη, είναι καλύτερη του ευφυούς προαποφασισμένου σχεδίου του. Πώς θα μπορούσε να είναι καλύτερη εναλλακτική της θεϊκής η ανθρώπινη πρόταση; Δύο πιθανές εξηγήσεις! Είτε ο θεός δεν το σκέφτηκε τόσο καλά (παντογνώστης αγνοείται) είτε ο θεός δεν σχεδίασε την πορεία μας με βάση το καλό και το συμφέρον μας (πανάγαθος αγνοείται). Στη δεύτερη δε περίπτωση, και ιδίως αν η προσευχή γίνει αποδεκτή, καταστρατηγούνται και οι δύο ιδιότητες. Ο θεός δεν είχε σχεδιάσει με βάση το καλό μας (πανάγαθος αγνοείται) και τροποποίησε την απόφαση του σύμφωνα με την έκκλησή μας οπότε το μέλλον μας όπως το γνώριζε πριν την προσευχή μας είναι στεγνά λάθος (παντογνώστης αγνοείται). Προσεύχεσαι; Μάλλον είσαι κομματάκι ασεβής…

Από Δήμαρχος, Κλητήρας

Αυτή είναι φυσικά μια ήπια διατύπωση. Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου περίεργο που οι πιστοί προσεύχονται και βρίσκουν ανταπόκριση, όχι ως Τιτάνες που θα μετακινήσουν βουνά, αλλά ως λαντζέρηδες που φοβούνται μη σπάσουν κανένα πιάτο. Ας μην έχουμε και υπερβολικές απαιτήσεις από την προσευχή. Ή αν θέλουμε να έχουμε υψηλές απαιτήσεις, ας σταθούμε στο ζουμί της προσευχής, όπως αυτό διατυπώνεται στην ακόλουθη προτροπή:

Κατά Μάρκον
11:24 Διά τούτο σας λέγω, Πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γείνει εις εσάς.

Η ουσία της επιτυχημένης λοιπόν προσευχής δεν είναι να πραγματοποιηθεί, αλλά να πιστέψεις ότι πραγματοποιήθηκε!

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο The Schrodinger’s Dragon (του ίδιου του αρθρογράφου), όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Κοτόπουλο στα κρυφά

26 September 2011
Comments Off on Κοτόπουλο στα κρυφά

Αρθρογράφος: Γιάννης Ζουμπουλάκης


Όταν ο πατέρας μου ήταν παιδί, στα χρόνια της Κατοχής, είδε έναν παπά να καταβροχθίζει ένα κοτόπουλο μέσα στο Ιερό, λίγο πριν ο μάγκας ο παπάς βγει έξω και ανάμεσα σε ρεψίματα αρχίσει τη λειτουργία υμνώντας τη… νηστεία.

Ήταν Πάσχα, οπότε εξηγείται η περίοδος νηστείας, αλλά ούτως ή άλλως, και να’ θελε κάποιος, τι θα μπορούσε να φάει εκείνη την εποχή; Εκτός βέβαια αν ήταν παπάς.

Πήγε λοιπόν ο μπαμπάς μου και το’ πε στη μάνα του. «Ρε μάνα, είδα τον παπά να τρώει το μπούτι του κοτόπουλου και μετά να βγαίνει και να λέει για νηστείες.» Κι εκείνη, έξυπνη μεν παρά την αμορφωσιά της γυναίκα αλλά «πάνω-από-όλα-η-Εκκλησία», γύρισε και του είπε «δεν είδες τίποτε!». Μα εκείνο μα το άλλο, ο μπαμπάς μου. «Βρε δεν είδες τίποτε», επέμεινε η γιαγιά. Οπότε ο μικρός το βούλωσε. ΟΚ. Δεν είδε τίποτε. Αλλά όταν μεγάλωσε ήξερε πια πολύ καλά τι σημαίνει εκκλησία, και ευτυχώς πέρασε την «αιρετική» νοοτροπία του στον δικό του γιο.

Έχω την εντύπωση ότι σε αυτό ακριβώς το «δεν είδες τίποτε» ποντάρει η κυβέρνηση. Μιλώ για τον ειδικό φόρο στα ακίνητα από τον οποίον, όπως μάθαμε, εξαιρείται η εκκλησία. Αναρωτιούνται πολλοί, πού ακούστηκε να μην πληρώσει φόρο η εκκλησία;

Να σας πω εγώ πού ακούστηκε. Κανένα πρόβατο δεν θα παραπονεθεί. Διότι η νοοτροπία της γιαγιάς μου, δυστυχώς, υπάρχει ακόμα. Όταν εμπλέκεται η εκκλησία κανείς δεν θέλει να βλέπει τίποτε. Τα εκατομμύρια των φανατικών θρήσκων στη χώρα μας είναι τόσο τυφλά που μπορούν να ξεχάσουν την αθλιότητα μέσα στην οποία ζουν, από τη στιγμή που η εκκλησία θίγεται.

Γι’ αυτούς η εκκλησία είναι υπεράνω, και ας το ξέρουν ότι οι παπάδες τρώνε με χρυσά μαχαιροπίρουνα κοτόπουλα σε περίοδο νηστείας. Για ποιόν λόγο λοιπόν η κυβέρνηση να μην αποκλείσει την εκκλησία από τον ειδικό φόρο; Έτσι όμως, με αυτήν τη νοοτροπία, ας μην παραπονιόμαστε ενώ οδεύουμε στην ολοκληρωτική καταστροφή.


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στη στήλη “γνώμες” της διαδικτυακής εφημερίδας “ΤΟ ΒΗΜΑ” και εν συνεχεία στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

ΦσΜ [3.3] Το “Κράνος Θεού” του Δρ. Michael Persinger

17 September 2011
Comments Off on ΦσΜ [3.3] Το “Κράνος Θεού” του Δρ. Michael Persinger
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [3.2] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [4.1] »

Εμπειρικά στοιχεία γι’αυτή την υπόθεση υπάρχουν από τα ίδια τα πειράματα του Δρ. Persinger. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε φυσικές, περιστασιακές δραστηριοποιήσεις του κροταφικού λοβού, επομένως είναι δύσκολο να μετρήσουμε τα αποτελέσματά τους. Αλλά τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να προκαλέσουμε τεχνητές δραστηριοποιήσεις όποτε θέλαμε;

Αυτό ακριβώς σκέφτηκε και ο Δρ. Persinger όταν κατασκεύασε το "κράνος Θεού", όπως το βαφτίσαν μερικοί. Είναι ένα συνηθισμένο κράνος μοτοσυκλέτας με σωληνάρια που, όταν φορεθεί, παράγουν ένα περίπλοκο μαγνητικό πεδίο, σχεδιασμένο να διεγείρει τους κροταφικούς λοβούς. Οι 4 στους 5 που το έχουν δοκιμάσει αναφέρουν ότι νιώθουν μια παρουσία στο δωμάτιο μαζί τους, μια παρουσία που οι θρήσκοι θεωρούν πως είναι ο Θεός (Holmes 2001, σελ. 28).

Φυσικά, ένας ένθεος μπορεί να πει ότι έχουμε απλά βρει τους διαύλους επικοινωνίας που υπό φυσιολογικές συνθήκες χρησιμοποιεί ο Θεός. Αυτή είναι μια θρησκευτική υπόθεση, έξω από τα πλαίσια της επιστήμης, και γενικά μιλώντας δεν μπορεί να αποδειχθεί ψευδής. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετά στοιχεία εναντίον της.

Πρώτα απ’όλα, είναι περίπλοκη και περιέχει επιπλέον υποθέσεις που δεν αυξάνουν την επεξηγηματική ισχύ της. Ξέρουμε σίγουρα ότι τα θρησκευτικά συναισθήματα μπορούν να παραχθούν ενεργοποιώντας τον εγκέφαλο. Δεν ξέρουμε σίγουρα αν αυτό συμβαίνει επειδή μια θεότητα τις ενεργοποιεί. Η αθεϊστική εξήγηση ότι αυτά τα αισθήματα προκύπτουν από απλή νευρική δραστηριότητα αρκεί. Γιατί να το πάμε παραπέρα; Το να επιμένει κανείς να περιπλέκει αυτή την απόλυτα ικανοποιητική εξήγηση με επιπλέον υποθέσεις είναι ένα βήμα που δεν βασίζεται στα στοιχεία, αλλά σε μια προειλημμένη προσκόλληση σε δόγμα. Σκεφτείτε έναν που πιστεύει στα ούφο και επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι ναι μεν όλες οι φωτογραφίες εξωγήινων αεροσκαφών είναι ψεύτικες, αλλά οι εξωγήινοι υπάρχουν και έφτιαξαν οι ίδιοι τις ψεύτικες φωτογραφίες για να μας κάνουν να συνεχίσουμε να τους αναζητούμε. Ειπωμένο έτσι, είναι προφανής ο παραλογισμός, αλλά μερικοί ένθεοι κάνουν παρόμοιες δηλώσεις για το Θεό.

Δεύτερον, η ιδέα ότι ο Θεός επικοινωνεί με τους ανθρώπους ενεργοποιώντας συγκεκριμένα σημεία του εγκεφάλου μοιάζει θεολογικά προβληματική. Σίγουρα, το ότι αυτές οι μυστικιστικές εμπειρίες μπορούν να αναπαραχθούν τεχνητά θα έπρεπε να προβληματίσει τους πιστούς. Γιατί ο Θεός να επιτρέπει να μπορεί κάποιος να τον πλαστογραφήσει; Αν ο Θεός επικοινωνεί μαζί μας μέσω συγκεκριμένων νευρώνων, τότε ανοίγει ο δρόμος να χρησιμοποιήσει το ίδιο μέσο και οποιοσδήποτε άλλος, δημιουργώντας ψεύτικα οράματα που θα προσλαμβάνονται ως αληθινά και προερχόμενα από το Θεό (αυτό συμβαίνει στην επιληψία κροταφικού λοβού, εκτός κι αν κάποιος πει ότι πιστεύει πως όντως ο Θεός μιλάει στους πάσχοντες). Δεν μπορεί να θεωρηθεί δίκαιο ο Θεός να έχει κατασκευάσει τον εγκέφαλο με τέτοιο τρόπο, ώστε το άτομο να είναι ευάλωτο σε ψεύτικες αποκαλύψεις που δεν μπορούν να διακριθούν από τις γνήσιες και μετά να το καταδικάζει επειδή δε μπορεί να τις διακρίνει.

Τρίτον, τι γίνεται αν υποστεί βλάβη αυτός ο δίαυλος θεϊκής επικοινωνίας; Εκείνοι οι άνθρωποι δε θα μπορούσαν καθόλου να ακούσουν τη φωνή του Θεού; Και τότε θα ήταν δίκαιο αν ο Θεός τους τιμωρούσε επειδή δε θα ακολουθούσαν τις εντολές του μόνο και μόνο επειδή δε θα ήταν σε θέση να τον αντιληφθούν; Ο Δρ. Ramachandran λέει για το θέμα αυτό:

Τι θα συνέβαινε στην προσωπικότητα ενός ασθενή -ειδικά στις πνευματικές του αναζητήσεις- αν αφαιρούσαμε ένα κομμάτι του κροταφικού λοβού;… Θα σταματούσε ξαφνικά να έχει μυστικιστικές εμπειρίες και θα γινόταν άθεος ή αγνωστικιστής; Θα είχαμε κάνει μια "Θεεκτομή"; (Ramachandran 1998, σελ.187)

Για την ακρίβεια, κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει και με φυσικό τρόπο. Π.χ. η νόσος Alzheimer συνήθως επιτίθεται από νωρίς στο μεταιχμιακό σύστημα και δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι ένα συχνό σύμπτωμα της νόσου είναι η απώλεια ενδιαφέροντος για τα θρησκευτικά ζητήματα (Holmes 2001, σελ.27). Γιατί ο Θεός να δημιουργήσει και να ελευθερώσει μια τέτοια ασθένεια στους ανθρώπους, που τους στερεί την ικανότητα να τον ακούν και να του απαντούν; Θα τιμωρούνταν ένα τέτοιο άτομο για την απιστία του μετά θάνατον;

Ένας ένθεος ίσως πει πως το πρόβλημα δεν είναι τόσο σοβαρό. Άλλωστε, ένα παντοδύναμος Θεός θα μπορούσε σίγουρα να επικοινωνήσει, αν το ήθελε, ακόμα κι αν οι κροταφικοί λοβοί ενός ατόμου είχαν υποστεί βλάβη. Ορθόν, αλλά επιστρέφουμε στην αρχική ερώτηση: Για ποιο λόγο τότε να δημιουργήσει εξ αρχής ένα κέντρο θεϊκής επικοινωνίας στον εγκέφαλο; Η αθεϊστική εξήγηση παραμένει η πιο εύλογη. Το κέντρο αυτό είναι μια εξελικτική κληρονομιά, ένα μέρος του εγκεφάλου που είτε εξελίχθηκε για κάποιον άγνωστο προσαρμοστικό λόγο, είτε είναι ένα κατάλοιπο που παραμένει και σήμερα και παράγει αισθήματα που ο πολιτισμός μας διδάσκει στον κόσμο να τα ερμηνεύει ως παρουσία κάποιας θεότητας. Εν ολίγοις, τα στοιχεία υπονοούν ότι ο Θεός υπάρχει μόνο στο μυαλό μας.

« Προηγούμενο Άρθρο [3.2] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [4.1] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

ΦσΜ [3.2] Περιστασιακή Δραστηριοποίηση Κροταφικού Λοβού

13 September 2011
Comments Off on ΦσΜ [3.2] Περιστασιακή Δραστηριοποίηση Κροταφικού Λοβού
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [3.1] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [3.3] »

Ένας ένθεος μπορεί να αναρωτηθεί τι σημασία έχει αυτό το φαινόμενο για τους υπολοίπους. Αν και οι περισσότεροι, μαζί με τους ένθεους, δεν είμαστε επιληπτικοί, η σημασία της εύρεσης ενός σημείου του εγκεφάλου που σχετίζεται με τις θρησκευτικές εμπειρίες είναι προφανής. Αν και οι περισσότεροι ένθεοι δεν είναι επιληπτικοί λόγω κροταφικού λοβού, οι περισσότεροι δεν έχουν και θρησκευτικές εμπειρίες αυτής της έκτασης. Βέβαια, όλοι έχουμε κροταφικούς λοβούς. Μήπως οι απλές, θρησκευτικές εμπειρίες, που οι περισσότεροι δέχονται ως δεδομένες, παράγονται από περιστασιακή και σποραδική ενεργοποίηση των κροταφικών λοβών, αλλά όχι αρκετά έντονη ώστε να οδηγήσει σε κρίση;

Αυτή είναι η υπόθεση του νευρολόγου Δρ. Michael Persinger, που έχει ονομάσει αυτή την ενεργοποίηση “Περιστασιακή Δραστηριοποίηση Κροταφικού Λοβού” ή ΠΔΚΛ εν συντομία (Persinger 1987, σελ. 111). Σύμφωνα με τη θεωρία του, η ΠΔΚΛ είναι μια βραχύβια ηλεκτρική αστάθεια, μια μικροκρίση, που συμβαίνει στους κροταφικούς λοβούς υγιών ατόμων και ενεργοποιούνται από διάφορες αιτίες, όπως φυσική και πνευματική πίεση (π.χ. θλίψη, κούραση, άγχος, υπογλυκαιμία και υποξία) συμμετοχή σε τελετουργία, δυνατά και ρυθμικά ηχητικά μοτίβα, όπως τραγούδια, χτυπήματα των χεριών ή ύμνοι ή και η κατάποση κάποιων χημικών ουσιών. Οι ΠΔΚΛ παράγουν συναισθήματα νοήματος και σιγουριάς ή και μείωση του άγχους και ενισχύονται από τις μεθόδους παιδείας και “πνευματικής θωράκισης” που χρησιμοποιούν οι περισσότερες οργανωμένες θρησκείες.

Αν και οι ΠΔΚΛ δεν έχουν παρατηρηθεί άμεσα, λόγω της απρόβλεπτης φύσης του, υπάρχουν καλά περιστασιακά στοιχεία για την ύπαρξή τους. Ο Δρ. Persinger σημειώνει ότι οι ιστοί του κροταφικού λοβού επιδεικνύουν μεγαλύτερη ηλεκτρική αστάθεια από άλλα μέρη του εγκεφάλου (σελ. 15). Επιπλέον, η ύπαρξη των επιληπτικών και μόνο, μας δίνει έναν καλό λόγο να υποπτευόμαστε ότι συμβαίνουν και σε φυσιολογικά άτομα. “Δεν είναι παράδοξο να μελετάμε την εξαίρεση για να βρούμε τον κανόνα” στη νευρολογία (σελ. 17) και αν οι ΠΔΚΛ είναι σαν όλα τα άλλα φαινόμενα στο γενικό πληθυσμό, τότε θα φανεί σε μια στατιστική κατανομή. [Αν ισχύει η θεωρία] οι περισσότεροι έχουμε ΠΔΚΛ μια ή δυο φορές το χρόνο, ένα μικρότερο κομμάτι του πληθυσμού πιο συχνά και στο άκρο του φάσματος βρίσκονται οι επιληπτικοί κροταφικού λοβού, που τους συμβαίνουν συχνά.

Μπορούμε να κάνουμε κι άλλες προβλέψεις βάσει της υπόθεσης. Οι κροταφικοί λοβοί συνδέονται με όλα τα αισθητήρια όργανα (όραση, ακοή, γεύση, όσφρηση και ακόμα και με το σύστημα ελέγχου της ισορροπίας). Οι πιο έντονες ΠΔΚΛ θα μπορούσαν ενδεχομένως να διαχυθούν σε αυτές τις περιοχές, παράγοντας έντονες ψευδαισθήσεις (π.χ. το άτομο μπορεί να βλέπει λαμπερές μορφές και τοπία, να ακούει φωνές, να νιώθει ότι πετάει ή αιωρείται ή όλα μαζί, αναλόγως σε ποιο σημείο παρουσιάζεται η ηλεκτρική αστάθεια και πόσο γρήγορα εξαπλώνεται). Αυτά τα συμπτώματα συχνά συμβαίνουν σε περιπτώσεις επιληψίας. Απλές μορφές ΠΔΚΛ, του είδους που ίσως παθαίνουν οι περισσότεροι, δε θα παρήγαγαν τέτοια αποτελέσματα, αλλά πιο ήπια και αφηρημένα. Αναλόγως της έκτασης θα μπορούσαμε να νιώσουμε “ελαφρά κοσμική ανύψωση, όπως όταν ξαφνικά συνειδητοποιούμε μια κρυμμένη αλήθεια αργά το βράδυ. Πιο έντονες ΠΔΚΛ μπορεί να χρωματίζουν και να επηρεάζουν τις πιο σημαντικές εμπειρίες ζωής και να τις ορίζουν ως τέτοιες. Για παράδειγμα μια αλλαγή θρησκεύματος, επανάληψη όρκων γάμου ή προσωπικές επαφές με το θείο” (Persinger 1987, σελ.16). Όπως όλες οι ΠΔΚΛ, πρέπει να συνοδεύονται από μια αξιοσημείωτη μείωση άγχους και μια θετική θέαση του μέλλοντος. Εν πάσει περιπτώσει, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των κρίσεων επιληπτικών και των περιστασιακών δραστηριοποιήσεων του κροταφικού λοβού σε φυσιολογικά άτομα. Δεν είναι θέμα ποιότητας και είδους, αλλά μεγέθους.

« Προηγούμενο Άρθρο [3.1] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [3.3] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.