Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

Άθεοι και Έθιμα

20 February 2011
Comments Off on Άθεοι και Έθιμα
Αρθρογράφος: Αόρατη Μελάνη


Εχτές το απόγευμα στο καφέ Αθηναίων Πολιτεία στο Θησείο έγινε η κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της Ένωσης Άθεων. Η ιδέα για την πίτα ήταν δική μου και έτυχε ευρείας θετικής αποδοχης από τα μέλη της Ένωσης. Ωστόσο υπήρξαν ορισμένοι που όταν το άκουσαν ανασήκωσαν τα φρύδια παραξενεμένοι – οι άθεοι ακολουθούν ένα χριστιανικό έθιμο;

Ομολογώ πως ούτε που μου είχε περάσει απ’ το μυαλό πως το έθιμο της πίτας είναι “χριστιανικό”. Για μένα είναι απλώς κάτι που κάναμε στο πατρικό μου σπίτι κάθε χρόνο και ήταν διασκεδαστικό και ευχάριστο – ένα νόστιμο γλυκό, ευχές για την καινούρια χρονιά, και ένα “τυχερό” νόμισμα που συνήθως μάλιστα έπεφτε στημένα στον μικρότερο της παρέας (για αρκετά χρόνια δηλαδή σε μένα, κι αργότερα στα ανίψια μου). Είναι γεγονός ότι ο μπαμπάς μου έκοβε ένα κομμάτι του χριστού (μερικοί πιο θρήσκοι κόβουν και της παναγίας και των αγίων), όμως αυτό το κομμάτι έτσι κι αλλιώς εμείς το τρώγαμε, κι άλλωστε κοίταζε να το κόψει μικρό, μην πάει και χαραμιστεί το φλουρί – έχω την εντύπωση πως κάνα δυο φορές το παρέλειψε και τελείως κι έκοψε μόνο του σπιτιού και του φτωχού.

Όταν έκανα δική μου οικογένεια άρχισα να φτιάχνω πίτα στο δικό μου σπίτι, και ποτέ μου δεν έκοψα κομμάτια για υπερφυσικές οντότητες. Με ντροπή ομολογώ ότι και του φτωχού το έχω καταργήσει – η μάνα μου όταν έπεφτε το νόμισμα στον φτωχό, το έδινε στον πρώτο ζητιάνο που συναντούσαμε, μαζί με το κομμάτι της πίτας κι ένα κατοστάρικο (δραχμές ντε!). Κόβω μόνο του σπιτιού και της δουλειάς, μετά του νοικοκύρη και της νοικοκυράς, και μετά όλων των παρευρισκομένων, κι αν περισσεύει πίτα κόβω και για αγαπητούς απόντες, λόγου χάρη για συγγενείς που βρίσκονται στο εξωτερικό (πράγμα που σημαίνει ότι θα φάμε πίτα και την άλλη μέρα).

Το “χριστιανικό” αυτό έθιμο πολύ εύκολα αποσυνδέθηκε στο μυαλό μου από το χριστιανισμό κι έγινε απλώς ένα έθιμο για την πρωτοχρονιά. Ουσιαστικά δεν είναι και πολύ χριστιανικό: δεν έχει αναφορές σε θρησκευτικά θέματα ούτε κανένα θρησκευτικό συμβολισμό, και τα δυο κομμάτια που κόβονται για χριστούς και αγίους εύκολα παραλείπονται χωρίς να χάσει το έθιμο τίποτε από την ουσία του, που είναι η ανταλλαγή ευχών για τον καινούριο χρόνο μεταξύ των μελών της οικογένειας ή μιας οποιασδήποτε ομάδας ανθρώπων.

Στην ανάρτηση που ανέβασα στο forum Αθεϊα και στη σχετική εκδήλωση του facebook, κάτω από την πρόσκληση για την κοπή της πίτας, έγραψα κι ένα κειμενάκι για την ιστορία του εθίμου. Το παραθέτω κι εδώ:

Η βασιλόπιτα είναι αρχαίο ρωμαϊκό αγροτικό έθιμο. Το όνομά της σημαίνει “πίτα του βασιλιά” επειδή όποιος έβρισκε το φλουρί ήταν ο “βασιλιάς” των εορτών. Σε λατινόφωνες χριστιανικές χώρες (Γαλλία, Ισπανία κλπ) η λέξη “βασιλιάς” συνδέθηκε με τους “βασιλείς μάγους”, ενώ στην Ελλάδα με το όνομα του Αγίου Βασίλειου, και δημιουργήθηκαν οι σχετικοί μύθοι.

Το έθιμο της πρωτοχρονιάτικης πίτας σχετιζόταν με τα Σατουρνάλια (ελληνικά Κρόνια) και αργότερα, όπως γνωρίζουμε, συνδέθηκε με το χριστιανισμό. Συνηθίζεται σε πολλές χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, Βέλγιο, Ελβετία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βουλγαρία, Ελλάδα και Κύπρο). Επίσης σε όλη τη λατινική Αμερική αλλά και στις ΗΠΑ, όπου συνδέεται με τη γιορτή Mardi Gras.

Στην αρχική του μορφή ήταν δύο ξεχωριστά έθιμα: (1) ανταλλαγή δώρων που περιείχαν ένα τυχερό νόμισμα και (2) παρασκευή ενός γλυκίσματος που περιείχε ένα κουκί, και όποιος το έβρισκε γινόταν ο “βασιλιάς” των εορτών (γνωστός ως “βασιλιάς του κουκιου”). Από το συνδυασμό αυτών των δύο προέκυψε η πίτα με το τυχερό νόμισμα καθώς και άλλες παραλλαγές (στην Ισπανία λόγου χάρη βάζουν ένα κουκί και μια φιγούρα βασιλιά, όποιος βρίσκει το κουκί είναι ο γκαντέμης και κάνει μια αγγαρεία, π.χ. πλύσιμο πιάτων ή πληρώνει το λογαριασμό, ενώ όποιος βρίσκει το βασιλιά είναι ο τυχερός της χρονιάς). Αφότου ο Ιούλιος Καίσαρ μετακίνησε την πρωτοχρονιά κοντά στις ημερομηνίες των γιορτών αυτών, το έθιμο συνδέθηκε και με την αρχή του νέου έτους.

Πηγές:
1. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (Δρανδάκης 1956)
2. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
3. Βικιπαίδεια
4. Προσωπικές εμπειρίες (για τα ισπανικά έθιμα)

Θα ήταν πολύ εύκολο να βασιστώ σε όλα τα παραπάνω και να ισχυριστώ ότι “η βασιλόπιτα δεν είναι χριστιανική, επομένως μπορούμε να τηρήσουμε το έθιμο κι εμείς οι άθεοι”. Η ουσία του πράγματος όμως δεν βρίσκεται εκεί. Η βασιλόπιτα βεβαίως και είναι χριστιανική – και παγανιστική επίσης. Βεβαίως είναι ελληνική – και ρωμαϊκή, και γαλλική, και ισπανική, και βελγική και πάει λέγοντας.

Αλλά και τι σημαίνει αυτό; Όταν ένα έθιμο έχει συνδεθεί με μια παράδοση, εθνική, θρησκευτική, τοπική, γλωσσική, μήπως αυτό θα πρέπει να σημαίνει ότι απαγορεύεται να το υιοθετήσει και μια άλλη παράδοση και να το προσαρμόσει στα δικά της δεδομένα; Υπάρχει μήπως κάποια επιτροπή καθαρότητας παραδόσεων που επιθεωρεί τα έθιμα και τα κρατά περιορισμένα στα στενά πλαίσια ενός έθνους ή ενός θρησκεύματος;

Οι παραδόσεις ταξιδεύουν, διαχέονται, μεταλλάσονται, παραλλάσονται. Τα περισσότερα χριστιανικά έθιμα είναι αρχαία παγανιστικά αγροτικά έθιμα που ενσωματώθηκαν στο corpus της χριστιανικής παραδοσης, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά. Τα κόλλυβα, τα τρίμερα, εννιάμερα και σαραντάμερα μνημόσυνα, η τελετή ονοματοδοσίας του βρέφους με περιφορά γύρω από την εστία, τι είναι αυτά αν όχι αρχαία ελληνικά έθιμα;

Τα έθιμα ταξιδεύουν στο χώρο και στο χρόνο. Τα έθιμα δεν γνωρίζουν σύνορα ούτε περιορισμούς θρησκευτικούς, εθνικούς, γλωσσικούς ή άλλους. Όταν ένας λαός που έχει μια σειρά από έθιμα έρχεται σε επαφή με μια νέα παράδοση κατά κανόνα υιοθετεί ορισμένα από τα νέα έθιμα, αλλάζει κάποια από τα δικά του ώστε να ταιριάξουν με αυτήν, και προχωράει. Και πολύ σύντομα τα νέα έθιμα είναι πια παράδοση, και κανείς δεν θυμάται ότι κάποτε ήταν ξένα.

Ακόμη και τα ίδια τα “χριστούγεννα” αυτό ακριβώς είναι, μια χριστιανική γιορτή που φορέθηκε πάνω από τις αρχαίες γιορτές για το χειμερινό ηλιοστάσιο, το οποίο ξεκινά στις 21 και λήγει στις 24 Δεκεμβρίου. Αλλά ποιος το θυμάται, και ποιος σκοτίζεται; Είναι μια όμορφη γιορτή, είναι παράδοση, αυτό αρκεί.

Το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι βορειοευρωπαϊκό, πράγμα λογικό διότι στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο σύνηθες να έχεις έλατο στον κήπο του σπιτιού σου. Ωστόσο άρεσε, πούλησε, και καθιερώθηκε. Σήμερα κάθε σπιτικό έχει το δέντρο του τα χριστούγεννα, ακόμη και το δικό μας, κι ας μην είμαστε χριστιανοί. Δεν γιορτάζουμε τη γέννηση του χριστού, βέβαια, μια που δεν μας αφορά, αλλά στολίζουμε το σπίτι, γιατί είναι όμορφο να στολίζεις το σπίτι και να κρεμάς παντού φωτάκια και γιρλάντες, ασχέτως ποια είναι η αφορμή. Θα μπορούσα να πω ότι γιορτάζω φερ’ επείν το χειμερινό ηλιοστάσιο ή την πρωτοχρονιά, αλλά και τι σημασία έχει; Γιορτάζω τη γιορτή, γιορτάζω τη χαρά, γιορτάζω τη φύση, γιορτάζω τους ανθρώπους. Γιορτάζω, κι αυτό αρκεί.

Η σχέση των ελλήνων άθεων με τα έθιμα είναι κάπως αμήχανη, γιατί τα περισσότερα έθιμα είναι συνδεδεμένα με τη χριστιανική θρησκεία. Ωστόσο τα έθιμα δεν τα τηρούμε για τις θρησκευτικές τους προεκτάσεις: τα τηρούμε επειδή αυτά μας δίνουν την αίσθηση ότι είμαστε μέλη μιας ομάδας ανθρώπων, ότι ανήκουμε κάπου. Τα τηρούμε επειδή μας θυμίζουν τα παιδικά μας χρόνια. Τα τηρούμε επειδή έχουν πλάκα ή επειδή μας συγκινούν.

Τα έθιμα και η παραδόσεις ανήκουν σε όλους μας, θρήσκους και άθεους. Και όλοι μπορούμε να τα τηρήσουμε, κρατώντας από αυτά ό,τι μας εκφράζει και αφαιρώντας ή αλλάζοντας ό,τι δεν μας εκφράζει.

Έτσι λοιπόν μπορούμε να κόβουμε πρωτοχρονιάτικη πίτα παραλείποντας απλώς τα κομμάτια των μεταφυσικών οντοτήτων, να τρώμε ταραμοσαλάτα και λαγάνα χωρίς να νηστεύουμε, να βάφουμε αυγά σε ό,τι χρώμα θέλουμε και να τα τσουγκρίζουμε λέγοντας “καλή άνοιξη” αντί για “χριστός ανέστη”, να τρώμε μαγειρίτσα και σουβλιστά αρνιά (χωρίς καμμία παραλλαγή αυτά!), να ανάβουμε φωτιές του Άι Γιαννιού (άλλη παγανιστική γιορτή αυτή – μα και ποια δεν είναι; – για το θερινό ηλιοστάσιο), να χορεύουμε στα πανηγύρια του δεκαπενταύγουστου για να γιορτάσουμε το μεσοκαλόκαιρο και όχι την παναγία, και ούτω καθ’ εξής.

Για τα καρναβάλια, τον χαρταετό, το πρωτομαγιάτικο στεφάνι και άλλα παρόμοια, δεν το συζητώ καν: δεν έχουν καμμιά σχέση με χριστιανισμό ούτως ή άλλως.

Και φυσικά μπορούμε να γιορτάσουμε τη γέννηση και την ονοματοδοσία του παιδιού μας μοιράζοντας μπομπονιέρες και την ένωσή μας με το σύντροφό μας πετώντας ρύζι, μπορούμε να πενθήσουμε το θάνατο των δικών μας μοιράζοντας κόλλυβα, μπορούμε ακόμη και να γιορτάσουμε πράγματα που οι χριστιανοί δεν μπορούν, όπως λόγου χάρη το διαζύγιό μας, που γίνεται αφορμή για μια καινούρια αρχή.

Οι άθρησκες τελετές ήδη έχουν μπει στη ζωή μας. Είναι καιρός να μπουν και τα άθρησκα έθιμα.

Είναι στο χέρι μας.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Κυριακάτικο κήρυγμα

17 February 2011
Comments Off on Κυριακάτικο κήρυγμα
Αρθρογράφος: Antrikos


Να γιατί δεν υπάρχει ο θεός της Βίβλου.

Ο βιβλικός θεός είναι αδύνατον να υπάρξει διότι πρόκειται για αντιφατική προσωπικότητα – οντότητα ή για την ακρίβεια οντότητα με αντιφατικές ιδιότητες που την υποβιβάζουν από θεό σε μια ύπαρξη απλώς πιο δυνατή από τον άνθρωπο, σε μια σχέση με τον άνθρωπο αντίστοιχη, π.χ. με τη σχέση ανθρώπου – προβάτου: Για το πρόβατο ο άνθρωπος είναι παντοδύναμος αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος το ξέρει πως δεν είναι. Μπορούμε να φανταστούμε τι πλάκα παθαίνει το πρόβατο όταν ο τσομπάνης ανάβει τα φώτα στο μαντρί και διαλύεται το σκότος (μιλάμε πάντα για τα μαντριά που νομιμοποίησαν ο Τρέλλης κι ο Πολύμερος και μπορούν να πάρουν ρεύμα, τα υπόλοιπα θα παραμείνουν στο σκότος το εξώτερον -το ιδεολογικόν εννοείται-).

  1. Ο θεός της Βίβλου προβάλλεται ως δίκαιος και πανάγαθος (φιλεύσπλαχνος κατά το Ισλάμ) ταυτόχρονα.

    Δεν μπορεί να έχει και τις δύο ιδιότητες. Εφόσον είναι δίκαιος οφείλει να τιμωρήσει αυτόν που παραβαίνει το νόμο του. Αν όμως τον τιμωρήσει δεν είναι πανάγαθος. Αντιθέτως, αν είναι πανάγαθος δεν πρέπει να τιμωρήσει αυτόν που παραβαίνει το νόμο του, οφείλει να τον συγχωρήσει.

  2. Ο θεός, όμως, ως θεός παντοδύναμος (Γεν. 17.1, 35.11· Β΄Κορ. 6.18· Αποκ. 16.7) , δεν οφείλει να είναι ή να πράξει οτιδήποτε, δεν είναι δυνατό να έχει ανθρώπινες ιδιότητες διότι σ’ αυτή την περίπτωση υποβιβάζεται σε άνθρωπο. Δεν οφείλει να είναι δίκαιος, δεν οφείλει να είναι φιλεύσπλαχνος, εφόσον είναι θεός είναι και πράττει ό,τι θέλει, δεν περιορίζεται από κανόνες, μπορεί, κατά τα ανθρώπινα μέτρα, να είναι και άδικος, μπορεί να είναι και δίκαιος, μπορεί να είναι και κακεντρεχής, μπορεί… μπορεί… μπορεί… Εφόσον είναι παντοδύναμος δεν μπαίνει σε καλούπια. Δεν οφείλει να στείλει τον πιστό οπαδό του στον παράδεισο επειδή τήρησε το θεϊκό νόμο στη Γη. Αν όμως δώσει στον πιστό ένα νόμο για να τον τηρήσει και δεν τον τηρεί ο ίδιος (δηλ. δεν στέλνει στον παράδεισο τον πιστό επειδή είναι παντοδύναμος και δε δεσμεύεται), τότε έρχεται σε αντίφαση με την υποτιθέμενη μεγαλειώδη ουσία του και την απόλυτη ελευθερία του να μη τηρήσει τη δέσμευσή του. Αντιθέτως, αν υποχρεώνεται να τηρήσει τη δέσμευσή του δεν είναι θεός. Αν δεν υποχρεώνεται να την τηρήσει, δεν έχει νόημα ο νόμος που έδωσε, επομένως δεν υπάρχει ως θεός με τις ιδιότητες που του αποδίδονται στη Βίβλο.

  3. Ο θεός εφόσον είναι πανάγαθος, δεν μπορεί να πράξει το “κακό”, επομένως δεν είναι παντοδύναμος (πατέρας παντοκράτορας) ούτε και ελεύθερος. Βεβαια αυτή η θέση είναι αντιφατική στην ουσία της διότι κατωτέρω αποδεικνύεται ότι ο θεός της βίβλου όχι μόνο ασκούσε την ελευθερία του να κάνει το κακό, αλλά το κακό ήταν η κύρια δραστηριότητά του, αναιρώντας έτσι την ιδιότητά του ως παναγάθου.

  4. Ο θεός προβάλλεται ως αγάπη: ο θεός αγάπη εστί (Ιω. 4.8.,16) ).

    α. Κι αυτή η ιδιότητα επίσης έρχεται σε αντίφαση με τις πράξεις του, ως πράξεις μίσους και αναλγησίας. Ο θεός της Παλιάς Διαθήκης έχει υποπέσει σε σωρεία δολοφονιών όχι μόνο των αντιπάλων του αλλά και ανθρώπων που υπέπεσαν σε γελοία ή και καθόλου παραπτώματα, σαν τα 42 παιδάκια που κορόιδεψαν τον προφήτη Ελισαίο για τη φαλάκρα του και τα σκότωσε με τις αρκούδες (Βασ.Δ΄2.23). Ως σπουδαιότερη εγκληματική πράξη του θεού μπορεί να θεωρηθεί ο κατακλυσμός, κατά τον οποίο αφάνισε όλη την ανθρωπότητα εκτός από 8 άτομα, το σόι του Νώε. Μπορούμε βέβαια να δούμε κι άλλες μαζικές δολοφονίες που διέπραξε, όπως ο αφανισμός σε Σόδομα και Γόμορρα, οι 10 πληγές του Φαραώ και ο πνιγμός του στρατού του μέσα στην Ερυθρά Θάλασσα, οι δολοφονίες των ειδωλολατρών Εβραίων κατά την περιπλάνηση στο Σινά, η νίκη των Ισραηλιτών εναντίον των ντόπιων λαών της Παλαιστίνης και ο σφετερισμός της γης τους (τι μου θυμίζει;) κλπ. Όλες αυτές οι ενέργειες δείχνουν πως ο θεός μόνο αγάπη δεν είναι.

    β. Παρόμοιο μένος, αν και σε μικρότερο βαθμό, βλέπουμε και στην Καινή Διαθήκη. Ο Ιησούς ομιλεί για τη γέενα του πυρός στην οποία θα ριχτούν όσοι δεν συντάσσονται με το θεό. Η γέενα του πυρός αποτελούσε και το θεολογικό έρεισμα για το κάψιμο των αιρετικών σε Ανατολή και Δύση. Ο Ιησούς στέλνει ένα κοπάδι χοίρους να πνιγεί στη λίμνη και καταστρέφει οικονομικά τον ιδιοκτήτη του, επειδή οι Εβραίοι δεν έτρωγαν χοιρινό, ασχέτως που ο χοιροτρόφος δεν ήταν Εβραίος αλλά Γαδαρηνός. Είναι αγάπη αυτή; Στο ακροτελεύτιο του «Συμβόλου της Πίστεως» αναφέρεται ότι θα κριθούμε κατά τη Δευτέρα Παρουσία και συνάγεται ότι εφόσον δεν είχαμε τηρήσει το νόμο του θεού σ’ αυτή τη μικρή ζωή μας θα τυραννιόμαστε για πάντα στην κόλαση (αυτό το “για πάντα” αν το κρίνουμε με τα μέτρα της Φυσικής του Διαστήματος, δεν μπορεί να μικρότερο από 20 δις χρόνια, εκτιμώμενο χρονικό διάστημα της εναπομένουσας ζωής του Σύμπαντος). Αυτή η συμπεριφορά όμως δεν δείχνει αγάπη αλλά μένος και εμπάθεια για όσους δεν πίστεψαν στο θεό και δεν τήρησαν τις εντολές του. Αν ο θεός αγαπούσε πραγματικά τα δημιουργήματά του δεν θα τα τιμωρούσε αιώνια. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα άδικη και ασύμμετρη τιμωρία που αναιρεί πλήρως την ιδιότητα του “παναγάθου”, αν σκεφτεί κανείς ότι το κλάσμα των ετών της ανθρώπινης ζωής που διαπράχτηκαν οι αμαρτίες προς την υπολειπόμενη ζωή του σύμπαντος, χρονικό διάστημα στο οποίο τουλάχιστον θα διαρκέσει η κόλαση, πρακτικά ανέρχεται σε μηδέν, δημιουργώντας έτσι την εξίσωση μηδέν = άπειρο.

    γ. Επίσης, η έλλειψη αγάπης εκ μέρους του θεού προκύπτει αβίαστα από την ύπαρξη ασθενειών. Η σκοταδιστική αντίληψη της ερμηνείας της φύσης θεωρούσε ότι η αιτία του θανάτου ήταν η ύπαρξη αμαρτίας (Ρωμ. 6.23) και η επέλευση ασθενειών ως δείγμα της δυσαρέσκειας του “παναγάθου” θεού (Αριθ. 11.20).  Πολύ αργότερα η επιστήμη απέδειξε ότι οι ασθένειες οφείλονται σε ιούς, μικρόβια, μύκητες και βακτήρια. Αν ο θεός αγαπούσε πραγματικά τα δημιουργήματά του δεν θα δημιουργούσε τους νοσογόνους μικροοργανισμούς  για να τα σκοτώνει. Η ύπαρξη ακριβώς αυτών των αόρατων μικροοργανισμών αποτελούν και την απόδειξη ότι ο θεός δεν είναι αγάπη, επομένως μια απόδειξη (από τις απειράριθμες) ότι τα ιερά κείμενα των βιβλικών θρησκειών είναι γεμάτα ψέματα.

    δ. Αν ο θεός αγαπούσε πραγματικά τα δημιουργήματά του δεν θα τα ωθούσε στην αδικία, τον πόλεμο και την αλληλοεξόντωση. Οι θεολόγοι προβάλλουν ως δικαιολογία ότι η αλληλοεξόντωση μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα της ελευθερίας βούλησης που τους έδωσε ο θεός. Το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές για δύο τουλάχιστον λόγους:

    • Αν η ελευθερία βούλησης οδηγεί σε τόση δυστυχία γιατί ο θεός, που ως παντογνώστης (Σουσ. 42.2· Πράξ. 15.8) βεβαίως την έχει προβλέψει, επέτρεψε να δυστυχήσουν τόσα δισεκατομμύρια δημιουργήματά του (χωρίς να συνυπολογίζονται τα ζώα που φαγώθηκαν από άλλα) και μάλιστα από ενέργειες της ελεύθερης βούλησης τρίτων; Γιατί δηλαδή η ελεύθερη βούληση του αρχηγού να κηρύξει έναν πόλεμο θα πρέπει να παραβιάζει την ελεύθερη βούληση αυτών που θα πεθάνουν εξαιτίας του πολέμου και δεν επιθυμούν την κήρυξή του; Επομένως ποιο είναι το ζητούμενο για τις βιβλικές θρησκείες; Ελευθερία βούλησης με δυστυχία ή έλλειψη ελευθερίας βούλησης με ευτυχία;
    • Στο παραπάνω ερώτημα απαντά ο ίδιος ο θεός με την ύπαρξη του παραδείσου, καταρρίπτοντας το επιχείρημα περί ελεύθερης βούλησης: Στον παράδεισο θα πάνε οι “καλοί”, κι όσοι πάνε εκεί δεν θα έχουν το δικαίωμα να γίνουν κακοί, γιατί τότε θα πάψει να είναι παράδεισος, δεν θα έχουν την ελευθερία βούλησης να πράξουν το κακό, έστω να κάνουν σεξ βρε αδερφέ (Μαρκ.12.25)! Το σεξ, βέβαια, κατά το χριστιανισμό αλλά και την Παλιά Διαθήκη (δηλ. ιουδαϊσμό και ισλάμ, ναι και ισλάμ παρά τα περί του αντιθέτου διαδιδόμενα περί πολυγαμίας κλπ.) είναι κακό, αλλά τι σόι παράδεισος θα είναι αυτός χωρίς σεξ; Αφού τελικά ο θεός δημιουργεί έναν ιδανικό κόσμο, τον παράδεισο, στον οποίο ελλείπει η ελευθερία της βούλησης, γιατί δεν τον έκανε από την αρχή για να τελειώνουμε με την ταλαιπωρία, τις δολοφονίες, τις γενοκτονίες, τις αρρώστιες, τους πολέμους, τη φτώχια, το θάνατο; Ή μάλλον, κατά τη μυθολογία της Παλιάς Διαθήκης τον έκανε αλλά ο άνθρωπος εξέπεσε. Εξέπεσε, όμως, διότι είχε ελευθερία βούλησης, επομένως δεν επρόκειτο για τον ίδιο παράδεισο με αυτόν της Τελικής Κρίσης. Γιατί, όμως, τιμώρησε τόσο σκληρά τον Αδάμ και όλο το ανθρώπινο γένος για μια απλή παιδιακίσια ανυπακοή και δεν τον συγχώρησε ως θεός της αγάπης; Δεν ξέρει ότι όταν απαγορεύεται κάτι σ’ ένα παιδάκι, αυτό θέλει ντε και καλά να το κάνει; Και δεν γνώριζε ως παντογνώστης ότι τελικά θα το έκανε; Αφού ο τελικός σκοπός των βιβλικών θρησκειών είναι να παύσει ο αναστημένος άνθρωπος να έχει ελευθερία βούλησης πηγαίνοντας στον παράδεισο, καθώς δεν θα ‘ναι ελεύθερος να πράττει το κακό, γιατί υπάρχει αυτό το μεσοδιάστημα με τον κόσμο ως “κοιλάδα κλαυθμώνος”; γιατί δεν έφτιαξε από την αρχή έναν παράδεισο χωρίς ελευθερία βούλησης; Ήθελε να παίξει με τα δημιουργήματά του; Κι αν στον παράδεισο μετά την “κρίση” υπάρχει ελευθερία βούλησης, όπως υπήρχε και στον “αδαμικό”, τότε δεν υπάρχει και πάλι ο κίνδυνος να εκπέσουν ορισμένοι “άγιοι”, δηλαδή να δημιουργηθεί ένα νέος κόσμος πτώσης; Συνεπώς τι νόημα έχει για κάποιον να πάει στον παράδεισο εφόσον, λόγω της ελεύθερης βούλησής του, κινδυνεύει να ξαναπέσει στην “κοιλάδα κλαυθμώνος” ή να μετατραπεί σε άγγελο Σατάν;

    Επομένως η αγάπη είναι μια έννοια που έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς τον βιβλικό θεό.

  5. Κατά την βιβλική αντίληψη, επομένως, είναι μεν δυνατό να υπάρχει Θεός – Δημιουργός του Σύμπαντος, αυτός όμως δεν μπορεί να έχει ταυτόχρονα και τις θετικές, κατά την ανθρώπινη οπτική γωνία, ιδιότητες που του αποδίδει η ίδια η Βίβλος, καθώς η ίδια του αποδίδει και έντονα αρνητικές. Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει ο βιβλικός θεός αυτός είναι εγωιστής, εμπαθής, μνησίκακος, εκδικητικός, απάνθρωπος, δολοφόνος, γενοκτόνος, ναρκισσιστής, ανέραστος, άτεχνος, μισογύνης, ομοφοβικός, κακόδικος, άδικος, αγνώμων, σαδιστής, μεροληπτικός και άλλες αρνητικές ιδιότητες ων ουκ έστιν αριθμός. Μπορεί, όμως, να έχει όλες τις παραπάνω ιδιότητες επειδή είναι ελεύθερος να είναι ό,τι θέλει και λογαριασμό δεν δίνει στους ανθρώπους για το πώς θ’ ασκήσει την ελευθερία του. Σ’ αυτή την περίπτωση, όμως, αποκτά ανθρώπινα χαρακτηριστικά και για την ακρίβεια τα κατώτερα ανθρώπινα ένστικτα, υποβιβάζεται δηλαδή σε θέση κατώτερη κι από το ίδιο το δημιούργημά του, επομένως και πάλι δεν μπορεί να υπάρξει ως θεός.

    Αλήθεια, ένας τέτοιος θεός με τόσο μικροπρεπή ένστικτα πώς έχει το θράσος να αποζητεί και τη λατρεία αυτών τους οποίους έριξε στη δυστυχία και τον πόνο και τελικά συμπεριφέρεται ως ηθικά κατώτερος απ’ αυτούς; Έχει! Γιατί ακριβώς έχει την ίδια αξίωση κι ο βασιλιάς, όπως έχει την ίδια αξίωση ο πολιτικός αρχηγός της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Ο θεός με τα κατώτερα ένστικτα δεν είναι παρά η φιλοσοφική αντανάκλαση της ταξικής εκμεταλλευτικής κοινωνίας.

    Όπως αβίαστα προκύπτει, ο θεός της Βίβλου, μάλλον τις ιδιότητες του βιβλικού σατανά φέρει και ίσως να έχουν δίκιο οι σατανιστές που ισχυρίζονται ότι λατρεύουν το «σωστό» θεό. Το θέμα είναι αν οι οπαδοί των βιβλικών θρησκειών ξέρουν ποιο θεό λατρεύουν.

    Γι’ αυτό ο θεός ως δημιουργός του Σύμπαντος, μπορεί να υπάρξει μόνο ως κακεντρεχής και σαδιστής αν τον κρίνουμε όχι μόνο με βάση την περιγραφή της Βίβλου αλλά και με τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο μας. Υπάρχει ως τέτοιος; Η απάντηση, που έχει βέβαια δοθεί, θα ξαναδοθεί σε άλλο κυριακάτικο κήρυγμα.

(άλλη μια απόδειξη ότι θεός υπάρχει αφού ο διάβολος μ’ έβαλε να γράψω όλα τα παραπάνω κυριακάτικα)

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Για το σοσιαλισμό στον 21ο αιώνα, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Γιατί υπάρχουμε;

14 February 2011
Comments Off on Γιατί υπάρχουμε;
Αρθρογράφος: Batcic


Αυτό κι αν δεν είναι ερώτημα! Τι να απαντήσει κανείς; Ποια στοιχειοθετημένη απάντηση θα μπορούσε να παραθέσει κάποιος, όσες γνώσεις και αν κατέχει, όσο ψηλά και αν βρίσκεται στην κλίμακα της μόρφωσης και των γνώσεων; Καμία! Ακριβώς, καμία!!! Και γι αυτόν ακριβώς τον λόγο, το ερώτημα αυτό κατέχει μια άκρως προνομιούχα θέση στο πυρηνικό οπλοστάσιο του θεϊσμού. Είναι το απόλυτο διαλυτικό οποιασδήποτε προσπάθειας επιχειρηματολογίας.

Χμμμ, στοιχειοθετημένη απάντηση; Ο προσδιορισμός στοιχειοθετημένη ξενίζει βέβαια λιγάκι, αφού η απαίτηση για στοιχειοθέτηση φαίνεται να απευθύνεται μόνο στη μία πλευρά, αυτήν του ορθολογισμού και της επιστήμης! Ο πιστός, μέσω κάποιας αδιευκρίνιστης σύμβασης, δικαιούται ανά πάσα στιγμή να αναφέρει το θεό ως απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα, χωρίς να αισθάνεται υποχρεωμένος να στοιχειοθετήσει τίποτα απολύτως. Θεός, έτσι απλά! Εμείς το ονομάζουμε θεό; Και φυσικά μπορούμε όλοι να φανταστούμε πόσο εύκολη θα ήταν και η θέση της επιστήμης, αν την απαλλάσσαμε κατά τον ίδιον τρόπο από την ανάγκη της τεκμηρίωσης! Αλλά και πόσο άχρηστη θα ήταν η επιστήμη τελικά:

– Πάρε αυτό το φάρμακο, και θα γιατρευτείς από τον καρκίνο!
– Αλήθεια; Έχουν γιατρευτεί πολλοί;
– Όχι, είσαι ο πρώτος που θα το δοκιμάσει. Ήταν η χθεσινοβραδυνή μου έμπνευση για ένα κοκτέιλ με ασπιρίνη, κάλιο και δαμάσκηνα!!!

Η Ανάλυση του Ερωτήματος

Για να ξεκινήσουμε την απάντηση μας σε ένα τέτοιο ερώτημα, την ώρα δηλαδή που κινούμαστε στις εσχατιές της ανθρώπινης γνώσης και νόησης, καλό θα ήταν να μπορέσουμε αρχικά να αποσαφηνίσουμε λίγο περισσότερο την αναζήτηση μας! Και αυτό επειδή ακριβώς η αβασάνιστη διατύπωση της ερώτησης εξυπηρετεί μονάχα αυτόν ο οποίος δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την απάντηση. Προσπαθώντας λοιπόν να κάνουμε λιγάκι πιο σαφές το ερώτημα, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι συνήθως οι ερωτήσεις που ξεκινάνε με το γιατί, ψάχνουν δύο πιθανές απαντήσεις σε μια δεδομένη κατάσταση, μία η οποία τοποθετείται χρονικά πριν από αυτήν την κατάσταση και συμπίπτει με την αιτία και μία η οποία τοποθετείται χρονικά μεταγενέστερα και συμπίπτει με τον σκοπό! Συνεπώς όταν κάποιος ρωτάει γιατί υπάρχουμε, με αυθεντικά μαθησιακή και όχι με εξυπνακίστικη διάθεση, διερευνά στην πραγματικότητα ένα εκ των δύο ερωτημάτων (ή και τα δύο) σχετικά με την ύπαρξη μας:

  1. Ποια αιτία οδήγησε στην ύπαρξη μας;
  2. Για ποιον σκοπό υπάρχουμε;

Θρησκεία = Μελλοντολογία

Αιτία και σκοπός λοιπόν, ή αλλιώς παρελθόν και μέλλον. Οι δύο έννοιες απασχολούσαν και απ’ ότι φαίνεται θα απασχολούν συνεχώς το ανθρώπινο μυαλό.

Ο Δανός φυσικός Niels Bohr (1885 – 1962) έχει πει:

Η πρόβλεψη είναι εξαιρετικά δύσκολη, ιδίως όταν αφορά το μέλλον!

Η σαρκαστική, στη διατύπωση της, ατάκα του Bohr, εκφράζει με τον πλέον απλό τρόπο τη δυσκολία του να μιλάμε για πράγματα που αφορούν το μέλλον. Προκειμένου να προχωρήσουμε σε μια ασφαλή πρόγνωση οποιασδήποτε μορφής για ένα συμβάν Α το οποίο θα λάβει χώρα μελλοντικά, πρέπει να γνωρίζουμε με ακρίβεια τους φυσικούς νόμους που θα προκαλέσουν το Α αλλά και τις αρχικές συνθήκες πάνω στις οποίες θα εφαρμοστούν αυτοί οι νόμοι! Ή να γνωρίζουμε με κάποιον τρόπο τις ακριβείς προθέσεις ενός εμπρόθετου φορέα. Με παράδειγμα, μπορώ να προβλέψω ότι ένα ποτήρι θα σπάσει επειδή βρέθηκε σε κάποια στιγμή να αιωρείται σε κάποιο ύψος (αρχικές συνθήκες) και επειδή υπόκειται στη δράση της βαρύτητας (φυσικός νόμος) θα συγκρουστεί με το έδαφος σε μια ανελαστική κρούση (φυσικός νόμος). Επίσης μπορώ να προβλέψω ότι ένα ποτήρι θα σπάσει επειδή γνωρίζω με σιγουριά ότι π.χ. ο Μάριος πηγαίνει να το σπάσει!

Η ιστορία της επιστήμης έχει μια μακρά παράδοση στην αποκάλυψη των αιτίων των φαινομένων. Σε ότι αφορά το παρελθόν, η επιστημονική μέθοδος έχει όλα τα εργαλεία στα χέρια της. Έχει τις αρχικές συνθήκες, έχει την εξέλιξη και διαδοχή των γεγονότων αλλά διαθέτει και το αποτέλεσμα. Κάθε συμβάν παρατηρείται, καταγράφεται, ταξινομείται βάσει των συνθηκών του περιβάλλοντος του και οργανώνεται με τέτοιον τρόπο ώστε να αναγνωρίζονται οι αιτίες που το αναπαράγουν. Το παρελθόν λοιπόν αποτελεί παραδοσιακά έναν στίβο στον οποίον η θρησκεία υποχωρεί συστηματικά κάτω από τις επιτυχίες της επιστήμης. Στην περίπτωση του μέλλοντος, τα πράγματα είναι σαφέστατα πιο δύσκολα, αφού απουσιάζει το αποτέλεσμα. Συν τοις άλλοις, όσο πιο μακριά προς το μέλλον τοποθετείται χρονικά ένα συμβάν, τόσο μεγαλύτερος χώρος υπάρχει ενδιάμεσα για τη δράση αστάθμητων παραγόντων που μπορούν διαταράξουν τις αρχικές συνθήκες και να επηρεάσουν την έκβαση του αποτελέσματος.

Στα μελλοντικά συμβάντα λοιπόν η επιστήμη, αν και έχει και πάλι να επιδείξει σημαντικές επιτυχίες, απέχει σημαντικά από την αυθεντία της απόλυτης πρόβλεψης αφήνοντας χώρο για τη θρησκεία. Η οποία θρησκεία απαντά, όχι βάσει των αρχών και των νόμων που διέπουν τη φύση, αλλά εισάγοντας έναν υπερφυσικό φορέα, το θεό, ένα ον με προθέσεις το οποίο αν και αδυνατεί να εξηγήσει τα αίτια, μπορεί πάντα να μας προσφέρει το σκοπό. Αφαιρέστε το σκοπό από τα γεγονότα, και μόλις σκοτώσατε τους θεούς!!!

Και από τη Θρησκεία στην Παράνοια

Εδώ είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι το ανθρώπινο είδος θεωρεί πως είναι ιδιαίτερα προνομιούχο σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα είδη πάνω στον πλανήτη. Πάσχει από μια ιδιαίτερη μορφή παράνοιας, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο να πιστεύει ότι τα φαινόμενα που συμβαίνουν γύρω του είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ίδια του την ύπαρξη, όλα συμβαίνουν για κάποιον σκοπό. Οι οφθαλμοφανείς εξηγήσεις δεν φαίνεται να τον καλύπτουν! Μια αλληλουχία από οφθαλμοφανή λογικά βήματα, τα οποία συνθέτουν μια ολοκληρωμένη εξήγηση, είναι η εξής:

  1. Όλα τα συμβάντα συμβαίνουν κάπου, σε ένα σημείο του χώρου και του χρόνου!
  2. Ο άνθρωπος εφόσον υπάρχει, πρέπει να υπάρχει κάπου, σε ένα σημείο του χώρου και του χρόνου!
  3. Από τα αναρίθμητα συμβάντα, κάποια είναι λογικό να λαμβάνουν χώρα στον ίδιο τόπο και χρόνο στον οποίον υπάρχει ο άνθρωπος!

Φυσικά η συνύπαρξη μη νοημόνων αντικειμένων με τα γεγονότα δεν φαίνεται να απασχολεί εξίσου τα μη νοήμονα αντικείμενα· αυτά είναι ιδιαίτερα καλόβολα! Το πρόβλημα της αρμονικής συνύπαρξης με τα γεγονότα φαίνεται να είναι εγγενές της νόησης! Το θεϊστικό σύμπαν είναι άκρως συνωμοτικό και καθόλου φιλικό προς τον άνθρωπο, αφού τα πάντα γίνονται για κάποιο σκοπό, σύμφωνα με τη θεία βούληση και το προκαθορισμένο θείο σχέδιο. Δρόμος και βροχή. Γιατί βρέχεται ο δρόμος όταν πέφτει βροχή; Η απάντηση φαντάζει αυτονόητη· επειδή ο δρόμος βρέθηκε στον ίδιο τόπο και χρόνο με τη βροχή. Και κάπως έτσι ο δρόμος και η βροχή πορεύονται αρμονικά και συμφιλιωμένα μέσα στο σύμπαν. Γιατί μας χτύπησε όμως το τσουνάμι; Ααα, εδώ πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε κάποιος σκοπός και ας σφυρίζει το τσουνάμι αδιάφορα…

Τη συμφιλίωση μας με το υπόλοιπο σύμπαν έρχεται να προάγει η Ασθενής Ανθρωπική Αρχή καταρρίπτοντας τις θεϊστικές θεωρίες συνωμοσίας οι οποίες εστιάζονται κυρίως στην αναζήτηση του γιατί, όσον αφορά την τιμή που έχουν ορισμένες σταθερές στη φύση (π.χ. η κοσμολογική σταθερά). Η Ασθενής Ανθρωπική Αρχή λοιπόν αναφέρει ότι:

Το Σύμπαν είναι έτσι όπως είναι γιατί αν ήταν αλλιώς δεν θα υπήρχαμε για να το παρατηρήσουμε.

Ειρωνία; Κάθε άλλο. Απλή κατάθεση σεβασμού στην ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη η οποία είναι συμβατή μόνο με αυτό το σύμπαν. Η ύπαρξη είναι η απαρχή κάθε σοβαρής κουβέντας!

Η Αλαζονεία ως Μητέρα της Ανθρώπινης Βλακείας

Από τη δική του μεριά ο Γερμανός μαθηματικός και φιλόσοφος Gottfried Leibniz (1646 – 1716) έχει πει:

Υπάρχουν δύο τύποι δηλώσεων, οι αναγκαστικά αληθείς και οι όχι αναγκαστικά αληθείς!

Η δήλωση “Όλοι οι αγράμματοι δεν γνωρίζουν γράμματα” είναι μια δήλωση αναγκαστικά αληθής, ενώ η δήλωση “Ο Μάκης παίζει μπάσκετ με τους φίλους του” είναι μια όχι αναγκαστικά αληθής δήλωση. Προεκτείνοντας τον συλλογισμό του Leibniz μπορούμε να χωρίσουμε και τις ερωτήσεις σε εξ’ ορισμού ηλίθιες και σε όχι αναγκαστικά ηλίθιες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι ερωτήσεις οι οποίες διερευνούν την αλήθεια ή μη μιας αναγκαστικά αληθούς δήλωσης και στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν όλες οι υπόλοιπες. Για παράδειγμα, η δήλωση “τα κορίτσια δεν είναι αγόρια” είναι μια αναγκαστικά αληθής δήλωση. Συνεπώς η ερώτηση “γιατί τα κορίτσια δεν είναι αγόρια;” είναι μια εξ’ ορισμού ηλίθια ερώτηση. Θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε πλήθος εξ’ ορισμού ηλίθιων ερωτήσεων όπως “γιατί οι σκύλοι δεν είναι γάτες;”, “γιατί κρυώνω όταν κάνει κρύο;” ή “γιατί δεν πεινάω όταν χορταίνω;” και να διασκεδάζουμε με την αφέλεια του ερωτώντος. Και αυτό γιατί οι συγκεκριμένες ερωτήσεις αποτυγχάνουν να συμπεριλάβουν την έννοια της προϋπόθεσης. Το να μην πεινάω π.χ. είναι προϋπόθεση προκειμένου να είμαι χορτάτος!

Πολλά πράγματα αποτελούν προϋποθέσεις για διάφορα άλλα. Και το βασικό ερώτημα είναι: Υπάρχει άραγε κάποια απόλυτη προϋπόθεση προκειμένου να μπορεί να συμβεί οποιοδήποτε γεγονός; Φυσικά και υπάρχει! Λέγεται ύπαρξη και όπως τονίσαμε και προηγουμένως, η ύπαρξη είναι η απαρχή κάθε σοβαρής κουβέντας. Είναι φύσει αδύνατο και άνευ νοήματος να αναζητήσουμε οποιαδήποτε πληροφορία για κάτι που δεν υπάρχει! Για την ακρίβεια, η μοναδική κουβέντα που γίνεται για πράγματα που δεν υπάρχουν, λαμβάνει χώρα μόνο στις θεολογίες και στα παραμύθια. Με τη μόνη διαφορά ότι τα δεύτερα δεν εκλαμβάνονται ποτέ ως σοβαρές κουβέντες!!!

Με την ύπαρξη συνεπώς ως απόλυτο δεδομένο και προϋπόθεση, μπορούμε εύκολα να καταλήξουμε στις εξής επιμέρους απαντήσεις:

Η Αιτία

Η ερώτηση “γιατί υπάρχουμε;”, όταν αναφέρεται στην αιτία της ύπαρξης μας, εντάσσεται αυτόματα στις εξ’ ορισμού ηλίθιες ερωτήσεις και απαντάται με το “επειδή υπάρχουμε” κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίον η ερώτηση “γιατί τα κορίτσια δεν είναι αγόρια;” απαντάται με το “επειδή είναι κορίτσια”. Με την ύπαρξη ξεκινάνε τα πάντα, ακόμα και οι φιλοσοφικές αναζητήσεις. Και αν δεν υπήρχαμε, το ερώτημα δεν θα μπορούσε καν να τεθεί, ώστε μια τέτοια ερώτηση να μην καθίσταται αυτοεξηγούμενη!

Ο Σκοπός

Από την άλλη μεριά η ερώτηση “γιατί υπάρχουμε;”, όταν αναφέρεται στον σκοπό της ύπαρξης μας, έχει ως απόλυτα αποδεκτή απάντηση το συγκριτικό “για τον ίδιο λόγο που ο δρόμος βρέχεται όταν βρέχει και δεν έχει την απαίτηση για περαιτέρω εξηγήσεις από τον θεό των δρόμων, κατεβείτε τώρα παρακαλώ από το καλάμι σας”. Το γεγονός ότι αναρωτιόμαστε για κάτι δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι αυτό το κάτι είναι έγκυρο. Και η ύπαρξη μας στον κόσμο έχει τον ίδιο σκοπό με την ύπαρξη ενός βράχου μέσα στη θάλασσα. Κανέναν! Ο σκοπός προϋποθέτει ως κινητήρια δύναμη κάποιον νου με προθέσεις και με σχέδιο και δεν υπάρχει καμία απολύτως απόδειξη για τη δράση κάποιου τέτοιου νου. Το αντίστροφο, δηλαδή η απαίτηση για έναν σκοπό προκειμένου να στηρίξουμε τους ισχυρισμούς μας για έναν θεϊκό νου, είναι εντελώς παράλογο!

Και μια 3η Εκδοχή

Χαριτολογώντας το “γιατί υπάρχουμε;” αποκτάει κάποιο νόημα μόνο αν αντιμετωπιστεί ως συναισθηματική ερώτηση. Αλλά σε μια τέτοια ερώτηση φυσικά δεν υπάρχει καμία απολύτως υποχρέωση για μια πραγματική και αληθινή απάντηση. Η απάντηση για την ακρίβεια θα μπορούσε να είναι εξίσου συναισθηματική και ανάλογη με τη στιγμιαία ψυχοσύνθεση του καθενός, πράγμα που με τη σειρά του οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδες συζητήσεις. Για παράδειγμα ο πρωθυπουργός Γιωργάκης της Ελλάδας του ΔΝΤ, κάτω από τον νταλκά της ανεύρεσης χρημάτων, θα μπορούσε να απαντήσει εκ του πονηρού:
– Υπάρχουμε για να πληρώνουμε τους φόρους μας!
με την πληρωμένη ανταπάντηση:
– Καλά! Παίξε τώρα με το ποδήλατο σου, αλλά μη βγάλεις πάλι τις βοηθητικές και χτυπήσεις!!!

Κουβέντα να γίνεται δηλαδή!

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στο: The Schrodinger’s Dragon, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

ΦσΜ [2.2.3] Ευφορία και Συναισθηματική Νέκρωση

12 February 2011
Comments Off on ΦσΜ [2.2.3] Ευφορία και Συναισθηματική Νέκρωση
Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: EvanT
Το άρθρο αυτό είναι τμήμα του άρθρου “Το Φάντασμα στη Μηχανή”.
« Προηγούμενο Άρθρο [2.2.2] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [2.2.4] »

Έχει ήδη αναφερθεί ότι το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου είναι πιο συναισθηματικά ασταθές από το αριστερό, με μεγαλύτερη προδιάθεση για αρνητικά συναισθήματα, όπως θυμός, λύπη και θλίψη. Διαρκώς βλέπει τον κόσμο ως πιο εχθρικό και δυσάρεστο απ’ό,τι το αριστερό (Sagan 1977, σελ.189). Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το δεξί ημισφαίριο δεν έχει ευεργετική λειτουργία για τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αυτά τα συναισθήματα είναι φυσιολογικό κομμάτι της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και υπάρχουν περιπτώσεις που είναι και αναγκαία και υγιή. Η έλλειψή τους μπορεί να είναι τόσο προβληματική, όσο και η υπερβάλλουσα παρουσία τους, όπως δείχνει η επόμενη περίπτωση. Αν το δεξί ημισφαίριο έχει υποστεί βλάβη και δεν μπορεί να λειτουργήσει κανονικά, το πιο πλαδαρό αριστερό ημισφαίριο αναλαμβάνει δράσει και το άτομο μπορεί να καταστεί είτε συναισθηματικά "επίπεδο" και αδιάφορο για τα προβλήματα των άλλων, είτε σε μια κατάσταση διαρκούς, ελαφράς ευφορίας, ανεξαρτήτως περιστάσεων.

Ο Δρ. Kenneth Heilman περιγράφει μια περίπτωση που έχει δει ο ίδιος: ένας νεαρό Ιησουίτη ιερέα που αναδύθηκε πολύ γρήγορα μετά από κατάδυση και, ως αποτέλεσμα της απότομης αποσυμπίεσης, έπαθε ρήξη της δεξιάς αρτηρίας της καρωτίδας και εγκεφαλικό στο δεξί ημισφαίριο. Τις πρώτες μέρες μετά το ατύχημα ήταν σε λήθαργο, αλλά μετά ανένηψε κάπως και άρχισε να συνέρχεται. Ωστόσο, αν και ήξερε ότι είχε πάθει εγκεφαλικό, "έμοιαζε να μην τον νοιάζει καθόλου και μερικές φορές του φαινόταν και αστείο" (Heilman 2002, σελ. 77).

Σύντομα έγινε κατανοητό ότι οι επιπτώσεις ήταν μεγαλύτερες. Στην προσπάθεια να ανιχνεύσει όλη τη ζημιά που προξένησε το εγκεφαλικό, ο Δρ. Heilman έμεινε αρκετές μέρες μαζί του, μιλώντας του. Ο νεαρός ιερέας ήταν ένα ευφυές και εύγλωττο άτομο και οι συζητήσεις τους καλύψαν πολλά θέματα, αλλά "ποτέ δεν έδειξε σημάδια ανησυχίας, λύπης ή οργής, όταν μιλούσε για θέματα που κανονικά θα προξενούσαν τέτοιες αντιδράσεις" (σελ. 78). Πιο συγκεκριμένα, ο ιερέας είχε μια αδερφή με λευχαιμία, αλλά δεν έδειξε ούτε θλίψη, ούτε ανησυχία, όταν μιλούσε για την ασθένειά της.

Οι υποψίες του Δρ. Heilman επιβεβαιώθηκαν όταν ήρθαν να τον επισκεφθούν οι γονείς του και έφυγαν απελπισμένοι. Όπως του είπαν:

"Μοιάζει με το γιο μας και έχει την ίδια φωνή με το γιο μας, αλλά δεν είναι το ίδιο άτομο που ξέραμε και αγαπούσαμε πριν πάθει το εγκεφαλικό. Ο γιος μας είναι ένα ζεστό, καλοσυνάτο και ευαίσθητο άτομο. Όλα αυτά χάθηκαν. Τώρα μιλάει σα ρομπότ" (σελ.78-79, προσθήκη έμφασης).

Όπως είπαμε, το δεξί ημισφαίριο, μεταξύ άλλων μας επιτρέπει να χρωματίσουμε το λόγο και τους μορφασμούς του προσώπου με συναισθηματικό περιεχόμενο. Αλλά ο νεαρός είχε πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Όπως εξήγησαν οι γονείς του:

"Όταν του μιλήσαμε για τα καθήκοντά του ως ιερέα και ότι μπορεί να μην ήταν σε θέση να τα φέρει εις πέρας, είπε "Ε, και;"

Ακόμα χειρότερα:

"Έχει μια μικρότερη αδερφή με λευχαιμία. Την αγαπάει τρελά, ή μάλλον, την αγαπούσε. Η λευχαιμία είχε αρχίσει να υποχωρεί όταν πήγε στις Δυτικές Ινδίες, αλλά τώρα είναι στο νοσοκομείο, επειδή υποτροπίασε. Στην αρχή δε θέλαμε να του το πούμε, για να μην τον στεναχωρήσουμε, αλλά προς μεγάλη μας έκπληξη, δε ρώτησε, οπότε αποφασίσαμε να του το πούμε εμείς. Ποτέ δε ρώτησε πώς είναι και, όταν του είπαμε τα καθέκαστα, το μόνο που είπε ήταν: "Ακόμα ο Jim Thomas την κουράρει; Φοβερός τύπος! Πάντα λέει τα καλύτερα ανέκδοτα. Να σας πω ένα;" Του είπαμε όχι και ότι δεν είχαμε διάθεση για ανέκδοτα. Είπε: "Κρίμα". Δε συμπεριφερόταν έτσι ο γιος μας πριν αρρωστήσει." (ομοίως, προσθήκη έμφασης).

Αυτή η θλιβερή ιστορία μας δείχνει πως μια βασική ανθρώπινη ιδιότητα, όπως η στοργή, προκύπτει από τον εγκέφαλο και μπορεί να καταστραφεί με αλλαγές στον εγκέφαλο. Ένα ζεστό, τρυφερό και έξυπνο νεαρό άτομο, μετά από εγκεφαλική βλάβη, υπέστη ριζική αλλαγή της προσωπικότητάς του. Αδιαφορούσε για τα ιερατικά του καθήκοντα και για την πιθανώς θανάσιμη ασθένεια ενός αγαπημένου προσώπου και ακόμα αστειευόταν με τους θλιμμένους γονείς του, που είπαν ότι "δεν είναι το ίδιο άτομο που ξέραμε και αγαπούσαμε, πριν πάθει το εγκεφαλικό."

Μια από τις βασικές ηθικές διδασκαλίες των ιερών κειμένων των περισσοτέρων θρησκειών είναι να αγαπάμε τον πλησίον μας ως εαυτόν, δηλαδή να έχουμε αγάπη και κατανόηση. Αλλά αυτός ο νεαρός, χωρίς να το θέλει ο ίδιος, είχε χάσει αυτή την ικανότητα. Με το να μη μπορεί να νιώσει ο ίδιος αρνητικά συναισθήματα και να νιώσει τον ξένο πόνο σα δικό του, ο συναισθηματικός του κόσμος είχε ισοπεδωθεί με μια κατάσταση μόνιμης ευφορίας. Πώς μπορεί να χάσει κανείς ένα από τα πιο βασικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αν το δόγμα περί ψυχής ισχύει;

« Προηγούμενο Άρθρο [2.2.2] • Περιεχόμενα Επόμενο Άρθρο [2.2.4] »

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.

Η σιωπή του Θεού και η προπαγάνδα της πίστης

27 January 2011
Comments Off on Η σιωπή του Θεού και η προπαγάνδα της πίστης
Αρθρογράφος: Νίκος Δήμου


Ο Θεός σιωπά. Η «σιωπή του Θεού» είναι το βασικό μοτίβο όλης της υπαρξιακής φιλοσοφίας –αλλά και θεολογίας– του περασμένου αιώνα. Ο Θεός σώπασε στο Άουσβιτς και στην Ρουάντα, στην Καμπότζη και την Σερμπρένιτσα. Άφησε να εκτυλιχτούν απύθμενες βαρβαρότητες, χωρίς ποτέ να μας δώσει ούτε «ένα σημείον».

Ο Θεός σωπαίνει όχι μόνο στις μεγάλες δημόσιες τραγωδίες αλλά και στις μικρές ιδιωτικές. Η μάνα που σπαράζει για τον χαμό του παιδιού της δεν παίρνει απάντηση.

Ο Θεός σωπαίνει – είτε λέγεται Θεός, είτε Αλλάχ, είτε Ιεχωβάς, είτε αποκαλείται με άλλο όνομα από τα πολλά που του δίνουν οι άνθρωποι. Βλέπει το κακό να συμβαίνει και όχι μόνο δεν το σταματάει (αυτός ο παντοδύναμος) αλλά ούτε καν αντιδρά είτε για να το δικαιολογήσει είτε για να εκφράζει την συμπαράστασή του.

Κι όμως στην Χριστιανική θρησκεία τα κύρια επίθετα του Θεού είναι πανάγαθος, ελεήμων και φιλάνθρωπος και στην Μουσουλμανική «Αλ Ραχμάν» (ο οικτίρμων) και Αλ Ραχίμ (ο συμπονετικός).

Αντίθετα με τον Θεό που σιωπά, οι προπαγανδιστές και απολογητές του υπήρξαν ανέκαθεν λαλίστατοι. Ιδρυτές θρησκειών, απόστολοι, προφήτες, ιερείς και αρχιερείς, μοναχοί και θεολόγοι, μας έχουν φιλοδωρήσει με χιλιάδες – ίσως και εκατομμύρια σελίδες κειμένων.

Κοινό στοιχείο όλων αυτών των λόγων είναι η προσπάθεια «να δικαιολογήσουν τους τρόπους του Θεού στους ανθρώπους» για να χρησιμοποιήσω τον περίφημο στίχο του Μίλτωνα: «to justify the ways of God to Men».

Ισχυρίζονται μερικοί ότι η τέχνη (και τεχνική) της προπαγάνδας, δημιουργήθηκε και άκμασε στον εικοστό αιώνα. Ξεχνώντας ότι η καταγωγή της λέξης είναι από τα εκκλησιαστικά λατινικά, και ότι επιτροπή «για την προπαγάνδα (διάδοση) της πίστης» (de propaganda fide) υπήρχε στην Καθολική Εκκλησία εδώ και πολλούς αιώνες.

Πραγματικά οι πρώτοι, πιο συστηματικοί –αλλά και πιο αποτελεσματικοί– προπαγανδιστές ήταν, από καταβολής κόσμου, οι ιδρυτές, ιερείς και απολογητές των θρησκειών. Η δουλειά τους ήταν δυσχερής και πολυσύνθετη. Απαιτούσε ευρηματικότητα, ευστροφία σχεδόν σοφιστική, φαντασία και ατέλειωτη πειθώ. Διότι είναι πολύ πιο εύκολο να διαδώσεις και να εξαπλώσεις μία ιδεολογία, παρά μία, αρκετά περίπλοκη, και σε πολλά σημεία απάνθρωπα σκληρή, θρησκευτική πίστη. Είναι πιο απλό να προβάλλεις μία ευνοϊκή εικόνα για έναν ηγεμόνα ή πολιτικό αρχηγό, παρά να πείσεις δισεκατομμύρια ανθρώπους για την ύπαρξη ενός αόρατου (αλλά παντοδύναμου και πανάγαθου) Πατέρα. Είναι πολύ πιο ευχερές να δικαιολογήσεις ή να συγκαλύψεις τις ατέλειες και τα εγκλήματα μίας διακυβέρνησης (ακόμα κι αν είναι του Χίτλερ ή του Στάλιν), παρά να καταφέρεις το γένος των ανθρώπων να ξεχάσει τον πόνο, την αρρώστια, την φθορά, τον θάνατο και όλα τα βάσανα που περιέχει η ύπαρξή του – και επιπλέον να δοξολογεί τον Ύψιστο επειδή «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».

Τα πάντα εν σοφία… αλλά ποια σοφία; Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί πως πρόκειται για την ατέρμονη σοφία του Θεού. Μόνο μέσα από αυτή, την επουράνια οπτική γωνία, φαίνονται στον κόσμο όλα τέλεια. Αυτή όμως δεν την διαθέτει κανένας άνθρωπος – ούτε φυσικά κι εγώ. Έτσι θα αναλύσω αυτή την πρόταση (και τα παρεπόμενά της) με βάση την μόνη σοφία που μου βρίσκεται, την ανθρώπινη.

Ας ξεκαθαρίσω από την αρχή, πως το κείμενο αυτό δεν πραγματεύεται το πρόβλημα της ύπαρξης του Θεού. Όπως έδειξε ο Καντ, (και πολλοί μετά από αυτόν) δεν υφίσταται λογική δυνατότητα για απόδειξη. Έτσι που έχει διαμορφωθεί η έννοια του Θεού βρίσκεται έξω από απόδειξη ή διάψευση. Και όπως τόσο σωστά είπε ο Πρωταγόρας: «Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ουθ’ ως εισίν, ουθ’ ως ουκ εισίν ουθ οποίοι τίνες ιδέαν• πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου».

Άλλωστε η ύπαρξη –η μη– του Θεού, δεν επηρεάζει καθόλου την ανάλυση αυτή. Εξετάζω την θρησκεία ως ανθρώπινο δημιούργημα, ως ένα στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Θέμα μου είναι δεν είναι ο Θεός, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι προσλαμβάνουν τον Θεό και η σχέση τους με αυτόν – όπως διαμορφώθηκε από τους ιδιοφυείς προπαγανδιστές και απολογητές όλων των θρησκειών. Φυσικό είναι βέβαια τα περισσότερα παραδείγματά μου να προέρχονται από τον χώρο της χριστιανικής θρησκείας, απλά και μόνο επειδή μας είναι πιο οικεία.

Ο Θεός σιωπά. Ο Albert Camus το είπε με άλλα λόγια: «Ο άνθρωπος ρωτάει, ο κόσμος δεν απαντάει». Από την δυσαρμονία αυτή, εκλύεται το absurde – που εμείς, λανθασμένα, μεταφράζουμε με την λέξη παράλογο. Δεν πρόκειται τόσο για την έλλειψη λογικής όσο για την έλλειψη νοήματος. Η κοσμική σιωπή στερεί τον κόσμο από νόημα.

Τόσους αιώνες οι άνθρωποι προσπαθούσαν μέσα από τη θρησκεία να δώσουν νόημα στην ζωή τους και στον κόσμο τους. Ώσπου, πριν εκατόν είκοσι χρόνια ο Ζαρατούστρας του Nietzsche αφού μίλησε με έναν ασκητή, αναρωτήθηκε: «Είναι δυνατόν! Αυτός ο γέροντας άγιος στο δάσος του, δεν άκουσε ακόμα τίποτα για το ότι ο Θεός είναι νεκρός!».

Φυσικά δεν είχε πεθάνει ο Θεός (γιατί ένας Θεός εξ ορισμού δεν πεθαίνει – μπορεί να μην υπάρχει αλλά δεν μπορεί να πεθάνει). Είχε πεθάνει το νόημα που έδινε στον κόσμο η πίστη στο Θεό.

Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που θα το δέχονταν οι απανταχού εκπρόσωποι, απολογητές και προπαγανδιστές του. Τελευταία συνάντησα δύο εντυπωσιακές εκδηλώσεις της ευρηματικότητας τους. Διαπρεπής Γάλλος θεολόγος, ο καθηγητής Bernard Sesboüé, σε μελέτη του για την σιωπή του Θεού [1] , αφού αναλύσει διεξοδικά όλες της περιπτώσεις όπου ο Θεός παρέμεινε απών, καταλήγει στο εξής: είναι πλάνη να θεωρούμε ότι ο Θεός σιωπά – διότι ο Θεός μίλησε, άπαξ και δια παντός, όταν έστειλε το γιο του να σταυρωθεί και να υποφέρει για μας. Μέσα από την Σταύρωση συμμετέχει στα πάθη μας – και άρα είναι παρών.

Δεν ξέρω αν, το γεγονός ότι πριν δύο χιλιάδες χρόνια σταυρώθηκε κάποιος (που μετά όμως αναστήθηκε), κάνει κατανοητό και υποφερτό το σημερινό συλλογικό (ή και ατομικό) μαρτύριο των ανθρώπων. Δεν γνωρίζω πόσο το δικαιολογεί. Τα υπόλοιπα ποιητικά που αναφέρει ο καθηγητής Sesboüé ότι, π. χ. η σιωπή του Θεού βοηθάει τους ανθρώπους να τον νιώσουν μέσα στην δική τους σιωπή, δεν τα σχολιάζω γιατί δεν τα θεωρώ σοβαρά.

Ούτε το δεύτερό μου πρόσφατο παράδειγμα προπαγάνδας με βοηθάει να κατανοήσω την λογική της. Γνωστός Έλληνας κληρικός, με υψηλή εξω-θεολογική πανεπιστημιακή παιδεία, μίλησε πριν από καιρό σε καρκινοπαθή παιδιά και τους γονείς τους. Θέμα: «Θεέ μου, γιατί σε μένα;». Φυσικά η ομιλία δεν απαντούσε στο ερώτημα – ίσα-ίσα που κατέληγε στην αδυναμία όλων μας να κατανοήσουμε τους τρόπους του Θεού. Ωστόσο, το γεγονός ότι ο ιερωμένος είχε την δύναμη να αντιμετωπίσει το ερώτημα, θαυμάστηκε από πολλούς ως ένδειξη θάρρους και φωτισμένης σκέψης. Θα με συγχωρήσετε, αλλά εμένα δεν μου φαίνεται ένδειξη τόσο θάρρους όσο θράσους. Μπορεί να μοιάζει με εκδήλωση συμπαράστασης, αλλά μπορείτε να το δείτε και αλλιώς: εκπρόσωπος του Παντοδύναμου μιλάει στα καταδικασμένα σε μαρτύριο και πρόωρο θάνατο παιδιά – όπως ένας εκπρόσωπος των Ναζί θα μιλούσε στους έγκλειστους του Άουσβιτς, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την εξόντωσή τους.

Η Θεοδικία (δικαιολόγηση του Θεού) είναι βασικός κλάδος της Θεολογίας. Πρόκειται για μία από τις πρώτες και πιο σύνθετες νοητικές ασκήσεις που συνέλαβε ο άνθρωπος. Κάθε Θεοδικία απαιτεί απέραντη στρεψοδικία. Για να καλύψεις π. χ. τον καθημερινό θάνατο χιλιάδων αθώων παιδιών, πρέπει να εφεύρεις μέλλουσα ζωή, δεύτερη παρουσία, το επιχείρημα της «δοκιμασίας», το Προπατορικό Αμάρτημα – για να οδηγηθείς, κάποτε στο τέλος, στην παράθεση δύο εντελώς αντιφατικών φράσεων: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν» και «Ανεξερεύνητοι αι βουλαί του Υψίστου».

Ότι «σοφία» ενυπάρχει μέσα στην οργάνωση και την δομή των όντων – από το απλό λουλούδι μέχρι τον περίπλοκο ανθρώπινο εγκέφαλο – είναι αναμφισβήτητο. Δεν γνωρίζουμε αν είναι η συνειδητή σοφία ενός Δημιουργού, Σχεδιαστή (οι Τέκτονες τον ονομάζουν Μέγα Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος) ή η αυτόματη (με την μέθοδο της δοκιμής και του λάθους) εξελικτική μηχανική ευφυΐα των Δαρβινιστών. Σίγουρα όμως αυτή η σοφία δεν φαίνεται να είναι διαποτισμένη με παναγαθότητα. Τίποτα μέσα στην Φύση δεν δείχνει καλοσύνη ή ηθική βούληση. Αντίθετα κυριαρχεί ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων.

Η ύπαρξη του πόνου και του κακού στον κόσμο δεν συμβιβάζεται με την παρουσία ενός πανάγαθου και παντοδύναμου Θεού. Η αρχαία διάζευξη (αν δεν μπορεί να εκριζώσει το Κακό δεν είναι παντοδύναμος – αν δεν το θέλει, δεν είναι πανάγαθος) ισχύει πάντα. Οι διάφορες (εκατοντάδες) προσπάθειες των απολογητών δεν λύνουν το πρόβλημα. Οι αφελείς θεωρίες ότι ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο την ελευθερία να πράττει και άρα δεν είναι υπεύθυνος γι αυτόν (είμαι άραγε ελεύθερος να μην πονώ και να μην πεθάνω;) ή ότι άφησε το κακό στον κόσμο για να μας δοκιμάσει (τι – και τα βρέφη; Θεός βασανιστής;) δεν πείθουν κανένα – παρά μόνον όσους παραιτούνται από την λογική. Η τελευταία καταφυγή: το Credo quia absurdum (πιστεύω διότι είναι παράλογο) του Τερτυλιανού. Αλλά, αν ανοίξω την πόρτα στο παράλογο, κανείς δεν θα με εμποδίσει πια να πιστεύω και στον Εκατόγχειρα και στον Άργο με τα χίλια μάτια.

Κι όμως, αυτό που δεν λύνεται λογικά και δεν αντέχεται βιωματικά, συσκοτίζεται και μεταμορφώνεται προπαγανδιστικά. Μπροστά στην δεξιοτεχνία των απολογητών θεολόγων, ακόμα και ένας Γκαίμπελς φαντάζει αφελής και πρωτόγονος. Ένας απόλυτα παρθένος παρατηρητής (εξωγήινος;) που θα μελετούσε τον κόσμο μας, θα έβλεπε μία γιγάντια συσσώρευση οδύνης η οποία ξεκινάει από τα κατώτερα ζωικά είδη (που αλληλοσπαράσσονται για να επιβιώσουν) και φτάνει μέχρι τον άνθρωπο – το αποκορύφωμα μίας εντελώς σαδιστικής δημιουργίας. Ο άνθρωπος πλάστηκε (από τον Θεό ή την τύχη – αδιάφορο) με δύναμη ζωής, ένστικτο αυτοσυντήρησης, αίσθηση ανεπανάληπτης ατομικότητας, ανάγκη διάρκειας – ενώ η μοίρα του είναι να φθαρεί, να γεράσει και να πεθάνει. Η ατομικότητά του, η γνώση και η εμπειρία που συσσωρεύει όλη του τη ζωή – όλα αυτά είναι αναλώσιμα και αδιάφορα. Αρκεί να αναπαράγεται για να συντηρείται το είδος – σαν να ήταν αμοιβάδα.

Αν ο δημιουργός μιας τέτοιας εκρηκτικής αντίφασης δεν είναι η τυφλή εξέλιξη – τότε πρέπει να είναι ένας ιδιοφυής σαδιστής.

Από την αρχή της ιστορίας, οι απολογητές των θρησκειών πάσχιζαν – όπως ο Γκαίμπελς και οι ομότεχνοί του – να οδηγήσουν τον κόσμο στην αποδοχή αυτού του παραλογισμού, σε παραίτηση, και υποταγή. Να τον κάνουν να δέχεται την μοίρα του, με υπομονή και καρτερία. Η λογική της προπαγάνδας είναι ίδια, είτε ενεργείς για λογαριασμό του υποτιθέμενου Ηγεμόνα των ουρανών, είτε κάποιου επίγειου. Άλλωστε η οργανωμένη θρησκεία υπήρξε πάντα εξουσία, που συνήθως συμπορευόταν με την κοσμική. Το συμφέρον και των δύο είναι ένα «πλήρωμα» από πρόβατα (εξ ου και η παρομοίωση του «ποιμένα»). Δηλαδή άνθρωποι ταπεινοί, υποταγμένοι («υπήκοοι») που δεν αμφισβητούν, δεν ρωτάνε και δεν επαναστατούν. Ο ιδεώδης πιστός είναι ακριβές αντίγραφο του ιδανικού υπηκόου.

Το newspeak (νεογλώσσα) και το doublethink (διπλοσκέψη) δεν είναι εφεύρεση του Όργουελ. Πριν από τα συνθήματα: «ο πόλεμος είναι ειρήνη, η ελευθερία είναι σκλαβιά» κλπ. του «1984», η πρώτη αποκορύφωση του προπαγανδιστικού ψεύδους ήταν το σλόγκαν: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν».

Μια απλή ματιά γύρω μας αρκεί για να διαψευσθεί σε δευτερόλεπτα αυτή η ρήση. Κι όμως υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια πιστοί στον κόσμο που την αποδέχονται. Τίποτα δεν θα μπορούσε να δείξει περισσότερο την αφέλεια (και την απελπισία) των ανθρώπων, αλλά και την δεινότητα των προπαγανδιστών, από αυτό το γεγονός. Το μέγιστον ψεύδος βαφτίζεται αλήθεια και επάνω του θεμελιώνονται τεράστια εξουσιαστικά οικοδομήματα – οι εκκλησίες.

Ακόμα και οι άνθρωποι που πολέμησαν αυτό το ψεύδος έπεσαν θύματα ευφυών προπαγανδιστών οι οποίοι είτε τους εξαφάνισαν, είτε – το χειρότερο – διαστρέβλωσαν σε τέτοιο βαθμό τις απόψεις τους, ώστε να τους εντάξουν μέσα στο σύστημα. Ένας τέτοιος ήταν ο Βούδας. Από άθεος παρηγορητής (η διδασκαλία του ήταν απλά μία μέθοδος για το ξεπέρασμα της οδύνης) μετετράπη – με τη βοήθεια προπαγανδιστών – σε ιδρυτή θρησκείας, με χιλιάδες τεμένη και μυριάδες αγάλματα (είχε απαγορεύσει τις απεικονίσεις!). Ένας άλλος ήταν ο Ιησούς. Η διδασκαλία του, που είναι φάρμακο κατά της ατέλειας ενός άδικου και άπονου κόσμου, χρησιμεύει τώρα για να ασκεί εξουσία ένα τεράστιο και πάμπλουτο ιερατείο.

Αλλά η μεγαλύτερη διαστρέβλωση κάθε λογικής ήταν η ιουδαϊκή και μετέπειτα χριστιανική θεωρία της Πτώσης. Σύμφωνα με αυτήν, εμείς φταίμε για τα χάλια του κόσμου. Ο Θεός είχε φτιάξει ένα κόσμο τέλειο – χωρίς πόνο, φθορά, κακία και θάνατο. Δηλαδή ένα Παράδεισο. Αυτόν τον χάσαμε από σφάλμα δικό μας. Ο Θεός είναι απόλυτα ανεύθυνος για τα δεινά της ζωής. Εμείς, από αθάνατοι και όλβιοι πρωτόπλαστοι, γίναμε όντα που τρώνε τον άρτο τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους, για να φθαρούν, να γεράσουν και να πεθάνουν.

Η, όπως το είπε ο Μίλτων στους πρώτους στίχους του Paradise Lost, του «Απολεσθέντος Παραδείσου»:

Of Mans First Disobedience, and the Fruit
Of that Forbidden Tree, whose mortal taste
Brought Death into the World, and all our woe,

(Για την πρώτη ανυπακοή του ανθρώπου και τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου του οποίοι η θνητή γεύση έφερε τον θάνατο στον κόσμο και όλες μας τις συμφορές).

Κατά την παραδοσιακή λοιπόν χριστιανική θεολογία, ο σημερινός μας κόσμος δεν είναι δημιούργημα του Θεού – αλλά των ανθρώπων. Προέκυψε από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων – κι εμείς πληρώνουμε ακόμα το προπατορικό αμάρτημα. Με αυτό τον τρόπο δικαιολογείται και η παρουσία του Κακού μέσα στον κόσμο.

Αλλά είναι συμβατή η ύπαρξη αυτού του πρώτου κόσμου με την σημερινή μας γνωστική εμπειρία; Δεν θα πρέπει να άφησε πίσω του ίχνη ανιχνεύσιμα; Η επιστήμη γνωρίζει πως από την αρχή της ζωής, την συνόδευε ο θάνατος. Αν ο Παραδείσιος κόσμος υπήρξε πραγματικά –και οι Πατέρες της εκκλησίας ισχυρίζονται πως, ναι– θα έπρεπε να έχουμε βρει κάποια ένδειξη.

Όμως το τερατωδώς παράλογο σε αυτή την ιστορία, είναι η σύλληψη του Προπατορικού Αμαρτήματος. Που μας βαρύνει όλους, από την γέννησή μας. Είναι η απόλυτα τρομοκρατική παγίδα. Όλοι ένοχοι, όλοι υπαίτιοι και ο Παντοδύναμος ανεύθυνος. (Μα αυτός δεν μας έφτιαξε; Είναι δυνατόν ο Πλάστης να μην ευθύνεται για το Πλάσμα, ο κατασκευαστής για το κατασκεύασμά του; Ακόμα και για τις δυσλειτουργίες του…)

Υπάρχουν ευτυχώς και έντιμοι χριστιανοί θεολόγοι που ομολογούν αδυναμία να αιτιολογήσουν την παρουσία του Κακού στον κόσμο. Ο Χρήστος Γιανναράς γράφει: «Δεν έχουμε πειστική ερμηνεία για τον παραλογισμό του κακού που κυριαρχεί στην ανθρώπινη επίγεια βιοτή και ιστορία, με καμία από τις γνωστικές μας δυνατότητες δεν μπορούμε να συνάγουμε αιτία ή σκοπό του κακού…» Και πιο κάτω: «…κάθε δικανική ερμηνεία που θέλει να το αποδώσει σε απρόσωπες συλλογικές ενοχές και προπατορικές παραβάσεις εντολών καταντάει αφελής στην θλιβερή ανεπάρκειά της» [2].

Ακόμα και ένας τόσο πιστός Χριστιανός δεν μπορεί να αποδεχθεί ένα κραυγαλέο παραλογισμό, τόσο γνωστικό, όσο και ηθικό. Διότι δεν είναι ηθικά αποδεκτό με οποιαδήποτε ηθικά κριτήρια (σκεφθείτε τα ανθρώπινα δικαιώματα) να τιμωρούνται αθώα παιδιά και αμέτοχοι άνθρωποι για μία παλαιολιθική αμαρτία άλλων; (Και τι αμαρτία! Απλή ανυπακοή σε μία παράλογη εντολή. Γιατί να μην δοκιμάσουν το καρπό του Δέντρου της Γνώσης; Τι τότε τους έδωσε την γνωστική ικανότητα ο Πανάγαθος;).

Πρόκειται ξεκάθαρα για μέθοδο τρομοκράτησης που θέλει να υποτάξει όλους στην ενοχή. Δεν είναι τυχαίο πως ένα από τα βασικά ρητά των χριστιανών προπαγανδιστών είναι το «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Initio sapientiae, timor Domini). Άλλο ένα doublethink, που σημαίνει το αντίθετο από αυτό που δηλώνει. Όσο οι ερευνητές είχαν τον φόβο του Θεού, δεν κατάφεραν να προωθήσουν τις γνώσεις μας ούτε μία αράδα. Έπρεπε να περάσει ο Μεσαίωνας για να ανοιχτούν οι προοπτικές μίας γνώσης πέρα από το φόβο.

Ωστόσο ο φόβος είναι λέξη κλειδί. Σε αυτόν στηρίζεται όλο το θρησκευτικό ψεύδος. Στο δέος του θανάτου εδράζεται το θρησκευτικό φαινόμενο. Στο δέος που οφείλεται στην άγνοια και – νομοτελειακά – οδηγεί και πάλι σε αυτή. Όχι βέβαια στην σοφία.

Αλλά οι προπαγανδιστές είναι μάστορες στο doublethink. Έτσι και την άγνοια την έβγαλαν πάνω από την γνώση (τους συμφέρει). Θεία άγνοια την είπαν («θείος γνόφος») και ευλογημένη. Πολέμησαν την γνώση όσο κανείς άλλος στην ιστορία. Γιατί η γνώση ελευθερώνει, δίνει δύναμη και ανεξαρτησία. Και η θρησκεία πάνω από όλα μας θέλει δέσμιους, ένοχους και εξαρτημένους.

Όχι μόνο η γνώση – ακόμα και η αλήθεια, αν αντιπαρατεθεί στη πίστη, οφείλει να υποχωρήσει. Είναι πασίγνωστη η φράση που είπε ο Ντοστογιέφσκι το 1850: «Αν κάποιος μου έδινε την απόδειξη πως ο Χριστός είναι έξω από την αλήθεια και πράγματι ήταν γεγονός ότι η αλήθεια είναι εκτός Χριστού, εγώ θα έμενα με τον Χριστό και όχι με την αλήθεια». Από ένα μέγιστο ποιητή – μία επώδυνη δήλωση σκοταδισμού…

Προς μεγάλη δόξα των προπαγανδιστών, οι περισσότεροι άνθρωποι εκχωρούν την κρίση, την αυτονομία, την ελευθερία τους και παραμένουν όλοι τους την ζωή «δούλοι» του Θεού (τι έκφραση!). Σε αντίθεση με τη φράση του Αντρέ Μπρετόν που γράφει (στα 1928): «Πάντοτε στοιχημάτιζα εναντίον του Θεού και θεωρώ το λίγο που κέρδισα σε αυτόν τον κόσμο ως το αποτέλεσμα αυτού του στοιχήματος. Όσο κι ήταν ασήμαντο το διακύβευμα (η ζωή μου) έχω την συνείδηση ότι κέρδισα τα πάντα».

Η κατάσταση στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα δείχνει τον άνθρωπο να χειραφετείται από τους ηγεμόνες, τους βασιλιάδες και τους δικτάτορες που τον ήθελαν σκλάβο ή έστω υπήκοο (δηλαδή υπάκουο). Πριν χίλια χρόνια δεν υπήρχε στο πλανήτη ούτε ένας ελεύθερος άνθρωπος. Κι όσους δεν καταπίεζαν οι ηγεμόνες και οι άρχοντες, τον καταδυνάστευαν ο φόβος και η δεισιδαιμονία. Πριν εκατό χρόνια υπήρχαν μόνο έξη δημοκρατικά κράτη (και χωρίς ψήφο γυναικών). Το 2000 ήταν 117 που κάλυπταν το 54% του παγκόσμιου πληθυσμού. Ατελείς δημοκρατίες πολλές από αυτές, αλλά καλύτερες κι από τις πιο «φωτισμένες» απολυταρχίες.

Ωστόσο, στον τομέα της θρησκείας, οι προπαγανδιστές έχουν κάνει τόσο καλά την δουλειά τους, ώστε η χειραφέτηση να είναι ακόμα στο ξεκίνημα. Οι άνθρωποι, που δεν υποκύπτουν στην θρησκευτική προπαγάνδα, είναι μειοψηφίες και στα πιο προηγμένα κράτη. Οι πλειοψηφίες δεν πολυπιστεύουν μεν, ούτε ασκούν ενεργά την θρησκεία, ούτε υπακούουν στις ηθικές εντολές της – αλλά (αχ! ο καταραμένος ο φόβος) κοιτάνε να τα έχουν καλά με το επουράνιο αφεντικό και τους εκπροσώπους του επί γης. (Που ξέρεις τι γίνεται – κι αν υπάρχουν τα καζάνια;).

Οι προπαγανδιστές έχουν μάλιστα καταφέρει να δώσουν μία αρνητική χροιά στην λέξη άθεος. Ακόμα και ο ορθολογιστής, ο άθρησκος, ή ο αγνωστικιστής, ταυτίζονται με τα κακοποιά στοιχεία της αστικής μυθολογίας: τον αναρχικό, τον ανατροπέα, τον ελευθεριάζοντα. Σε τρία αμερικάνικα λεξικά που κοίταξα, στο λήμμα «άθεος» υπάρχει, ως δευτερεύων ορισμός, το «ανήθικος». Αλλά και ο δικός μας λαός μιλάει για αυτόν που «δεν έχει τον Θεό του» εννοώντας άτομο ανήθικο και ικανό για όλα.

Αυτό είναι το άλλο εφεύρημα των προπαγανδιστών: ότι οι μόνες ηθικές αξίες με απόλυτη ισχύ προέρχονται από τον Θεό (δηλαδή τους ερμηνευτές του) και ότι η πίστη είναι προϋπόθεση για μία ηθική ζωή. «Αν δεν υπάρχει Θεός είναι όλα δυνατά», έγραψε ο Ντοστογιέφσκι.

Η θέση αυτή μου θυμίζει τον ισχυρισμό των βασιλοφρόνων ότι μόνον ένας Βασιλιάς μπορεί να είναι εγγυητής του πολιτεύματος. (Και οι Βασιλείς από τον Θεό έπαιρναν την νομιμοποίησή τους – «ελέω Θεού» μονάρχες). Ότι χωρίς Βασιλέα η πολιτική ζωή μετατρέπεται σε αναρχικό χάος.

Θαυμάσια μπορεί να υπάρχει και ηθική και πολιτική τάξη χωρίς Θεϊκή (ή Βασιλική) παρουσία. Οι χειραφετημένοι άνθρωποι είναι σε θέση να θεσπίσουν νόμους και κανόνες με βάση τις αρχές του σεβασμού της ελευθερίας του άλλου. (Να γιατί η Εκκλησία μας και οι θεολόγοι της μισούν τα ανθρώπινα δικαιώματα). Δεν χρειάζονται μύθοι και παραμυθιάσματα για να ζήσουν οι άνθρωποι σωστά μεταξύ τους.

Η θρησκεία έχει τις ρίζες της στον φόβο και την δεισιδαιμονία του πρωτόγονου ανθρώπου. Με την έρευνα και την γνώση οι θεοί άρχισαν να λιγοστεύουν, τα φυσικά φαινόμενα – βροντές, κεραυνοί, εκλείψεις – εξηγήθηκαν και έπαψαν να είναι ένθεα. Κάποια στιγμή μάλιστα ο Ρωμαίος ποιητής Λουκρήτιος, υμνώντας τον δάσκαλό του τον Επίκουρο, δήλωσε ότι religio obteritur (η θρησκεία συνετρίβη). Αξίζει να θυμηθούμε τους στίχους από το De Rerum Natura:

«Όταν η ανθρώπινη ζωή επάνω στην γη κείτονταν συντριμμένη κάτω από το φοβερό βάρος της θρησκείας (opressa gravi sub religione) όταν η θρησκεία έδειχνε το φοβερό της πρόσωπο από τους ουρανούς ψηλά τρομοκρατώντας τους θνητούς, ήταν ένας έλληνας που τόλμησε να σηκώσει τα θνητά του μάτια επάνω της και να της αντισταθεί. Ούτε οι μύθοι περί θεών, ούτε οι κεραυνοί τον τρόμαζαν ούτε ο απειλητικός ψίθυρος των ουρανών…».

Από τότε που ο Λουκρήτιος ανήγγειλε θριαμβευτικά τον θάνατο της θρησκείας, έχουν περάσει δυο χιλιάδες και εβδομήντα χρόνια. Πενήντα πέντε χρόνια μετά τον δικό του θάνατο γεννήθηκε ο ιδρυτής της μεγαλύτερης θρησκείας – και οι εποχές του μεγάλου θρησκευτικού φανατισμού δεν είχαν ακόμα αρχίσει.

Η επιστήμη βέβαια, την οποία υμνούσε ο Λουκρήτιος, άνοιξε ακόμα πιο πολύ τις θύρες της φύσης (naturae portarum claustra cupiret), έλυσε τα περισσότερα μυστήρια που προκαλούσαν δέος και τρόμο, τροφοδοτώντας την δεισιδαιμονία και την πίστη. Αλλά ακόμα μένουν άλυτα πολλά – με πρώτο το πρόβλημα του θανάτου. Και επιπλέον η επιστήμη είναι πάντα ο χώρος των πιθανοτήτων, ενώ ο άνθρωπος χρειάζεται σιγουριά. Η ανάγκη του να ακουμπάει σε βεβαιότητες, να πιστεύει στο απόλυτο, να παρηγορείται με μύθους, παραμένει ίδια εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και οι προπαγανδιστές της πίστης την εκμεταλλεύονται με την ίδια δεξιοτεχνία που οι διαφημιστές εκμεταλλεύονται την ανάγκη του να αρέσει ή να διακρίνεται.

Μετά τον Διαφωτισμό, που ξεκαθάρισε μερικά πράγματα, η ανθρωπότητα δεν προχώρησε σε μία νοητική χειραφέτηση. Για κάποιο διάστημα υποκατέστησε τις θρησκείες με ομοειδείς ιδεολογίες (είχαν κι αυτές δόγμα, προφήτες, ιερατείο και υπόσχεση παραδείσου) αλλά όταν αυτές κατέρρευσαν, οι θρησκείες επανήλθαν δριμύτερες. Μπορεί ο Νίτσε να κήρυξε το θάνατο του Θεού αλλά, έστω και αν ο Θεός έχει πεθάνει, οι θρησκείες ζουν και βασιλεύουν.

Φυσικά οι πραγματικοί πιστοί παραμένουν μικρές (αλλά δυναμικές) μειονότητες – όμως οι μεγάλες μάζες είναι αδρανείς ή και συμπαθούσες μπροστά στην άσκηση της ιδεολογικής και εξουσιαστικής πίεσης των εκκλησιών. Ιδιαίτερα στην χώρα μας όπου η εκκλησία έχει περιβληθεί με άλλον ένα μύθο – ότι είναι το βασικό συστατικό της εθνικής μας ταυτότητας. Το χαρακτηριστικό δείγμα του εθνικού ποιμνίου είναι ο βολεψάκιας μεσο- και μικροαστός, που χωρίς να εκκλησιάζεται συχνά και χωρίς να ασκεί τις χριστιανικές αρετές, παραμένει «πιστός», πρόσωπο αξιοσέβαστο, όσο κι αν καθημερινά παραβιάζει πολλές ηθικές επιταγές. Όπως δείχνουν οι έρευνες, αποτελεί την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού.

Έτσι – με λίγους φανατικούς και πολλούς αδιάφορους, οι θρησκείες επιβιώνουν και πλουτίζουν και καταδυναστεύουν τον άνθρωπο..

Καταδυναστεύουν; Εδώ μπορεί να μου αντιπαρατεθεί ένα βασικό επιχείρημα πολλών μη-πιστών που υπερασπίζονται τις θρησκείες: Ότι με αυτό τον τρόπο οι άνθρωποι νιώθουν ευτυχέστεροι – ή, έστω, λιγότερο δυστυχείς. Πως η πίστη σε κάτι – ακόμα και αναληθές – τους παρηγορεί για τις δυστυχίες του βίου. Ζωτικόν ψεύδος.

Αναρωτιέμαι αν θα χρησιμοποιούσαν το ίδιο επιχείρημα για να υπερασπιστούν τις επίγειες απολυταρχίες… Ας υποθέσουμε ότι οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα στο ψέμα του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν ευτυχέστεροι στην ανελευθερία τους (πράγμα που αμφισβητείται) αποτελεί αυτό δικαιολογία για να παραταθεί το ψέμα;

Αλλά πέρα από όλα αυτά, το επιχείρημα είναι έωλο: οι θρησκείες, που επανήλθαν τόσο δυναμικά τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο δεν συνέβαλαν στην ευτυχία των ανθρώπων, αλλά τους οδηγούν στον όλεθρο. Από την αρχή της ανθρώπινης ιστορίας μέχρι σήμερα, εκατοντάδες εκατομμύρια έχουν σκοτωθεί σε θρησκευτικές διαμάχες και πολέμους. Είναι, βεβαιωμένα, η πρώτη αιτία βίαιου θανάτου στην ιστορία. Και ο πρόξενος άφατης οδύνης σε όλο τον κόσμο – όπως αποκαλύπτει η ανάγνωση της καθημερινής μας εφημερίδας. Ο θρησκευτικός φανατισμός και φονταμενταλισμός (ναι, και ο Μπους φονταμενταλιστής είναι…) αποτελεί το πρώτο μας πρόβλημα σήμερα.

Προσωπικά, ως φιλελεύθερος άνθρωπος, δεν έχω, ούτε μπορώ να έχω, καμία αντίρρηση στο να πιστεύει ο κάθε άνθρωπος ό,τι θέλει, στο να ασκεί ελεύθερα την πίστη του, να λατρεύει όπως θέλει το Θεό του και να ζει σύμφωνα με τις εντολές της θρησκείας του. Φτάνει να μην επιβάλει την πίστη του στους άλλους, και να μην επεμβαίνει θετικά η αρνητικά στη ζωή τους.

Και επίσης ως ελεύθερα σκεπτόμενος άνθρωπος, επιφυλάσσω στον εαυτό μου το δικαίωμα να πάρω την δική μου στάση απέναντι στο (υπαρκτό) μυστήριο του κόσμου. Να μην το οριοθετήσω, να μην του δώσω αυθαίρετα όνομα και υπόσταση, να μην το υποτάξω στην λογική και την εξουσία των προπαγανδιστών. Αρνούμαι να νιώθω ενοχές για πράγματα που δεν έκανα, να δοξολογώ αντί να θρηνώ, να ικετεύω αντί να σκέπτομαι.

Ενώ έγραφα το κείμενο αυτό, φανατικοί ισλαμιστές μπήκαν σε χριστιανικό νοσοκομείο στο Πακιστάν δολοφονώντας νοσοκόμες σε ένα παρεκκλήσιο… Πράγματι, σκέπτομαι, «τα πάντα εν σοφία εποίησεν»…

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο SFrang, όπου γίνεται ο σχολιασμός.