Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (3)

25 March 2011
Comments Off on Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (3)
Αρθρογράφος: Τ.Λ.


Τ.Λ. 39 ετών, απόφοιτος Α.Ε.Ι., δημόσιος υπάλληλος, έγγαμος, με μία κόρη, κάτοικος Θράκης.

Μεγαλώνοντας κατά κύριο λόγο στη Θεσσαλονίκη, η θρησκευτική μου ανατροφή ήταν, θαρρώ, όπως και των περισσότερων ελληνόπουλων. Όσο για την οικογένειά μου, επίσης ήταν όπως οι περισσότερες φαντάζομαι, τυπικά χριστιανορθόδοξη, χωρίς ακρότητες, επιβολές ή οτιδήποτε ανάλογο.

Μπαίνοντας στην εφηβεία, διαμόρφωνα σιγά-σιγά ένα χαρακτήρα ντροπαλού, ευσυνείδητου, καλού μαθητή, με ανεπτυγμένο το αίσθημα της υποχρέωσης και των καθηκόντων μου. Τότε κατέληξα με μία παρέα να βρεθούμε στον κύκλο ενός νεαρού τότε αρχιμανδρίτη και να βρισκόμαστε τακτικά στο ναό, να βοηθάμε από δω κι από κει κ.λπ. Είχα κάνει τότε κάποιες εξομολογήσεις (στον ίδιο, εννοείται, ιερέα), είχαμε ταξιδέψει μια φορά, για τριήμερο, αν θυμάμαι καλά, στο Άγιο Όρος και γενικά ήταν ένα διάστημα κατά το οποίο θεωρούσα εαυτόν πολύ θρησκευόμενο, τηρούσα με ευλάβεια διάφορους κανόνες εντός του ναού κ.λπ.

Η θολή ανάμνηση από κείνες τις έρμες τις εξομολογήσεις δεν λέει να ξεκολλήσει από έναν χαρακτήρα πρόστυχου κι εντελώς αντιπαιδαγωγικού ψυχαναγκασμού, αφού θυμάμαι τον εαυτό μου να ψάχνει με το ζόρι κάτι να πει, καταλήγοντας τελικά είτε σε εντελώς παιδιάστικες χαζομάρες του στυλ «στενοχώρησα/εκνεύρισα τη μαμά μου λέγοντας ή κάνοντας το άλφα ή το βήτα», είτε στον κλασσικό (τόσο για την ηλικία όσο και ως προς την αναγνωρισιμότητα της «αμαρτίας») αυνανισμό, το πιο φυσιολογικό δηλαδή πράγμα στον κόσμο που προσπαθούσαν (και συνεχίζουν ακάθεκτοι να το κάνουν οι ρασοφόροι) να μας πείσουν ντε και καλά ότι «είναι αμαρτία».

Τώρα που τα σκέφτομαι αυτά, υποθέτω ότι είχαν να κάνουν μάλλον με την τυπικότητά μου ως άνθρωπο, καθώς και την πτυχή του χαρακτήρα μου που μου υπαγορεύει «ό,τι κάνω να το κάνω καλά κι ό,τι μαθαίνω να το μαθαίνω επίσης καλά» (πάντα μ’ εκνεύριζε η ημιμάθεια).

Οι αναμνήσεις μου φυσικά είναι πολύ θολές για το τόσο, πλέον, μακρινό παρελθόν, οπότε δεν θυμάμαι σε ποιο στάδιο σκορπιστήκαμε από κείνη την παρέα της εν μέρει κατήχησης, μάλλον έχει να κάνει με την αλλαγή των σχολείων (δημοτικό-γυμνάσιο-λύκειο), ανάλογα με τα οποία αλλάζαμε και τις παρέες μας. Από κει και πέρα η θολούρα μεγαλώνει, παρουσιάζοντας ένα μεγάλο κενό μνήμης από την αρχική μου υπαρξιακή αναζήτηση και την απαρχή της αμφισβήτησης, η οποία τοποθετείται κάπου στην έναρξη του Πανεπιστημίου, μέχρι τον ενδιάμεσο αγνωστικισμό και την τελική κατάληξη στην αθεΐα. Κομβικό σημείο η πρώτη ξεκάθαρη δήλωση/συνειδητοποίηση, τη μέρα που κατατασσόμουν στο στρατό, οπότε, όταν με ρώτησαν θρήσκευμα, αμφιταλαντεύτηκα για μια στιγμή, και κατόπιν, για πρώτη φορά ξεκάθαρα στη ζωή μου, δήλωσα άθεος.

Σ’ εκείνο τώρα το θολό μεσοδιάστημα και κατά την εποχή που η εφηβεία έδινε σιγά-σιγά τη σκυτάλη στην ενηλικίωση, είχαν αρχίσει τα υπαρξιακά ερωτήματα να γιγαντώνονται, και όσο αναπτυσσόταν η κρίση, οι απαντήσεις έμοιαζαν όλο και πιο διάτρητες και ανεπαρκείς. Τα ερεθίσματα πλέον έγερναν προς την αντίθετη κατεύθυνση, και σε κάθε ανύποπτη πηγή ανακάλυπτα νοήματα, ιδέες, σκέψεις και συμπεράσματα που με απομάκρυναν με σταθερά βήματα από την ορθοδοξία.

Θυμάμαι τον Καζαντζάκη να λέει στο Ζορμπά, στο τέλος ενός από τα πρώτα κεφάλαια, «Ο Θεός μαζί μας», και το Ζορμπά να του αποκρίνεται «Κι ο Διάολος». Τρομερή επίσης κι η εικόνα του Καπετάν Μιχάλη, όλο εκείνο το οποίο αποπνέει, κι ας μην μπορείς αμέσως να το σχηματοποιήσεις. Φυσικά αποκορύφωμα, ιδίως για εκείνες τις ηλικίες, το φοβερό του πασίγνωστο απόφθεγμα «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος.»

Από τότε ακόμα, αλλά μέχρι και τώρα, μία και μόνη λέξη, αλυσιδωτή, ατελείωτη και μονίμως αναπάντητη απ’ οποιονδήποτε, ήταν (και είναι) αυτή που χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει τη στάση μου απέναντι σε οποιαδήποτε θρησκεία: «ΓΙΑΤΙ;». «Γιατί;» με το ύφος, τη στάση και την αφέλεια του μικρού παιδιού που αναζητά συνεχώς απαντήσεις και που ποτέ αυτές δεν είναι επαρκείς και ικανοποιητικές, με συνέπεια να ακολουθούνται από ένα ακόμα «γιατί;» που διαιωνίζεται στο άπειρο.

Νοήματα δεχόμασταν τότε και μέσω της ροκ και χέβι μέταλ μουσικής (η οποία, άσχετα με το τι πιστεύει πολύς κόσμος, είναι όντως κατακλυσμένη από νοήματα, μηνύματα, προβληματισμούς, επαναστατικότητα, πετώντας πάντα τυφλά βέλη προς κάθε κατεύθυνση, καρφώνοντας, σατιρίζοντας, διακωμωδώντας, διασύροντας ή και χυδαία ακόμα βρίζοντας κι ουρλιάζοντας), στην οποία είχα τότε αρχίσει να εισέρχομαι, και τώρα, μια εικοσαετία μετά, αποτελεί κατά κανόνα το μοναδικό μου σχεδόν άκουσμα. Αυτά συνοδεία αναγνώσεων άλλων απόψεων κι αντεγκλήσεων στο περιοδικό Metal Hammer.

Κάπου εκεί και η γνωριμία με τον Πόε και τον Λάβκραφτ, του οποίου δεύτερου κατά τη διάρκεια του πανεπιστημίου είχα διαβάσει όλα τα έργα, και μολονότι πρόκειται απλά για συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, οι παραλληλισμοί και τα νοήματα που αφήναν διάχυτα δημιουργούσαν προβληματισμούς. Χαρακτηριστική η αγαπημένη μου φράση από τον δεύτερο, την οποία έχω συγκρατήσει: «Του είχαν δείξει την ασημαντότητα και τη φτηνή κενότητα των μικρών θεών της γης, με τα κακομοίρικα ανθρώπινα ενδιαφέροντά τους και τις διασυνδέσεις τους – τα μίση, τους θυμούς, τις αγάπες και τις ματαιοδοξίες τους – τη λαχτάρα τους να τους υμνούν και να θυσιάζουν σ’ αυτούς, και την απαίτησή τους να τους πιστεύουν, κάτι άκρως αντίθετο με τη λογική και τη Φύση.» [«Through the Gates of the Silver Key» By H. P. Lovecraft (with E. Hoffmann Price)].

Όσο ο προβληματισμός μου γινόταν εντονότερος, η ανησυχία μεγαλύτερη κι οι απαντήσεις όλο και πιο λίγες και ανεπαρκείς, η αναζήτηση πλέον έγινε στοχευμένη και οδήγησε στο βασικό βιβλίο-ταφόπλακα της ορθοδόξου πίστης για μένα: την «Αντιγνώση» της Λιλής Ζωγράφου. Η επιχειρηματολογία, η εκλογίκευση, η ανάλυση, η συγκριτική έρευνα και όλα τα υπόλοιπα αυτά στοιχεία που περιείχε απομυθοποίησαν και το τελευταίο ίχνος χριστιανικής θρησκείας που αργοπέθαινε μέσα μου.

Μετά ακολούθησε ο τεράστιος δάσκαλος και σύγχρονος φιλόσοφος Δημήτρης Λιαντίνης με τη «Γκέμμα» και τα «Ελληνικά» του, και τελικά όλη η συλλογή των βιβλίων του Μιχάλη Καλόπουλου, αν και αυτό έγινε πλέον για εγκυκλοπαιδικούς λόγους. Είχα διαβάσει κάπου εκεί κι ένα βιβλίο με συγκριτικά στοιχεία κάποιων βασικών θρησκειών (Χριστιανισμού, Μωαμεθανισμού, Βουδισμού, Ινδοϊσμού και Ταοϊσμού, αν και δεν θυμάμαι πολύ καλά και δεν είμαι σίγουρος) και κάποια στιγμή αργότερα την «περί θεού αυταπάτη» του Ντώκινς.

Πέρα από την πλήρη και καθολική διαγραφή της ορθοδοξίας, υιοθετώντας μετά απ’ όλα αυτά τα αναγνώσματα το γνωστό σε μας «ο συντομότερος δρόμος προς την αθεΐα είναι η ανάγνωση της αγίας γραφής», κάπου στην πορεία μετατράπηκε κι ο αμφίβολος και μετέωρος αγνωστικισμός σε απόλυτη και ξεκάθαρη αθεΐα, ιδίως ακούγοντας επιγραμματικά και για τις διάφορες σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες, όπως κυρίως εκείνες της εξέλιξης και του big bang.

Υπήρξα τυχερός στο γεγονός ότι κι η σύζυγος πορεύτηκε μαζί μου και μοιράζεται τα ίδια πιστεύω, όμως υποκύψαμε στον κοινωνικό περίγυρο τόσο όσο προς την τέλεση θρησκευτικού γάμου, όσο και ως προς τη βάφτιση της κόρης μας.

Στην κοινωνική μου ζωή, οι γονείς μας σαφώς και δεν μπορούν να καταλάβουν την επιλογή μας και μετά από λίγες και μικρές συζητήσεις και μερικά καρφιά που τους ρίχνουμε που και που, έχουμε πάψει να (το) συζητάμε. Άλλες φιλικές σχέσεις και παρέες δε νομίζω να επηρεάστηκαν, όλοι μας οι φίλοι γνωρίζουν τα πιστεύω μας και προσπαθούμε κι απ’ τις δυο πλευρές να τηρούμε ανακωχή και δεν ανοίγουμε (ένθεν κακείθεν) χωρίς λόγο και αφορμή σχετικές συζητήσεις.

Εξάλλου γίνεται παντού ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι οι περισσότεροι απέχουν από το χριστιανισμό, υιοθετώντας πολλές και διάφορες παραλλαγές ως προς το τι δέχεται και εφαρμόζει ο καθένας. Ανακαλύπτω τώρα, μετά από τόσα χρόνια, συγγενείς και φίλους της προηγούμενης γενιάς που είναι εξίσου άθεοι και για τους οποίους μια ολόκληρη ζωή δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα, όπως δεν έχουν και οι περισσότεροι που τους γνωρίζουν, αφού οι ίδιοι δεν παίρνουν θέση σχεδόν ποτέ και ακολουθούν απαρέγκλιτα τα έθιμα και τελετουργικά της ορθοδοξίας.

Επίσης, με μεγάλη μου χαρά, διαπιστώνω ότι νεότερα ξαδέρφια μου έχουν ήδη ξεφύγει, ως επί το πλείστον, από τη μέγγενη της ορθοδοξίας, απλά είναι μάλλον αδιάφορα για να αναζητήσουν κάτι παραπάνω ή να συγκεκριμενοποιήσουν τις αναζητήσεις τους.

Από κει και πέρα, εξ’ επαγγέλματος είμαι αναγκασμένος αρκετές φορές το χρόνο να συμμετέχω σε εκκλησιασμούς, δοξολογίες, τρισάγια κ.λπ., με συνέπεια να αισθάνομαι εκεί σαν ψάρι έξω απ’ το νερό, να βαριέμαι ατελείωτα και να προσπαθώ με κάθε τρόπο να τα περιορίσω τόσο ως προς τον αριθμό των εκδηλώσεων όσο κι ως προς τη διάρκειά τους. Αυτό αποτελεί έναν ακόμα λόγο που ο διαχωρισμός του κράτους από την εκκλησία πρέπει επιτέλους να εφαρμοστεί, καθώς είναι εντελώς παράλογο εν έτει 2011 να υποχρεώνεται οποιοσδήποτε άνευ της θέλησής του σε θρησκευτικές τελετές.

Εξάλλου είναι φαντάζομαι πασίγνωστο ότι δεν υπάρχει καμία επίσημη τελετή χωρίς παρουσία εκκλησίας. Ακόμα και στις μέρες μας πολλοί δεν μπορούν να διανοηθούν ότι μπορεί κάποιος να είναι Έλληνας χωρίς να είναι χριστιανός και ότι μία γιορτή μπορεί να έχει εθνικό χαρακτήρα, χωρίς να έχει απαραίτητα και χριστιανικό.

Επίσης θα μπορούσα να πω ότι έχω υποστεί κι έναν υπηρεσιακό-επαγγελματικό διωγμό από φανατικά θρησκευόμενο (ακροδεξιός, πέντε παιδιά, πατρίς-θρησκεία-οικογένεια-άγιο όρος κ.λπ.) προϊστάμενο, αλλά δε θα μπορούσα να τ’ αποδείξω, αφού στράφηκε σε άλλου είδους ελέγχους.

Η απουσία θρησκείας κι η έλλειψη πίστης σε επόμενη ζωή μπορεί, σύμφωνα και με το Λιαντίνη, να εμπεριέχει ένα μεγάλο βαθμό τραγικότητας, αφού η γνώση του οριστικού θανάτου μπορεί κυριολεκτικά να σε οδηγήσει στην τρέλα, όμως η στάση μου απέναντι στη ζωή γίνεται, όπως και των περισσότερων άθεων θα έλεγα, απλά πιο φιλοσοφημένη, κι όπως λέει και το λαϊκό άσμα «μια ζωή την έχουμε, κι αν δεν τη γλεντήσουμε, τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντήσουμε». Δηλαδή επικεντρώνεσαι στη γήινη ζωή σου, δεχόμενος στωικά ότι αυτή είναι ό,τι έχεις και δεν έχεις, προσπαθείς όσο μπορείς να την απολαύσεις.

Όσο για τον παραλογισμό της έλλειψης ηθικής εκτός της θρησκείας, θα έλεγα ότι κατ’ αρχάς, αν ίσχυε κάτι τέτοιο θα ‘πρεπε όλοι οι άθεοι να είναι οι χειρότεροι και στυγνότεροι ασυνείδητοι εγκληματίες, πράγμα που είναι πασιφανές ότι δεν ισχύει (αυτόν το ρόλο, εξάλλου τον έχουν επάξια κερδίσει οι, μακράν και εκτός συναγωνισμού πρώτοι, θρησκευόμενοι), αλλά και ότι ακριβώς επειδή γνωρίζουμε τη μοναδικότητα της ζωής, της προσδίδουμε μεγαλύτερη ίσως αξία κι από τους θρησκευόμενους, σεβόμενοι πάρα πολύ τις ζωές όλων των συνανθρώπων μας.

Τώρα, για τις επόμενες γενιές, πρέπει επιτέλους να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε στα παιδιά το δικαίωμα και τη δυνατότητα να επιλέγει το καθένα μόνο του κι εντελώς αυτόβουλα τη θρησκεία (ή μη) που το αντιπροσωπεύει, χωρίς δογματικές επεμβάσεις στην παιδεία, οι οποίες, δε, σε μικρή ηλικία ισοδυναμούν με πλύση εγκεφάλου. Δεν νοείται να ξεκινάει το οποιοδήποτε σχολείο με προσευχή σε συγκεκριμένους θεούς, από παιδιά που δεν μπορούν καν να καταλάβουν τι είναι προσευχή! Είναι αλλοπρόσαλλο κι εντελώς παράλογο κάτι τέτοιο και παραπέμπει σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Το δε φακέλωμα που γίνεται με δηλώσεις βάφτισης σε ληξιαρχεία, σε έγγραφα σχολείων, ή οπουδήποτε αλλού στη δημόσια ζωή, μας θυμίζει επίσης τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων άλλων εποχών.

Είναι, δε, εξαιρετικά σημαντικό να απεγκλωβιστεί και συνολικά η παιδεία μας από τις δογματικές θέσεις, οι οποίες έχουν απλώσει τα πλοκάμια τους στο σύνολο της διδασκαλίας και της ύλης, έχοντας αφήσει εντονότατα τα σημάδια τους, επεμβαίνοντας σε ιστορικά γεγονότα κι αναφορές, δημιουργώντας και διατηρώντας μύθους, εμποδίζοντας το μυαλό να απεγκλωβιστεί, μη διδάσκοντας καν τη θεωρία της εξέλιξης για παράδειγμα, και μην αφήνοντας, λόγω πουριτανισμού, τη διδασκαλία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης.

Τέλος, αν οποιοσδήποτε βρεθεί ποτέ σε σταυροδρόμι εσωτερικής αναζήτησης, ή ακόμα και κάποιος που θεωρεί εαυτόν κατασταλαγμένο, θα του πρότεινα ανεπιφύλακτα να διαβάσει, να αναζητήσει με λεπτομέρειες και να μάθει με ακρίβεια τι είναι αυτό το οποίο (λέει ότι) πιστεύει. Θεωρώ ότι το συντριπτικό ποσοστό δεν έχει ιδέα και καταναλώνει μόνο ό,τι τους ταΐζουνε αμάσητο. Ελάχιστοι ξέρουν τι σημαίνει πραγματικά αγία γραφή, ελάχιστοι την έχουν διαβάσει με προσοχή, ελάχιστοι την τοποθετούν στην ορθή ιστορική της θέση. Επίσης να ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΙ. Τα πάντα. Να αναλύσει, να κρίνει, να συγκρίνει, να συλλέξει πληροφορίες ένθεν κακείθεν και να μη δέχεται ΤΙΠΟΤΑ ως αυταπόδεικτο, ευνόητο, αυτονόητο. Για να ξεχωρίσεις από το κοπάδι, πρέπει πρώτα να πάψεις να συμπεριφέρεσαι ως πρόβατο.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Ντε Σαντ: Διάλογος ενός παπά κι ενός ετοιμοθάνατου

22 March 2011
Comments Off on Ντε Σαντ: Διάλογος ενός παπά κι ενός ετοιμοθάνατου
Αρθρογράφος: HERETICA FILOSOFIA


Ντε Σαντ: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΕΝΟΣ ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΥ
(απόσπασμα)
ΙΕΡΕΑΣ: «… σ’ αγαπώ όσο και μένα και θέλω να σε πείσω γι’ αυτό που πιστεύω.»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ: «Προτιμώ τότε ν’ αγαπήσουμε λιγότερο ο ένας τον άλλον, παρά ν’ ακούω ανοησίες.»

ΙΕΡΕΑΣ: «Μα ποιος μπορεί να μένει τυφλός απέναντι στα θαύματα του θείου μας Λυτρωτή;»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ: «Όλοι όσοι στο πρόσωπό του δεν βλέπουν παρά μόνο τον πιο πρόστυχο από όλους τους απατεώνες και τον πιο άθλιο από όλους τους λαοπλάνους.»

ΙΕΡΕΑΣ: «Ω ουρανοί! Πώς τον ακούτε και δεν ρίχνετε τους κεραυνούς σας!»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ: «Όχι αγαπητέ, όλα βρίσκονται σε πλήρη ειρήνη γιατί ο θεός σου, θες από ανικανότητα, θες από την ανυπαρξία του μπροστά στην Λογική, απ’ ό,τι θες τελοσπάντων, ο θεός σου λοιπόν που εγώ δεν τον δέχομαι ούτε μία στιγμή παρά μόνον χάρη στο οίκτο που νοιώθω για σένα, ο θεός σου, λέω, αν υπήρχε όπως εσύ έχεις την τρέλα να πιστεύεις, δεν μπορεί να μας πείσει ότι είναι τόσο αστείος όσο ο Χριστός σου.»

ΙΕΡΕΑΣ: «Και οι τόσες προφητείες, τα τόσα θαύματα, οι τόσοι μάρτυρες, όλα αυτά δεν αποτελούν αποδείξεις;»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ: «Πώς θέλεις με την απλή λογική να πάρω εγώ σαν δήθεν απόδειξη πράγματα που τα ίδια στερούνται λογικής; Για να γινόταν μία προφητεία απόδειξη, θα ’πρεπε πρώτα από όλα να είχα την ολοκληρωτική βεβαιότητα πως αυτή όντως υπήρξε. Και βεβαίως ακόμα και εάν την είχα, γραμμένη προφανώς μέσα στις σελίδες της Ιστορίας, δεν θα είχε για εμένα περισσότερη αλήθεια από όλα τα υπόλοιπα ιστορικά γεγονότα, των οποίων τα τρία τέταρτα είναι αμφισβητήσιμα. Και εάν λάβουμε υπ’ όψη μας και τα διάφορα απλώς αληθοφανή γεγονότα που μας παρουσιάζουν σαν αληθινά οι μεροληπτικοί ιστορικοί, θα έχω, όπως καταλαβαίνεις, ακόμα ισχυρότερο δικαίωμα να αμφιβάλλω. Ποιος θα με διαβεβαιώσει εξάλλου πως η τάδε προφητεία δεν γράφτηκε εκ των υστέρων… Και πώς μπορεί να δέχεται κανείς την κάθε μορφής απόδειξη των προφητειών, όταν αυτές από μόνες τους παρουσιάζονται σαν αποδείξεις;

»Όσον αφορά τώρα τα θαύματα που επικαλείσαι, κατ’ αρχάς δεν μπορούν ούτε στο ελάχιστο να με πείσουν. Όλοι οι απατεώνες έχουν κάνει θαύματα και όλοι οι ηλίθιοι τα έχουν πιστέψει. Για να με πείσεις για την αλήθεια ενός θαύματος, θα ’πρεπε να ήμουν πολύ σίγουρος πως το συμβάν που εσείς παρουσιάζετε σαν θαύμα ήταν απολύτως αντίθετο προς τους νόμους της Φύσης, γιατί μονάχα εκείνο που δεν έχει θέση στην Φύση δικαιούται να περάσει για θαύμα, και επίσης ποιος άραγε γνωρίζει την Φύση τόσο καλά ώστε να τολμήσει να βεβαιώσει ποιοι ακριβώς φυσικοί νόμοι αναστέλλονται ή ποιοι ακριβώς φυσικοί νόμοι παραβιάζονται; Για να διαπιστώσετε όμως εσείς ένα υποτιθέμενο θαύμα, σας αρκούν δύο μόνον παράγοντες, ένας θαυματοποιός και μερικές γυναικούλες. Μην ψάχνεις λοιπόν άλλη πηγή για τα περίφημα θαύματά σου, όλοι οι νέοι ιδρυτές αιρέσεων έχουν κάνει τέτοια θαύματα και είναι θαυμαστό πραγματικά το ότι όλοι τους έχουν βρει λίγους ή πολλούς ηλίθιους που τους έχουν πιστέψει. Ο Χριστός σου δεν έχει τίποτε παραπάνω από τον Απολλώνιο τον Τυανέα, παρ’ όλο που κανείς σήμερα δεν διανοείται να πάρει εκείνον για θεό. Όσον αφορά δε τους πολυδιαφημισμένους μάρτυρές σου, αυτοί αποτελούν το πιο αδύναμο από όλα τα ούτως ή άλλως αδύναμα επιχειρήματά σου. Για να γίνει κανείς μάρτυρας δεν απαιτείται παρά μόνον ανόητος ενθουσιασμός και μανία για αντίσταση, άσε που προσωπικά θεωρώ ότι και οι δύο περιπτώσεις είναι αξιοθρήνητες.

»Αγαπητέ μου, εάν αλήθευε πως όντως υπάρχει ο θεός που εσύ κηρύττεις, νομίζεις ότι θα χρειαζόταν θαύματα, μάρτυρες και προφητείες για να στηρίξει την αυτοκρατορία του; Και εάν, όπως ισχυρίζεσαι, ήταν δικό του έργο η καρδιά του ανθρώπου, δεν θα βρισκόταν εκεί το άδυτο που θα είχε διαλέξει για την δόξα του; Δεν θα ανάβλυζε από εκεί ένας επιεικής νόμος, φτιαγμένος από έναν δίκαιο θεό, χαραγμένος μέσα σε όλες τις καρδιές με έναν τρόπο ακαταμάχητο και απαράλλαχτα ο ίδιος από το ένα άκρο του σύμπαντος μέχρι το άλλο; Δεν θα ήσαν όλοι οι άνθρωποι όμοιοι χάρη σε αυτό το λεπτό και ευαίσθητο όργανο, και δεν θα έμοιαζαν επίσης ο ένας στον άλλον χάρη στον κοινό σεβασμό που θα έδειχναν στον θεό από τον οποίο όλοι μηδενός εξαιρουμένου θα κατάγονταν; Δεν θα αγαπούσαν όλοι με τον ίδιον τρόπο, δεν θα τον λάτρευαν αυτόν τον θεό όλοι με τον ίδιον τρόπο, δεν θα τον υπηρετούσαν όλοι με τον ίδιον τρόπο και δεν θα ήταν παντελώς αδύνατον να τον περιφρονήσουν ή να αντισταθούν στο μυστικό κήρυγμα της λατρείας του; Κι όμως, αυτό που βλέπουμε μέσα στο σύμπαν είναι τόσοι θεοί όσα και κράτη, τόσοι τρόποι λατρείας όσα σχεδόν είναι τα κεφάλια ή έστω οι διαφοροποιήσεις της φαντασίας. Και έρχεσαι εσύ τώρα να ισχυριστείς ότι όλη αυτή η πολλαπλότητα των γνωμών, μέσα στην οποία εγώ αδυνατώ να διαλέξω με βεβαιότητα μόνον μία, είναι έργο του δικού σου, υποτίθεται δίκαιου, θεού;

»Πρέπει να ντρέπεσαι, παπά. Παρουσιάζοντας έτσι τον θεό σου, στην πραγματικότητα ασεβείς προς αυτόν. Άφησέ με να τον αρνηθώ ολοκληρωτικά, γιατί εάν όντως υπάρχει, τότε εγώ ασεβώ με την άρνησή μου πολύ λιγότερο από όσο εσύ με την βλάσφημη αντίληψη που έχεις γι’ αυτόν. Σύνελθε παπά, ο Χριστός σου δεν αξίζει περισσότερο από τον Μωάμεθ, ο Μωάμεθ δεν αξίζει περισσότερο από τον Μωϋσή και οι τρεις τους δεν αξίζουν περισσότερο από τον Κομφούκιο, που τουλάχιστον διατύπωσε μερικές καλές αρχές, ενώ οι τρεις άλλοι απλώς παραλογίζονταν. Αλλά γενικά, στο σύνολό τους, όλοι οι ιδρυτές θρησκειών ήσαν αγύρτες, η διδασκαλία τους ήταν απάτη που απλώς την πίστεψε ο συρφετός, ενώ κανονικά η δικαιοσύνη θα ’πρεπε να τους θανατώσει.»

ΙΕΡΕΑΣ: «Αλίμονο! Η ανθρώπινη δικαιοσύνη συμπεριφέρθηκε πολύ σκληρά σε έναν από τους τέσσερις!»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ: «Αυτός ήταν που το άξιζε περισσότερο! Ήταν κοινός στασιαστής, ταραχοποιός, συκοφάντης, απατεώνας, ανήθικος, θαυματοποιός και σε επικίνδυνο βαθμό αχρείος. Κατείχε την τέχνη να επιβάλλεται στον συρφετό και επομένως ήταν άξιος τιμωρίας στα πλαίσια ενός βασιλείου, όπως ήταν τότε η Ιερουσαλήμ. Ήταν πολύ λογικό να τον ξεκάνουν μετά από μία τέτοια συμπεριφορά και είναι ίσως η μόνη περίπτωση που οι πολύ πράες και ανθρωπιστικές αρχές μου μπορούν να αποδεχθούν την αυστηρότητα της Θέμιδος. Μπορώ να συγχωρέσω αρκετές λάθος συμπεριφορές, εκτός από εκείνες που μπορούν να διαλύσουν την ανθρώπινη κοινωνία…»

Πηγή: Dialogue Between a Priest and a Dying Man, Ιούλιος 1782. Δημοσιεύθηκε σε αφιερωματικό τόμο των εκδόσεων «Αιγόκερως».

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: The Libertine (από τον ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ http://www.lifo.gr/mag/books/15)

Ο Σαντ σε αυτό το φιλοσοφικό παιχνίδι, που γράφτηκε πιθανόν το 1782 –όταν ήταν φυλακισμένος στη Βαστίλλη– και εκδόθηκε μόλις το 1926, κραδαίνει τον αθεϊσμό του, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Jerome Verain, «σαν όπλο, τον εκθέτει σαν πέος».

Ο γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Μαρκήσιος ντε Σαντ (1740-1814) εδώ και μερικούς αιώνες αποτελεί την προσωποποίηση του κακού. Κάθε σεμνότυφη και τρομαγμένη ψυχή διαρρηγνύει, ακόμα και σήμερα, τα ιμάτιά της για το έργο του ακόλαστου λιμπερτίνου, επειδή νιώθει ότι απειλεί τον κομφορμιστικό της μικρόκοσμο. Υπερβάλλουμε; Καθόλου, αν σκεφτείτε ότι η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ εκδόθηκε πρώτη φορά στα ελληνικά το 1979 από τις εκδόσεις Εξάντας και απαγορεύτηκε τάχιστα με δικαστική εντολή. Ανάλογη τύχη είχαν και οι 120 μέρες των Σοδόμων, που η έκδοσή τους, δυο χρόνια αργότερα από τον ίδιο οίκο, ήταν απαγορευμένη στη χώρα μας μέχρι και το 1991 (!).

Η λιλιπούτεια και καλαίσθητη έκδοση του βιβλίου Διάλογος ανάμεσα σε έναν ιερωμένο και έναν ετοιμοθάνατο του Μαρκήσιου ντε Σαντ από την Άγρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από ορισμένους νεοσυντηρητικούς κύκλους και τους θρησκόληπτους περισσότερο επικίνδυνη από την περιγραφή και του πιο ακραίου πορνογραφικού συμπλέγματος.

Ο Σαντ σε αυτό το φιλοσοφικό παιχνίδι, που γράφτηκε πιθανόν το 1782 -όταν ήταν φυλακισμένος στη Βαστίλη- και εκδόθηκε μόλις το 1926, κραδαίνει τον αθεϊσμό του, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Jerome Verain, «σαν όπλο, τον εκθέτει σαν πέος».

Πρόκειται για ένα διάλογο που καταγράφει τη μάταιη προσπάθεια ενός ιερωμένου, μάλλον αδέξιου υπερασπιστή του καθολικού δόγματος, να σώσει την ψυχή ενός ετοιμοθάνατου με ακόλαστες ορέξεις και πάθη ισχυρότατα.

Ο συγγραφέας μέσα από τον στιλιζαρισμένο διάλογο των δυο προσώπων απογυμνώνει ξεδιάντροπα τις θρησκευτικές προκαταλήψεις, το φανατισμό και τη βία της εκκλησιαστικής εξουσίας. Όχι για υπερασπιστεί μέχρις εσχάτων τη «διεφθαρμένη» του φύση και το κύλισμα στις ηδονές, αλλά για να μιλήσει -επιβεβαιώνοντας τον Apollinaire, που τον αποκαλούσε «το πιο ελεύθερο πνεύμα που υπήρξε ποτέ»- με γενναιότητα για σοβαρά φιλοσοφικά ζητήματα, τα συστήματα ηθικής των θρησκειών, τις υλιστικές αντιλήψεις της εποχής του.

Στον κόσμο του Σαντ, κατά τον Jerome Verain, «οι πράξεις μας καθορίζονται από φυσικούς νόμους όπου η ηθική δεν έχει κανένα λόγο», ενώ ο ηδονοθήρας ετοιμοθάνατος του βιβλίου αποποιείται το Θεό συμπυκνώνοντας όλη την ανθρώπινη ηθική στην, φαινομενικά απλοϊκή, φράση «κάνε τους άλλους τόσο ευτυχείς όσο επιθυμείς να είσαι και μην τους κάνεις ποτέ περισσότερο κακό από εκείνο που θα ήθελες να σου κάνουν».

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο HERETICA FILOSOFIA, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

ΦσΜ [2.3.1] Αλλαγές συμπεριφοράς λόγω όγκων

18 March 2011
Comments Off on ΦσΜ [2.3.1] Αλλαγές συμπεριφοράς λόγω όγκων
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [2.2.4] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [2.3.2] »

Το μέλλον φάνταζε λαμπρό για τη Mary Jackson. Αν και είχε μεγαλώσει σε μια φτωχογειτονιά, είχε ξεπεράσει τα μειονεκτήματα και αποφοίτησε πρώτη στην τάξη της στο λύκειο και κέρδισε μια υποτροφία για ένα πολύ καλό πανεπιστήμιο, όπου αρίστευσε και τα τέσσερα εξάμηνα των πρώτων δύο της ετών εκεί. Είχε ξεκινήσει μια ευοίωνη πορεία προς την πραγματοποίηση του στόχου της· να γίνει παιδίατρος και να δουλέψει για τα παιδιά της φτωχογειτονιάς στην οποία μεγάλωσε.

Ωστόσο, το καλοκαίρι μετά το δεύτερο έτος, οι φίλοι της άρχισαν να παρατηρούν παράξενες αλλαγές στη συμπεριφορά της. Είχε ανατραφεί ως ευσεβές μέλος της εκκλησίας των Βαπτιστών και σπάνια έπινε αλκοόλ, αλλά τώρα είχε αρχίσει να πίνει συχνά και σε ανησυχητικές ποσότητες. Άρχισε να πηγαίνει σε μπαρ, στην αρχή τα σαββατοκύριακα και μετά και τις καθημερινές, και κατέληγε συχνά στο κρεβάτι με άτομα που συναντούσε εκεί, αν και είχε ήδη σύντροφο. Στο τέλος κατέληξε να παίρνει κοκαΐνη.

Το καλοκαίρι τελείωσε και επέστρεψε στη σχολή. Οι βαθμοί της το πρώτο εξάμηνο ήταν απελπιστικοί· δύο μαθήματα κάτω από τη βάση και δύο 6άρια. Ο σύμβουλός της την προειδοποίησε ότι θα έχανε την υποτροφία της αν συνέχιζε έτσι, αλλά εκείνη αρνήθηκε να δεχτεί τη συμβουλή του και έγινε λεκτικά βίαιη όταν της το είπε. Η ακαδημαϊκή της πορεία, όπως και η υγεία της, συνέχιζε να χειροτερεύει το επόμενο εξάμηνο. Εν τέλει, πήγε σε ένα γιατρό επειδή είχε πάθει πνευμονία που δεν υποχωρούσε και η εξέτασή του οδήγησε σε μια τρομακτική διάγνωση: Η Mary Jackson είχε κολλήσει τον ιό HIV και έπασχε πλέον από AIDS. Είχε πλέον πιάσει πάτο.

Η Mary παραδέχτηκε ότι κοιμόταν με πολλούς, αλλά επέμενε ότι δεν το έκανε για χρήματα. Με δάκρυα στα μάτια είπε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχε γίνει τόσο εξώλης και προώλης. Όταν ήταν νεότερη δεν της είχε συμβεί ποτέ, αλλά πλέον δεν μπορούσε να πει όχι στους άνδρες που συναντούσε στα μπαρ. Ο γιατρός της υποπτεύθηκε κάποια διαταραχή προσωπικότητας, αλλά είχε ακόμα ένα σύμπτωμα που τον έκανε ακόμα πιο καχύποπτο. Υποπτευόμενος κάποια διαταραχή της υπόφυσης, την παρέπεμψε στο νευρολόγο Δρ. Kenneth Heilman.

Ο Δρ. Heilman βρήκε ότι η Mary είχε χάσει την ικανότητα να επιμείνει στην πραγματοποίηση μακροπρόθεσμων στόχων, δεν μπορούσε να αντισταθεί σε ανήθικες προτάσεις και είχε γίνει οξύθυμη και ευερέθιστη. Όταν της ζήτησε να επαναλάβει ένα απλό τεστ μνήμης, τον αποπήρε, λέγοντας "Φτάνει μια φορά!" και παραδέχτηκε ότι "Πριν από ένα χρόνο σπάνια εκνευριζόμουν. Τώρα τσιμπιέμαι με το παραμικρό" (Heilman 2002, σελ. 83).

Παράλληλα είχε και μια ομάδα άλλων παράξενων συμπτωμάτων. Ένα από αυτά είναι μια διαταραχή που λέγεται "σύνδρομο περιβαλλοντικής εξάρτησης", όπου ο ασθενής ελέγχεται από εξωτερικά ερεθίσματα και όχι τις δικές του αποφάσεις. Όταν της έδινε ο γιατρός μολύβι και χαρτί και καθόλου οδηγίες, εκείνη ξεκινούσε αμέσως να γράφει το όνομά της. Όταν έβαζε μπροστά της μια χτένα, ασυνείδητα ξεκινούσε να χτενίζεται (σελ. 84).

Οι μετωπιαίοι λοβοί ελέγχουν και περιορίζουν τη συμπεριφορά μας και το σύνδρομο περιβαλλοντικής εξάρτησης είναι ένα κλασσικό σημάδι δυσλειτουργίας των μετωπιαίων λοβών. Τα συμπτώματα ταίριαζαν επακριβώς με τη διάγνωση, αλλά τι προκάλεσε μια τόσο ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά της;

Ο Δρ. Heilman βρήκε την απάντηση όταν ζήτησε η Mary να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία του εγκέφαλο. Η μαγνητική αποκάλυψε ένα μεγάλο όγκο που ξεκινούσε από την υπόφυση και πίεζε τον μετωποκογχικό φλοιό, περιοχή του μετωπιαίου λοβού που βρίσκεται ακριβώς πίσω από τα μάτια. Αυτός ο όγκος έφταιγε για τη δραματική αλλαγή της προσωπικότητάς της.

Η Mary υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του όγκου και ξεκίνησε αντιϊκή θεραπεία για να ελεγχθεί η μόλυνση από τον HIV και η αλλαγή στη συμπεριφορά της ήταν το ίδιο ραγδαία με την πρώτη φορά. Η όρεξη για δουλειά επέστρεψε, γύρισε το κολλέγιο, πήρε το πτυχίο της και γράφτηκε σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα για κοινωνική εργασία. "Η μητέρα της πιστεύει ότι χάνει πιο εύκολα τον έλεγχο των νεύρων της πριν την ανάπτυξη του όγκου, αλλά γενικά η κόρη της είναι ‘ο παλιός της εαυτός’ " (σελ. 85)

Υπάρχει και μια ακόμη πιο σοκαριστική περίπτωση. Την παρουσίασαν το 2002 οι νευρολόγοι Russell Swerdlow και Jeffrey Burns στην ετήσια συνάντηση της Αμερικανικής Νευρολογικής Εταιρείας. Ένας άνδρας με όγκο στον εγκέφαλο μετατράπηκε σε παιδόφιλο! (Choi 2002)

Ο ασθενής, ένας δάσκαλος δημοτικού 40 ετών, ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος χωρίς προϊστορία σεξουαλικών εκτροπών. Αλλά ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση και άνευ αιτίας, η συμπεριφορά του άλλαξε. Άρχισε να πηγαίνει με πόρνες, να επισκέπτεται συχνά ιστοσελίδες με παιδική πορνογραφία και τέλος άρχισε να κάνει ανήθικες προτάσεις σε ανηλίκους, οπότε και συνελήφθη και καταδικάστηκε. Ο άνδρας ήξερε ότι η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη, αλλά όπως είπε ο ίδιος, ο ηδονισμός διάβρωσε τον αυτοέλεγχό του (ομοίως) και απέτυχε να παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα απεξάρτησης στους "Ανώνυμους Σεξομανείς", όπως τον είχε διατάξει το δικαστήριο. Το βράδυ πριν καταδικαστεί, πήγε στο νοσοκομείο επειδή φοβόταν ότι θα βίαζε τη σπιτονοικοκυρά του και παραπονιόταν για πονοκεφάλους. Μια μαγνητική αποκάλυψε ότι είχε έναν όγκο στον εγκέφαλο μεγέθους αυγού και, όπως και στη περίπτωση της Mary Jackson, πίεζε τον μετωποκογχικό φλοιό.

Ο όγκος αφαιρέθηκε και αφού ανάρρωσε, κατάφερε να ολοκληρώσει το πρόγραμμα στους "Ανώνυμους Σεξομανείς" και να επιστρέψει σπίτι. Τον Οκτώβριο του 2001 άρχισε πάλι να έχει πονοκεφάλους και να συλλέγει πορνογραφικό υλικό. Μια δεύτερη μαγνητική αποκάλυψε ότι ο όγκος είχε ξαναεμφανιστεί. Τον ξαναφαίρεσε και πάλι η σεξομανιακή συμπεριφορά του εξαφανίστηκε.

Και στις δυο περιπτώσεις, καθώς ο όγκος μεγάλωνε, άλλαζαν και οι προσωπικότητες των ασθενών, καθώς και η συμπεριφορά τους. Μετά την αφαίρεση των όγκων η προσωπικότητα επέστρεφε στο κανονικό και η συμπεριφορά τους στα κοινωνικά αποδεκτά πλαίσια. Αυτή η διακύμανση είναι σημαντικό στοιχείο ότι η προσωπικότητα και η συμπεριφορά είναι ένα με τον εγκέφαλο. Οι αρχές που καθοδηγούν τη συμπεριφορά μας, αυτά που μας κινητοποιούν και μας καθοδηγούν στο να επιτύχουμε στόχους, τα βασικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν το ποιοι είμαστε και πώς συμπεριφερόμαστε, όλα αυτά προκύπτουν από τους μετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου μας.

« Προηγούμενο Άρθρο [2.2.4] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [2.3.2] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (2)

13 March 2011
Comments Off on Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (2)
Αρθρογράφος: Αόρατη Μελάνη


Μαρίνα-Τατιάνα Ρ., 44 ετών, πτυχιούχος βιολογίας, εργάζεται ως μεταφράστρια, έγγαμη, μία κόρη

Με αφορμή την πρόσκληση του sfrang για συμμετοχή στη σειρά δημοσιεύσεων με θέμα «Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη», κάθισα και έγραψα ένα κείμενο που από καιρό είχα κατά νου και που αφορά την προσωπική μου πορεία προς την αθεΐα. Ενώ όμως ξεκίνησα να γράψω για το πώς απομυθοποίησα τον Χριστούλη, για κάποιο λόγο μου βγήκε αρχικά το πώς απομυθοποίησα τον Άη Βασίλη. Ίσως επειδή δεν έχουν και μεγάλη διαφορά…

Όταν ήμουν λοιπόν μικρή, πίστευα στον Άη Βασίλη. Πόσο μικρή; Ε, ας πούμε ίσαμε επτά οκτώ χρονών. Παραμονές Χριστουγέννων παρέδιδα το γραμματάκι μου στη μαμά μου να του το στείλει, κι εκείνος ανελλιπώς μου έφερνε τα δώρα που είχα ζητήσει. Βεβαίως δεν ζητούσα και τίποτε ανεδαφικό, καμιά κουκλίτσα, κανένα τραινάκι, εφικτά πράγματα. Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν ζήτησα ανέφικτα.

Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας ο Φασόλας της El Greco, ένας μεγάλος, αστείος πάνινος κούκλος, το εγκώμιο του οποίου έχει πλέξει στο άρθρο της «Σεξουαλική αγωγή» η αξεπέραστη Κουρούνα. Οι γονείς μου, εκτός από το Φασόλα, μου είχαν πάρει και τη Φασολίνα, τη γυναίκα του. Εύλογο ήταν λοιπόν να θέλω να αποκτήσω και το Φασολάκι, το παιδάκι τους, για να συμπληρωθεί η κουκλίστικη ευτυχία τους. Τι καλύτερη ευκαιρία από το να ζητήσω απ’ τον Άη Βασίλη να μου το φέρει;

Την πρώτη του Γενάρη άνοιξα τα δώρα μου με λαχτάρα, για να βρεθώ φάτσα με φάτσα με ένα άλλο κουκλάκι – όχι το πολυπόθητο Φασολάκι. Του έμοιαζε βέβαια αρκετά, αλλά δεν ήταν το ίδιο: ήταν άλλη μάρκα, και εμφανώς δεν μπορούσε να είναι παιδί της ίδιας οικογένειας (τουλάχιστον όχι εξ αίματος). Αυτή η απογοήτευση ήταν η πρώτη υποψία που είχα πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Άη Βασίλη. Πώς ήταν δυνατόν ο παντοδύναμος Άγιος, που άκουγε όλα τα παιδιά, που γνώριζε κάθε τους επιθυμία, που είχε το μαγικό σακούλι με τα άπειρα δώρα, να κάνει λάθος στο κουκλάκι μου;

Την επόμενη χρονιά ήρθε η καταστροφή. Είχα αρχίσει να μεγαλώνω πια, μου άρεσε η μουσική, και ζήτησα ένα πικάπ. Την πρωτοχρονιά δίπλα στο τζάκι (ναι, είχαμε τζάκι, και ευρύχωρη καμινάδα για να περνάει ο δωροδότης άγιος) υπήρχε ένα μεκανό και ένα γράμμα από τον Άη Βασίλη, όπου μου εξηγούσε ότι δυστυχώς δεν είχε πικάπ στο σακούλι του, αλλά ότι ο μπαμπάς μου μπορούσε να επισκευάσει το παλιό μας πικάπ και να μου το χαρίσει.

Δεν είχε πικάπ στο σακούλι του;;;!!! Το μαγικό σακούλι που χωρά τα πάντα, δεν χωρούσε ένα πικάπ; Ή μήπως του είχαν τελειώσει; Ούτε το Μινιόν στις εκπτώσεις να ήτανε! Η αθώα παιδική πίστη μου κλονίστηκε από τη σύγκρουση με τα αμείλικτα γεγονότα. Τότε, εξετάζοντας εξονυχιστικά την μεταφυσικής προελεύσεως επιστολή, διαπίστωσα ότι ο γραφικός χαρακτήρας του αγίου είχε ύποπτα έντονη ομοιότητα με εκείνον της μεγάλης αδελφής μου.

Ήταν η αρχή του τέλους!

Κατάλαβα ότι τόσον καιρό με εξαπατούσαν. Όλοι τους, γονείς, μεγάλη αδελφή, θείοι, θείες, παππούδες, γιαγιάδες. Πληγώθηκα και θύμωσα πολύ. Όχι επειδή δεν υπήρχε άγιος που να φέρνει δώρα, αλλά επειδή με είχαν κοροϊδέψει. Μου είχαν πει ψέματα, γελοία, ηλίθια, άχρηστα ψέματα, χωρίς κανένα λόγο. Με είχαν αφήσει να πιστεύω μια ανοησία, να επικοινωνώ με ένα πλάσμα της φαντασίας, να επενδύω συναισθηματικά σε μια ανύπαρκτη οντότητα, να εναποθέτω τις προσδοκίες μου σε ένα κενό είδωλο. Γιατί; Γιατί διάολε, γιατί; Τους ζήτησα εγώ να εφεύρουν αυτό το απίθανο παραμύθι; Εξέφρασα ποτέ εγώ την ανάγκη να υπάρχει ένας άγιος που φέρνει δώρα; Τι τους έκανε να νομίζουν ότι όφειλαν να μου δημιουργήσουν αυτή την αυταπάτη;

Ήμουν παιδί. Δεν ήμουν εύπιστη ούτε ανόητη: είχα εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη στους ενήλικες που γνωρίζουν τον κόσμο, που έχουν μεγαλύτερη εμπειρία από μένα, που θα με κατευθύνουν στα πρώτα μου βήματα και θα με μάθουν τις αλήθειες της ζωής. Δέχτηκα αυτό που μου είπαν, γιατί εμπιστευόμουν. Όπως κάθε υγιές ζώο, όσο ήμουν μικρή εμπιστευόμουν τους μεγαλύτερους, γιατί δεν είχα ακόμη τη δυνατότητα να στηριχτώ στις δικές μου δυνάμεις. Και όπως κάθε υγιές ζώο, μόλις απέκτησα δύναμη και ικανότητα σκέψης, άφησα στην άκρη το στήριγμα και στάθηκα στα δικά μου πόδια – διανοητικά και από κάθε άλλη άποψη. Έβαλα κάτω όλα όσα μέχρι τότε δεχόμουν άκριτα, και με την νεόκοπη ικανότητα λογικής σκέψης που είχα αναπτύξει, συνδύασα τα δεδομένα και έβγαλα τα δικά μου συμπεράσματα.

Αυτή λοιπόν ήταν η αρχή του τέλους.

Το τέλος του τέλους ήρθε πολλά χρόνια αργότερα, όταν διαπίστωσα μετά από πολύ ψάξιμο, διάβασμα και εσωτερική αναζήτηση, ότι το παραμύθι του Χριστούλη δεν διέφερε σε τίποτα από εκείνο του Άη Βασίλη. Η μόνη διαφορά είναι ότι το πρώτο εξακολουθούν να το παίρνουν στα σοβαρά ένα σωρό ευφυείς ενήλικες, ενώ το δεύτερο όχι. Με αποτέλεσμα το πρώτο να διαθέτει ένα πανίσχυρο πολιτικό λόμπυ με τεράστια επιρροή που επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία και τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, ενώ το δεύτερο δίνει τροφή μονάχα στα μαγαζιά των παιχνιδιών και τη βιομηχανία του θεάματος.

Θα μου πείτε, κι αυτή η βιομηχανία δεν είναι ισχυρή, κι αυτή δεν βγάζει χρήματα; Βεβαίως, τουλάχιστον όμως δεν σου πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Ξέρεις ότι αγοράζεις παραμύθι, ξέρεις ότι αγοράζεις ψευδαίσθηση. Έτσι μπορείς να αξιολογήσεις το προϊόν εν γνώσει σου. Ενώ στην εμπορία μεταφυσικής ελπίδας που επιδίδονται τα οργανωμένα θρησκεύματα, σου παρουσιάζουν το ψεύτικο για αληθινό, το πλασματικό για υπαρκτό, και στο χρεώνουν υπέρογκα – και μάλιστα χωρίς την άδειά σου.

Όταν αγοράζεις ένα λούτρινο Άη Βασίλη, το κόστος εξοφλείται στο ταμείο του Μινιόν (και παίρνεις και απόδειξη για την εφορία). Όταν αγοράζεις ελπίδα για τη μετά θάνατο ζωή, το κόστος το πληρώνεις με τους φόρους σου (χώρια το παγκάρι, αν είσαι τέτοιος τύπος, και χωρίς απόδειξη), χωρίς να έχεις λόγο και έλεγχο στη διαχείρισή τους, και με την πολιτική ισχύ που αποκτά το ιερατείο για να ασκεί εξουσία εξ ονόματός σου. Και το κακό είναι ότι το κόστος αυτό δεν το πληρώνει μόνον αυτός που ενδιαφέρεται για το προϊόν, αλλά και όλοι οι άλλοι πολίτες του κράτους, χωρίς να ερωτηθούν.

Γι’ αυτό λοιπόν καλό είναι τα παραμύθια να μπαίνουν στη θέση τους, και η ιστορία της βίβλου να μπει στο ράφι με τα έργα φαντασίας, όπου ανήκει. Για να ξεχωρίζουμε το μύθο από την πραγματικότητα.

Όταν ήμουν μικρή, πίστευα επίσης στο Θεό. Έτσι με κεφαλαίο θήτα όπως το βλέπετε. Δεν το είχα σκεφτεί βέβαια καθόλου το πράγμα, απλώς είχα εμπιστοσύνη στους ενήλικες του περιβάλλοντός μου, κι αφού εκείνοι μου έλεγαν ότι υπήρχε, θεωρούσα δεδομένο ότι ήταν έτσι – όπως ακριβώς με τον Άη Βασίλη. Και όπως ακριβώς με τον Άη Βασίλη, έτσι και με το Θεό ήρθε κάποτε η στιγμή της αμφισβήτησης, της αναζήτησης και της ανακάλυψης της αλήθειας.

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά σε ποια ηλικία άρχισα να αμφισβητώ μέσα μου την ύπαρξη του Θεού. Όταν ήμουν στην εφηβεία, γύρω στα 12 με 15, πίστευα ακόμη βαθιά, αλλά είχα ξεκινήσει μια εσωτερική αναζήτηση γύρω από το αντικείμενο αυτής της πίστης. Αφορμή της αναζήτησης ήταν αρχικά η εμφανής αναξιότητα του κλήρου αλλά και των πολύ θρήσκων ανθρώπων. Δεν ήθελε και πολύ για να διαπιστώσεις ότι οι περισσότεροι κληρικοί δεν διέθεταν κανένα χάρισμα και καμιά ιδιαίτερη πνευματική κλίση, δεν βίωναν μέσα τους την αγάπη που κήρυτταν, ούτε ζούσαν σύμφωνα με αυτά που πρέσβευαν.

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν τυπική σε πολλούς χριστιανούς που επιθυμούν να διατηρήσουν την πίστη τους: σκέφτηκα ότι ναι μεν ο κλήρος είναι ανάξιος, αλλά το δόγμα είναι αληθινό, και αξίζει να πιστεύεις σε αυτό. Απομακρύνθηκα από την εκκλησία, έπαψα να δίνω αξία στα τελετουργικά, αλλά συνέχισα να πιστεύω με ένα δικό μου προσωπικό τρόπο. Προσευχόμουν, έμπαινα συχνά σε ξωκκλήσια ή άδειες εκκλησίες και άναβα ένα κερί νιώθοντας ότι έτσι έρχομαι πιο κοντά στο Θεό, αναζητούσα μέσα μου την επαφή με το Θείο.

Έλα όμως που η επαφή με το Θείο δεν έλεγε να έρθει! Δεν είμαι βλέπετε διόλου επιρρεπής σε φαντασιώσεις και αυθυποβολές, δεν έχω διόλου την τάση να ερμηνεύω και να παρερμηνεύω τον κόσμο γύρω μου σύμφωνα με προλήψεις και προκαταλήψεις. Δεν μπορώ να δω θαύματα και θεϊκά μηνύματα εκεί που δεν υπάρχουν, δεν ανατρέχω σε μεταφυσικές ερμηνείες για κάθε τι που δεν μπορώ να εξηγήσω άμεσα. Έτσι, παρά την ειλικρινή πίστη μου και επιθυμία μου για επαφή με το Θεό, καμία επαφή δεν έγινε ποτέ.

Προβληματισμένη από το γεγονός αυτό, θέλησα να αναζητήσω την αλήθεια του Θεού με άλλον τρόπο. Και επειδή οι διάδοχοι των αποστόλων δεν μου ενέπνεαν εμπιστοσύνη, αναζήτησα την αλήθεια του δόγματος κατευθείαν στην πηγή: στην Αγία Γραφή. Κάπου εκεί γύρω στα 18 με 20 διάβασα ολόκληρο το Ιερό Βιβλίο της Χριστιανοσύνης, από τη Γένεση ως τις Πράξεις των Αποστόλων, χωρίς να παραλείψω ούτε ένα κόμμα.

Η εμπειρία υπήρξε κυριολεκτικά αποκαλυπτική. Μου αποκάλυψε ότι η Ιερά Βίβλος, η πηγή της αλήθειας, το θεμέλιο της πίστης, δεν ήταν παρά ένα συνονθύλευμα αρχαίων μύθων, στην πλειοψηφία τους αποκρουστικών και αφελών, χωρίς ίχνος θεϊκής πνοής, χωρίς το παραμικρό ψήγμα μεγαλείου. Εξαίρεση σ’ αυτό αποτελεί το Άσμα Ασμάτων, το οποίο είναι ένα όμορφο ερωτικό ποίημα (και αναρωτιέται κανείς γιατί στην ευχή το συμπεριέλαβαν στη Βίβλο, η εξήγηση ότι μιλά μεταφορικά για το Θεό μου φαίνεται αστεία, γιατί να πάρει κανείς μεταφορικά κάτι που έχει τόσο προφανή κυριολεκτική ερμηνεία), και ορισμένα σκόρπια αποσπάσματα της Καινής Διαθήκης, όπως κάποια κομμάτια της επί του όρους ομιλίας (ούτε καν όλη).

Αυτό ήταν λοιπόν; Σ’ αυτό βασιζόμαστε για να πιστέψουμε; Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να ενδιαφέρει μόνο κάποιον ιστορικό, αρχαιολόγο ή λαογράφο, σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί ένας σύγχρονος μορφωμένος άνθρωπος να το παίρνει στα σοβαρά και να το έχει σα γνώμονα για την πίστη του και τον τρόπο ζωής του.

Αυτή, λοιπόν, ήταν για μένα η αρχή του τέλους της πίστης στο Θείο.

Μετά από αυτήν την εμπειρία απέρριψα τελείως το χριστιανισμό, όχι όμως και τον θεϊσμό γενικά. Έκανα ένα σύντομο πέρασμα από άλλες θρησκείες, όπως ταοϊσμό και βουδισμό (μωαμεθανισμός κι ιουδαϊσμός είναι απλώς παρακλάδια του ίδιου δέντρου από όπου βγήκε και ο χριστιανισμός, ενώ ο ινδουϊσμός έχει μια περίπλοκη μυθολογία γεμάτη ανθρωπομορφικές ίντριγκες που θυμίζει κάπως την αρχαία ελληνική και μου φαινόταν υπερβολικά αφελής για πνευματική καθοδήγηση), σύντομα όμως διαπίστωσα ότι κι εκείνες, αν και ίσως περισσότερο πνευματικές από τον χριστιανισμό, ήταν διανθισμένες με διάφορες μεταφυσικές πεποιθήσεις τελείως αβάσιμες, οι οποίες μόνο μεταφορικά μπορούσαν να εκληφθούν.

Σύντομα λοιπόν κατέληξα σε μια απλή διαπίστωση: όλες οι πληροφορίες που έχουμε περί Θείου και μεταφυσικού, προέρχονται από ανθρώπινες πηγές, όλες αρχαίες, όλες ατεκμηρίωτες, και όλες με στοιχεία εμφανώς ψευδή στο σύστημα πεποιθήσεών τους. Επομένως, εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι όλες οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί Θεού είναι εσφαλμένες – κοντολογίς, ότι οι Θεοί των ανθρώπων δεν υπάρχουν.

Μα τότε γιατί να υποθέσουμε ότι υπάρχει παρόλα αυτά μια οντότητα που μπορούμε να αποκαλέσουμε Θεό; Γιατί να επιμένουμε, παρά την πλήρη απουσία τεκμηρίων, αποδείξεων, ακόμη κι ενδείξεων, να διατηρούμε στην άκρη του μυαλού μας ως ενδεχόμενο την πιθανή ύπαρξή Του; Και κυρίως, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποιο ον που μπορεί να ανταποκριθεί σε έναν πολύ γενικό ορισμό του Θεού – ας πούμε μια ενσυνείδητη οντότητα που έδωσε το έναυσμα της δημιουργίας του σύμπαντος και που ενδεχομένως παίζει ρόλο στη λειτουργία του έκτοτε – γιατί θα πρέπει να σχετιστούμε μαζί του λατρευτικά; Γιατί θα πρέπει να προσευχόμαστε, να φαντασιωνόμαστε ότι επικοινωνούμε μαζί του, να εκτελούμε περίπλοκα τελετουργικά, να το συνδέουμε με τις βασικές μας κοινωνικές δραστηριότητες, να του αποδίδουμε ηθικές προθέσεις και αρχές;

Προφανώς, δεν υπήρχε κανένας λόγος για όλα τα παραπάνω – κι έτσι, κάπου εκεί τελείωσε η σχέση μου και η ενασχόλησή μου με το Θεό.

Ήμουν πλέον άθεη, αλλά δεν έδωσα και μεγάλη σημασία στο γεγονός αυτό. Δεν θεωρούσα ότι υπήρχε λόγος να κάνω κάτι γι’ αυτό – να το συζητήσω με άλλους, ας πούμε, ή να επιδιώξω να ζήσω σε συνέπεια με τις πεποιθήσεις μου. Εξακολουθούσα να ζω τη ζωή του τυπικού μέσου χριστιανού. Μεταλήψεις, προσευχές, πάτερ ημών και σταυροκοπήματα τα είχα κόψει από καιρό, πήγαινα όμως στον Επιτάφιο και στην Ανάσταση, έλεγα τις κλασσικές ευχές, μέχρι που έγινα και κουμπάρα σε θρησκευτικό γάμο, ακόμη και νονά σε βάφτιση. Αξίζει να σημειώσω εδώ ότι κανείς δεν με ρώτησε σε κανένα σημείο της διαδικασίας αν είμαι χριστιανή, αλλά και αν με ρωτούσε θα απαντούσα «ναι», γιατί θεωρούσα – όπως θεωρούν πολλοί, είμαι σίγουρη – ότι «χριστιανός» σημαίνει απλώς κάποιον που βαφτίστηκε όταν ήταν βρέφος και που σε γενικές γραμμές ακολουθεί τα χριστιανικά έθιμα.

Αισθανόμουν εντάξει με τον εαυτό μου, δεν προβληματιζόμουν ιδιαίτερα γύρω απ’ το θέμα, και ίσως να είχα ζήσει έτσι όλη τη ζωή μου, αν δεν ερχόταν στη θέση του αρχιεπισκόπου ο αείμνηστος Χριστόδουλος. Ο άνθρωπος αυτός ήταν τόσο εξουσιομανής, τόσο επιδεικτικός, τόσο πορωμένος, τόσο αποκρουστικός στις μικροπολιτικές του διαπλοκές, ώστε μου έφερε ξανά στην επιφάνεια τον προβληματισμό μου γύρω από τον κλήρο.

Η διαφθορά και η αναξιότητα στον κλήρο είναι τόσο διαδεδομένη, ώστε εύλογα αναρωτιέται κανείς μήπως τυχόν με το χρίσμα του ιερέα γίνεται κανείς χειρότερος απ’ όσο θα ήταν χωρίς αυτό. Αν το χρίσμα του ιερέα δεν έχει τη δύναμη να κάνει έναν άνθρωπο καλύτερο, τι αξία μπορεί να έχουν όλα τα λεγόμενα «μυστήρια» της εκκλησίας; Τι μπορεί να προσφέρει σε ένα ζευγάρι μισή ώρα πληκτικής ψαλμωδίας και θεατρικού τελετουργικού; Τι νομίζουν οι τεθλιμμένοι ότι θα ωφεληθεί ένας νεκρός από τα τροπάρια και τα θυμιάματα; Τι φαντάζονται οι γονείς ότι θα κερδίσει το ανυποψίαστο βρέφος τους από την ταλαιπωρία στην κολυμπήθρα, το λάδι στα μαλλιά και τους ακατανόητους εξορκισμούς; Εδώ ένας ιερέας, που υποτίθεται ότι αφήνεται συνειδητά να τον κυριεύσει η Θεία Χάρις και το Άγιο Πνεύμα, όχι μόνο δεν βλέπουμε να βελτιώνεται από την εμπειρία αυτή, αλλά μάλλον χειροτερεύει. Τι νόημα έχουν λοιπόν όλα αυτά τα τελετουργικά με τη συμμετοχή των ιερέων; Δεν θα ήταν πολύ πιο όμορφο και ουσιαστικό να γίνονται κοινωνικές τελετές χωρίς αυτούς;

Ο Χριστόδουλος λοιπόν έγινε αφορμή να αρχίσω να σκέφτομαι πιο συνειδητά την αθεΐα μου και να αντιδράσω πιο έντονα στην επιβολή της θρησκείας στην πολιτική και κοινωνική ζωή.

Όμως η απόφαση να ζήσω σε συνέπεια με τις πεποιθήσεις μου ήρθε με τη γέννηση της κόρης μου. Παρά το γεγονός ότι ήμουν άθεη, παρά το γεγονός ότι ήδη είχα αρχίσει να θεωρώ τα θρησκευτικά τελετουργικά όχι απλώς κενά, όχι απλώς ανούσια, όχι απλώς περιττά, αλλά και αποφευκταία, δεν είχα διανοηθεί να μην τη βαφτίσω. Αυτός που με έκανε να το διανοηθώ ήταν ο άντρας μου. Όταν έγινε κάποια κουβέντα για βάφτιση, με ρώτησε πολύ απλά και φυσικά, «γιατί να τη βαφτίσουμε;» Αυτή η απλή και προφανής ερώτηση μου άνοιξε τα μάτια. Γιατί, πράγματι; Για κοινωνικούς λόγους, θα έλεγαν πολλοί. Τι ακριβώς όμως σημαίνει αυτό; Ότι θέλουμε τα δωράκια; Ας μας τα φέρουν και χωρίς βάφτιση. Ότι θέλουμε τη γιορτή; Ας κάνουμε μια γιορτή δική μας χωρίς παπάδες. Ότι θέλουμε να ευχαριστήσουμε τους παππούδες; Αν μας αγαπούν, θα είναι ευχαριστημένοι με το να είμαστε ο εαυτός μας. Ότι θέλουμε να είμαστε ενταγμένοι στον κοινωνικό περίγυρο; Αν είμαστε απλοί, φυσικοί και με αυτοπεποίθηση, ο περίγυρος μας δέχεται όπως είμαστε. Δεν ζούμε και σε καμιά κοινωνία τόσο καταπιεστική – δεν θα μας λιθοβολήσουν κιόλας!

Τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά απ’ όσο φανταζόμαστε. Το βήμα είναι πολύ πιο μικρό απ’ όσο φαντάζει. Και η συνέπεια στις πεποιθήσεις μας είναι πολύ πιο σημαντική απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Όσο ζούμε με τον τρόπο τον άλλων, όσο υποκρινόμαστε για να μην ταράξουμε τα νερά, τόσο διαιωνίζουμε μια κατάσταση όπου η εκκλησία βρίσκει αφορμή για να παρεμβαίνει στη ζωή ακόμη και των ανθρώπων που δεν είναι στην ουσία πιστοί. Όσο βαφτίζουμε τα παιδιά μας χωρίς να πιστεύουμε και καταθέτουμε το χαρτί της βάφτισης στο ληξιαρχείο ενώ δεν χρειάζεται, όσο εξακολουθούμε να δηλώνουμε χριστιανοί σε μητρώα και απογραφές ενώ δεν είμαστε, όσο αφήνουμε την εντύπωση στους δικούς μας ότι δεν αμφισβητούμε την επικρατούσα θρησκεία ενώ την έχουμε από καιρό απορρίψει, τόσο προδίδουμε τον εαυτό μας.

Είμαι άθεη, ζω σαν άθεη.

Απλό και λυτρωτικό.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (1)

10 March 2011
Comments Off on Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (1)
Αρθρογράφος: Στέλιος Α.


Στέλιος Α., 64 ετών, συγγραφέας, συν/χος ασφαλιστής, από την Αθήνα, έγγαμος, με δύο παιδιά.
23 Φεβρουαρίου 2011

Το καλό παράδειγμα του δεσπότη

Από τη στιγμή που άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, στον οποίον ακουσίως είχα έρθει –όπως όλοι μας άλλωστε–, το περιβάλλον που ζούσα μύριζε μονίμως λιβάνι και η ατμόσφαιρα του φτωχικού σπιτικού μας στα Πατήσια ήταν πάντοτε κατανυκτική, ενίοτε δε και καταθλιπτική. Τα μοναδικά βιβλία που κοσμούσαν τη μικρή μας βιβλιοθήκη ήταν οι βίοι κάποιων πεθαμένων ανθρώπων που τους ονόμαζαν αγίους. Η προσευχή πριν από το φαγητό και τον ύπνο ήταν υποχρεωτική, όπως βέβαια και η νηστεία τις Τετάρτες και τις Παρασκευές, όπως και κατά τις περιόδους που επιτασσόταν από τας γραφάς.

Τα βράδια, το συνεχές μουρμούρισμα του παππού μας, που απήγγειλε ψαλμούς από τα «ιερά» του βιβλία, αποτελούσε τη συνηθέστερη βραδινή μας διασκέδαση. Οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα ήταν αυστηρά απαγορευμένη. Ο κυριακάτικος εκκλησιασμός θεωρείτο κατάσταση αυτονόητη και άνωθεν επιβεβλημένη. Πολλές φορές εκεί με έντυναν παπαδάκι και συμμετείχα ενεργά στη διεκπεραίωση του τελετουργικού, και η αλήθεια ήταν ότι αυτό μου άρεσε λιγάκι, επειδή έμοιαζε με παιχνίδι και έσπαζε κάπως τη μονοτονία της παθητικής παρακολούθησης της λειτουργίας.

Μεγαλώνοντας, η επαναλαμβανόμενη επίσκεψή μου στην εκκλησία κάθε Κυριακή και το ανιαρό και μονότονο νιαούρισμα των ψαλτών και των ρασοφόρων άρχισαν να με κουράζουν και να μη μου προκαλούν το παραμικρό ενδιαφέρον. Πήγαινα υποχρεωτικά, λόγω συνήθειας, εξαναγκασμού και οικογενειακής παράδοσης. Στεκόμουν σε μια άκρη της εκκλησίας και περίμενα με ανυπομονησία να ακούσω το «δι’ ευχών των αγίων πατέρων…», οπότε και εξερχόμουνα από αυτήν, ξεφυσώντας με ανακούφιση που το μαρτύριό μου είχε τελειώσει, γιατί πραγματικά, για μαρτύριο επρόκειτο.

Μέχρι τα δεκατρία μου χρόνια πήγαινα μαζί με τον αδελφό μου και τη μητέρα μου και πάντοτε από τα μαύρα χαράματα. Από τότε όμως και μετά, μην αντέχοντας άλλο αυτήν τη βασανιστική εμπειρία, πήγαινα μόνος μου, αλλά πολύ αργότερα από την έναρξη, για να μειώσω βέβαια σημαντικά τον χρόνο της παρουσίας μου στη λειτουργία.

Όταν πήγαινα στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού με έστειλαν στο κατηχητικό, όπου όμως δεν «φοίτησα» για μεγάλο χρονικό διάστημα. Νιώθοντας ανία μέχρι θανάτου και αποφασισμένος να βάλω τέλος σε αυτή την απαράδεκτη κατάσταση, έκανα την επανάστασή μου και δεν ξαναπήγα, προφασιζόμενος αδιαθεσία, έλλειψη χρόνου και πολλά διαβάσματα.

Ένα άλλο θρησκευτικό έθιμο που με στενοχωρούσε, με έκανε να ασφυκτιώ και με εκνεύριζε αφάνταστα, ήταν αυτό της εξομολόγησης. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να κατανοήσω το νόημα της αναγκαστικής απολογίας μου για προσωπικά μου θέματα σε κάποιον τύπο που κρυβόταν πίσω από ένα παραβάν. Το απέφευγα συστηματικά, ιδίως ύστερα από την επίσκεψη στο γυμνάσιό μας ενός παπά, τον οποίον είχε επιστρατεύσει ο γυμνασιάρχης μας (ένας θρησκόληπτος μαθηματικός που τον είχαμε «βαφτίσει» Θεό!), για να μας εξομολογήσει, και του οποίου το μοναδικό ερώτημα σε όλα τα παιδιά ήταν, «μήπως παίζεις το πουλάκι σου;»

Τι σε νοιάζει, ρε ανώμαλε άνθρωπε, τι κάνουν παιδάκια δεκατεσσάρων ετών με το πουλάκι τους; Τι νόημα έχει η ερώτησή σου; Τι σε κόφτει εσένα αν παίζουν με το πουλάκι τους; Το θεωρείς αμαρτία, ή μήπως η ερώτησή σου αποσκοπεί αλλού; Ξέρεις κάτι; Αυτό που η θρησκεία σου μας το παρουσιάζει σαν αμαρτία, είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

Από τότε δεν ξαναπάτησα βέβαια το πόδι μου σε εξομολογητή. Σιχάθηκα εντελώς τους ρασοφόρους και τις βλακείες τους, θα περνούσε όμως αρκετός καιρός ακόμα μέχρι τη στιγμή που θα τους διέγραφα οριστικά από τα κατάστιχά μου.

Οι νουθεσίες της μητέρας μου και του παππού μου (πατέρας δεν υπήρχε λόγω εγκατάλειψης της οικογένειας), απέβλεπαν στη δημιουργία δύο πιστών και θεοσεβούμενων ανθρώπων (είχα και έναν μεγαλύτερο αδελφό) που μοναδικός σκοπός στη ζωή τους έπρεπε να είναι το συνεχές σταυροκόπημα, η νηστεία και οι ψαλμωδίες. Το ευτύχημα ήταν ότι ο παππούς μου ξημεροβραδιαζόταν στην εκκλησία και η μητέρα μου εργαζόταν πολύ, οπότε εγώ, εκτός από τα μαθήματα του σχολείου, είχα τον χρόνο, και κυρίως την ευχέρεια, να ασχοληθώ και με άλλες ασχολίες, οι οποίες με γέμιζαν και με ευχαριστούσαν.

Έτσι, τις ώρες της απουσίας των, το παλιό μας ραδιόφωνο έπαιζε μονίμως μουσική, που ήταν εξοβελισμένη και αφορισμένη από τον παππού μας, ενώ τα βιβλία και τα περιοδικά που δανειζόμουνα κρυφά από φίλους και συμμαθητές μου αντικαθιστούσαν τους βίους των αγίων. Το τι «Μικρός Ήρως», «Ταρζάν και Γκαούρ», «Μάσκα», «Μυστήριο», «Μίκυ Μάους», «Διάπλαση των Παίδων», «Κλασσικά Εικονογραφημένα» κι ένα σωρό ακόμα έντυπα της εποχής εκείνης παρήλασαν μπροστά από τα μάτια μου, δεν περιγράφεται.

Παραδέχομαι ότι η ανάγνωση εκείνων των απολαυστικών κόμικς και κειμένων με οδήγησε στα ίχνη ενός άλλου κόσμου, εντελώς διαφορετικού από εκείνον που προσπάθησε να μου επιβάλει και να με κάνει να πιστέψω σαν το μοναδικά πραγματικό το οικογενειακό μου περιβάλλον. Όταν μάλιστα, μετά τα έντεκά μου, άρχισα να πηγαίνω κρυφά και στον κινηματογράφο, η αντίληψή μου για τον κόσμο άρχισε να αλλάζει σημαντικά.

Ο παππούς μου ονόμαζε τον κινηματογράφο «σατανογράφο», ήταν όμως τόσο μεγάλη η προσκόλλησή του στην εκκλησία και τόσο χτυπητή η αδυναμία του να αντιληφθεί τι ακριβώς γινόταν γύρω του (φρόντιζα βέβαια κι εγώ να παίρνω πάντοτε τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης), που δεν έμαθε ποτέ ότι εγώ ήμουν ένας από τους τακτικότερους επισκέπτες των σκοτεινών αιθουσών — διαφορετικά, αλίμονό μου!

Παρ’ όλ’ αυτά, η πεποίθησή μου ότι υπήρχε κάποια ανώτερη δύναμη που μας παρακολουθούσε και καθόριζε τις τύχες μας ήταν κάπως δύσκολο να αμφισβητηθεί. Η πλύση εγκεφάλου, το θρησκόληπτο περιβάλλον και οι φοβίες που είχαν εμφυτεύσει στον εύπλαστο παιδικό εγκέφαλό μου με είχαν καταστήσει άτομο εξαρτώμενο κατά κάποιο τρόπο από όλες αυτές τις ανοησίες. Δυστυχώς, την εποχή εκείνη, η προσκόλλησή μου στο άρμα της θεοκρατίας ήταν πολύ ισχυρή. Ο επηρεασμός μου από μια άκρως θρησκόληπτη, οπισθοδρομική και μοιρολατρική οικογένεια δεν ήταν εύκολο να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη.

Η αντίστροφη μέτρηση, η αμφισβήτηση, άρχισε μια σημαδιακή Κυριακή στα δεκαεπτά μου. Είχα πάει, όπως έκανα σχεδόν κάθε Κυριακή, στην εκκλησία της γειτονιάς μου και παρακολούθησα εντελώς ανόρεχτα και μηχανικά τη λειτουργία. Στο τέλος και λίγο πριν το «δι’ ευχών», ανέβηκε στον άμβωνα ένας δεσπότης, ντυμένος με τα χρυσοποίκιλτα άμφιά του, και άρχισε να βγάζει έναν πύρινο λόγο για τους αμαρτωλούς πλουσίους και για τη ματαιότητα του πλουτισμού. «Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης», φώναξε, τελειώνοντας ο δεσπότης, ενώ εγώ δεν έβλεπα την ώρα να βγω έξω για να συναντήσω τα φιλαράκια μου.

Βγαίνοντας έξω, αντίκρισα στον δρόμο ένα εντυπωσιακό αυτοκίνητο που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι της εκκλησίας και πλησίασα κοντά του για να το θαυμάσω. Ήταν μια καταπράσινη MERCEDES 280 SE, με τον οδηγό της να περιμένει στη θέση του τον ευτυχή κάτοχο αυτού του πανάκριβου αυτοκινήτου, σε μια εποχή που η απόκτηση ιδιωτικού μεταφορικού μέσου ήταν άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους από όλους εμάς τους υπόλοιπους.

Το χαστούκι που δέχτηκα, όταν διαπίστωσα ότι ο ιδιοκτήτης του ήταν ο ίδιος ο δεσπότης, ήταν πολύ ισχυρό. Είδα τον ρασοφόρο να βγαίνει από την πλαϊνή πόρτα του ναού και τον οδηγό να τσακίζεται να τρέξει να του ανοίξει την πίσω πόρτα. Προς στιγμήν τα έχασα. Βλέποντας έναν «πολέμιο» του πλούτου να ζει μέσα στη χλιδή, δυσκολευόμουν να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς συνέβαινε.

«Πώς είναι δυνατόν», αναρωτήθηκα, «ο άνθρωπος που, πριν από λίγα μόλις λεπτά, μας προέτρεπε να μην πλουτίζουμε, να ακυρώνει με τη συμπεριφορά του τα λεγόμενά του, και μάλιστα με τόσο καταφανή και ξεδιάντροπο τρόπο;»

Το γεγονός εκείνο, εκτός από την τελεσίδικη απόφασή μου να μην ξαναπατήσω το πόδι μου στην εκκλησία, έμελλε να αποτελέσει και την απαρχή της αμφισβήτησής μου για ό,τι είχε σχέση με τη θρησκεία. Η ανακολουθία λόγων και έργων του δεσπότη, μου έδωσε το έναυσμα να αρχίσω να ερευνώ. Η ρήση των παπάδων «πίστευε και μη ερεύνα» μου φάνηκε τόσο γελοία, τόσο ανόητη, που αναρωτήθηκα για ποιον λόγο δεν είχα αρχίσει την έρευνα λίγο νωρίτερα.

Από τη μέρα εκείνη άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Διαβάζοντας ιστορία, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, αλλά και όλους τους μεγάλους συγγραφείς της λογοτεχνίας, ο μύθος του Θεού και οι παιδαριώδεις ισχυρισμοί των εκπροσώπων της εκκλησίας για την ύπαρξή του κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι. Ομολογώ ότι περισσότερο απ’ όλους με επηρέασαν οι Γάλλοι διαφωτιστές, οι οποίοι με βοήθησαν να κατασταλάξω στις αθεϊστικές μου απόψεις.

Η αντίληψη ότι στη ζωή χρειαζόμουν πολλά άλλα πράγματα, εκτός από κάποιον ανύπαρκτο Θεό, μου έγινε πεποίθηση. Κατάλαβα ότι ο αλληλοσεβασμός, η ηθική συγκρότηση του ατόμου και η φυσιολογική ζωή και συμπεριφορά του ανθρώπου μπορούν να υπάρξουν θαυμάσια και χωρίς τις νουθεσίες, τις ανόητες δοξασίες και τις φοβέρες των φαιδρών εκπροσώπων των θρησκειών.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.