[ΑπΚ] 6ς. Είναι ο Θεός μια “στοιχειώδης” πεποίθηση;

5 Οκτωβρίου 2012

Αρθρογράφος: Ebonmuse
Μετάφραση: Evan T


« Προηγούμενο Άρθρο [6ε]
• Περιεχόμενα Επόμενο άρθρο [6ζ] »

·

[...] η πίστη στον Θεό δεν χρειάζεται καθόλου να βασίζεται σε επιχειρήματα ή αποδείξεις [...] Ο πιστός έχει το πνευματικό δικαίωμα να πιστεύει ό,τι πιστεύει χωρίς να γνωρίζει κάποια καλά επιχειρήματα (έμμεσα ή άμεσα) ακόμα και αν δεν θεωρεί πως υπάρχει κάποιο τέτοιο επιχείρημα και ακόμα και αν πράγματι δεν υπάρχει τέτοιο επιχείρημα [...] Είναι απόλυτα εύλογο να αποδέχεται την πίστη στον Θεό χωρίς να το αποδέχεται βάσει άλλων πεποιθήσεων ή προτάσεων. Με μία λέξη [...] η πίστη στον Θεό είναι “στοιχειώδης”.

Alvin Plantinga, "Is Belief in God Properly Basic?", Nous, Μάρτιος 1981, σελ. 41

Μία ολοκαίνουργια εναλλακτική στα επιχειρήματα υπέρ της ύπαρξης του Θεού που βασίζονται σε στοιχεία είναι η μεταρρυθμισμένη προσέγγιση του φιλοσόφου Alvin Plantinga. Βασισμένος στον υπερβατισμό, ο Plantinga κάνει σαφή διάκριση μεταξύ αυτού που αποκαλεί κλασσικό θεμελιωτισμό, που έχει ως αρχή ότι μια πεποίθηση πρέπει να υπάρχει μόνο όταν στηρίζεται σε αποδείξεις και μόνο ως εκεί όπου τη στηρίζουν οι αποδείξεις, και στη δική του προσέγγιση, που εμφανίζεται περιληπτικά στο παραπάνω απόσπασμα. Ο Plantinga αναφέρει κάποιες δηλώσεις που δεν πιστεύονται βάσει άλλων δηλώσεων, τις οποίες ονομάζει “στοιχειώδεις”, και συνεχίζει ισχυριζόμενος ότι η ύπαρξη του Θεού είναι μια από αυτές, οπότε οι άνθρωποι μπορούν να την πιστεύουν ακόμα και αν δεν υπάρχουν καθόλου αποδεικτικά στοιχεία γι' αυτή.

Η προφανής αντίρρηση εδώ είναι να ρωτήσουμε αν και άλλες δηλώσεις, όπως η ύπαρξη του Βισνού, του Θωρ ή της Μεγάλης Κολοκύθας, ή ακόμα και η μη ύπαρξη του Θεού, θα μπορούσαν να θεωρηθούν αυθαίρετα ως στοιχειώδεις και να μη χρειάζονται αποδείξεις. Ο Plantinga απαντά ότι δεν είναι οποιαδήποτε δήλωση στοιχειώδης, αλλά παραδέχεται πως δεν έχει κριτήριο για να τις διακρίνει. “[...] η μεταρρυθμισμένη επιστημολογία όχι μόνο απορρίπτει τέτοια κριτήρια για το αν μια πεποίθηση είναι στοιχειώδης, αλλά δεν φαίνεται να βιάζεται να παράξει αυτό που θεωρεί καλύτερο υποκατάστατο” (σελ. 48). Αντ' αυτού θεωρεί πως η κατηγοριοποίηση θα πρέπει να γίνεται αναλογικά, συγκρίνοντας την πεποίθηση με άλλα παραδείγματα τα οποία όλοι συμφωνούν ότι είναι στοιχειώδη. Όταν ήρθε αντιμέτωπος με μια θύελλα αντιρρήσεων ότι ποτέ δεν πρόκειται να συμφωνήσουν από κοινού άθεοι και ένθεοι σε κοινά αποδεκτά παραδείγματα (ή ακόμα και οι ίδιοι Χριστιανοί μεταξύ τους), ο Plantinga σήκωσε μεταφορικά τα χέρια του ψηλά και δήλωσε πως οι Χριστιανοί δεν έχουν υποχρέωση να δικαιολογούν τις πεποιθήσεις τους σε τρίτους. “Θα πρέπει τα κριτήριά μου, ή αυτά των άλλων χριστιανικών κοινοτήτων, να προσαρμόζονται στα δικά τους παραδείγματα; Σίγουρα όχι. Η χριστιανική κοινότητα είναι υπόλογη στα δικά της παραδείγματα, όχι στα δικά τους” (σελ. 50).

Ο Plantinga καταλήγει μέχρι και να πει πως η ύπαρξη του Θεού είναι στοιχειώδης επειδή ο Θεός υπάρχει, ενώ η ύπαρξη της Μεγάλης Κολοκύθας δεν είναι στοιχειώδης επειδή δεν υπάρχει τέτοιο ον. “[...] η μεταρρυθμισμένη επιστημολογία μπορεί να συμφωνεί με τον Καλβίνο όσον αφορά ότι ο Θεός έχει εμφυτεύσει σε όλους μας τη φυσική τάση να βλέπουμε το χέρι του στον κόσμο γύρω μας· το ίδιο δεν ισχύει με τη Μεγάλη Κολοκύθα. Δεν υπάρχει το ον Μεγάλη Κολοκύθα και δεν υπάρχει φυσική τάση να δεχόμαστε πεποιθήσεις για τη Μεγάλη Κολοκύθα” (σελ. 51). Αυτό είναι το άκρον άωτον της κυκλικότητας. Εν τέλει καταλήγει ότι όντα όπως η Μεγάλη Κολοκύθα είναι παραδείγματα “παράλογων στοιχειωδών πεποιθήσεων” (σελ. 51). Γιατί να το δεχτούμε αυτό; Ως στοιχειώδη πεποίθηση ο ίδιος ο Plantinga ορίζει μία πεποίθηση που δεν βασίζεται σε άλλες πεποιθήσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν και την πεποίθηση ότι κάτι είναι εύλογο και την πεποίθηση ότι πρέπει να πιστεύουμε σε λογικά πράγματα. Αν κάποιος δηλώσει πως μια πεποίθηση είναι στοιχειώδης, δεν θα έπρεπε να έχει διαφορά αν είναι λογική ή όχι. Αν ο Plantinga διαφωνήσει, τότε εγκαταλείπει τον ίδιο του τον ορισμό.

Το κριτήριο για το αν μια πεποίθηση είναι στοιχειώδης είναι τραγικά μπερδεμένο. Ουσιαστικά καταλήγει στη δήλωση πως κάποιες προτάσεις θα πρέπει να τις δεχόμαστε χωρίς στοιχεία επειδή έτσι λέει ο Plantinga. Και μπορούμε να πιστέψουμε μόνο αυτές τις προτάσεις χωρίς στοιχεία και όχι άλλες, επειδή μας το λέει αυτός. Δεν είναι αυτό σοβαρό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού.

Υπάρχουν τελικά στοιχειώδεις πεποιθήσεις; Ένας άθεος σίγουρα θα το δεχόταν αυτό. Ωστόσο οι στοιχειώδεις πεποιθήσεις δεν μπορούν να αφορούν εμπειρικές αλήθειες· αυτή η γνώση πρέπει να στηρίζεται σε αποδείξεις, και πάντα είναι υπό αίρεση. Αντ' αυτού εγώ θεωρώ πως οι στοιχειώδεις πεποιθήσεις είναι τριών κατηγοριών: αξιώματα που είναι αληθή εξ ορισμού στο σύστημα στο οποίο ανήκουν, άμεσες νοητικές εμπειρίες, και πεποιθήσεις που χρειάζονται για να κατανοήσουμε τα στοιχεία που βρίσκουμε. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα μαθηματικά και λογικά αξιώματα (π.χ. δεν χρειάζεται να αποδείξουμε πως 1+1=2, και η διαζευκτική σύνδεση μιας αληθούς και μιας ψευδούς δήλωσης είναι αληθής). Ωστόσο, αν επιχειρηθεί να επεκταθούν αυτά τα αξιώματα σε αντικείμενα και σχέσεις στον πραγματικό κόσμο και να πάψουν να είναι απλά αφηρημένες έννοιες, θα πρέπει να αποδεικνύονται.

Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από πεποιθήσεις για τη νοητική κατάσταση του ατόμου και συμπεριλαμβάνει συναισθήματα και άμεσα ερεθίσματα των αισθήσεων. Παρόλο που κάποιος μπορεί να κάνει λάθος για την αιτία κάποιας νοητικής κατάστασης, ή για το αν αντιστοιχεί σε κάτι υπαρκτό στον εξωτερικό κόσμο, δεν μπορεί να κάνει λάθος για την ίδια τη νοητική κατάσταση. Και ο ίδιος ο Plantinga το αναφέρει αυτό στην εργασία του. Αν νιώσω πόνο στο δεξί μου γόνατο, μπορεί να κάνω λάθος για την αιτία για την οποία πονάω λόγω ελλιπών ή εσφαλμένων στοιχείων, αλλά δεν μπορεί να κάνω λάθος για την απλή εμπειρία του πόνου.

Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει θέσεις όπως, για παράδειγμα, την αποτελεσματικότητα της γενίκευσης ως μεθόδου κατανόησης του κόσμου, το ότι η επιστημονική μέθοδος είναι αξιόπιστος τρόπος απόκτησης γνώσης ή και την ύπαρξη γνώσιμων νόμων της φύσης. Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να αποδειχθεί από στοιχεία, αφού πρόκειται για ανώτερης τάξης θέσεις για τα ίδια τα στοιχεία, αλλά το να τις εγκαταλείψουμε θα σήμαινε ότι θα χανόμασταν στην ομίχλη της αβεβαιότητας, αφού είναι ο μόνος τρόπος για να αποφασίσουμε αν κάτι είναι αντικειμενικά αληθές ή ψευδές. Άρα δεν έχουμε και πολλές επιλογές από το να συνεχίσουμε να τις πιστεύουμε, αν και μπορώ να πω πως έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά αξιόπιστες μέχρι τώρα.

Ωστόσο η ύπαρξη του Θεού δεν ανήκει σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Ο Θεός δεν είναι ένα ον που υπάρχει εξ ορισμού (όπως προσπαθεί αποτυχημένα να αποδείξει το οντολογικό επιχείρημα), δεν είναι απλή νοητική κατάσταση, και η ύπαρξή του δεν βασίζεται στο νου (ή τουλάχιστον όχι σύμφωνα με τους περισσότερους ένθεους), ούτε και η ύπαρξη του Θεού απαιτείται για να κατανοήσουμε τον κόσμο (όπως προσπαθεί να αποδείξει το υπερβατικό επιχείρημα). Συνεπώς μπορούμε με ασφάλεια να συμπεράνουμε πως η ύπαρξη του Θεού δεν είναι μια στοιχειώδης πεποίθηση, αλλά μια εμπειρική πρόταση για τον εξωτερικό κόσμο, και μπορεί να στηριχθεί μόνο με στοιχεία, και όχι μια απλή δήλωση.

Συνέχεια...


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.