Πού γίνεται ο σχολιασμός;
Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
Η θρησκευτική πίστη
δεν αποτελεί προϋπόθεση
για την υγιή ευημερία των κοινωνιών
Υπάρχει μια κοινή πεποίθηση, την οποία μοιράζονται οι οπαδοί των διαφόρων θρησκειών, ότι η λατρεία του Θεού και η υπακοή στα κελεύσματα της θρησκείας θεωρούνται ουσιώδη για μια υγιή και ειρηνική κοινωνία. Ο Θεός και η θέλησή του, πιστεύουν πως πρέπει να είναι στο επίκεντρο της ζωής του κάθε ατόμου, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ευημερία με ηθική και ασφαλή ζωή. Οι θρησκευόμενοι συμφωνούν, επί πλέον, στο ότι το κάθε κοινωνικά ακραίο άτομο –εγκληματίας, ζητιάνος, περιθωριακός κ.ά.– θεωρείται ότι παρουσιάζει έλλειψη ευσέβειας, ενώ όταν ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων μιας κοινωνίας απορρίψει το Θεό, τότε θα επέλθει η αποσύνθεσή της.
Σε περίπτωση που η θρησκευτική αυτή θεωρία –ότι η τυχόν απομάκρυνση από το Θεό είναι η αιτία για όλα τα κακά της κοινωνίας– είναι σωστή, τότε θα έπρεπε να αναμένουμε τα περισσότερο θρησκευόμενα έθνη στη Γη να είναι προμαχώνες εναντίον του εγκλήματος, της φτώχειας και των ασθενειών, και πρότυπα υγιών κοινωνιών. Η σύγκριση των άθρησκων εθνών, όμως, με τα περισσότερο θρήσκα αποκαλύπτει μια πολύ διαφορετική κατάσταση. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερο κοσμικές χώρες –με τα μεγαλύτερα ποσοστά άθεων και αγνωστικιστών– είναι μεταξύ των σταθερότερων, ειρηνικών, ελεύθερων, πλούσιων, και υγιών κοινωνιών, ενώ οι θεοκρατούμενες βρίσκονται μεταξύ των ασταθέστερων, βίαιων, καταπιεστικών και φτωχών κοινωνιών.
* * *
Θα πρέπει να είμαστε οπωσδήποτε προσεκτικοί, ώστε να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ των ολοκληρωτικών κοινωνιών, όπου ο αθεϊσμός επιβάλλεται από την εξουσία επί ενός απρόθυμου πληθυσμού (όπως στα πρώην σοβιετικά κράτη), και των ανοικτών, δημοκρατικών κοινωνιών, όπου ο αθεϊσμός επιλέγεται ελεύθερα από τον επαρκώς μορφωμένο πληθυσμό (όπως στη Σουηδία, στις Κάτω Χώρες, ή στην Ιαπωνία).
Η αθεΐα των πρώτων κοινωνιών, που μπορεί να περιγραφεί ως “καταναγκαστικός αθεϊσμός”, μολύνεται από όλα τα επακόλουθα του ολοκληρωτισμού: δωροδοκία, οικονομική στασιμότητα, λογοκρισία, κατάθλιψη και φτώχεια, ενώ σχεδόν κάθε έθνος με υψηλά επίπεδα “φυσικού” αθεϊσμού αποτελεί κι ένα πρότυπο κοινωνικής υγείας.
Υψηλά πρότυπα διαβίωσης σε έθνη με υψηλά ποσοστά αθεΐας
Τα έθνη με υψηλά ποσοστά αθεΐας μεταξύ των μελών τους διαθέτουν υψηλά πρότυπα διαβίωσης και κοινωνικής υγείας, σε αντίθεση με τα έθνη με υψηλά ποσοστά θρησκευόμενων μελών. Στις εκθέσεις για το “Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης” των Ηνωμένων Εθνών, όπου αξιολογούνται όλες οι χώρες, όσον αφορά στους δείκτες ανάπτυξής τους, λήφθηκαν υπ’ όψη μετρήσεις δεικτών κοινωνικής υγείας (μέσος όρος ζωής, εκπαίδευση – αναλφαβητισμός, κατά κεφαλήν εισόδημα κ.τ.λ.). Σύμφωνα με τις εκθέσεις, στα πέντε κορυφαία έθνη συγκαταλέγονται η Νορβηγία, η Σουηδία, η Αυστραλία, ο Καναδάς και η Ολλανδία, χώρες με υψηλά ποσοστά αθεϊσμού. Αντίθετα, οι κατώτερες πενήντα χώρες του “Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης” παρουσιάζουν τα χαμηλότερα ποσοστά αθεϊσμού.
Οι άθρησκες χώρες παρουσιάζουν τα χαμηλότερα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας, ενώ οι θεοκρατούμενες χώρες τα υψηλότερα. Σύμφωνα με τις ετήσιες αναφορές της CIA για όλο τον κόσμο, από τα 225 έθνη, τα 25 με τα χαμηλότερα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας είχαν σημαντικά υψηλά ποσοστά αθεΐας. Αντίθετα, τα 75 έθνη με τα υψηλότερα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας ήταν όλα θεοκρατούμενα με μηδενικά ποσοστά αθέων.

Όσον αφορά στα διεθνή ποσοστά φτώχειας, οι σχετικές εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών διαπιστώνουν ότι τα 40 φτωχότερα έθνη στη Γη (σύμφωνα με το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με λιγότερο από ένα δολάριο ημερησίως) ήταν ιδιαίτερα θεοκρατούμενα, με στατιστικά ασήμαντο επίπεδο αθέων.
Στα ποσοστά ανθρωποκτονιών, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Law and Economics (2002), εξετάσθηκαν 38 μη Αφρικανικά έθνη και διαπιστώθηκε ότι τα δέκα με τα υψηλότερα ποσοστά ανθρωποκτονιών ήταν ιδιαίτερα θεοκρατούμενα, με ελάχιστα επίπεδα αθεϊσμού. Αντίθετα, τα δέκα έθνη με τα χαμηλότερα ποσοστά ανθρωποκτονιών ήταν όλα εκτός από την Ιρλανδία κοσμικά έθνη, με υψηλά επίπεδα αθεϊσμού.
Σχετικά με τα ποσοστά βασικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με την Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με την “Παγκόσμια Κοινωνική Κατάσταση”, οι 35 χώρες με τα πιο υψηλά επίπεδα αναλφαβητισμού σε νεαρές ηλικίες (ποσοστό αυτών που δεν μπορούν να γράψουν ή να διαβάσουν σε ηλικίες από 15 έως 24 ετών) ήταν όλες ιδιαίτερα θεοκρατούμενες, με ασήμαντο ποσοστό άθεων μελών.
Όσον αφορά στα ποσοστά φορέων AIDS, όσο περισσότερο θεοκρατούμενα είναι τα έθνη, τόσο χειρότερα ποσοστά παρουσιάζουν. Αντίθετα, τα ιδιαίτερα άθρησκα έθνη της δυτικής Ευρώπης, όπως της Σκανδιναβίας, όπου παρέχεται δημόσια σεξουαλική εκπαίδευση κι ο έλεγχος των γεννήσεων είναι ευρέως προσιτός, παρουσιάζουν τα χαμηλότερα ποσοστά μόλυνσης από τον ιό του AIDS στον κόσμο.
Σχετικά με την ισότητα των φύλων, τα έθνη που χαρακτηρίζονται από υψηλά ποσοστά αθεΐας είναι μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν περισσότερο την ισονομία, ενώ τα θεοκρατούμενα είναι μεταξύ των πλέον καταπιεστικών. Σύμφωνα με άλλη μελέτη (Human Values and Social Change), χώρες όπως η Σουηδία, η Δανία και η Ολλανδία, οι οποίες έχουν τις περισσότερες γυναίκες μέλη στα Κοινοβούλιά τους, παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά αθεϊσμού, ενώ χώρες όπως το Πακιστάν, η Νιγηρία και το Ιράν, με τις λιγότερες γυναίκες μέλη στο δημόσιο βίο είναι αυστηρά θεοκρατούμενα. Αντίστοιχα αποτελέσματα παρατηρούνται και στα ποσοστά αποδοχής της ομοφυλοφιλίας.
Ανακεφαλαιώνοντας, οι χώρες με τα υψηλά ποσοστά αθεΐας είναι μεταξύ των περισσότερο κοινωνικά υγιών στη Γη, ενώ εκείνες με ανύπαρκτα ποσοστά άθεων είναι μεταξύ των περισσότερο απόρων. Τα πρώτα έθνη έχουν τα χαμηλότερα ποσοστά ανθρωποκτονιών, παιδικής θνησιμότητας, ένδειας και αναλφαβητισμού, και μεταξύ των πιο υψηλών επιπέδων πλούτου, μέσου όρου ζωής και ισότητας των φύλων στον κόσμο.

Η κατάσταση μεσαιωνισμού, καισαροπαπισμού και θρησκοληψίας που υπάρχει στην Ελλάδα, δεν υπάρχει σε κανένα άλλο κράτος στην Ευρώπη. Η Ελλάδα πρωτοπορεί στη θεοκρατία και συνακόλουθα στη διαφθορά και την υπανάπτυξη.
Οι πληροφορίες που παρατέθηκαν δεν είναι βέβαια αρκετές ώστε να τεκμηριώσουν ότι τα υψηλά επίπεδα αθεϊσμού προκαλούν την κοινωνική υγεία, ενώ τα χαμηλά προκαλούν τα κοινωνικά δεινά όπως η ένδεια ή ο αναλφαβητισμός. Ο πλούτος, η ένδεια και η ευημερία στα διάφορα έθνη προκαλούνται από πολυάριθμους πολιτικούς, ιστορικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς και άλλους παράγοντες, που ενδεχομένως να είναι περισσότερο καθοριστικοί από τις προσωπικές πεποιθήσεις των ανθρώπων.
Το συμπέρασμα που προκύπτει όμως από τα παραπάνω στοιχεία είναι ότι τα υψηλά επίπεδα μη πίστης σε κάποιο Θεό δεν οδηγούν αυτόματα σε διακοπή του πολιτισμού, σε ανήθικες συμπεριφορές, ή σε “άρρωστες κοινωνίες”· το αντίθετο φαίνεται να συμβαίνει μάλιστα. Επί πλέον, η θρησκεία δεν είναι σαφώς η απλή και μόνη πορεία προς τις δίκαιες κοινωνίες, που λύνει όλα τα κοινωνικά προβλήματα, όπως οι φανατικά θρησκευόμενοι οπαδοί πιστεύουν και διακηρύττουν. Η ευσεβής “λύση” τους είναι ιδιαίτερα αμφίβολη και σαφώς αντίθετη από τα αποτελέσματα των ερευνών των κοινωνικών επιστημών.
Τα αποτελέσματα της πίστης στο Θεό των μελών των θεοκρατούμενων κοινωνιών δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτά των κοσμικών. Αν επιδιωκόμενα είναι η ευημερία, η ασφάλεια, ο ανθρωπισμός κι η υγιής κοινωνία, πιθανότερο είναι αυτά να βρεθούν μεταξύ εκείνων των εθνών με χαμηλό το θρησκευτικό συναίσθημα των μελών τους, παρά εκείνων με έντονα θρησκευόμενα μέλη.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο διαδικτυακό περιοδικό Ελεύθερη Έρευνα και αναδημοσιεύεται στο ιστολόγιο Comte de Toulouse, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (6)
Να σας συστηθώ: είμαι η Μελίνα Παπ., 38 ετών, δικηγόρος και διαζευγμένη.
Γεννήθηκα στην Πάτρα και διαμένω από παιδί στην Αθήνα. Το μορφωτικό επίπεδο του πατέρα μου ήταν της βασικής εκπαίδευσης και απασχολούνταν ως ελεύθερος επαγγελματίας, η δε μητέρα μου, αν και ασχολούνταν με τα οικιακά, είχε μια πιο κριτική διάθεση στα θρησκευτικά ήθη και έθιμα μέχρι το τέλος της ζωής της, σε αντίθεση με τον πατέρα μου που είναι πιο θεοσεβούμενος.
Όλα όσα θα παρουσιάσω στη συνέχεια τα αποδίδω με βάση τα συναισθήματα και τον αυθορμητισμό που ένοιωθα και ενθυμούμαι, ανάλογα με την ηλικία που βρισκόμουν σε κάθε περιστατικό. Ελπίζω να μην κουράσω και να κερδίσω την εύνοια του αναγνώστη σχετικά με τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου.
Στο δημοτικό μού άρεσαν οι άθλοι του Ηρακλή και γενικά η αρχαία ελληνική μυθιστορία. Παράλληλα μας βομβάρδιζαν με θρησκευτικές ιστοριούλες στο ανάλογο μάθημα και μας επέβαλαν να πάμε στο κατηχητικό σαν την πλέον ενάρετη εξωσχολική δραστηριότητα για όλα τα «καλά παιδιά»… Επειδή λοιπόν δεν ήμουν καθόλου κακό παιδί και έτρωγα όλο το φαΐ μου –γι’ αυτό και είχα τότε λίγα κιλάκια παραπάνω– πήγαινα ανελλιπώς στο κατηχητικό!
Εκεί στο κατηχητικό όμως συνέβαιναν κάποια πράγματα που με προβλημάτιζαν… Π.χ. μας υποχρέωναν, με χρήση ηθικού ψυχαναγκασμού, να δίνουμε χρήματα από το ελάχιστο χαρτζιλίκι μας για τα παιδάκια της Αφρικής, όπως μας έλεγαν, βάζοντάς τα σε ένα χαρτί που δίπλωνε ειδικά σαν φάκελος και γράφαμε και το όνομά μας απ’ έξω! Το θέμα που ανέκυψε για μένα ήταν ότι τα χρήματα αυτά ήταν τόσο λίγα, που σκεφτόμουν πως ήταν σαν να εμπαίζαμε τα φτωχά παιδάκια – ή αλλιώς μας εμπαίζανε. Επίσης πως, αν ήθελε η Εκκλησία πραγματικά να βοηθήσει, θα έδινε χρήματα και άλλα πράγματα από το πλήθος χρυσών σκευών που είχαν στους ναούς και τις μητροπόλεις και τα τόσα χρήματα που έβλεπα πως συγκέντρωναν σε κάθε λειτουργία στο παγκάρι, όποτε πήγαινα για εκκλησιασμό, γιατί εκεί πολλοί έκαναν και επίδειξη με το μέγεθος των κεριών καθώς και το περίφημο «κουτί του φιλόπτωχου ταμείου»…
Επιπλέον θα μπορούσαν να έπαιρναν από τις δωρεές που έκαναν οι πιστοί σε κοσμήματα και πολυτελείς πολυελαίους. Τελικά, ας έπαιρναν χρήματα μόνο από τους μεγάλους και όσους είχαν γενικά μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες… Για τους λόγους αυτούς υποψιαζόμουν μεγάλο επιχειρηματικό δαιμόνιο των «ιερών πατέρων» μας, αλλά πώς ήταν δυνατόν να δεχόταν ο οποιοσδήποτε ενήλικας τέτοιες σκέψεις από ένα μικρό κορίτσι; Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο, αν όχι ανήθικο και «ξεδιάντροπο»… Αν ήμασταν στον Μεσαίωνα θα ήμουν για την πυρά – για «το πυρ το εξώτερον»…
Εκτός αυτού, είχα πάντα σοβαρές αμφιβολίες και για τον τελικό προορισμό των χρημάτων, γιατί ποτέ δεν μας έλεγαν για το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας… Αλλά σε ποιον να το πω, δεν τολμούσα, αν και έμπαινα πολλές φορές στον «πειρασμό». Με έπιανε ένας κόμπος στο λαιμό, γιατί φοβόμουν την επίπληξη από την κυρία του κατηχητικού και ντρεπόμουν… Όμως έδινα τα χρήματα και απλά προσευχόμουν μέσα μου και ήλπιζα να πάνε πραγματικά σε εκείνα τα πεινασμένα παιδάκια ή τέλος πάντων σε ανθρώπους που ήταν σε μεγάλη ανέχεια και πάντως σε «καλή μεριά»…
Όταν ο πατέρας μου ανάρρωσε μετά από μια ασθένειά του, είχε κάνει δωρεά αντικαθιστώντας όλους τους πολυελαίους που είχε η εκκλησία κοντά στο σπίτι μας, με άλλους πολυτελούς κατασκευής, των οποίων το οικονομικό κόστος θεώρησα τότε υπερβολικό και επιδεικτικά πομπώδες για την οικογένειά μας, πράγμα που τόλμησα να εκφράσω μόνο στη μητέρα μου με την οποία επικοινωνούσα καλύτερα, γιατί τηρούσε πιο δημοκρατικές διαδικασίες στις σχέσεις με τα παιδιά της. Φυσικά, ούτε λόγος μπροστά στον πατέρα μου, καθώς δεν τολμούσα να «ασεβήσω» υπεισερχόμενη σε τέτοια θέματα, γιατί ο μπαμπάς ήταν πολύ αυστηρός μαζί μου πάντα, ιδιαίτερα όταν καταλάβαινε ότι διαφωνώ, επειδή πάντα το εκλάμβανε ως αυθάδεια και ήταν κακό γι’ αυτόν ένα μικρό κορίτσι να υπερβαίνει τα εσκαμμένα…
Όταν ήμουν σε ηλικία 7-8 ετών, οι κυρίες του κατηχητικού στην Πάτρα, κατά την Κυριακή της Αποκριάς που γινόταν η μεγάλη παρέλαση του καρναβαλιού, μας φυγάδευσαν κυριολεκτικά έξω από την πόλη δήθεν για εκδρομή, με το αζημίωτο βέβαια, αν και ήταν για τη σωτηρία της παιδικής ψυχής μας, ενάντια στη διαφθορά που δήθεν προσέφερε η πιθανή συμμετοχή μας στο λαϊκό αυτό πανηγύρι ξεγνοιασιάς και κεφιού. Όπως μας έλεγαν, ήταν αμαρτία και έργο του διαβόλου η συμμετοχή μας σε αυτές τις εκδηλώσεις.
Έτσι μου έχει μείνει απωθημένο από τότε το γεγονός ότι δεν μπόρεσα να συμμετάσχω στην παρέλαση του καρναβαλιού της Πάτρας μέχρι σήμερα… Μετά φύγαμε από εκεί και ήλθαμε στην Αθήνα, οπότε έχασα αυτή την ευκαιρία δια παντός, καθόσον θέλει προετοιμασία και οργάνωση αρκετών ημερών ή και μηνών για να συμμετάσχει κάποιος σε αυτά τα γκρουπ των μεταμφιεσμένων…
Αναρωτιόμουν λοιπόν τότε, τι το κακό υπάρχει στη διασκέδαση και στο γέλιο που όλοι ξέρουμε τις ευεργετικές επιπτώσεις που έχει στη ζωή μας. Τι λόγους μπορεί να έχει η Εκκλησία και παρεμβαίνει στο καρναβάλι και, ενώ όλοι χαίρονται και διασκεδάζουν, εμείς τα παιδιά απαγορεύεται να συμμετάσχουμε σε αυτή τη χαρούμενη γιορτή; Μόνο ένας διεστραμμένος νους θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια τέτοια παρέμβαση σε παιδικές ψυχές.
Στο πίσω μέρος του μυαλού μου σαν παιδί, είχα πάντα μια αμφιβολία γι’ αυτά που μας έλεγαν, αλλά παρά ταύτα αναγκαζόμουν να ακολουθήσω τις οδηγίες σαν «καλό κορίτσι» που ήμουν, γιατί είχαν φροντίσει να ενσπείρουν έντεχνα το φόβο, τον τρόμο και τη σύγχυση στη παιδική ψυχή μου και μαζί την αμφιβολία, ότι μπορεί και να υπάρχει ο θεός, που δεν επιτρέπει αντίθετη συμπεριφορά και θεωρεί την ανυπακοή μεγάλη αμαρτία, και θα με παιδεύει σε αυτήν αλλά και στην άλλη ζωή! Μετά μας έλεγαν ότι είναι Πανάγαθος… «Δεν μπορεί, κάπου υπάρχει λάθος» έλεγα…
Αυτός ο φόβος και τρόμος με είχε κυριεύσει όταν σε ηλικία 7 ετών περίπου, ένα αυγουστιάτικο βράδυ, μας είχε πάει ο πατέρας μου με τις αδελφές μου σε παράσταση του Καραγκιόζη. Τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο μπαμπάς μου και εκείνη τη φορά είχε σαν θέμα τον εξορκισμό ενός τέρατος που έτρωγε ανθρώπους και κατέστρεφε την πόλη… Στην παράσταση αυτή χρησιμοποιούσε ο Καραγκιόζης έναν τεράστιο σταυρό που τον πρότεινε στο τέρας για να το διώξει μακριά από την πόλη και τους ανθρώπους. Όταν γυρίσαμε σπίτι και πέσαμε να κοιμηθούμε ήλθαν κρυφά οι αδελφές μου στο κρεβάτι μου και κάναμε αναπαράσταση στο τοίχο δίπλα στο κρεβάτι μου, καθώς έπεφτε το φως του αυγουστιάτικου φεγγαριού και έλουζε το δωμάτιό μου.
Αφού παίξαμε, οι αδελφές μου κουράστηκαν και πήγαν να κοιμηθούν, στο δικό μου μυαλό γύριζε και ξαναγύριζε η σκηνή του εξορκισμού και αναρωτιόμουν, πώς γινόταν, με βάση ποιο μηχανισμό, ένα κομμάτι ξύλο να έχει τέτοιες μαγικές ιδιότητες και ικανότητες. Ξαφνικά κι ενώ σκεφτόμουν τη σκηνή, στο μεταίχμιο μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου, ένοιωσα, κοιτάζοντας το πόδι του τραπεζιού που γυάλιζε στο ημίφως, να έρχεται κατά πάνω μου σαν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, ο ίδιος ο διάβολος, όπως μας τον περιέγραφαν! Με μια μαύρη μπέρτα καλυμμένος, κατάμαυρος με κόκκινα μάτια στάθηκε από πάνω μου έτοιμος να με κατασπαράξει…
Εκείνη τη στιγμή παρέλυσα από τρόμο και ενώ προσπαθούσα απεγνωσμένα να φωνάξω σε βοήθεια, η φωνή μου πνιγόταν και δεν έβγαινε ούτε φθόγγος, αν και προσπαθούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Ταυτόχρονα σκεφτόμουν και ήξερα ότι όλα αυτά δεν είναι αλήθεια… Μετά από προσπάθεια ώρας κατάφερα, όπως φάνηκε, δεν ξέρω πως, να βγάλω μια άναρθρη κραυγή, και είδα να εισβάλλει έντρομη η μητέρα μου μέσα στο δωμάτιο, όπου με αγκάλιασε και στη συνέχεια μου έφερε νερό να πιω και μου έβρεξε λίγο το πρόσωπο και στο λαιμό μου για να συνέλθω…
Αυτή ήταν η πιο τρομακτική εμπειρία που έχω νοιώσει ποτέ. Ίσως ήταν κάτι σαν αυθυποβολή αλλά από τότε δεν τόλμησα να κάνω τέτοιου είδους «αναπαραστάσεις» στο τοίχο του κρεβατιού μου… Συλλογιζόμουν, και τελικά συνειδητοποίησα, πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες του μυαλού μας – του υποσυνειδήτου μας. Επειδή, ενώ ήξερα ότι αυτό που συνέβαινε ήταν πλαστό, εν τούτοις δεν μπορούσα να το ελέγξω για να μη φοβάμαι…
Σκέφτομαι όμως ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι, που ίσως είχαν παρόμοιες εμπειρίες με μένα, δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τις φοβίες τους και στράφηκαν σε δεισιδαιμονίες και παραδόθηκαν άνευ όρων σε μια θρησκευτική πίστη, περιχαρακώνοντας τη ζωή και το μέλλον τους μέσα σε επικίνδυνες ψευδαισθήσεις. Πράγμα που σίγουρα είχε αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις τους προς το οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον τους. Αυτό συμβαίνει γιατί ο φόβος και ο τρόμος αλλοιώνουν την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου και τον κάνουν να αντιδρά σπασμωδικά στα προβλήματα της ζωής.
Γενικότερα, η επίδραση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη φοβικών συνδρόμων στις ανθρώπινες κοινωνίες, με απρόβλεπτες συνέπειες στον τρόπο διαβίωσής μας και στον τρόπο που διαμορφώνουμε το κοινωνικό μας μέλλον. Συνέπεια αυτού είναι και η άνευ όρων παράδοση κάποιων ομάδων ανθρώπων στη θρησκευτική τρομολαγνεία και τη στυγνή εκμετάλλευση της ανθρώπινης αδυναμίας και άγνοιας, που οδηγούν στον «κανιβαλισμό» του ανθρώπου από τον συνάνθρωπο.
Κατά τη διάρκεια της εφηβείας μου, άρχισα να ανακαλύπτω σιγά σιγά στη Μέση Εκπαίδευση την αλήθεια μέσα από το μάθημα της ιστορίας και ειδικά στα κεφάλαια που αναφέρονταν στις Οικουμενικές Συνόδους και τις διαμάχες μεταξύ των αιρετικών. Έτεινα δε να συμφωνώ με κάποιους από τους λεγόμενους «αιρετικούς» (π.χ. τους Κόπτες, τους Γνωστικούς κλπ). Εξάλλου με είχε προβληματίσει το γεγονός ότι συνεδρίαζαν κατά χρονικά διαστήματα και προσάρμοζαν τα «πιστεύω» της χριστιανικής θρησκείας κατά το δοκούν και πάντα σε συνάρτηση με πολιτικές προεκτάσεις και σε συνεργασία με αυτοκράτορες ή ηγεμόνες της κάθε εποχής. Έτσι διέκρινα πίσω από τις καταστάσεις αυτές ότι επρόκειτο για ιστορικούς συμβιβασμούς που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα διαφόρων ομάδων που πρόσκειντο στο χριστιανικό ιερατείο για εξασφάλιση κοσμικής εξουσίας και όχι για κάποια θεϊκή αλήθεια.
Εν ολίγοις άρχισα να αντιλαμβάνομαι με τη βοήθεια και των άξιων φιλολόγων καθηγητών μου, ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι εξουσίας — μια συμπαιγνία μεταξύ εκκλησίας και κρατικής εξουσίας, που άλλοτε συνεργάζονταν και άλλοτε ανέχονταν ή μια την άλλη για να εκμεταλλεύονται τους λαούς ανενόχλητοι, γεγονός που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Έτσι όταν έβλεπα στο βιβλίο κεφάλαιο της ιστορίας με οικουμενικές συνόδους μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, άρχιζα να νοιώθω μια αποστροφή γι’ αυτά τα κομμάτια της ύλης του μαθήματος, επειδή θεωρούσα από τότε ότι συνωμοτούσαν κάθε φορά κατά του λαού και προσπαθούσαν να τον χειραγωγήσουν μέσα από τις δοξασίες και τους πειθαναγκασμούς που θεσμοθετούσαν…
Τις παραπάνω πεποιθήσεις μου επιβεβαίωσε και το γεγονός ότι ανακάλυψα διαβάζοντας για άλλες αρχαίες θρησκείες ότι ο χριστιανισμός έχει δανειστεί όλα σχεδόν τα λατρευτικά και δογματικά του στοιχεία από την αρχαία αιγυπτιακή θρησκεία, την αρχαία ελληνική καθώς και τις αρχαίες ανατολικές θρησκείες.
Σε ηλικία 15-17 ετών έκανα φιλοσοφικές συζητήσεις με τον παππού μου και έναν θείο μου, και όταν τους συναντούσα και τους δυο μαζί για μένα ήταν η καλύτερη «ψυχαγωγία», γιατί χρησιμοποιώντας τη μαιευτική μέθοδο του μεγάλου φιλόσοφου Σωκράτη, αποσπούσα απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα μου, ενώ συνεχώς ανέκυπταν νέα ερωτήματα που ζητούσαν απάντηση και αφορούσαν κοινωνικοπολιτικά θέματα και το πώς διαπλεκόταν σε όλα αυτά η θρησκεία…
Έτσι μπήκα στα βαθιά και άρχισα παράλληλα να διαβάζω την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, τη «Σιδηρά Διαθήκη» του Θ. Δημητρακόπουλου, το «Τι Πιστεύω» του Μπέρτραντ Ράσελ, το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε και τα «Κοινωνικά Συστήματα» του Μπέρναρ Σω. Τα περισσότερα από αυτά ανήκαν σε βιβλιοθήκες του θείου και του παππού μου όπου κατέφευγα, προκειμένου να αντλήσω περισσότερη εξωσχολική γνώση. Για μένα ήταν η καλύτερη ψυχαγωγία και ξεχνιόμουν διαβάζοντας με τις ώρες, ενώ παράλληλα συζητούσα μαζί τους ή παρακολουθούσα δικές τους συζητήσεις κοινωνικού ή φιλοσοφικού περιεχομένου, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Ο πατέρας μου άρχισε να τα χάνει μαζί μου, δεν ήθελε να βλέπει βιβλία στο σπίτι και πολύ περισσότερο να αγοράζω βιβλία… Θυμάμαι κάποια φορά μας είχε πάει στο Ζάππειο και γινόταν τυχαία εκείνη τη μέρα η καθιερωμένη «έκθεση βιβλίου», οπότε εγώ ξέφυγα και πλησίαζα στους πάγκους. Ενθουσιασμένη με την πληθώρα των βιβλίων, άνοιγα και διάβαζα αποσπάσματα από διάφορα βιβλία. Τότε έπεσε το μάτι μου σε μια δίτομη έκδοση της UNESCO «Le droit d΄ être un home» δηλαδή «Το δικαίωμα να είσαι άνθρωπος». Το άνοιξα και λαίμαργα άρχισα να διαβάζω σελίδες του και τότε με κυρίευσε μια τεράστια επιθυμία να το αποκτήσω…
Κοίταξα αν με παρακολουθεί ο πατέρας μου και βιαστικά είπα ότι ήμουν μαθήτρια και έδωσα τα στοιχεία μου για να μου τα στείλουν στο σπίτι και υποσχέθηκα ότι θα το ξεπληρώσω (πρώτη φορά αγόραζα τέτοιας αξίας πράγμα με δική μου αποκλειστικά πρωτοβουλία) σε μικρές μηνιαίες δόσεις από το χαρτζιλίκι μου. Οι δυο υπεύθυνοι των παραγγελιών αφού με κοίταξαν καλά το αποδέχτηκαν! Λίγες μέρες μετά όταν χτύπησαν το κουδούνι και είδα ότι έφεραν τα βιβλία, πήρα τη μεγαλύτερη χαρά που είχα νοιώσει στη ζωή μου και ευτυχώς που δεν ήταν εκείνη τη στιγμή ο πατέρας μου στο σπίτι, γιατί δεν θα με άφηνε να τα παραλάβω. Αφενός είχα κάνει αγορά κρυφά, χωρίς την άδειά του, και αφετέρου ήταν βιβλία-γνώση που τον έκαναν να αισθάνεται άβολα, γιατί δεν την καταλάβαινε.
Σε αυτούς τους δυο τόμους υπήρχαν ήθη, έθιμα και θρησκευτικές δοξασίες από όλο τον κόσμο, ένα απαύγασμα σοφίας και πολιτισμού των λαών της υφηλίου από τις αρχαιότερες πηγές μέχρι τότε, και η απόκτηση αυτού του μεγάλου συγγραφικού έργου με έκανε να αισθάνομαι ότι χειραφετούμαι σιγά-σιγά ως άνθρωπος. Έτσι και έγινε, κι αυτός βέβαια ήταν ο λόγος που διαφωνούσα με τον πατέρα μου, ο οποίος είχε γίνει ανταγωνιστικός μαζί μου και άρχισε να αντιπαθεί τον παππού και τον θείο μου για όλη αυτή τη συμπεριφορά μου και έλεγε ότι φταίνε τα βιβλία…
Ακόμα και τώρα, όταν έρχεται ο πατέρας σπίτι μου, δεν θέλει να βλέπει βιβλία, τα αποστρέφεται και μου λέει ειρωνικά «Εσύ όλα τα ξέρεις!» Φυσικά τώρα δεν με πληγώνει αυτό, όπως όταν ήμουν παιδί, αλλά τον κοιτάζω κάθε φορά χαμογελώντας…
Όταν ήμουν φοιτήτρια της Νομικής ΑΠΘ, είχα πάει να δω με φίλους μια παλιά ταινία του Κολλάτου, τον διαβόητο «Άγιο Πρεβέζης» που αναφερόταν σε πραγματικά γεγονότα και στην σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών από ένα μητροπολίτη της Πρέβεζας… Σιχάθηκα και συγχρόνως εξοργίστηκα από τις πράξεις αυτού του «ιερωμένου». Φανερά απηυδισμένη δεν άντεξα να δω όλη την ταινία και έφυγα στη μέση της προβολής, αηδιασμένη από τη χυδαία συμπεριφορά αυτού του «αγίου της χριστιανικής Εκκλησίας»!
Εκτός αυτού κατά καιρούς είχα ακούσει και διάφορες άλλες τέτοιου είδους ιστορίες, και πως συνέβαιναν πάντα, αλλά πάντα τα συζητούσε «χαμηλόφωνα» όλος ο κόσμος για να μη θιγεί η αξιοπρέπεια της Εκκλησίας και του «χριστεπώνυμου» ποιμνίου… Ήταν ένα κοινό μυστικό που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Η κοινωνική υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο…
Όλη αυτή η γνώση και η παραπάνω ενδεικτική εμπειρία μου και η κριτική μου ικανότητα με έμαθαν να διακρίνω τι κρύβεται πίσω από το προφανές και προπάντων να έχω εμπιστοσύνη στο κριτήριό μου σχετικά με τη ζωή και τους ανθρώπους. Αντιμετωπίζω χωρίς ψεύτικα δεκανίκια όλα τα προβλήματα κατάματα και παράλληλα προσπερνώ γενναία τις προσωπικές μου δυσκολίες στη ζωή. Έμαθα ότι πρέπει να αντλούμε δύναμη από μέσα μας, γιατί κανείς άλλος δεν μπορεί με τα λόγια του να μας πείσει, αν αυτό δεν βγαίνει από μέσα μας…
Εμείς δημιουργούμε την κόλαση αλλά και τον παράδεισο στη ζωή μας και πολλά πράγματα που διδάσκουν οι θρησκείες, σκοπό έχουν να παραπλανήσουν τους λαούς προς όφελος του κάθε ιερατείου. Προσπαθούν να δημιουργήσουν ψευδαισθήσεις και ιδεοληψίες στη ζωή μας, που οδηγούν σε ψυχώσεις και θρησκευτικούς φανατισμούς.
Ο κάθε άνθρωπος πρέπει με γνώση και συνειδητοποίηση του εαυτού του, κατά το παγκοσμίως γνωστό αρχαίο μας ρητό «γνώθι σ’ αυτόν», να απεγκλωβιστεί από τις θρησκείες και τις πάσης φύσεως ιδεοληψίες, γιατί μόνον έτσι θα βρει διέξοδο και την αλήθεια μέσα από τον ίδιο του τον εαυτό, και ποτέ να μην ψάχνει να βρει διέξοδο μέσα από τρίτους, γιατί πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος της παραπλάνησης από αυτούς.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
| « Προηγούμενο Άρθρο [2.3.1] | • Περιεχόμενα | Επόμενο Άρθρο [2.3.3] » |
Η παράλυση είναι η αδυναμία κίνησης, αλλά υπάρχει και μια πιο παράξενη πάθηση· η έλλειψη θέλησης να κινηθείς ή "ακινησία". Σ’αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει φυσιολογικό αίτιο για το οποίο το άτομο δεν κινείται, αλλά εκλείπει η ικανότητα να ξεκινήσει η διαδικασία της κίνησης. Εκτός κι αν ωθηθούν έντονα από άλλους, και μερικές φορές ούτε καν τότε, ένας ακινητικός θα παραμείνει ακίνητος και δε θα κάνει τίποτα. Αντίθετα με την παράλυση, που είναι σωματικό πρόβλημα, η ακινησία είναι ελάττωμα προσωπικότητας, έλλειψη κινήτρου. Βάσει των όσων είπαμε ήδη, αν υποπτεύεστε ότι η ακινησία έχει σχέση με τους μετωπιαίους λοβούς, έχετε δίκιο.
Ο Δρ. Kenneth Heilman περιγράφει μια ιδιαίτερα δραματική περίπτωση ακινησίας· την περίπτωση του Thomas Taylor, ενός 58χρονου Βαπτιστή ιερέα. Πριν την ασθένεια ήταν ένας ιδιαίτερα εργατικός, μεθοδικός, ανεξάρτητος και ενεργός άνδρας στην εκκλησία και στην ενορία του. Ήταν τόσο ευσυνείδητος που είχε αρνηθεί να του κόψουν οι ενορίτες μισθό και συνέχιζε να συντηρείται εργαζόμενος σε άλλη δουλειά (Heilman 2002, σελ. 206).
Αυτό δεν επρόκειτο να κρατήσει. Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίστηκαν όταν άρχισε να αργεί στα ραντεβού του. Καθώς η ακινησία του άρχισε να εκδηλώνεται περισσότερο, σταμάτησε να πηγαίνει στα ραντεβού του και μετά σταμάτησε να βγαίνει απ’το σπίτι. Αφού η οικογένεια τον σήκωνε απ’το κρεβάτι, το μόνο που έκανε ήταν να ανοίγει την τηλεόραση και να κάθεται στον καναπέ. Αργότερα δεν άνοιγε καν την τηλεόραση. Σταμάτησε να κάνει μπάνιο, να ξυρίζεται, να αλλάζει μόνος του ρούχα και τέλος σταμάτησε να μιλάει μόνος του. Απαντούσε μόνο σε ευθείς ερωτήσεις και μόνο μονολεκτικά. Δύο με τρία χρόνια μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων, η ακινησία του ήταν σε τόσο προχωρημένο στάδιο, ώστε σταμάτησε να πηγαίνει και στην τουαλέττα και ουρούσε τα ρούχα του. Αν και παλιότερα έγραφε νέο κήρυγμα κάθε εβδομάδα, τον τελευταίο μήνα που δούλευε στην εκκλησία, είπε το ίδιο κήρυγμα τρεις φορές.
Αυτά είπε η σύζυγος του Taylor (και ο Δρ. Heilman τα επιβεβαίωσε, όταν ρώτησε τον ίδιο):
Όταν τον ρώτησα γιατί έλεγε το ίδιο κήρυγμα ξανά και ξανά, απάντησε: "Αν είναι αρκετά ηλίθιοι να κάθονται και να ακούνε το ίδιο κήρυγμα, καλά να πάθουν". Όταν τα άκουσε αυτά η γυναίκα του δάκρυσε. "Δρ. Heilman, δεν μπορείτε να πιστέψετε πόσο έχει αλλάξει. Πριν 3 ή 4 χρόνια, δε θα μπορούσα καν να φανταστώ ότι θα έλεγε κάτι τέτοιο".(σελ. 207, προσθήκη έμφασης)
Ο Δρ. Heilman σύντομα ανακάλυψε την αιτία της συμπεριφοράς του ιερέα. Ένας καλοήθης όγκος πίεζε και τον αριστερό και το δεξίο μετωπιαίο λοβό. Ένα χειρουργείο ρουτίνας τον αφαίρεσε και, όπως και στην περίπτωση της Mary Jackson, η ανάρρωσή του ήταν γρήγορη και θεαματική.
Είδα τον Κο. Taylor αργότερα και είχε θεαματική βελτίωση. Δεν κήρυττε ακόμη, αλλά δίδασκε στο κατηχητικό, περιποιούνταν τον εαυτό του και σχεδίαζε να αρχίσει πάλι να δουλεύει. (σελ. 207)
| « Προηγούμενο Άρθρο [2.3.1] | • Περιεχόμενα | Επόμενο Άρθρο [2.3.3] » |
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (5)
Αντώνης Χ., αρχιτέκτων από την Αθήνα, 64 ετών (τι κρίμα), ζω μόνος.
Εγώ είχα την τύχη να είμαι από μικρός το «πνεύμα της αντιλογίας» αλλά με τρόπο διαλλακτικό. Ίσως επειδή είχα πάει σχολείο ένα χρόνο νωρίτερα, είχα κερδίσει χρόνο δηλαδή, και ήμουν πάντα ο πολύ πιο μικρός -και ο πιο ψηλός- στην τάξη· η φυσική αντιπαράθεση με τους συμμαθητές μου στο δημοτικό δεν με έπαιρνε. Ένας χρόνος διαφορά στην ηλικία των 7 ή 8 ή 9 παίζει μεγάλο ρόλο στον παιδικό τσαμπουκά. Κάθε διαφωνία έπρεπε να λύνεται με διαπραγμάτευση, επιχειρήματα, διπλωματία.
Επιπρόσθετα, ήμουν παντού νεοφερμένος: ο πατέρας μου, αξιωματικός του στρατού, άλλαζε πόλεις κάθε 2-3 χρόνια. Στα Γιάννενα, από αυτές, μείναμε έξι χρόνια, αλλά αλλάξαμε τρεις γειτονιές – αυτό για μένα σήμαινε ολοένα αλλαγή στις παρέες, κανένα ρίζωμα, καμία δικτύωση, έναν μίνι αγώνα επιβίωσης.
Έμαθα να δυσπιστώ στα καθιερωμένα και τα μόνιμα. Κάθε νέα ομάδα συνομηλίκων που γνώριζα, είχε τους μικροθρύλους της, τους εσωτερικούς δεσμούς της, τους μικροήρωες της. Αυτά έπρεπε να τα μαθαίνω από την αρχή, αφήνοντας στην άκρη τα προηγούμενα. Τίποτα το σταθερό, καμία καθιέρωση. Από την άλλη, για να επιβιώσω ανάμεσά τους, επιστράτευα προηγούμενες εμπειρίες, έψαχνα για σημεία διαφοροποίησης όπου προέβαλα δικά μου επιχειρήματα.
Με λίγη ανοχή στη μεγαλοστομία, θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω όλα αυτά ως παιδικά μαθήματα διαλεκτικής. Καλλιέργησαν μέσα μου την αξία της αμφισβήτησης, της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, της αναζήτησης επιχειρημάτων και στη συνέχεια της εικονοκλασίας.
Ήρθα στην Αθήνα 14 ετών, τετάρτη γυμνασίου – αντίστοιχη της πρώτης λυκείου. Πάλι νεοφερμένος, κόλλησα με άλλους νεοφερμένους στο 5ο Γυμνάσιο Αρρένων, στα Εξάρχεια. Ένας από την Πάτρα, ένας από τη Σάμο, εγώ από τα Γιάννενα, ένας από την Ικαρία, ένας από άλλο Γυμνάσιο της Αθήνας, ένας από το Μάτσανι της Κορινθίας.
Μαζί και άλλοι φίλοι φίλων ή πρώην συμμαθητές από την επαρχία που σιγά σιγά μαζεύονταν στην Αθήνα για την προοπτική της εισόδου σε ανώτατη σχολή. Όλων μας οι γονείς ήταν υπάλληλοι. Καλή τύχη για τότε! Σταθερή δουλειά, πιεσμένοι οικονομικά αλλά όχι αγχωμένοι ούτε άνετοι αυτοδημιούργητοι ή διάδοχοι άλλων επιτυχημένων γονέων.
Την εποχή εκείνη ήταν σχετικά σπάνιο να είσαι μορφωμένος δεύτερης γενιάς. Το παρατήρησα και αργότερα στο πολυτεχνείο. Το μεγαλύτερο ποσοστό συμμαθητών και συμφοιτητών μου ήταν τέκνα μορφωμένων γονέων οι οποίοι ήταν τέκνα αμόρφωτων ή χαμηλής μόρφωσης. Όπως εγώ και οι φίλοι μου. Λίγοι είχαν παππού με ανώτατη μόρφωση, κάπως περισσότεροι είχαν πατέρα με χαμηλή.
Γιατί το επισημαίνω αυτό: Η σημαντική επιτυχία (που αποτελούσε τότε η θέση στο δημόσιο ή σε μια τράπεζα ή οργανισμό) των γονέων μας, είχε στηριχθεί σε ικανότητες που είχαν αποκτηθεί μέσω του αξιόλογου για τότε μορφωτικού τους επιπέδου. Οι ίδιοι ήταν περήφανοι για αυτό μιας και σήμαινε ένα γιγάντιο για τις συνθήκες της προπολεμικής Ελλάδας τους άλμα σε σχέση π.χ. με τον παπουτσή παππού μου από τα Σώκια ή τον αγρότη παππού άλλου φίλου μου.
Η μητέρα μου είχε τελειώσει το γυμνάσιο, καλή διάκριση για κορίτσι της δεκαετίας του ’30, ο πατέρας μου είχε βγάλει την Σχολή Ευελπίδων. Η μόρφωση τους -αυτή που είχαν- έφερνε μαζί της ψήγματα αρχών της ορθής σκέψης, την ανάδειξη της αρχής του ‘μαθαίνω για να βελτιωθώ’ (όχι για να βρω δουλειά -αυτή άλλωστε ήταν εξασφαλισμένη τότε για όποιον απόφοιτο- ο εκχυδαϊσμός αυτός ξεφύτρωσε πολύ αργότερα*) την προτροπή των παιδιών τους προς αυτήν την κατεύθυνση, άρα και την ευνοϊκή ανοχή στην έρευνα, την συζήτηση, τις αντιρρήσεις, τις αποσκιρτήσεις, μαζί με σχετική επιφυλακτικότητα στην μετάδοση δογματικών απόψεων όπως η θρησκεία ή η εθνικοφροσύνη.
Αυτό τουλάχιστο συνέβη στην δική μου οικογένεια και στις οικογένειες ενός κύκλου φίλων μου. Συνέβη μάλιστα σε τέτοια έκταση ώστε αρκετά αργότερα, όταν ήρθα σε επαφή με άλλους ομοίους και συνομηλίκους μου που είχαν άλλες βάσεις, πέρασα μακρά περίοδο έκπληξης. Το «δικό» μας φαινόμενο μου φαινόταν πάρα πολύ φυσικό.
Δεν πήρα λοιπόν τίποτα σαν δεδομένο, από πολύ μικρός, λόγω τόσο της κινητικότητας που ζούσα όσο και των καταβολών από την οικογένεια ή, καλύτερα, το κοινωνικό μου στρώμα, αλλά και εκπαιδεύτηκα στον αντίλογο και στο διάλογο, και στον ελιγμό αν θέλετε, όπως αυτά προέκυψαν από τη διαφορά ηλικίας και την μικρή παρεϊκή διαπλοκή, που εξήγησα παραπάνω.
Όπως και να ‘ναι, αυτά τελικά αποτέλεσαν ισχυρά όπλα που με βοήθησαν πρώτα-πρώτα να θέσω ερωτήματα, μετά να εξετάσω εξαντλητικά και να μην υποχωρήσω σε εύκολες απαντήσεις, όταν ήρθε η ώρα να αμφισβητήσω τα παραδεδομένα: το θεό και το ρόλο του, την αλήθεια της μυθολογίας που τον περιέβαλε, το στέρεο της κοσμολογίας του (μετά θάνατον ζωή, καλό/κακό, ύπαρξή του αυτή καθ’ εαυτή, αξιοπιστία πηγών του).
Το προοδευτικό στοιχείο του μορφωτικού επιπέδου των γονέων μας (επιμένω στο «μας» αντί του «μου» γιατί θεωρώ ότι ήταν αρκετά ευρύ το φαινόμενο) είχε πάνω μου μια ισχυρή αλλά όχι τόσο ευδιάκριτη σε μένα επιρροή μιας και δεν είχα αρκετά άλλα παραδείγματα για σύγκριση.
Υπήρχε όμως και το συντηρητικό του στοιχείο, πολύ πιο ορατό στα μάτια μου, και αυτό ήταν ο καθωσπρεπισμός. Η σχετικά ικανοποιητική θέση που κέρδιζαν, με αγώνα και πολλή δουλειά, στην κοινωνία τους, συνοδευόταν από έναν εξωτερικό τρόπο του φέρεσθαι. Ντύσιμο, γλώσσα (απλή καθαρεύουσα, μην ξεχνάμε) συμπεριφορές και ευγένειες**. Αυτά πολύ σύντομα μου φάνηκαν σχεδόν υποκριτικά και συμπαρέσυραν, στο μέτρο τους, τις κεντρικές αξίες με τις οποίες συνέπλεαν: έθνος, θρησκεία.
Από τα δύο αυτά στοιχεία, το πρώτο, το προοδευτικό, μας μεταφυτεύτηκε ως εμποτισμός, όχι πολύ συνειδητά δηλαδή, ούτε από μέρους τους ούτε από μέρους μας. Το δεύτερο, ο καθωσπρεπισμός και οι επιταγές του, αντιμετωπίστηκε πιο μαχητικά και παρήγαγε απαξίες για τις αρχές που τον συνόδευαν. Και τα δυο έπαιξαν ρόλο.
Ήρθε λοιπόν πολύ φυσική, αβίαστη, ώριμο φρούτο, η αμφισβήτηση του πλέγματος της θρησκείας ήδη από την ηλικία των 14-15 ετών, και χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου, περισσότερο γνώστη. Τίποτα, φίλοι εμείς, πέντε-έξι βασικοί και άλλοι πιο περιστασιακοί, σε ατέρμονες βόλτες πάνω-κάτω στην Πατησίων (πολύ πολύ πιο ήσυχη από τώρα, περπατιόταν άνετα) τα βάζαμε όλα κάτω και επιχειρηματολογούσαμε και λίγο λίγο προχωρούσαμε προς την πλήρη εμπέδωση της λογικής σκέψης απέναντι στη δογματική, με κεντρικό σημείο ελέγχου το της θρησκείας. Η οποία βεβαίως έχασε τη μάχη κατά κράτος, μπορώ να το βεβαιώσω για όλους μας, εκείνους τους πέντε-έξι και μερικούς ακόμα.
Είχε και μερικά ψιλοευτράπελα η διαδικασία αυτή, όπως τα σχέδια που καταρτίζαμε με έναν πολύ φίλο (τον έχω χάσει από σχεδόν τότε, ξέρω ότι ζει στην Θεσσαλονίκη) να πείσει την πολύ άρρωστη μάνα του να μας στείλει κάποιο σήμα από το υπερπέραν, αν αυτό υπάρχει βεβαίως βεβαίως, αφού όπως έδειχναν τα πράγματα ξεκινούσε σύντομα για εκεί. Εντάξει, συγγνώμη, 15 ετών ήμασταν.
Άλλη μια φορά, διανυκτερεύσαμε με άλλο φίλο στο μοναστήρι της Αγ. Λαύρας, νύχτα κρύα χειμωνιάτικη. Ένας καλόγερος ήρθε να μας κουβεντιάσει για θέματα θρησκείας. Του θέσαμε λοιπόν την ερώτηση αν ένας κανίβαλος που μυείται στο χριστιανισμό μπορεί μετά από μία αγαθή πορεία ζωής να καταλήξει στον παράδεισο – συνέχεια κουβέντας ότι η μετάνοια τα σβήνει όλα και καθαρίζει τον πιστό από πάσα προηγούμενη αμαρτία. Το παράδειγμα ήταν φαίνεται πολύ ακραίο για τον φοβερό πνευματικό που σε λίγο εκνευρίστηκε και επειδή επιμέναμε απείλησε να μας διώξει από το μοναστήρι. Εντάξει κι εδώ, υποχωρήσαμε, το γυρίσαμε στο αστείο και κλείσαμε τη συζήτηση.
Είπα στην αρχή για το «πνεύμα της αντιλογίας». Αυτό το παιχνίδι με τη λογική και με τους συνομιλητές μου, με βοήθησε να δοκιμάζω διαφορετικό δρόμο από τους πολλούς. Έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ενίσχυση της επιμονής μου να ψάξω καλά τα επιχειρήματα των διάφορων που «πίστευαν» ώστε να στήσω τα δικά μου. Ένα άλλο πολύ σημαντικό κέρδος που μου έφερε αυτή η στάση είναι το ότι δεν κάπνισα ποτέ, το απέφυγα τότε στην επικίνδυνη ηλικία των 16, και έμεινα «άκαπνος» για πάντα. Τη γλίτωσα, καλό ε;
Απέχοντας από πολύ νωρίς από τους εκκλησιασμούς και τα σχετικά, απαξίωσα και συναισθηματικά, πλάι στη λογική απαξίωση, τις ονομαστικές εορτές (έπαψα να γιορτάζω τον άγιο μου από 17-18 ετών – σήμερα εκνευρίζομαι ιδιαίτερα με κάποιους που τον θυμούνται με την ευκαιρία του ονόματος μου), τις τελετές των γάμων και των βαφτισιών και τα τοιαύτα, τις καθημερινές εκφράσεις του τύπου «ω θεέ μου» ή «είχες άγιο» ή «αμαρτία είναι»…
Μερικά χρόνια αργότερα, με ξεκάθαρες και σταθερές θέσεις πια, έτυχε να βρεθώ για χρόνια περιτριγυρισμένος από παπαδαριό, από τα χειρότερα της φάρας. Εργάστηκα στο μοναστήρι του Σινά, σε εκείνο το καταπληκτικό τοπίο, και έμεινα εκεί αθροιστικά σχεδόν έναν χρόνο. Στη συνέχεια εργάστηκα άλλους 10 μήνες στο πατριαρχείο Ιεροσολύμων, σε αναστηλώσεις και κατασκευές στον ναό της Αναστάσεως. Δύσκολο, ε; Θυμάμαι την παρατήρηση του Κεφαλλονίτη μοναχού Σοφρώνιου: «Αντωνάκη, μόνο για φωτογραφίες μπαίνεις στην εκκλησία».
Έχουν σημασία τα μικροπράγματα. Πολλή σημασία, που φαίνεται και από το πώς αντιδρούν και πόσο γρήγορα τα προσέχουν οι θιγόμενοι. Περισσότερο ακόμα όταν πρόκειται για τους ψευδοταπεινούς εγωπαθείς κομπλεξικούς ζώντες «άγιους» της εκκλησίας. Είχε πέσει σούσουρο στον κύκλο τους στα Ιεροσόλυμα γιατί ο μηχανικός (εγώ) χαιρετούσε με χειραψία και χωρίς υπόκλιση τον πατριάρχη, λέγοντας του «γεια σας, τι κάνετε» αντί για «ευλόγησον» ή «την ευχή σας» ή άλλα τέτοια άρρωστα.
Θεωρώ ότι η γερή και γρήγορη τεκμηρίωση της αθεϊστικής αντίληψης μέσα μου συνέβαλε στο να αποφύγω τυχόν σοβαρά μπλεξίματα με τον θεϊστικό περίγυρο. Γρήγορα και έγκαιρα, συνήθως, «έκοβα τον βήχα» σε προκλητικές κινήσεις. Έχοντας δώσει μεγάλη σημασία σε αυτήν την εξέλιξη του νου μου, απέκτησα γρήγορα καλοδουλεμένα επιχειρήματα που στέκονταν καλά σε συζητήσεις και έκοβαν τη φόρα σε διάφορους.
Η θετική παιδεία, η λογική των μαθηματικών, σταθεροποίησε την υπεράσπιση των θέσεών μου. Αυτές άλλωστε τις δημιούργησαν σε μεγάλο βαθμό, βοηθώντας να εντοπίζω τις παραβιάσεις του ορθού λόγου και να εμπιστεύομαι τα πορίσματα της ψυχρής λογικής. Και ακόμα πιο εύκολα, να εντοπίζω αυτά που δεν έστεκαν στη σχετική μυθολογία. Όλα δηλαδή! Ακόμα, να συνειδητοποιήσω νωρίς ότι δεν είχαμε να κάνουμε με αδυναμίες, ατέλειες, ανεπάρκειες της χριστιανικής θρησκείας ειδικά, αλλά ολόκληρου του συστήματος ερμηνείας του κόσμου μέσω των «αποκαλύψεων» όλων των θρησκειών. Όσο μάλιστα μάθαινα την ιστορία της επικράτησης και της συγχώνευσής τους με το (εκάστοτε) κράτος και τις σύμπορες αγριότητες -καραμπινάτες παραβιάσεις των ίδιων των διδαχών τους- η απαξία εξελίχθηκε σε αντιπάθεια, σε απαίτηση κάποιου είδους «αποζημίωσης» για τους αιώνες που η κοινωνία στερήθηκε την γνώση, πρόοδο, εξέλιξη εξ αιτίας τους.
Δεν έχω κάτι να συμβουλέψω, έτσι γενικά, κανέναν. Κατανοώ ότι χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και καλές συγκυρίες για να ξεπεράσει κανείς την πλύση εγκεφάλου που του επιτελείται από την ώρα που γεννιέται και βοηθώ προθυμότατα. Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που μου ζητείται η γνώμη προσπαθώ να είμαι βαθύς και αποτελεσματικός στην αναζήτηση επιχειρημάτων, στη μετάδοση άποψης και εμπειρίας, στην παροχή βοήθειας για γνώση και έρευνα, στην υποστήριξη της μεριάς της πλάστιγγας όπου βρίσκεται η λογική, η αντικειμενική γνώση, η αμφισβήτηση, η έρευνα.
Αλλά είναι και θέμα του καθενός…
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (4)
Μάκης Γ., ετών 35, από την Αθήνα, μηχανικός, άγαμος.
Κατάγομαι από οικογένεια άθρησκων ή άθεων ή αδιάφορων — ό,τι κι αν υποθέσετε, σωστοί θα είστε. Ο πατέρας μου, μηχανικός και καθηγητής πανεπιστημίου, έχει σαφείς απόψεις για τον οπισθοδρομικό ρόλο των θρησκειών και τον εκμεταλλευτικό στόχο των παπάδων και το δηλώνει με κάθε ευκαιρία και σε κάθε συζήτηση. Η μητέρα μου, ψυχολόγος στο επάγγελμα, συνήθως δεν εκδηλώνεται αλλά, όποτε χρειάζεται να πάρει θέση, είναι απόλυτα σαφής και συνεπής εναντίον των θρησκειών και των μηχανισμών που έχουν δημιουργηθεί στο όνομά τους.
Συνειδητοποίησα ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει σ’ εμάς απ’ ότι σε άλλες οικογένειες γύρω μας, από δύο περιστατικά:
* Στο σπίτι ενός παιδικού φίλου μου, πριν ακόμα πάμε σχολείο, κοιτάζαμε οικογενειακές φωτογραφίες κι εκεί είδα διάφορες από τη βάφτισή του. Πίσω στο σπίτι ρώτησα τη μητέρα μου, που είναι οι δικές μου φωτογραφίες από τη βάφτιση και μου απάντησε ότι δεν με βάφτισαν, γιατί θα έπρεπε να επιλέξω εγώ ο ίδιος, όταν μεγάλωνα, αν και ποια θρησκεία θα ήθελα να ακολουθήσω. Δεν το κατάλαβα τότε, ούτε ήξερα τι σημαίνει θρησκεία. Ως προς τις φωτογραφίες της βάφτισης παρηγορήθηκα όμως με άλλες που έκανα μπάνιο στη θάλασσα…
* Επίσης είδα στο σπίτι κάποιων παιδικών φίλων, αργότερα που ήμασταν ήδη στο σχολείο, ότι υπήρχαν εικονίσματα. Είχα δει τέτοια εικονίσματα σε εκκλησίες, αλλά όχι στο δικό μας σπίτι. Στο δικό μας και σε σπίτια στενών συγγενών υπήρχαν μόνο πίνακες ζωγραφικής και οικογενειακές φωτογραφίες στους τοίχους. Όταν ρώτησα τη μητέρα μου για εικονίσματα, μου απάντησε ότι θα βάλω μόνος μου, όταν μεγαλώσω και ανάλογα με ποια θρησκεία θα επιλέξω. Οι ίδιοι είχαν διαλέξει, όπως μου είπε, να μην ανήκουν σε καμιά θρησκεία!
Ήξερα λοιπόν ότι εγώ και οι γονείς μου δεν ασχολούμασταν με θρησκείες, εκκλησίες και παπάδες, όπως έκαναν μερικοί από τους συμμαθητές μου, αλλά δεν με πείραζε αυτό, δεν διέφερα σε τίποτα από τους άλλους. Μόνο κάτι σταυροκοπήματα που έκαναν άλλοι με παραξένευαν, αλλά δεν τους κατηγορούσα, όλοι είχαμε τα στραβά μας. Επίσης, όταν κάναμε στο σχολείο «προσευχή», έκανα κι εγώ όπως οι άλλοι, αλλά πάλι δεν με εντυπωσίαζε αυτό.
Μια φορά είπε η δασκάλα σε κάποια τάξη του Δημοτικού, μάλλον την Τετάρτη, ότι εμείς που είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι, θα πάμε αύριο όλοι μαζί στην εκκλησία. Ήταν η γιορτή των «Τριών Ιεραρχών». Στην τάξη είχαμε και ένα συμμαθητή Άραβα, τον Ναΐφ, ο οποίος αποδεδειγμένα δεν ήταν χριστιανός· όμως ούτε εγώ ήμουν αυτό που ανέφερε η δασκάλα. Ζήτησα λοιπόν το λόγο και δήλωσα ότι εγώ δεν είμαι χριστιανός ορθόδοξος και δεν χρειάζεται να πάω στην εκκλησία… Με ενδιέφερε να κάνω καμιά βόλτα στη γειτονιά και στο πάρκο, δεν με απασχολούσε το θρήσκευμα. Με ρωτάει τότε η δασκάλα έκπληκτη, ξέροντας ότι είμαι Έλληνας και με ελληνικό όνομα, «Τι είσαι εσύ Γεράσιμε;» και της απαντάω: «Τίποτα δεν είμαι κυρία!»
Τα έχασε η «κυρία», ίσως πίστεψε -σκέφτομαι τώρα- ότι ήμουν καθολικός ή ιεχωβάς ή κάτι ανάλογο, και μου λέει: «Δεν μπορεί να μην είσαι τίποτα, όλοι οι άνθρωποι έχουν μια θρησκεία». Της λέω τότε ότι «Εγώ δεν έχω θρησκεία και δεν θέλω να αποκτήσω τώρα, όταν μεγαλώσω θα αποφασίσω». Έγινε ένας μικροπανικός, λέει η δασκάλα ότι πάει μια στιγμή στο διευθυντή και θα ξανάρθει.
Πράγματι μετά από 2-3 λεπτά επανήλθε και ανακοίνωσε ότι ο Γεράσιμος -έτσι με έλεγε η δασκάλα, ενώ όλα τα παιδιά με φώναζαν Μάκη- δεν έχει ακόμα επιλέξει θρησκεία, θα το κάνει αργότερα. Έγινε μεγάλη πλάκα, οι κολλητοί μου ήταν βέβαιοι ότι δεν είχα επιλέξει θρησκεία για να κάνω κοπάνες από τον εκκλησιασμό. Κάποιος ρώτησε γιατί τα άλλα παιδιά έχουν επιλέξει και πότε έγινε αυτό, αφού δεν τους ρώτησε κανείς. Η δασκάλα φαίνεται ότι τα χρειάστηκε, έπρεπε να αποκαλύψει την οπισθοδρομικότητα του οικογενειακού δικαίου της χώρας: είπε ότι το διάλεξαν οι γονείς μας και άλλα τέτοια, κτύπησε και το κουδούνι για διάλειμμα και ξεχάστηκε το θέμα. Βγαίνοντας έξω, μου λέει η δασκάλα: «Γεράσιμε, άλλη φορά να μη φωνάζεις στην τάξη ότι δεν έχεις θρησκεία…» Είπα «Καλά κυρία, δεν θα το ξανακάνω!» και έκλεισε το θέμα για εκείνη την ημέρα.
Όταν επέστρεψα στο σπίτι διηγήθηκα τα περιστατικά στη μητέρα μου, η οποία δεν είπε τίποτα εκείνη τη στιγμή, αλλά την άλλη μέρα με παίρνει από το χέρι και πάμε μαζί στο σχολείο. Δεν ήξερα γιατί!
Ξεμοναχιάζει λοιπόν η μητέρα μου τη δασκάλα και την αρχίζει: «Να μην το ξανακάνετε αυτό κυρία Χ.! Καθένας είναι ελεύθερος να αποσιωπήσει ή να γνωστοποιήσει τα θρησκευτικά και πολιτικά φρονήματά του! Δεν επιτρέπεται να δημιουργείτε ενοχές στα παιδιά ότι κάτι τους λείπει που δεν έχουν θρήσκευμα ή έχουν διαφορετικό από εσάς…» Δεν άκουσα τότε καλά τα λόγια, αλλά τα επανέλαβε η μητέρα μου αργότερα μερικές φορές στο σπίτι και σε γνωστούς, οπότε κατάλαβα το θέμα!
Η δασκάλα έκανε προσπάθειες να δικαιολογηθεί, ήταν και απροετοίμαστη, αλλά η μητέρα μου δεν την άφηνε να αρθρώσει λόγο. Ο διευθυντής είδε ότι κάτι γινόταν εκεί και πήγε κοντά να πάρει μέρος στη συζήτηση. Μεταφέρθηκαν οι τρεις στο γραφείο του διευθυντή κι εγώ έμεινα απ’ έξω. Αργότερα έμαθα ότι η μητέρα μου τους έκανε στο γραφείο κήρυγμα περί ανεξιθρησκείας που θεμελιώνεται στο Σύνταγμα και ελευθερίας των επιλογών των πολιτών κ.λπ. κ.λπ. Θα σκέφτηκε ο διευθυντής ότι η μητέρα μου, για να μιλάει με τέτοιο αέρα, μπορεί να είχε υψηλές διασυνδέσεις στο Υπουργείο Παιδείας. Της απαντούσε λοιπόν: «Αυτά λένε οι οδηγίες που μας δίνουν από το Υπουργείο, κυρία Γ.»
Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ασχολήθηκαν οι γονείς μου με κόμματα και πολιτικούς και, φυσικά, δεν υπήρχε καμιά διασύνδεση και γνωριμία στο υπουργείο ή κάπου αλλού. Μόνο αυτοπεποίθηση και ευφράδεια είχε και έχει η μητέρα μου. Η ευχέρεια επιχειρηματολογίας της προερχόταν -και συνεχίζει μέχρι σήμερα-, από την παιδεία της. Γι’ αυτό έγραψα πριν ότι δεν την πολυαπασχολούσε η θρησκεία, αλλά είχε απόψεις και έπαιρνε σαφέστατα θέση, όποτε το απαιτούσαν οι περιστάσεις.
Ήταν τότε περίπου 1986 και η μητέρα μου προκαταλάμβανε με την παρέμβασή της στο σχολείο τις συζητήσεις για το θρήσκευμα στις αστυνομικές ταυτότητες που έγιναν περίπου 15 χρόνια μετά, επί Χριστόδουλου. Φαίνεται ότι όλα αυτά συζητιόντουσαν στην κοινωνία και η κυβέρνηση του Σημίτη θεώρησε αργότερα σκόπιμο να τα εφαρμόσει και στην πράξη· ήταν και οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βοηθούσαν σ’ αυτό.
Οι υπόλοιπες τάξεις του Δημοτικού και οι τάξεις του Γυμνασίου πέρασαν μάλλον διασκεδαστικά για μένα από πλευράς του θέματος που περιγράφω εδώ. ΔιηγιότανΔιηγούνταν ο δάσκαλος ή ο καθηγητής κάτι ιστοριούλες για τον Χριστό, αλλά ο Ναΐφ, που ήταν σε όλες τις τάξεις μαζί μας, έπαιρνε το λόγο και έλεγε ότι «Τα ίδια λέμε κι εμείς για τον Αλλάχ και τον Μωάμεθ, κύριε, ο οποίος είναι ο αληθινός προφήτης».
Ο Ναΐφ έλεγε ότι ήταν άθεος, αλλά προσποιόταν στην τάξη τον ευσεβή μουσουλμάνο για να γίνει χαβαλές. Έκανε και κάτι κινήσεις προσευχής με τα χέρια, όταν μιλούσε για τον Αλλάχ και ο καθηγητής φοβόταν μην εκδηλωθεί μωαμεθανικός φονταμενταλισμός στην τάξη. Έτσι δεν έπαιρνε θέση στα λεγόμενα του Ναΐφ, του έλεγε όμως, πολύ ευγενικά, ότι πρώτοι εισήγαγαν αυτή την ιστορία οι χριστιανοί και από εκεί την δανείστηκαν οι μουσουλμάνοι. Ο Ναΐφ -πρώτη μούρη στην πλάκα- απαντούσε ότι και οι χριστιανοί τα είχαν αντιγράψει από τους Εβραίους και τους Έλληνες και έκανε εκείνες τις χαρακτηριστικές κινήσεις με τα χέρια. Γινόμασταν όλοι λιώμα από τα γέλια, ιδίως τα κορίτσια που τσίριζαν. Ο καθηγητής κτύπαγε τα χέρια του για να αλλάξει θέμα, «Ελάτε, να προχωρήσουμε στο μάθημα…»
Στα χρόνια του Λυκείου μας έλεγαν στο σχολείο διάφορα δήθεν φιλοσοφικά θέματα, αλλά στην ουσία έκαναν κατήχηση. Μερικοί συμμαθητές ήταν προετοιμασμένοι και πολυβολούσαν τον καθηγητή και μια καθηγήτρια με τα παραμύθια που διαδίδουν οι χριστιανοί, ότι ο χριστιανισμός είναι «η θρησκεία της αγάπης», όταν έχουν γίνει τόσα και τόσα εγκλήματα, ότι κλέβουν ασύστολα τους πιστούς και το δημόσιο και κακοποιούν παιδάκια και όλα αυτά που ξέρουμε από τις εφημερίδες… Εκεί πεταγόταν και ο Ναΐφ και έλεγε ότι τα ίδια κάνουν και οι μωαμεθανοί ιμάμηδες, αλλά τα έχουν δανειστεί από τους χριστιανούς…
Τα μάσαγαν οι καθηγητές, «Δεν φταίει ο θεός, οι άνθρωποι φταίνε…» Έτσι γινόντουσαν οι καημένοι εύκολη λεία στους διαβασμένους συμμαθητές: «Και ποιος έκανε ιερωμένους αυτούς τους ανθρώπους; Δεν μπορούσε ο υιός του θεού να αποτρέψει τις εγκληματικές πολεμικές εκστρατείες, αφού κατάφερνε να περπατήσει στη θάλασσα και να αναστήσει νεκρούς; Και γιατί δεν ξανάφερνε στη ζωή όλους τους σκοτωμένους από εγκληματικές ενέργειες των εκπροσώπων του;»
Συνήθως ξέφευγαν οι καθηγητές με δικαιολογίες που δήλωναν παραδοχή, «Κανείς δεν ξέρει τις σκέψεις του θεού!» και άλλα τέτοια που δείχνουν την αμηχανία όλων των θεολόγων. Μερικοί συμμαθητές επέμεναν: «Δεν σας κάνει εντύπωση, κύριε καθηγητά, που όλα καταλήγουν πάντα σε βάρος των φτωχών και αβοήθητων; Μπορεί να μην ξέρουμε τις σκέψεις του θεού αλλά, αν υπάρχει, ξέρουμε ότι βοηθάει πάντα τους πλούσιους και απατεώνες…», έλεγε ο αναρχικός της τάξης.
Το συμπέρασμα ήταν, για όποιους μπορούσαν να σκεφτούν, ότι οι ίδιοι θεολόγοι που (δήθεν) ερμήνευαν πολύπλοκες κατασκευές, όπως η τριαδικότητα, η παρθενογένεση, η ανάσταση κ.ά., απέφευγαν ή δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν απλά καθημερινά φαινόμενα της ζωής. Λογική κατάληξη σε όλα αυτά ήταν ότι δεν υπάρχει ο θεός που επικαλούνται οι ιερωμένοι όλων των θρησκειών και, εφόσον γίνει αυτό αποδεκτό, τα πάντα στην πραγματική ζωή μπορούν να εξηγηθούν χωρίς αντιφάσεις!
Εκείνα τα χρόνια διάβασα το βιβλίο «Αντιγνώση» της Λιλής Ζωγράφου και το «Τι πιστεύω» του Μπέρτραντ Ράσελ με φιλειρηνικά και φιλελεύθερα φιλοσοφικά, ιστορικά και ηθικοπολιτικά δοκίμια. Με αυτά και άλλα όμοια βιβλία έβαλα στο μυαλό μου σε τάξη τις σκόρπιες ιδέες που είχα μαζέψει από συζητήσεις και δικές μου σκέψεις. Δεν έπαιρνα όμως μέρος στις συζητήσεις στην τάξη με τους καθηγητές Θρησκευτικών και μερικούς λίγους συμμαθητές που πήγαιναν στο κατηχητικό, αφενός γιατί μου προκαλούσαν λύπη που δεν μπορούσαν να δώσουν συγκροτημένες απαντήσεις, αφετέρου επειδή εγώ δεν ανήκα στο θρήσκευμά τους και έκανα τον τελείως αδιάφορο, σαν να συζητούσαν αυτοί για τη θρησκεία των Ζουλού – και δεν έβλεπα μεγάλη διαφορά!
Μερικοί από τους συμμαθητές, κατηχητόπουλα, μου έλεγαν ότι υπερβάλλω, αλλά κάποια μέρα είδα στην εφημερίδα φωτογραφία από μια χώρα της Αφρικής με ορθόδοξο, καθολικό και ευαγγελικό παπά και δίπλα τους ένα μωαμεθανό ιμάμη και ένα ιερέα του βουντού που έκαναν, με αφορμή μια εκδήλωση του ΟΗΕ, κοινή προσευχή ή κάτι σχετικό. Έδειχνα τη φωτογραφία σ’ αυτούς τους συμμαθητές και ρωτούσα, ποια θρησκεία είναι η καλύτερη και ποιον από τους πέντε παπάδες θα διάλεγαν οι συνομήλικοί μας Ζουλού; Ο ιερέας του βουντού ήταν πολύχρωμα ντυμένος και θα τους έλεγε ιστορίες από την τοπική παράδοση· οι άλλοι είχαν μια μονοχρωμία που έδειχνε ότι ήταν εκτός της σύγχρονης εποχής και οπωσδήποτε εκτός τόπου και χρόνου, αφού στην Αφρική η πολυχρωμία των ενδυμάτων είναι αυτονόητη και οι ιστορίες με τους Εβραίους από την Παλαιστίνη θα τους φαίνονται αστείες. Συμπέρασμα είναι ότι όλα εξαρτώνται από την εποχή και τη χώρα που γεννήθηκες και μεγάλωσες και όλα τα άλλα είναι μυθεύματα για να αποκοιμίζονται οι άνθρωποι με απλοϊκό μυαλό.
Σε κάποια πάρτι που οργανώναμε τις απόκριες, εγώ είχα δικαιωματικά την αμφίεση του Αρχιδιάβολου, με κέρατα και ουρά φυσικά, ο οποίος είχε τον έλεγχο για τους εισερχόμενους στη χριστιανική κόλαση (διάλεγα για «τιμωρία» τα καλύτερα κορίτσια!) Ο Ναΐφ ήταν αυτοδίκαια βοηθός διαβόλου και είχε τον έλεγχο του μη ορθόδοξου παραρτήματος της κόλασης· κι αυτός κάτι δίμετρα ουρί έβαζε στα ιδιαίτερα! Περνάγαμε ωραία…
Στο πολυτεχνείο που σπούδασα δεν έγινε ποτέ κάτι που να είχε σχέση με θρησκευτικά θέματα. Μόνο η εμμονή των Κουκουέδων στα κομματικά δόγματα και τις σταλινικές ιδεοληψίες τους μου θύμιζαν εκκλησιαστική οργάνωση. Στην ορκωμοσία στο τέλος των σπουδών διάβασε κάποιος ένα ανόητο κείμενο και οι μαζεμένοι απόφοιτοι μουρμούριζαν, αλλά εγώ απλά στεκόμουν εκεί και παρακολουθούσα. Η επόμενη ενδιαφέρουσα φάση εξελίχθηκε στο στρατό!
Μετά από μερικές εβδομάδες βαρετής απραξίας που λέγεται «βασική στρατιωτική εκπαίδευση», έπρεπε να ορκιστούμε. Ήταν ήδη το έτος 2000 και οι απόψεις εκφράζονταν παντού ελεύθερα και δημόσια. Ο μεγαλύτερος φόβος των στρατιωτικών ήταν να μην αυτοκτονήσει κανένας νεοσύλλεκτος, γι’ αυτό παρακολουθούσαν από κοντά κάποιους αμίλητους και συνοφρυωμένους…
Τις πρώτες μέρες στο στρατόπεδο συμπληρώσαμε χαρτιά με τα προσωπικά στοιχεία μας. Εκεί ζητούσαν πληροφορία για το θρήσκευμα κι εγώ έβαλα μία παύλα. Επίσης υπήρχε η ερώτηση αν θέλω να γίνω δόκιμος αξιωματικός, και έγραψα ΟΧΙ. Αν γινόμουν, θα έμενα 2-3 μήνες παραπάνω στο στρατό και θα αναλάμβανα διαχειριστικές και καθοδηγητικές ευθύνες που δεν με ενδιέφεραν.
Με καλεί λοιπόν ένας δόκιμος αξιωματικός, ανθυπολοχαγός, φιλόλογος από σπουδές, όπως έμαθα, και άρχισε να με ρωτάει διάφορα προσωπικά και οικογενειακά. Φανταζόμουν ότι θέλει να μου πει για το θρήσκευμα, αλλά εγώ έδειχνα αδιάφορος. Λέει λοιπόν: «Γιατί δεν θέλεις να υπηρετήσεις ως δόκιμος αξιωματικός που έχεις πολύ καλή βαθμολογία, δίνεις και σωστά τα παραγγέλματα και θα βοηθούσες πάρα πολύ την πατρίδα;» Είχαμε κάνει κάτι εξετάσεις πριν, τεστ ευφυΐας, ψυχολογικής ετοιμότητας και άλλα τέτοια. Μας έβαζαν να κάνουμε βηματισμό και να παρουσιαστούμε με όλα τα τυπικά και φαίνεται ότι είχα κάνει καλή εντύπωση. Αλλά δεν τα θεωρούσα σημαντικά όλα αυτά!
Του λέω απλά: «Δεν μ’ ενδιαφέρει!» Με ρωτάει πάλι, δήθεν εντυπωσιασμένος: «Δεν σ’ ενδιαφέρει να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου στην πατρίδα; Η οποία σου εξασφαλίζει σπουδές, καλή ζωή, επάγγελμα και ειρήνη;» Ψάρευε ο δόκιμος για να δει τι σκέφτομαι, θα είχε μάλλον και την ανάλογη εκπαίδευση. Η δική μου σκέψη ήταν βέβαια αυτή που είπα αρχικά, «δεν μ’ ενδιαφέρει» και τίποτα άλλο.
Όταν άρχισε να επαναλαμβάνει τις ερωτήσεις του με άλλα λόγια, του λέω: «Ακούστε κ. Ανθυπολοχαγέ, κάνετε λάθος αν νομίζετε ότι μου εξασφάλισε καλές σπουδές και καλή ζωή η πατρίδα. Διαλυμένες καλύβες είναι τα πανεπιστήμια και ζούμε σε μια υποβαθμισμένη χώρα…» Πήγε να διαφωνήσει κάπως, αλλά δεν τον άφησα: «Πόσες μέρες έγιναν μαθήματα και εργαστήρια στις σπουδές σας (εκεί μου είπε ότι είναι φιλόλογος) και πόσες χάθηκαν; Κι επίσης, νομίζετε ότι με καλές σπουδές και πτυχία πλουτίζουν οι διάφοροι γύρω μας; Δεν βλέπετε τι μαύρο χρήμα κυκλοφορεί;»
Ήταν ήδη τότε γνωστό ότι γινόντουσαν μεγάλες ρεμούλες και πηγαινοερχόντουσαν μίζες, δεν χρειάστηκε να «πέσουν από τα σύννεφα» οι συνένοχοι για να το μάθουμε κι εμείς οι «απ’ έξω». Τι να πει ο φουκαράς ο δόκιμος που είχε μοναδική επαγγελματική προοπτική κάποιο φροντιστήριο στη γειτονιά του ή έστω να γίνει καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση;
Είπαμε κι άλλα πολλά, μερικές φορές με ένταση, αλλά κατάλαβε ο «ανακριτής» ότι δεν μασάω… Μου λέει στο τέλος, έδειχνε ότι το είχε ξεχάσει: «Δεν έβαλες και θρήσκευμα, άθεος είσαι;» Του απαντάω: «Είναι υποχρεωτικό αυτό; Υπάρχει ειδικό άρθρο περί ανεξιθρησκείας στο Σύνταγμα!» Ξεροκατάπιε αμήχανος, «Ναι, δεν λέω, έτσι είναι, αλλά εμείς στην Ελλάδα είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι και…» «Κοιτάξτε» τον κόβω, του είχα πάρει ήδη τον αέρα: «Εγώ απάντησα στο ερωτηματολόγιο για τον εαυτό μου!»
Μου απαντάει ψυχρά «Καλώς!» και βάζει τα χαρτιά σε ένα φάκελο. Σηκώθηκα, χαιρέτησα και αποχώρησα με όλα τα τυπικά. Δεν ξαναείδα τον δόκιμο, θα έβαλε όλα τα στοιχεία στον φάκελό μου και θα έχω μείνει εκεί ως «άθεος»! Σε περίπτωση επιστράτευσης είμαι βέβαιος ότι δεν θα με κάνουν «ιεροκήρυκα υπηρεσίας».
Όταν ήρθε η μέρα να γίνει η ορκωμοσία της σειράς μας, κάλεσαν στο γραφείο του υποδιοικητή τέσσερις νεοσυλλέκτους, ανάμεσά τους κι εμένα. Εκεί ορκιστήκαμε χωρίς ρασοφόρους, λιβάνια και ιερά βιβλία και υπογράψαμε ένα χαρτί. Ίσως να ήταν και κάποιοι άλλοι σαν κι εμάς, αλλά δεν θα ήξεραν ή δεν είχαν το θάρρος να εκδηλωθούν. Οι γονείς μου δεν ρώτησαν ποτέ, αν και πως ορκίστηκα· εγώ τους διηγήθηκα κάποτε αργότερα τα περιστατικά που περιέγραψα εδώ.
Η μόνη σκέψη για θρησκεία και εκκλησία μου ήρθε πάλι μετά από λίγα χρόνια, όταν μία προσωπική φίλη μου έδειχνε ενδιαφέρον για γάμο και έφερνε διαρκώς την κουβέντα σ’ αυτό το θέμα. Η μία φίλη της/μας παντρεύτηκε, η άλλη παντρεύεται σύντομα κ.λπ., μου λέει μια φορά με ποιητικό οίστρο ότι θα ήθελε κι αυτή να ανεβεί σύντομα τις σκάλες της εκκλησίας με νυφικό, παρανυφάκια και τέτοιες χαζομάρες. Ήταν δε μορφωμένη η κοπέλα, αλλά όταν συζητάγαμε για ζητήματα σχέσεων και οικογένειας, γινόταν πιο οπισθοδρομική κι από τη γιαγιά μου.
Της είπα λοιπόν μια φορά ότι, κι αν ακόμα σκεφτόμουν να παντρευτώ, να είναι βέβαιη ότι δεν πρόκειται να πάω σε εκκλησία. Αυτή κατέγραψε στο μυαλό της ότι δεν σκέφτομαι το γάμο κι έτσι χαλάρωσαν οι σχέσεις μας. Μετά από λίγο καιρό έμαθα από κοινούς φίλους ότι παντρεύτηκε, φυσικά με τούλια, εκκλησίες και παπάδες, αλλά η συζυγική ιστορία της κράτησε μόνο 7-8 μήνες, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις τις τελευταίες δεκαετίες. Όταν την ξανασυνάντησα είχε ήδη χωρίσει. Της είπα ότι δεν φαίνεται να βοήθησαν οι ευλογίες του παπά και οι επικλήσεις στο θεό… Μου απάντησε ενοχλημένη ότι αυτά είναι κρυάδες και ξέρει πολύ καλά τις απόψεις μου, οπότε δεν συνεχίσαμε αυτή τη συζήτηση, γλίτωσα όμως κι από οποιαδήποτε προσπάθεια ανανέωσης των προσωπικών σχέσεων.
Έχω μονίμως την εντύπωση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των χριστιανών δηλώνουν πίστη στη θρησκεία, επειδή καθοδηγήθηκαν σε μικρή ηλικία και έκτοτε επαναλαμβάνεται αυτή η καθοδήγηση με διάφορες εκκλησιαστικές και άλλες γιορτές, σαν τα αναμνηστικά εμβόλια. Τα ίδια ισχύουν φυσικά και με τους πιστούς όλων των θρησκειών. Μοναδική ελπίδα απομάκρυνσης από αυτές τις υποδουλώσεις σε ανύπαρκτους θεούς είναι να σταματήσει ο σχολικός και κοινωνικός κατηχητικός βομβαρδισμός.
Αυτό φυσικά δεν θέλουν με κανένα τρόπο να το επιτρέψουν οι επαγγελματίες των θρησκειών, γιατί με το σύστημα που λειτουργεί σήμερα κερδίζουν χωρίς να εργάζονται μισθό, εξουσία και κοινωνική αναγνώριση. Τα πολιτικά κόμματα είναι παραδομένα στις συναλλαγές με τους παπάδες και βλέπουμε ότι, ακόμα και δεδηλωμένοι αριστεροί, παρουσιάζονται απρόβλεπτα και ανακοινώνουν ότι «Έχω μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση με την ορθοδοξία!» Στην πραγματικότητα εκφοβισμένοι είναι, αν όχι ιδιοτελείς, και θέλουν να «κρατάνε μια πισινή», μήπως και είναι αλήθεια όλα αυτά που κάνουν πως δεν πιστεύουν.
Βλέπουμε το ΚΚΕ να εκπροσωπείται στη Βουλή και στις τηλεοράσεις ηχηρά και αποκριάτικα, μέχρι γελοιοποιήσεως, από μια εθνικίστρια θεούσα. Ο περίπου συνομήλικός μου αρχηγός του ΣΥΝ να διατηρεί άριστες σχέσεις με όλους τους μεγαλοπαπάδες που βρίσκονται στο δρόμο του. Όποτε τύχει δε να συζητήσει μαζί τους, παραλείπει να αναφερθεί στα ουσιαστικά που ενδιαφέρουν τους Έλληνες, την αγνώστου προέλευσης εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία (με φανταστικά χρυσόβουλα και οθωμανικά παραχωρητήρια, αλλά και με υπεξαιρέσεις), το διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας, την απαλλαγή της εκπαίδευσης από το παπαδίστικο όνειδος κ.ά. Αυτά μένουν για μελλοντικές συζητήσεις, οι οποίες ποτέ δεν γίνονται κι έτσι ανανεώνεται η συναλληλία των πολιτικών με το μηχανισμό εκμετάλλευσης και πλουτισμού.
Η μεγαλύτερη απογοήτευσή μου ήταν ο μακαρίτης Βασίλης Ραφαηλίδης, ο οποίος σε πολλές δημόσιες εμφανίσεις του είχε υποστεί για τις άθεες απόψεις του ακόμα και λοιδορίες από θεοσεβούμενους πολιτικούς και ιδιοτελείς κληρικούς, αλλά στο τέλος αποκαλύφθηκε ότι είχε κι αυτός μια «ιδιαίτερη πνευματική σχέση» με κάποιον μητροπολίτη. Δηλαδή, κράταγε πισινή για τυχόν ανατροπή των δεδομένων.
Η εμπιστοσύνη στο πνεύμα και στις ικανότητες των ανθρώπων και η στήριξη της επιστημονικής γνώσης είναι η μόνη ελπίδα για πρόοδο της ανθρωπότητας, πράγμα που έχει αποδειχθεί από την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Με κάθε νέα επιστημονική κατάκτηση, υποχωρούν ο θεός και οι δεισιδαιμονίες, ενώ ταυτόχρονα οι άνθρωποι βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας, την υγεία και τη γενικότερη διαβίωσή τους.
Στα χρόνια που ζούμε έχει γίνει πλέον φανερό σε όλους ότι η αιώνια φύση δεν χρειάζεται θεούς, νεράιδες και αερικά για να την καθοδηγούν. Οι μηχανισμοί της φύσης λειτουργούν χωρίς άνωθεν παρεμβάσεις και ανατροπές και εναπόκειται στους ανθρώπους να αξιοποιούν τις δυνατότητές της και να προφυλάσσονται από τις βλαπτικές εκδηλώσεις της, όπως είναι οι γεωλογικές ανακατατάξεις, οι μετεωρολογικές επιδράσεις, τα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα, οι ιονίζουσες ακτινοβολίες κ.ά.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι διανοούμενοι της (καθολικής) εκκλησίας, έμμισθοι και καλοπληρωμένοι προπαγανδιστές, εισηγούνται τώρα παραδοχές ότι ο θεός βρίσκεται πίσω από το big bang, άρα πολύ μακριά για να υπάρχει (γι’ αυτούς) φόβος ότι σύντομα θα ξεπεραστεί, όπως ξεπεράστηκε σε μερικές δεκαετίες και λίγους αιώνες η αντίσταση στον Κοπέρνικο και στον Γαλιλαίο, οι αντιρρήσεις για τον Δαρβίνο, τον Φρόιντ και τον Ράσελ.
Μάλιστα, ο πάπας έχει γίνει τελευταία παρακλητικός προς τους επιστήμονες: «Είναι βέβαιο ότι υπάρχει η πραγματικότητα της επιστήμης», λέει, «αλλά πρέπει να δεχτούμε ότι υπάρχει και μια ευρύτερη πραγματικότητα που ξεφεύγει από την επιστήμη και την αντιλαμβάνεται η εκκλησία». Εγώ το καταλαβαίνω αυτό σαν να λέει, αφήστε μας να κάνουμε κι εμείς παιχνίδι, μην μας βγάζετε έτσι ανελέητα από τις χαραμάδες που έχουμε διασώσει την ύπαρξη του θεού, επειδή οι επιστήμη δεν ασχολήθηκε με αυτά τα κενά ή δεν έδωσε ακόμα απάντηση…
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.






