Πού γίνεται ο σχολιασμός;
Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
Με στόχο μια μεταθρησκευτική κοινωνία
Κάθε εκτύπωση ή ανατύπωση του παρόντος πρέπει να φέρει το όνομα του συγγραφέα. Η αναγραφή του συγγραφέα αποτελεί στοιχειώδη αναγνώριση της προσπάθειας.
| « Περί αθεΐας ΙΙ |
Σήμερα πια παρατηρούμε να ασκείται μια ιδιαίτερη κριτική προς τη θρησκεία — και, όπως τονίστηκε, συνήθως προς το χριστιανισμό για την Ευρώπη και το λεγόμενο Δυτικό Κόσμο. Ωστόσο, αντί να εμφανίζονται μέσα από την κριτική νέες επιστημονικά τεκμηριωμένες αντιλήψεις, πέρα από τη μεταφυσική ανησυχία, που να στηρίζουν μία πρόταση προς μια μεταθρησκευτική κοινωνία, παρατηρούμε ένα σύγχρονο θρησκευτικό συγκρητισμό.
Νέες θρησκείες και λατρείες εμφανίζονται στο προσκήνιο διαφημιζόμενες από αστέρες του καλλιτεχνικού χώρου που αναζητούν εκεί τις δικές τους απαντήσεις στην ιδεαλιστική τους αγωνία. Τα νεοεμφανιζόμενα new age θρησκευτικά μορφώματα διαλαλούν ένα μείγμα θρησκευτικών δοξασιών μέσα από μυστηριακές τελετές για να πλησιάσουν την ολότητα του Είναι, του μοναδικού Όντος που δημιούργησε το σύμπαν. Σήμερα πια το σύμπαν έρχεται μέσα από τα μορφώματα αυτά να αντικαταστήσει τον κόσμο και τον περιούσιο λαό των παλιών θρησκειών.
Κοντά σε αυτούς τους συγκρητιστικούς θρησκευτικούς σχηματισμούς εμφανίζονται πιο οργανωμένες, ως αντίσταση και μέρος του αγώνα της θρησκευτικής ανεξαρτησίας, παλαιότατες παγανιστικές λατρείες και σατανιστικές ομάδες. Ο γράφων σαφώς και διαφωνεί τόσο με τις λατρείες όσο και με τις θρησκείες, αναγνωρίζοντας βέβαια το δικαίωμα στο θρήσκευμα. Ο σύγχρονος σατανισμός είναι πια μία θρησκεία με όλα τα χαρακτηριστικά του μισητού εχθρού της, όπως τείνουν να μετατραπούν και οι αρχαίες παγανιστικές λατρείες (λεγόμενοι δωδεκαθεϊστές, νεοκέλτες κ.λπ.).
Ο σύγχρονος προβληματισμός για τις θρησκείες στρέφει, λοιπόν, τον κόσμο σε άλλες αντιλήψεις. Έτσι όμως, αντί να στέκουν στις κλασσικές λατρείες, αλλάζουν δογματισμό — ίσως πιο δημοκρατικό, οπωσδήποτε όμως καθόλου ορθολογικό. Και σε όλο αυτό το θρησκευτικό συνονθύλευμα έρχονται να προστεθούν και διδασκόμενες σε σχολεία αντιλήψεις αστροφυσικών ή άλλων επιστημόνων που αναζητούν το δικό τους Είναι στο σύμπαν και άλλων που αρχίζουν να αποδίδουν μεταφυσικές ιδιότητες στο διάστημα εκλαμβάνοντάς το σαν Ον.
Για πάρα πολύν καιρό ο άθεος λειτουργούσε σε αντιδιαστολή προς τον ιερέα, σημείο προς σημείο. Η ιστορία της αθεολογίας αποδεικνύει πως οι πρώτοι αρνητές έρχονταν σε σύγκρουση προς το θείο μελετώντας τα ίδια τα χριστιανικά κείμενα, σημείο προς σημείο. Έτσι έφτασαν στο ιδιόρρυθμο σημείο της χριστιανικής αθεΐας. Κατά τον Μισέλ Ονφρέ, ο αρνητής του Θεού, γοητευμένος από τον εχθρό του, δανείστηκε από εκείνον πολλές μανίες και λόξες του.
Ωστόσο, η άρνηση του Θεού δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά ένα μέσο για να οδηγηθεί η κοινωνία μας σε μία μεταχριστιανική ηθική. Ο γνωστός χριστιανικός αθεϊσμός είναι ένας χριστιανισμός χωρίς θεό — μια περίεργη χίμαιρα. Σήμερα, συχνότατα παρατηρούμε συμπολίτες μας να αρνούνται το θεϊσμό, άμεσα στρεφόμενοι κατά του χριστιανισμού και προσπαθώντας να φτάσουν στην αποδόμηση της πρώτης πληθυσμιακά θρησκείας. Μα τούτο αποτελεί απλά ένα πρώτο μέσο προκειμένου να οδηγηθούμε στη μεταθρησκευτική κοινωνική ηθική. Συχνά ακούμε να διατρανώνονται θέσεις αθεϊστικές και αντιχριστιανικές, που όμως στηρίζονται στο ίδιο αξιακό και ηθικό θρησκευτικό σύστημα. Ένα περίεργο συνονθύλευμα χριστιανικής –ή άλλης θρησκευτικής, ανάλογα με την περιοχή και το άτομο– ηθικής διαποτίζει πολλούς άθεους. Σκέφτονται με το χριστιανικό τρόπο, έχουν μία θρησκευτική ηθική λειτουργία, αλλά διαφωνούν με την ύπαρξη του Γιαχβέ χωρίς καν να είναι υλιστές.
Στη μεταχριστιανική εποχή όμως τη σκυτάλη από τη θρησκευτική ηθική λαμβάνει η φιλοσοφία. Μπορεί φυσικά πολλές ηθικές αρχές να μένουν ίδιες και να στηρίζονται στον ανθρωπισμό. Ωστόσο, η σημερινή εποχή ξεπέρασε κατά πολύ το ίδιο αυτό θρησκευτικό φιλοσοφικό σύστημα. Οι αθεϊστικές αρχές στηρίζονται στη λογική της επιστήμης, της δημοκρατίας και του σεβασμού των άλλων, όχι στο φόβο μίας κόλασης. Οι μεταχριστιανικές αρχές απορρέουν από κοινωνικά ωφέλιμες δυνάμεις που σέβονται τη μειοψηφία και δεν την οικτίρουν, ούτε στηρίζουν την ψευτοσωτηρία στην ελεημοσύνη, αλλά στην αρωγή της πολιτείας και των πολιτών.
Κάθε μορφή όμως θεοκρατίας –που παραπέμπει στο μοντέλο ενός φανταστικού χρόνου, εκτός χώρου– στοχεύει στην αναπαραγωγή του εννοιολογικού αρχετύπου στο χρόνο μιας απτής ιστορίας και τη γεωγραφία του ενυπάρχοντας χώρου. Διότι τα σχέδια της Πολιτείας των ανθρώπων είναι αρχειοθετημένα βάσει της Πολιτείας του θεού. Αντίθετα, η Δημοκρατία ζει από κινήσεις, αλλαγές συμβατικές, διαλεκτικά παιχνίδια, ρευστούς χρόνους, διαρκείς δυνάμεις. Δημιουργείται, ζει, αλλάζει, μεταμορφώνεται, οικοδομείται. Καταφεύγει στη χρήση της λογικής, στο διάλογο των ενδιαφερομένων μερών. Η θεοκρατία λειτουργεί αντίστροφα· είναι ο πιο επίφοβος εχθρός της δημοκρατίας (πριν το Γαλλικό 1789, πριν το 1978 στο Ιράν, πριν το 2001 στις ΗΠΑ, πριν το 1974 στην Ελλάδα).
Η μεταχριστιανική εποχή μπορεί να οικοδομηθεί μόνο αφήνοντας όλες τις δοξασίες κατά μέρος. Η αποθρησκευτικοποίηση της κοινωνίας δεν περνάει μέσα από μικρές και ανώδυνες αλλαγές (πολιτικός γάμος, πολιτικός όρκος ή κηδεία, γάμος ομοφυλόφιλων ζευγαριών, άμβλωση, διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους κ.λπ.). Χρειάζεται δουλειά φιλοσοφική σε κατεύθυνση υλιστική, τόσο στην Επιστήμη όσο και στην εκπαίδευση, με βάση τη Λογική και τον Ορθολογισμό. Αν στραφούμε απλά και μόνο ενάντια στην Εκκλησία, θα αλλοιώσουμε τη χριστιανική φύση της κοινωνίας, ενώ ο κόσμος θα στραφεί στη λατρεία ενός άλλου Είναι (παγανισμός, θρησκευτικός συγκρητισμός), ενός Υπέρλαμπρου –και πάλι ουράνιου– Όντος.
Κάναμε φανερό ότι η σημερινή κοσμική σκέψη είναι ίδια με τη θρησκευτική. Εξάλλου, σε πρώτη όψη οι βασικές αρχές μοιάζουν ίδιες (απαγόρευση φόνων, υποταγή στην εξουσία και τους νόμους, υποβιβασμός του σώματος και των απολαύσεών του προς όφελος του πνεύματος, εθνικισμός –που ομοιάζει με τον κάθε περιούσιο λαό–, στήριξη της χειρωνακτικής εργασίας, της οικογένειας, της –κάθε έννοιας– πατρίδας). Παρά τη διαφορετική διατύπωση –πιο σκεπτικιστική, πιο ορθολογική, πιο επιστημονική– η ηθική παραμένει η ίδια· απλά αλλάζει μορφή, όχι όμως ουσία. Μιλάμε, ερωτευόμαστε, τρώμε, γιορτάζουμε ως πιστοί· ο άθεος δικαιολογεί τις ενέργειές του βάσει των θρησκευτικών κανόνων της κοινωνίας. Η θεοποίηση πια μετατοπίζεται σε κάτι πιο υλικό, σε πρόσωπα υπαρκτά (μέσω των ΜΜΕ)· η λατρεία του αλλοτινού θεού έρχεται στη γη και όχι στον ουρανό. Έτσι όμως δεν αλλάζουν οι συνειδήσεις, δεν μαθαίνουν να σκέφτονται και να αναλύουν ορθολογικά τα προβλήματά τους και τον γύρω κόσμο τους.
Το άρθρο αποτελεί μέρος του δοκιμίου Αντιθρησκευτικές αναζητήσεις: δόγμα, λατρεία, ατομοκεντρισμός, εσχατολογία και έχει δημοσιευτεί σε προγενέστερη μορφή του στο ιστολόγιο Ο δείμος του πολίτη, όπου γίνεται και ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (17)
Κυριάκος Α., 30 ετών, Μηχανολόγος, σε σχέση, Πάτρα.
Γεννήθηκα στην Πάτρα, σε μια περίπου κλασική μικροαστική οικογένεια. Η μητέρα μου τακτική στις θρησκευτικές και πατριωτικές υποχρεώσεις, ο πατέρας μου αδιάφορος και για τα δύο. Επειδή ο πατέρας μου έλειπε συνέχεια από το σπίτι για δουλειές, η μητέρα μου, όπως είναι φυσικό, είχε αναλάβει τη διαπαιδαγώγησή μας (τη δική μου και του μικρότερου αδερφού μου), η οποία, όπως καταλαβαίνετε ήταν μέσα στα χριστιανικά πρότυπα (κυριακάτικος εκκλησιασμός, νηστείες, προσευχές, βίοι αγίων αντί παραμύθια κ.τ.λ.).
Παρόλη την αυστηρή θρησκευτική αγωγή της μητέρας μου, η σχέση μου με τη θρησκεία δεν ήταν και τόσο θερμή στην παιδική ηλικία, ήταν περισσότερο εθιμοτυπική. Ο λόγος; Το πάθος μου για τα ιστορικά και επιστημονικά βιβλία. Οι γονείς μου, προκειμένου να γλιτώσουν από τις συνεχείς απορίες μου, με είχαν μάθει να διαβάζω από την προσχολική μου ηλικία, έτσι ώστε να παίρνω τις απαντήσεις μόνος μου, οπότε, ενώ όλα τα αγόρια έπαιζαν μπάλα, εγώ διάβαζα ατελείωτες ώρες.
Ο θαυμασμός μου για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και ιδιαίτερα για την ελληνική μυθολογία, με τους ήρωες και τις περιπέτειές τους, μου δημιούργησε μια γενικότερη αποστροφή προς τους αγίους και τους προφήτες της εκκλησίας. Με ενθουσίαζε περισσότερο το θάρρος και η γενναιότητα του Θησέα παρά ο βίος ενός ερημίτη.
Τα πράγματα άλλαξαν όταν πήγα στην έκτη δημοτικού. Εκείνη τη χρονιά είχε διοριστεί στο σχολείο μου ένας δάσκαλος ο οποίος ήταν ιερέας. Αυτός, αντί να μας μάθει γράμματα, άρχισε να κάνει προσηλυτισμό. Βασικό μάθημα έγιναν τα θρησκευτικά, όλα τα μαθαίναμε από εκεί, ορθογραφία, ιστορία, γραμματική, ακόμη και γεωγραφία. Τα υπόλοιπα βιβλία ήταν άχρηστα, μας έλεγε! Σιγά σιγά άρχισε να καταργεί και το μάθημα της γυμναστικής, τη χαρά του κάθε παιδιού, αντί αυτού μας πήγαινε στη διπλανή εκκλησία και μας έκανε κατήχηση!
Ανήσυχο πνεύμα εγώ, άρχισα να αντιδρώ σε όλο αυτόν το παραλογισμό, όποτε άρχισαν οι τιμωρίες και οι εκφοβισμοί, σταδιακά άρχισε και η περιθωριοποίησή μου στην τάξη, αφού είχε καταφέρει να πείσει τους συμμαθητές μου ότι είμαι έργο του διαβόλου. Μόλις τα έμαθε όλα αυτά η μητέρα μου τρελάθηκε, «τι θα πει ο κόσμος, τι θα πουν οι συγγενείς μου, ότι έχω παιδί που δεν πιστεύει στον Χριστό και τους παπάδες;» έλεγε. Έτσι, αντί να με υποστηρίξει, πήρε το μέρος του ιερέα, ενθαρρύνοντάς τον να με τιμωρεί με την πρώτη ευκαιρία.
Τι να κάνω και εγώ, τιμωρίες στο σχολείο, τιμωρίες στο σπίτι, οπότε για να γλιτώσω, άρχισα να υποχωρώ και να προσηλυτίζομαι σιγά σιγά στην πίστη του Χριστού. Το αποτέλεσμα, μέσα σε λίγα χρόνια έγινα ένας φανατικός χριστιανός, τα βιβλία θεολογίας και βυζαντινής ιστορίας αντικατέστησαν αυτά της επιστήμης και της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, οι μη χριστιανοί ορθόδοξοι και οι άθεοι έγιναν εχθροί μου (πάλι καλά που συνέχισα να ακούω rock/metal).
Τα χρόνια περνούσαν, τελείωσα το σχολείο, πέρασα στη σχολή και ξαφνικά τρώω το πρώτο χαστούκι περί θρησκείας! Μια μέρα, καθώς συζητούσα με κάποιους συμφοιτητές μου οι οποίοι ήταν άθεοι, πιάσαμε το θέμα περί θρησκείας. Μου έκανε εντύπωση πως είχαν άπειρα επιχειρήματα ενάντια στην θρησκεία, ενώ εγώ τίποτα για να την υπερασπίσω, οπότε τουμπεκί εγώ! Μην μπορώντας να το αντέξω αυτό, άρχισα να διαβάζω την αγία γραφή για πρώτη φορά, ώστε να βρω επιχειρήματα για να κερδίσω τη ρεβάνς.
Με την ανάγνωσή της όμως έπαθα ένα μεγάλο πολιτιστικό σοκ. Αντί για επιχειρήματα βρήκα παραλογισμό, αντιφάσεις, βία, μίσος, υποκρισία, μη φυσικά γεγονότα, πτωματολατρεία, αιμομιξία και ό,τι πιο χυδαίο υπάρχει στον κόσμο. Ακόμη, θυμάμαι το πόσο θύμωσα με τον εαυτό μου, που τόσον καιρό είχα πιστέψει όλα αυτά τα ψεύδη, προσφέροντας ένα μίνι μεσαίωνα στην ζωή μου.
Μετά δεν ήθελα και πολύ, κάτι η ανάγνωση της αγίας γραφής, κάτι το rock/metal, κάτι το αναγεννημένο πάθος μου για την αρχαιότητα και την επιστήμη, και αποχαιρέτησα για πάντα τη θρησκεία. Δεν ξέρω πως έχουν νιώσει οι υπόλοιποι άθεοι όταν αποχαιρέτησαν τη θρησκεία τους, αλλά εγώ ένιωσα ότι ξαναγεννήθηκα, άκουγα χωρίς ενοχές πια την αγαπημένη μου μουσική, απέβαλα όλες τις φοβίες μου, άρχισα να σκέφτομαι πιο λογικά και να ανακαλύπτω νέα πράγματα. Ένιωσα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ και έτοιμος για νέες αναζητήσεις.
Αυτή η εξέλιξη όμως είχε και την άλλη της πλευρά, την άσχημη, η οποία δεν μπορώ να πω ότι με έχει επηρεάσει. Είχε να κάνει με τον κοινωνικό περίγυρό μου, οι μέχρι τότε φίλοι μου μόλις έμαθαν ότι είμαι άθεος άρχισαν να απομακρύνονται, η μητέρα μου και το σόι της άρχισαν να θεωρούν ότι τρελάθηκα και τα κορίτσια το έβαζαν στα πόδια.
Μόνο στους διάφορους χώρους εργασίας δεν αντιμετώπισα προβλήματα, είχα την τύχη να έχω άθεους εργοδότες, όμως αυτή τη φορά ήμουν τόσο αποφασισμένος που κανένας πια δεν θα μου άλλαζε τις επιλογές μου, κανένας πια δεν θα μπορούσε να με πείσει για το καλό της θρησκείας. Βρήκα νέους φίλους και την καλύτερη σύντροφο που μου έτυχε ποτέ. Εγώ και αυτή έχουμε αποφασίσει να παντρευτούμε με πολιτικό γάμο και να μην βαπτίσουμε τα παιδιά μας.
Τα τελευταία επτά χρόνια που είμαι άθεος υποστηρίζω ανοιχτά την αθεΐα σε όποια ευκαιρία μου δοθεί, και χαίρομαι ιδιαίτερα όταν αποστομώνω διάφορους θρησκόληπτους και ιερείς.
Κλείνοντας, θα ήθελα να συμβουλεύσω όλους όσους αμφισβητούν ή έχουν αρχίσει να αμφισβητούν τη θρησκεία τους και στρέφονται στην αθεΐα, να μην υποχωρήσουν ποτέ και να μη φοβηθούν ποτέ τη μοναξιά που ίσως φέρει αυτή τους η κίνηση, γιατί υπάρχουν πολλοί σαν αυτούς γύρω τους!
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (16)
Μαρίνος Π., Καθηγητής Φυσικής, Αθήνα.
Κατάγομαι από επαρχιακή πόλη της Ελλάδας. Οι γονείς μου ήταν και οι δύο αρκετά θρησκευόμενοι και, ήδη από τα πολύ μικρά χρόνια, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, προσπάθησαν να μου εμφυσήσουν/επιβάλουν την πίστη στο χριστιανικό θεό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την αντίδραση της μητέρας μου σε περιπτώσεις που «παρέβαινα» κάποιον από τους χριστιανικούς κανόνες, ακόμα κι αν αφορούσε συμπεριφορές χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες, όπως η μη τήρηση νηστείας ή η αποφυγή κυριακάτικου εκκλησιασμού.
Συγχρόνως, ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, φρόντιζαν να με πηγαίνουν σχετικά συχνά σε εξομολόγο. Μεγάλη διάδοση στο σπίτι είχαν τα θρησκευτικού χαρακτήρα αναγνώσματα και οι αντίστοιχες αφηγήσεις. Βέβαια, είχα ευτυχώς την τύχη να έχω πρόσβαση και σε άλλα, όπως επιστημονικά βιβλία για παιδιά ή βιβλία μυθολογίας. Μέχρι, όμως, την Τρίτη Δημοτικού δεν είχα διαμορφώσει ακόμα (προφανώς) μια σαφή θρησκευτική ταυτότητα.
Στην Τετάρτη Δημοτικού πέθανε η γιαγιά μου, και τότε άρχισε να μου αποκαλύπτει η μητέρα μου περιστατικά, για τα οποία δε μου είχε ξαναμιλήσει ποτέ πριν. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται αρκετά δύσκολα προσωπικά και συζυγικά προβλήματα. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών απευθύνονταν σε άγαμο καλόγερο, προκειμένου να τους συμβουλέψει. Οι συμβουλές του περιλάμβαναν εντολές του τύπου «νηστεία, προσευχές, μετάνοιες» κ.τ.λ.
Αναρωτιέμαι ακόμα και σήμερα αν ένας άνθρωπος που, πιθανότατα, δεν είχε ποτέ ερωτική σχέση στη ζωή του, θα μπορούσε ποτέ να συμβουλέψει ένα ζευγάρι για συζυγικά προβλήματα. Πάντως, από την περίοδο αυτή και μετά άρχισα να αφοσιώνομαι στη συστηματική μελέτη χριστιανικών βιβλίων (βίοι αγίων, θαύματα, συμβουλές, θεολογικά κ.τ.λ.) και στην προσπάθεια τήρησης των κανόνων της εκκλησίας, πράγμα που μου έδινε μια «ελιτίστικη» νοοτροπία («εμείς οι χριστιανοί»), αλλά και με απομόνωνε από τα υπόλοιπα παιδιά στο σχολείο ή και από άλλους κοντινούς ανθρώπους (βλ. μια θεία μου που κατηγορούσα ως «σατανίστρια» επειδή της άρεσε να «λέει τα χαρτιά» με τις φίλες της).
Όλη η ζωή περιστρεφόταν γύρω από την πίστη και το πώς θα γίνουμε καλύτεροι σε αυτή ώστε να κερδίσουμε τον παράδεισο και την αιώνια ζωή. Συγχρόνως, άρχισε να αναπτύσσεται μέσα μου ένα σύμπλεγμα ενοχών για κάθε πράξη που δεν είναι αρεστή στο θεό-πατέρα και που μπορεί να επισύρει τη δίκαιη οργή του. Για παράδειγμα, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που ο μερακλής ο μακαρίτης ο παππούς μου έψηνε παϊδάκια μια Παρασκευή (μέρα νηστείας) και η μάνα μου μας απαγόρευσε κατηγορηματικά να πάμε, αλλά παρόλα αυτά πήγαμε και φάγαμε. Το βράδυ ονειρεύτηκα τον άγιο Δημήτριο να βγαίνει μέσα από την εικόνα και να με κατηγορεί για αυτό που είχα κάνει, λέγοντας ότι δεν πρόκειται να συγχωρεθεί.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα έφτασα στο Γυμνάσιο και συγχρόνως άρχισα να μπαίνω στην εφηβεία. Την περίοδο εκείνη άρχισα να μυούμαι στον εθνικιστικό χώρο, ο οποίος φυσικά σε πολλές περιπτώσεις συμπλέει με την ακραία θρησκοληψία. Αποτέλεσμα των επαφών μου με αυτό το «χώρο» ήταν το να διαβάζω διάφορους συγγραφείς, ειδικούς, υποτίθεται, σε θέματα ιστορίας και πολιτισμού (αλλά και αστρονομίας, γεωγραφίας, λογοτεχνίας, μαθηματικών, γλωσσολογίας, φυσικής, χημείας, αρχιτεκτονικής και κάθε άλλου τομέα του επιστητού).
Κάποιοι από αυτούς, οι αρχαιολάτρες κυρίως, ασκούσαν κριτική στη χριστιανική θρησκεία και σε όσα έχει προκαλέσει στον ελληνισμό. Με αφορμή αυτό άρχισα να διαβάζω την Παλαιά Διαθήκη, η οποία αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις έναν απλό απόηχο του εβραϊκού «εθνικισμού» (ο όρος σε εισαγωγικά, καθώς δεν υφίστατο στην εποχή του χαλκού). Στην παλαιά διαθήκη μπορείς να βρεις πλήθος μηνύματα μίσους για άλλους λαούς, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων.
Άρχισα, λοιπόν, να απορρίπτω την Παλαιά Διαθήκη ως μη θεόπνευστη και ως οπισθοδρομική, και να αντιμετωπίζω μόνο την καινή ως άξια λατρείας. Με άλλα λόγια, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, ένας χώρος που ιδεολογικά πάει «χέρι-χέρι» με την εκκλησία αποτέλεσε πρώτη αφορμή για να αρχίσω να απομακρύνομαι από αυτήν.
Συγχρόνως, την εποχή εκείνη, άρχισε να αναπτύσσεται και η σεξουαλική μου ταυτότητα, με έντονες ορμές για εξερεύνηση αυτού του άγνωστου, ως τότε, κόσμου. Οι σχετικές απαγορεύσεις της χριστιανικής θρησκείας με οδηγούσαν σε αδιέξοδο: από τη μία θέλω να εξερευνήσω αυτόν τον κόσμο που η ίδια η φύση μου μού παρουσιάζει και, από την άλλη, ο θεός που μας έφτιαξε μας απαγορεύει την οποιαδήποτε ικανοποίηση των σεξουαλικών ορέξεων. Μάλιστα, για τους μη γιγνώσκοντες, η ίδια η σεξουαλική φαντασίωση αποτελεί πορνεία και αμαρτία, σύμφωνα με τον Ιησού (βλ. κατά Ματθαίον, 5, 27-28).
Την περίοδο αυτήν ήρθα σε επαφή με ένα νεαρό αρχιμανδρίτη που εκείνη την περίοδο μου ασκούσε γοητεία η προσπάθειά του να βάλει τους ανθρώπους της ενορίας μας στο σωστό δρόμο. Αυτός, λοιπόν, ήθελα να γίνει πνευματικός μου οδηγός. Για πολύν καιρό, βέβαια, έβλεπα πράγματα με τα οποία διαφωνούσα έντονα, αλλά εθελοτυφλούσα, πιστεύοντας ότι πρόκειται για φωτισμένο άνθρωπο που θα με βοηθήσει να μπω στο δρόμο του θεού.
Η επαφή μαζί του κράτησε περίπου δύο χρόνια. Από ένα σημείο και μετά, βασικός του στόχος ήταν να με βοηθήσει να σταματήσω να αυνανίζομαι, καθώς πρόκειται για σημαντική αμαρτία. Μάλιστα, με είχε συμβουλέψει αν μου έρχεται η επιθυμία έντονα κάποιες φορές, να ανάβω ένα τσιγάρο και να το σβήνω πάνω στο χέρι μου (!!!!!!!!) ώστε να περιορίσω την επιθυμία. Η «υποταγή» στην καθοδήγησή του κράτησε περίπου δύο χρόνια.
Είχα ήδη αρχίσει να αμφισβητώ τη χριστιανική θρησκεία συνολικά. Είχα διαβάσει αρκετές φορές την Καινή Διαθήκη, αλλά έβλεπα ότι δεν ικανοποιούσε τις ανησυχίες μου. Είχα αρχίσει ήδη να έρχομαι σε επαφή με τα έργα του Νίκου Καζαντζάκη, κυρίως, αλλά και άλλων συγγραφέων που κράτησαν μια επικριτική στάση απέναντι στο χριστιανισμό. Ο Καζαντζάκης είχε ταράξει τον ψυχικό μου κόσμο, που, κλεισμένος στο μαντρί του Χριστούλη, είχε αρχίσει να αδρανεί, περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία.
Έβαλε σε προβληματισμό όλη μου τη σκέψη, με έκανε να θέτω ερωτήσεις αντί να αναμασώ απαντήσεις άλλων. Ακόμα, με έκανε να ξεπεράσω το στενόμυαλο εθνικισμό που περιόριζε τη σκέψη μου, και να βλέπω το δράμα και τον αγώνα του ανθρώπου συνολικά και παγκόσμια.
Βέβαια, η αντίδραση του ιερέως του θεού αλλά και του περιβάλλοντός μου, απέναντι στα αναγνώσματά μου, ήταν η ανησυχία για τους άθεους και αφορισμένους που διαβάζω, που θα με παρασύρουν μακριά από το Χριστούλη. Κομβικό σημείο ήταν μια μέρα που, από ό,τι αποδείχθηκε, ήταν η τελευταία στην εκκλησία. Μετά τη λειτουργία, ο ιερεύς μου είπε ότι με θέλει για δουλειές και να καθίσω λίγο ακόμα. Εγώ περίμενα να ξεκινήσουμε να έχουμε πνευματική συζήτηση αλλά αυτός με πήγαινε για ψώνια σε διάφορα μαγαζιά, προκειμένου να τον βοηθήσω με το κουβάλημα των όσων θα ψώνιζε.
Η αλήθεια είναι ότι είχε ψωνίσει αρκετά πράγματα, υπερβολικά πολλά και πολυτελή, ειδικά για έναν άνθρωπο που δεν έχει οικογένεια και μένει μόνος του. Και όλα αυτά με λεφτά από το παγκάρι. Η απογοήτευσή μου από το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που είχα διαλέξει ως πνευματικό οδηγό είχε τόσο «υψηλές» ενασχολήσεις με έκανε να μην ξαναπατήσω το πόδι μου στην εκκλησία.
Για πολλούς μήνες ήμουν απογοητευμένος. Αναρωτιόμουν ποια είναι η λύση, ποιος είναι ο δρόμος. Απαρνιόμουν το Χριστό και ξαναγύρναγα σε αυτόν, χωρίς να ξέρω πού να πάω. Ώσπου, μετά από αρκετό καιρό απουσίας από την εκκλησία, αποφάσισα να επισκεφτώ τον παπά.
Συζητάγαμε, με συμβούλεψε να έρχομαι εκκλησία. Μάλιστα, μου έκανε την εξής ερώτηση: «αν κάνεις παιδιά τι θα τα συμβουλέψεις να κάνουν στη ζωή τους;». Του απάντησα ότι θα τα συμβούλευα να είναι δίκαιοι άνθρωποι, να σέβονται τους άλλους, να βοηθάνε τους συνανθρώπους τους, να χαίρονται και να εκτιμάνε τη ζωή τους. «Ναι», μου απάντησε, «αλλά όλα αυτά που λες τα κάνουν και οι άθεοι και οι μασόνοι. Η διαφορά του χριστιανού από το μη χριστιανό είναι ο εκκλησιασμός και η θεία κοινωνία».
Άρα, σκέφτηκα μετά από όλα αυτά, τι σημασία έχει να λες ότι είσαι χριστιανός, αφού μπορεί να υπάρξει ηθική και χωρίς θεό; Ένιωσα το Χριστό να με αποχαιρετά σα νυχτερίδα που διώχνεις μες στη νύχτα. Το κενό ήταν μεγάλο για το επόμενο διάστημα. Αλλά πλέον είχα αποφασίσει ότι επιλέγω να προχωρήσω στο δρόμο μου χωρίς θεούς και δαίμονες. Ο κόσμος που ζούμε έχει τόσα θαύματα να απολαύσουμε και τόσους τρόμους να αντιμετωπίσουμε που δε χρειάζεται να καταφεύγουμε και σε πλάσματα της φαντασίας.
Τα υπόλοιπα χρόνια του Λυκείου είχαν αρκετό ενδιαφέρον. Rock και metal μουσική (οι οποίες, όπως ανέφερε και κάποιος άλλος συμπλογκίτης, εμπεριέχουν αρκετό προβληματισμό για διάφορα θέματα στους στίχους), αλητείες της ηλικίας, διαβάσματα, πανελλήνιες…
Ως φοιτητής είχα την ευκαιρία να γνωρίσω παιδιά, αγόρια και κορίτσια, όχι πολλούς αλλά καλούς, που μπορούσαμε να μοιραστούμε απόψεις, ακόμα κι αν δεν συμφωνούσαμε απόλυτα, να μοιραστούμε σκέψεις, στιγμές, όμορφες και άσχημες, και γενικά να γίνουμε πραγματικοί ΦΙΛΟΙ (αυτή η τόσο υποτιμημένη και χιλιοχρησιμοποιημένη λέξη).
Ήρθε λίγο αργότερα και στη ζωή μου η σύντροφός μου, που αποτελεί ένα πολύ πολύτιμο κομμάτι της ζωής μου… Αυτό στο οποίο θέλω να εστιάσω είναι ότι την «ευτυχία» που για χρόνια κυνήγαγα στο θεό, αυτήν την ευτυχία βρήκα δίπλα σε πολύτιμους ανθρώπους με τους οποίους μοιράζομαι καλά και άσχημα, με τους οποίους μοιράζομαι τη ζωή μου.
Κλείνοντας, έλεγα κάποτε σε ένα γνωστό μου ότι ψάχνοντας το θεό ξεχνάμε πολλές φορές ότι δίπλα είναι κι άλλοι άνθρωποι με τους οποίους μπορούμε να μοιραστούμε τόσα πολλά και να ψάξουμε αυτό που λέμε «ευτυχία». Δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε τέλειοι, αλλά και στην τελική δεν θα ήταν πολύ βαρετό αν ήμασταν; Η τελειότητα, εξάλλου, είναι μια ιδέα που φτιάξαμε για να ξεχνάμε την ατελή, αλλά τόσο γοητευτική συγχρόνως, φύση μας.
Δεν αποκλείω το γεγονός να υπάρχει κάποιος ανώτερος οργανισμός κάπου εκεί έξω, αλλά προσωπικά δεν πιστεύω ότι, αν υπάρχει, είναι παντοδύναμος ώστε να παρέμβει, ή είναι τόσο «καλός» ώστε να ενδιαφέρεται να το κάνει. Μέχρι την ημέρα που θα τον ανακαλύψουμε, ας βλέπουμε τι υπάρχει γύρω και πώς, σε συνεργασία όλοι μαζί, μπορούμε να το κάνουμε καλύτερο.
Ξέρετε, όπου συνυπάρχουν τουλάχιστον δύο άνθρωποι είναι απαραίτητο να υπάρχουν κανόνες που να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους… Ηθική, you know… Αλλά αυτή η ηθική δε μπορεί να είναι αποτέλεσμα επιβολής αλλά αποτέλεσμα συνεννόησης και να υπόκειται σε μεταρρυθμίσεις, αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Για να φτάσουμε σε αυτό, βέβαια, πρέπει να ωριμάσουμε αρκετά πρώτα και, ίσως, ίσως, λέω, χρειαστεί να αποχαιρετήσουμε σιγά σιγά τον «κοσμικό Αϊ Βασίλη»…
Καλά να περνάτε όλοι, peace…
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Κάθε εκτύπωση ή ανατύπωση του παρόντος πρέπει να φέρει το όνομα του συγγραφέα. Η αναγραφή του συγγραφέα αποτελεί στοιχειώδη αναγνώριση της προσπάθειας.
| «Περί αθεΐας I | Με στόχο μια μεταθρησκευτική κοινωνία» |
Σήμερα πια δεν χρειάζεται και ιδιαίτερη προσπάθεια για να δείξουμε το σημαντικότατο ρόλο που παίζει ο θρησκευτικός ιδεαλισμός στην καθημερινή ζωή μας. Μετά από αιώνες διαμόρφωσης του ανθρώπινου πολιτισμού στη βάση των θρησκευτικών αξιακών συστημάτων, φαντάζει λογικό να διαπνέεται κάθε δραστηριότητά μας από αυτό το σύστημα και να διακατέχεται από τα δογματικά σημεία του. Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε την ιατρική σκέψη (τη λεγόμενη βιοηθική) για το ανθρώπινο σώμα και όλους τους περιορισμούς που τίθενται σχετικά. Βέβαια, κανένας ασθενής ή γιατρός, κάθε φορά που θεραπεύεται ένα ασθενές σώμα, δεν προβληματίζεται, ο πρώτος διαμαρτυρόμενος για σωματικούς πόνους και ο δεύτερος χωρίς διόλου να συνειδητοποιεί πως κάθε αντίληψή του επηρεάζεται από το κοινωνικό θρησκευτικό αίσθημα και την ηθική που εκπορεύεται από αυτό. Πιο συγκεκριμένα μπορούμε πολύ εύκολα να συλλάβουμε τη σημασία της κλωνοποίησης, της άμβλωσης, και ιδιαιτέρως της ευθανασίας –ή και τόσα άλλα– που στηρίζονται στο χριστιανικό αξιακό-ηθικό σύστημα και το λόγο επί των θεμάτων τούτων της Εκκλησίας. Ωστόσο, ανάλογες είναι και οι θέσεις των άλλων θρησκευμάτων.
Σε άλλη περίπτωση μπορούμε να δούμε πιο εύληπτα τις θρησκευτικές επιρροές στο ίδιο το νομικό σύστημα και γενικότερα στο δίκαιο. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζεται με την ελευθερία των Πρωτόπλαστων, που όμως επέλεξαν το δρόμο της αποστροφής. Ουσιαστικά κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει γιατί η Εύα θέλησε να δοκιμάσει ένα μήλο (ή σεξ) και για ποιο λόγο ο Αδάμ υπάκουσε την Εύα. Έτσι, και η δικαιοσύνη σπάνια ενδιαφέρεται για το λόγο που οδήγησαν έναν εγκληματία στο έγκλημα (ειδεχθές ή όχι δεν έχει σημασία). Όλοι αντιμετωπίζονται με την ίδια μωσαϊκή λογική των Πρώτων αδιαφορώντας για τους κοινωνικούς παράγοντες διαμόρφωσης της προσωπικότητας του ατόμου. Απλά σε κάποιες περιπτώσεις στέκει η δικαιοσύνη στην ψυχολογία του εγκληματία και έτσι προσεγγίζει πτυχές της προσωπικότητάς του, διακρίνοντάς τον και πάλι όμως από το σύνολο, διαχωρίζοντάς τον από το κοινωνικό γίγνεσθαι του κανιβαλισμού, του ατομικισμού και του ωχαδερφισμού. Ουσιαστικά μέσα στη θρησκευτική λογική εξακολουθεί το δίκαιο να λειτουργεί βάσει της ατομικότητας. Φυσικά, επιμερίζοντας, μπορούμε να ομολογήσουμε τα φανερά σημεία απονομής της δικαιοσύνης (όπως ο όρκος, ο Εσταυρωμένος πάνω από το δικαστή που βίαια επηρεάζει με την κολάσιμη απειλή το μάρτυρα κ.λπ.). Εξάλλου, το δίκαιο διαποτίζεται από το θρησκευτικό αίσθημα και σε χώρες που δεν έχουν τέτοια φανερά θρησκευτικά σύμβολα (Γαλλία, όπου απαγορεύεται ο όρκος ή ο Εσταυρωμένος, ισλαμικές χώρες που δικάζουν βάσει της Σαρία, Ισραήλ με δικανικό σύστημα στηριζόμενο στο μωσαϊκό νόμο κ.λπ.).
Αναλόγως και η παιδεία είναι άμεσα επηρεασμένη από τη θρησκεία. Οι κοινωνικοί παράγοντες διαμόρφωσης της μαθητικής προσωπικότητας, της σχετιζόμενης με τη βαθμολογία, διαπνέεται από το ίδιο θρησκευτικό αίσθημα ατομικής ψευτοελευθερίας, αδιαφορώντας για τα υπόλοιπα. Εδώ βέβαια τίθεται και το ιδιαίτερο ζήτημα της μεταφοράς των ηθών και εθίμων της κοινωνίας μέσω της εκπαίδευσης στα τέκνα, και άρα των θρησκευτικών αξιών.
Η παραγνώριση της λειτουργίας αυτών των λογικών υποβολής μπορεί να γίνει κατανοητή εάν υπογραμμιστεί ότι μεγάλος αριθμός αυτών των προσδιορισμών διαδίδονται στο πεδίο του ασυνειδήτου, διαφεύγοντας από τα επίπεδα διαύγειας της ενημερωμένης και αντικειμενικής συνείδησης. Οι αλληλεπιδράσεις των ατόμων και της ιδεολογίας αυτής εκδηλώνονται χωρίς λόγια, χωρίς τα σημεία της ανοιχτής διεκδίκησης.
Το άρθρο αποτελεί μέρος του δοκιμίου Αντιθρησκευτικές αναζητήσεις: δόγμα, λατρεία, ατομοκεντρισμός, εσχατολογία και έχει δημοσιευτεί σε προγενέστερη μορφή του στο ιστολόγιο Ο δείμος του πολίτη, όπου γίνεται και ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (15)
Αντώνης Β., 40 ετών, αξιωματικός, από την Καστοριά, παντρεμένος, με ένα γιο.
Αν και γεννήθηκα στην πρωτεύουσα, δεν την αναγνωρίζω εδώ και πάρα πολλά χρόνια ως πατρίδα μου, έχοντας δώσει αυτήν τη θέση στην Πόλη της Καστοριάς. Εκεί μεγάλωσα, εκεί πρωταγάπησα και από κει τελικά έφυγα για το συνεχόμενο επαγγελματικό ταξίδι μου ανά την Ελλάδα, που άρχισε όταν γινόμουν από έφηβος άντρας και θα τελειώσει κάποια στιγμή, ως μεσήλικας.
Στα μέρη που μεγάλωσα, στους πρόποδες ενός μικρού βουνού, στο δάσος που βρισκόταν ένα βήμα μακριά από το σπίτι μας, έβρισκα τη γαλήνη και την ηρεμία που χαρίζει το πράσινο στο μάτι και ο θόρυβος του δάσους στο μυαλό. Συνδυαζόμενο και με την καλή οικονομική κατάσταση και την εν γένει ήρεμη οικογενειακή ζωή, μπορώ να πω ότι τα παιδικά μου χρόνια ήταν ευχάριστα. Θρησκευτικά, θα έλεγα ότι ήμασταν ουδέτεροι προς αδιάφοροι.
Το ήρεμο περιβάλλον, τάραζε μόνο η πολιτική αντιπαράθεση (το γνωστό ελληνικό ζιζάνιο), που εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ έντονη. Οι γονείς μου, παιδιά του εμφυλίου και αντιθέτων πολιτικών απόψεων, πήραν πάσα από τους μεγάλους λαοπλάνους της εποχής (Ανδρέας και Κώτσος, των γνωστών οικογενειών) και έτσι έγινα μάρτυρας «βιβλικών» καυγάδων ως προς το «ποιος έσφαξε ποιον πριν από 40 χρόνια», πώς «ο ένας κατέστρεψε την Ελλάδα» ενώ ο άλλος «προσπαθεί να τη φτιάξει», πως «ο λαός δε ξεχνά τη σημαίνει δεξιά» και άλλα τέτοια φοβερά που ήταν πολύ της «μόδας» στην δεκαετία του 1990.
Όσο λοιπόν και να ακούγεται περίεργο, τώρα που γράφω αυτό το βιογραφικό κείμενο, αυτό ήταν και το γεγονός που με σημάδεψε και με ανάγκασε να ψάχνω ώστε να ανακαλύπτω τι κρύβεται πίσω από τα «λόγια» και που στο τέλος με έκανε να καταλήξω άθεος. Οι γονείς μου παρουσίαζαν την ίδια ιστορική περίοδο, στην οποία ζούσαν σε δυο γειτονικά χωριά (πρόσφυγες από τη Μικρασία και τη Θράκη), με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Δεν μπορούσα να δεχθώ ότι ο πατέρας μου και η μητέρα μου λέγανε ψέματα για κάτι που ζήσανε στο πετσί τους (ως έφηβοι), και έτσι άρχισα να ψάχνω τα γεγονότα για να ισχυροποιήσω τη θέση ενός από τους δύο, ώστε να δώσω το δίκαιο που δε μπορούσαν μόνοι τους να βρουν σ’ αυτόν που το δικαιούταν.
Τα γεγονότα λοιπόν του εμφυλίου, αλλά και αυτά των επόμενων ετών, που γίνανε με έναν «τρόπο» αλλά ερμηνεύτηκαν διαφορετικά, αναλόγως της πολιτικής που ασπάζονταν αυτοί που τα υπέστησαν, με σημάδεψε ως χαρακτήρα! Ήταν ένα σκληρό μάθημα για το «έτσι είναι, αν έτσι πιστεύετε!».
Κατά την ίδια έννοια, δεν μπορούσα να δεχθώ τις αντιφατικές εξηγήσεις που έδιναν οι τοπικοί παπάδες (και θεολόγοι εκ των υστέρων) στις θεολογικές μου απορίες. Με «τρέλαινε» το γεγονός που τη μια στιγμή ήξερε ο παπάς τι εννοεί ο θεός «με το νι και με το σίγμα», ενώ την άλλη στιγμή σήκωνε το βλέμμα ψηλά (συνήθως όταν τον «στρίμωχνα») και αναφωνούσε δραματικά «άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου».
Βέβαια, δεν αμφισβητούσα τότε, ούτε για μια στιγμή, την ύπαρξη του θεού· πίστευα πως δεν το έχουν ψάξει οι παπάδες (ως «παπάδες» εννοώ τους θεολόγους, μοναχούς, πνευματικούς, εφημέριους κ.ο.κ.) και πολύ καλά το ζήτημα. Έτσι ανέλαβα την «υποχρέωση» να το ψάξω το ζήτημα εγώ καλύτερα απ’ αυτούς, ώστε να βρω την αλήθεια που δεν έχουν κατανοήσει όλοι οι άλλοι και έτσι να θωρακίσω τη πίστη μου.
Αυτόν τον «προσωπικό αγώνα» τον πήρα πολύ ζεστά, και μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η επίσημη έναρξή του έγινε κάπου στα 18 μου χρόνια, απ’ όπου και έχω κειμήλιο το πρώτο καταγεγραμμένο (ιστορικό θα έλεγα) κείμενο μου περί θρησκείας. Τότε είχα καταλήξει ότι όλες οι «άλλες» θρησκείες δημιουργήθηκαν για να εκμεταλλεύονται τον απλό κόσμο, βασιζόμενες στα ένστικτα, στην αφέλεια και στην εκμετάλλευση των συμπτώσεων. Φυσικά και στη συνέχεια οργανώθηκαν και βελτίωναν συνεχώς το «προϊόν» τους, εμπλουτίζοντάς το με παραδείσους και άλλα τέτοια ωραία και δωρεάν «τρικ», μέχρι του σημείου που έρχεται ένας «τρελός» προφήτης για να τους χαλάσει τα σχέδια και φυσικά να ιδρύσει την δική μας «τέλεια» θρησκεία.
Τελικά στο κομμάτι που ποτέ δεν μοιράστηκα–ολοκλήρωσα, στο «περί θρησκείας» κείμενο μου, δεν ξεκαθάρισα τους σκοπούς του «τρελού προφήτη», διότι μου ταίριαζε καλύτερα ότι σκοπός του ήταν να μπει μέσα στο «κύκλωμα», παρά να είναι ο πραγματικός εκπρόσωπος του θεού. Αυτή ήταν η «ενόρασή» μου, την οποία όμως αμφιταλαντευόμουν να την καταγράψω στο χαρτί.
Ας σημειώσω εδώ πως ποτέ δεν είχα αμφιβολίες, ακόμα και τότε που ήμουν πιστός, ότι τα ρασοφορεμένα γεράκια λειτουργούν πρωτίστως για το προσωπικό τους όφελος, εκμεταλλευόμενοι την αυθεντία του Θεού. Όμως ακόμα και αυτή η βεβαιότητά μου δεν μου επέτρεπε να θεωρήσω τον προφήτη ως «κομπιναδόρο».
Ξεκίνησα λοιπόν να αναζητώ την κρυμμένη ουσία, την «αλήθεια», σε θρησκευτικά, και όχι μόνο, κείμενα. Στην αναζήτηση αυτή θα επανέρθω αμέσως, αφού περιγράψω την θρησκευτική επιρροή στην κοινωνία της εποχής.
Το περιβάλλον που μεγάλωσα, όπως προείπα, ήταν ουδέτερο θρησκευτικά. Ο πατέρας, αν και δεν χώνεψε ποτέ τους παπάδες και δεν το έκρυψε ποτέ, δεν έλεγε και τίποτα κακό για τη θρησκεία και κερδίζει επάξια τον ρόλο του «αδιάφορου» χριστιανού, που εκτιμώ ότι είναι και η πλειοψηφία των πιστών.
Η μητέρα πάλι γκρίνιαζε –για τα μάτια του κόσμου– που δεν πηγαίναμε στην εκκλησία, αλλά δεν τρελαινόταν κιόλας· στην ουσία αδιάφορη και κείνη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα στην εκκλησία να πηγαίνω κάποιες Κυριακές με το σχολείο, όπως κάθε παιδί τότε, ενώ με τους γονείς πηγαίναμε «τακτικά» μόνο στην Ανάσταση. Εκτάκτως πηγαίναμε και σε γάμους–βαφτίσια (στις κηδείες σπάνια με παίρνανε). Το γεγονός της ελάχιστης επαφής μου με τους ναούς δεν είχε αποτέλεσμα να μειώσει την πίστη μου, η οποία ήταν σταθερή, αν και είχα κατά καιρούς βασανιστικές άλυτες απορίες.
Από την άλλη, πάντα θα θυμάμαι ευχάριστα τα θρησκευτικά έθιμα! Για παράδειγμα, απόγευμα Μεγάλης Πέμπτης, τρέχαμε όλη η πιτσιρικαρία να «κλέψουμε» τα λουλούδια του επιταφίου. Μετά το στόλισμά του, από τα –συνήθως αλλά όχι πάντα– μεγάλης ηλικίας «κορίτσα», καθόμασταν όλο το βράδυ στην εκκλησία, τάχα για να φυλάξουμε τον επιτάφιο, ώστε να μη μας τον κλέψουν από το δίπλα χωριό!
Φυσικά και περνούσαμε άριστα στο χώρο της εκκλησίας, έχοντας απλά και μόνο μακρινή σχέση με το λατρευτικό μέρος της εορτής. Όπως δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω και το πώς καμάρωνα ξεπαγιάζοντας μέσα στο ποτάμι χειμωνιάτικα για να πιάσω τον Σταυρό στα Θεοφάνεια! Μάλιστα, ο παπάς τον έριξε τόσο δυνατά, θυμάμαι, ώστε πηδώντας να τον αρπάξω στον αέρα, μελάνιασε το χέρι μου από το χτύπημα! Ναι, δεν μπορώ να πω ότι έχω κακές αναμνήσεις από την εποχή που ήμουνα πιστός.
Το χωριό μου δεν είχε θρησκευτικά πάθη· άλλωστε δεν είχαμε και κανέναν αλλόθρησκο για να τα ξυπνήσει! Τα μόνο θρησκευτικό πάθος ήταν μη τυχόν και το δίπλα χωριό μάς πάρει το σταυρό ή αν θα πάμε με το σχολείο στην εκκλησία του ενός ή του άλλου χωριού (αφού τα δυο χωριά είχαν κοινό σχολείο). Φυσικά τότε ήταν της «μόδας» οι παπάδες να βρίζουν τους «Γιαχωβάδες» -όχι τους Άθεους- που δήθεν θα κατέστρεφαν την εκκλησία μας! Βεβαίως και δεν φύτρωσε ποτέ τέτοιο «δέντρο» στο χωριό μας, οπότε για μένα παρέμειναν κάτι εξωτικό, όπως οι Βουδιστές!
Στα επόμενα χρόνια, τα χρόνια της μέσης εκπαίδευσής μου, όπου διευρύνθηκαν οι ορίζοντες λόγω της μεγάλης «πολιτείας», άρχισαν να αυξάνουν οι εμπειρίες και να αυξάνονται οι μέχρι τότε απορίες. Ήταν και η πρώτη φορά που βλέπαμε εμείς τα χωριατόπαιδα από κοντά αυτούς τους Γιαχωβάδες, που μας τους παρουσίαζαν ως τέρατα! Όταν μάλιστα, περίεργη φύση καθώς είμαι, άρχισα να μιλάω μαζί τους παρά τις αντίθετες νουθεσίες, διαπίστωσα ότι ο παπάς μάς «δούλευε» (και το λέω ευγενικά). Ας τονίσω εδώ ότι και οι μάρτυρες ήταν κλειστοί και δεν ανοίγονταν εύκολα προς τους «αιρετικούς ορθοδόξους», είτε για λόγους προστασίας, είτε γιατί έτσι ήταν το «σύστημα» τους.
Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή με τις διαφορετικές αποχρώσεις των δογμάτων και ήρθα αντιμέτωπος με την πρώτη πραγματικά τεράστια απορία: πώς αποκτάμε εμείς την αυθεντία του σωστού δόγματος; Φυσικά και οι θεολογικές εξηγήσεις, από μορφωμένους καθηγητές πια, δεν με καλύπτανε, διότι –όχι και πολύ πρωτότυπα– κι αυτές με τη σειρά τους δανείζονταν, με πιο ωραία λόγια είναι η αλήθεια, την συλλογιστική τους από τα αποκαλυπτικά βιβλία της εκκλησίας (όπως δηλαδή κάνουν όλες οι θρησκείες). Το γεγονός ότι το έγραψε ο Άγιος τάδε, που έγινε Άγιος γιατί ακριβώς «το έγραψε», δεν πρόσθετε στην αξιοπιστία της πίστης. Ξανατονίζω ότι η πίστη μου στη θρησκεία ήταν δεδομένη· οι εξηγήσεις/αποδείξεις μου λείπανε και αυτές έψαχνα δια μέσου των αποριών μου.
Μαζί με τη μεγάλη πόλη, άνοιξαν και νέοι ορίζοντες πληροφόρησης! Υπήρχε η Βιβλιοθήκη! Ώρες πολλές με φιλοξένησε, μέσα στους διαδρόμους με τα σκονισμένα ράφια, όπου αναζητούσα την κρυμμένη αλήθεια. Ταυτόχρονα, η αμφισβήτηση της εφηβείας, μαζί με την κλίση προς τις θετικές επιστήμες που άρχισε να εμφανίζεται, άρχισαν να σπρώχνουν το μυαλό μου σε άλλες προσεγγίσεις του «προβλήματος». Νέα εργαλεία μπήκαν στη φαρέτρα μου, μόνο που δυστυχώς δεν φέρνανε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Τέλειωσε και το σχολείο και ήρθε ο καιρός που πέρασα στη Στρατιωτική Σχολή. Να τονίσω εδώ ότι μόνο Χριστιανοί Ορθόδοξοι (ΧΟ για συντομία εφεξής) γίνονταν αποδεκτοί εκείνα τα χρόνια (κάτι που εδώ και καιρό δεν ισχύει πια). Βέβαια, αυτή η απαίτηση δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα, διότι, όπως προείπα, οι συνεχώς αναπάντητες απορίες μου δεν με απομάκρυναν από τον δρόμο του θεού, απλά με κρατούσαν στον παράδρομο της εκκλησίας των ΧΟ.
Από θρησκευτικής πλευράς, η στρατιωτική καριέρα δεν είχε και δεν έχει καμιά διαφορά και δεν μου επέβαλε κάτι στη θρησκευτική μου συνείδηση, ούτε και προσπάθησε να με κάνει περισσότερο πιστό.
Μια παρένθεση εδώ (μικρούλα). Η εκμάθηση της προσευχής, που μαθαίνω πως παραπονιούνται πολλοί άθεοι στρατιώτες πως τους ενοχλεί ‒και καλώς κάνουν‒ δεν είχε σκοπό να σε κάνει πιστό, αλλά να σου μάθει την πειθαρχία. Είναι αδιάφορο για το 95% των διμοιριτών αν όταν λες την προσευχή την πιστεύεις κιόλας. Από την άλλη, η εξ ορισμού αντιμετώπιση του Έλληνα είναι αυτή του ΧΟ. Αυτό, αν και πρέπει όντως να αλλάξει, γίνεται περισσότερο λόγω συνήθειας και ευκολίας, και όχι τόσο για να προσβάλλει.
Σήμερα (τα τελευταία χρόνια), η θρησκευτική ελευθερία στο στρατό είναι καθιερωμένη· μάλιστα υπάρχει η δυνατότητα να μπαίνουν στις σχολές και σπουδαστές (μετέπειτα αξιωματικοί) άλλων θρησκευμάτων. Τα παρατράγουδα δεν λείπουν, ούτε θα λείψουν μαγικά, αλλά αυτή είναι η ελληνική πραγματικότητα. Δε νομίζω, για παράδειγμα, ο παπάς που ραντίζει μια Χ δημόσια υπηρεσία να ρωτάει πριν μπει στο γραφείο, αν υπάρχει κανείς αλλόθρησκος! Πετάει το νερό και όποιον πάρει η «αγιαστούρα». (Λήξη μικρής παρένθεσης)
Τα χρόνια περνούσαν και η αναζήτηση μου πήρε άλλη κατεύθυνση σιγά–σιγά, εξαιτίας της επαφής μου με πανεπιστημιακούς δασκάλους, με τη φιλοσοφία (ας είναι καλά η δανειστική βιβλιοθήκη της σχολής), έχοντας ωριμάσει ο ίδιος αρκετά και φυσικά κρίνοντας, ως φορολογούμενος πλέον, διαφορετικά την κοινωνία τριγύρω μου.
Η διαβίωσή μου σε μέρη όπου η εκκλησία στην ουσία δεν είχε αντιπροσώπευση, βοήθησε επίσης. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν έκανα Ανάσταση σε Μονάδα με τον «αγιασμένο» αναπτήρα μου να δίνει το φως το αληθινό! Ήταν λιγότερη καλή εκείνη η Ανάσταση, που έγινε παρεμπιπτόντως στις 7 το απόγευμα; Αντιθέτως ήταν από τις καλύτερές μου! Την ίδια μάλιστα ημέρα ήμουν μάρτυρας σε άλλες δυο· αφού ο μοναδικός παπάς μετά τη Μονάδα πήγε στο χωριό που έμενα και πολύ αργότερα μας πέτυχε ξανά σε άλλο, διπλανό χωριό, όπου πήγαμε οικογενειακά για ψαράκι! Παρατήρησα λοιπόν ότι εκεί, που ο κόσμος δεν είχε πολλά λεφτά, η εκπροσώπηση της εκκλησίας ήταν η απολύτως απαραίτητη. Κάτι που φυσικά και δεν είναι τυχαίο.
Κάπου εκεί ήταν που άρχισα να βλέπω την εκκλησία περισσότερο ως θρησκευτικό βραχίονα της πολιτικής. Η διαπλοκή που διέκρινα μου κακοφαινόταν από τη μια, αλλά τελικά μου υπέδειξε το σωστό κατά την άποψή μου δρόμο επίλυσης των αποριών και κατάκτησης της «αλήθειας». Παρά ταύτα, οι επισκέψεις μου σε πνευματικούς ανθρώπους και η αναζήτηση συνέχιζαν να τροφοδοτούν περισσότερο την άποψη ότι τελικά η «αλήθεια» ή είναι πολύ βαθιά κρυμμένη ή απλά δεν υπάρχει και έχει κατασκευαστεί!
Θέλω, σε αυτό το σημείο, να τονίσω το μεγάλο ρόλο που παίζει η πρόσβαση στην πληροφορία. Ως έφηβος στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στην ουσία δεν είχα πρόσβαση στην πληροφορία και αναγκαστικά δεχόμουν την αυθεντία των δασκάλων χωρίς διασταύρωση. Με την έλευση της δεκαετίας του 2000, η πληροφορία αυξήθηκε δραστικά και ποιοτικά.
Η βιβλιοθήκη της Καστοριάς σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να συναγωνισθεί (τότε, δε ξέρω τώρα) την Αθήνα! Στην πρωτεύουσα υπήρχαν βιβλιοπωλεία εξειδικευμένα, να μη μιλήσω για το απίστευτο Μοναστηράκι, όπου έβρισκες τότε τα «πάντα όλα», οικονομικά και γρήγορα! Διαλέξεις, προβολές, εκθέσεις, άνθρωποι ξένοι στη λογική των ΧΟ (άραβες, καθολικοί), φοιτητές (κυρίως φοιτήτριες) και λοιπά άλλα πρωτόγνωρα για μένα πράγματα, μπήκαν στη κοινωνική ζωή μου, ανοίγοντάς μου νέους ορίζοντες. Φυσικά και προς τα τέλη της περί ης ο λόγος δεκαετίας, όπου ανακάλυψα και το Ιντερνέτ, η πληροφορία πια ήταν δίπλα μου και ας «ζούσε» στη Νέα Υόρκη! Το μόνο που έπρεπε να κάνω εγώ, ήταν να μάθω πού και πώς να την ψάχνω.
Η θρησκεία εξακολουθούσε να μην παίζει ουσιαστικό ρόλο στη ζωή μου, πλην του γεγονότος πια ότι άρχισα σχεδόν να έχω «τύψεις» όταν έλεγα πως ήμουν Χριστιανός, αφού στην ουσία δεν ένιωθα έτσι! Ενώ, για παράδειγμα, ήξερα ότι θεωρητικά πρέπει να νιώθω την ανάγκη να κοινωνήσω με το θεό, αυτή η ανάγκη δεν εμφανίστηκε ποτέ! Ενώ ήξερα ότι τα «μυστήρια» πρέπει να τα νιώθεις και να τα επιζητάς εμένα ειλικρινά δε με ακουμπούσαν.
Φυσικά και στις ανωτέρω ελλείψεις βοηθά και το γεγονός ότι αλλιώς τα λέει η θεωρία και άλλα βλέπουμε στην πράξη! Στη θεωρία ο παπάς, την ώρα που κοινωνεί, μεταμορφώνεται στον Χριστό, αλλά στην πράξη εγώ δεν μπορούσα να το «ζήσω», και έτσι εξακολουθούσα να βλέπω το πονηρό βλέμμα του παπά στο ντεκολτέ της διπλανής (που λέει ο λόγος), υπενθυμίζοντάς μου έτσι ότι είναι άνθρωπος και μάλλον και το μυστήριο δε το νιώθει, πόσο δε περισσότερο, ότι δεν το πραγματώνει!
Περνώντας ο καιρός, η πολυπόθητη αλήθεια που αναζητούσα δεν πλησίαζε ούτε ένα βήμα, παρά του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι τα εργαλεία μου ήταν πολύ αποδοτικότερα! Συνεχώς κατέληγα στα ίδια στερεότυπα (με διαφορετική διατύπωση) που ήξερα από το Δημοτικό.
Από την άλλη, κάπου εκεί προς τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, άρχισε να με απασχολεί όλο και περισσότερο το γεγονός ότι μάλλον δεν ψάχνω «επιστημονικά» την αλήθεια. Αποφάσισα ότι μάλλον κακώς είχα βάλει σε αξιωματική θέση το γεγονός ότι μου έχουν πει την αλήθεια και αποφάσισα να δω τα γεγονότα χωρίς την ερμηνεία τους (η συνεισφορά των γονικών καυγάδων της παιδικής μου ηλικίας).
Όταν λοιπόν έφυγε από την εξίσωση η βεβαιότητα πως μου λένε την αλήθεια, τότε η αποδόμηση του θρησκευτικού οικοδομήματος ήρθε καταιγιστικά! Κυκλικές αναφορές, ανακρίβειες, κουκούλωμα, εκβιαστικές τακτικές, πολιτική βούληση και άλλα εξίσου άσχημα άρχισαν να φανερώνονται μπροστά μου και, το χειρότερο, να επιβεβαιώνονται από ανεξάρτητες πλευρές (άρα και πιο αξιόπιστες).
Τότε έβλεπα, κάθε μέρα και περισσότερο, ότι η μεγαλύτερη επιβεβαίωση πως ο θεός δεν υπάρχει, όπως τον περιγράφουν οι θρησκείες, είναι η ύπαρξη του ιερατείου τους! Οι άνθρωποι αυτοί, που σύμφωνα με τα λεγόμενά τους έρχονται σε επαφή με το θεό τους, έπρεπε να είναι οι πρώτοι που θα σεβόντουσαν τη θεία οργή για τα βαριά τους κρίματα! Όταν αυτοί λοιπόν χωρίς δεύτερη σκέψη εγκληματούν σε βάρος των λεγομένων από το θεό τους, τότε αυτό για μένα είναι και η μεγαλύτερη απόδειξη ότι αυτά που λένε δεν ισχύουν.
Από ένα σημείο και μετά άρχισα να νοιώθω άσχημα με τον εαυτό μου, όταν προσδιοριζόμουν ως ΧΟ. Όποτε πήγαινα σε εκκλησίες δεν ένιωθα τίποτα και αυτό με ενοχλούσε, διότι θεωρώ πως όταν λες ότι είσαι «κάτι», τότε αναλαμβάνεις και τη δέσμευση να σέβεσαι αυτό το «κάτι»! Όταν σταμάτησα να σέβομαι εντελώς τον εαυτό μου ως ΧΟ, απορρίπτοντας την ιδέα του θεού, ιδίως όπως την «λανσάρει» η θρησκεία, ήρθε η στιγμή να πω ότι είμαι άθεος· δήλωση που είναι σαφώς πιο τίμια για μένα. Είχα πλέον τη βεβαιότητα ότι, αν τελικά ο θεός υπάρχει και εκτός των φιλοσοφικών θεωρήσεων, αυτός δεν ενδιαφέρεται καθόλου, πολύ δε περισσότερο δεν είναι σαν το «ανοσιούργημα» που δημιούργησαν στο πέρασμα των αιώνων τα ιερατεία για να εκμεταλλεύονται τον κοσμάκη.
Ξαφνικά ένιωσα καλύτερα με τον εαυτό μου και με την οικογένειά μου. Η σύζυγός μου ήταν από την αρχή μαζί μου και πλέον μπορώ να πω ότι βαδίζει στο ίδιο μονοπάτι με μένα.
Μαζί με τη βελτίωση στην αυτοεκτίμησή μου ήρθαν και οι σχετικά μικρές αντιδράσεις από το υπόλοιπο οικογενειακό και φιλικό μου περιβάλλον. Ορισμένες μεγάλες και έντονες συζητήσεις κατέληξαν σε φωνές και στεναχώρια. Αλλά ως εκεί ήταν. Όχι πολύ αργότερα, κατανόησαν ότι στην ουσία δεν έβγαλα «κέρατα», αλλά ξεκαθάρισα κάτι μέσα μου, το οποίο με βασάνισε ειλικρινά 20 ολόκληρα χρόνια, και πως τώρα δεν έχω γίνει κάτι το διαφορετικό, πλην του γεγονότος ότι δεν κάνω το σταυρό μου και αποφεύγω να λέω «αχ παναγιά μου» (όχι ότι τα καταφέρνω πάντα).
Δεν έχω πρόβλημα να πάω σε κοινωνικές υποχρεώσεις (γάμους, βαφτίσεις) και δεν έχω και κανένα πρόβλημα με το να είναι ο άλλος πιστός! Από κει που περίμενα σοβαρές αντιδράσεις και ειλικρινά έπεσα με την καλή έννοια από τα σύννεφα, ήταν στο εργασιακό μου περιβάλλον! Εκεί λοιπόν το γεγονός της αθεΐας μου δεν σήκωσε ούτε το παραμικρό κυματάκι! Παράδειγμα εργασιακής αντιμετώπισης:
-Έχουμε αγιασμό στις 09:00!
-Δεν θα έρθω εγώ, να πάτε εσείς…
-Γιατί δε θα ‘ρθεις;
-Γιατί δεν είμαι ΧΟ.
-Και τι είσαι δηλαδή;
-Άθεος.
-Μάλιστα.
Μία από τις πιο περίεργες για τους συναδέλφους μου στιγμές, ήταν όταν ήμασταν σε μοναστήρι για υπηρεσιακή επίσκεψη και ο ηγούμενος έβγαλε τα «ιερά λείψανα» για να προσκυνήσουμε κατ’ εξαίρεση. Η αμηχανία τους ήταν εμφανής, όταν εγώ περίμενα απαθής μέχρι να προσκυνήσουν και να φύγουμε. Δεν θα επιτρέψω την απομόνωσή μου, όσο περνά βέβαια από το χέρι μου. Θα σεβαστώ τη στιγμή του πιστού και θα απαιτήσω να σεβαστεί και αυτός τα πιστεύω μου.
Βέβαια μετά είχαν απορίες επί του τι πιστεύει ένας άθεος, γιατί έρχομαι μαζί τους και αλλά παρόμοια, αλλά αυτό ισχύει γενικώς στην πρώτη επαφή του πιστού με τον άθεο. Καλώς ή κακώς, το διαφορετικό δημιουργεί απορίες.
Από κει και πέρα, όσο σεβασμό απολάμβανα πριν των «αποκαλυπτηρίων», άλλον τόσο απολαμβάνω και τώρα. Τυπικά λοιπόν δεν έχει αλλάξει τίποτα, και ας λειτουργώ σε ένα περιβάλλον που θεωρείται από την κοινωνία (εσφαλμένα κατά την άποψη μου) ως «θρησκόληπτο». Εκτιμώ ότι αυτή η εντύπωση του κόσμου, ότι δηλαδή οι στρατιωτικοί είναι φανατικά θρησκόληπτοι, είναι ένας μύθος που κάποιους συμφέρει να συντηρείται ώστε να υπάρχει «ζωντανός αντίπαλος». Δεν νομίζω ότι το ποσοστό των θρησκόληπτων είναι τόσο δραματικά μεγαλύτερο στις τάξεις του στρατού από ότι είναι για παράδειγμα στις τάξεις των εκπαιδευτικών ή των γιατρών ή δεν-ξέρω-εγώ-πού-αλλού.
Οι ορθολογιστές άθεοι πρώτοι θα έπρεπε να βλέπουν τα στοιχεία και όχι να παρασέρνονται από φήμες. Δεν μπορώ να κατανοήσω βάσει ποιας λογικής η θρησκευτική πίστη είναι ενισχυτικό στοιχείο για να επιλέξεις τη στρατιωτική καριέρα και όχι την όποια άλλη. Πάνω σε ποια επιστημονική βάση πατά; Όταν έγινα στρατιωτικός ήμουν χριστιανός, και τώρα δεν είμαι. Βέβαια αυτό δεν αποδεικνύει την αρνητική επίδραση του στρατού, αλλά δεν αποδεικνύει και τη θετική επίδρασή του. Οι λόγοι που επέλεξα την καριέρα μου πάντως, στα σίγουρα δεν ήταν θρησκευτικοί.
Βέβαια, με τον καιρό, και όσο ένιωθα καλύτερα ως άθεος, και δεν είχα κανένα πρόβλημα να το λέω ελεύθερα και ωραία, μου δημιουργήθηκε η εσωτερική ανάγκη να βοηθήσω όσους ήταν στη δική μου θέση (αναζητούσαν στοιχεία για να επιβεβαιώσουν την πίστη τους), να μπορούν να βρίσκουν τα απαραίτητα στοιχεία του θρησκευτικού αντιλόγου, χωρίς να χρειάζεται να προσλαμβάνουν ιδιωτικούς ντετέκτιβ!
Έτσι και άρχισα να ανταλλάσσω απόψεις σε φόρα, να μιλάω με άλλους άθεους, να συγκεντρώνω υλικό, χρήσιμες αναλύσεις, να μεταφράζω γελοιογραφίες (μια εικόνα χίλιες λέξεις) και ό,τι άλλο εκτιμούσα ότι θα είναι χρήσιμο στο ανήσυχο πνεύμα, που αναζητά τη γνώση επί των θρησκευτικών ανησυχιών του.
Τότε ήταν και που ένιωσα την μεγαλύτερη απογοήτευση, που προήλθε ως αποτέλεσμα των μη θρησκευτικών μου θέσεων! Ενώ ο περίγυρός μου, οικογενειακός και επαγγελματικός, δεν είχε πρόβλημα να αποδεχθεί το γεγονός ότι είμαι άθεος, αντιθέτως έπρεπε να πείσω ορισμένους άθεους, ώστε να συνυπάρξω μαζί τους! Δεν το γενικεύω, αλλά η εντύπωσή μου ήταν ότι έπρεπε σχεδόν καθημερινά να αποδεικνύω ότι δεν είμαι «ελέφαντας», αφού είμαι στρατιωτικός! Απίστευτο και όμως αληθινό.
Φυσικά και δε με ενοχλούν οι επιθέσεις που δέχτηκα κατά καιρούς από θερμοκέφαλους θεϊστές που αισθάνονται ότι «πρόδωσα» την πίστη τους, αλλά το να δέχομαι επιθέσεις επειδή «λογικά» δεν έπρεπε να είμαι άθεος, χαλώντας έτσι τη συνταγή που έχει ο Έλληνας για τον στρατιωτικό, ήταν η μεγαλύτερη «πίκρα» που δοκίμασα από την αλλαγή των θρησκευτικών μου πεποιθήσεων!
Βέβαια, αυτό που είχα ως σκοπό (τη δημιουργία μιας βάσης γνώσεων και υλικού, ιδίως στην ελληνική γλώσσα), τελικά έγινε πραγματικότητα, οπότε και αποσύρθηκα για να απολαύσω την ηρεμία μου, μακριά από αντιπαραθέσεις που στην ουσία σου αφαιρούν τη χαρά να απολαύσεις το όποιο πνευματικό σου κατόρθωμα να σπάσεις τις αόρατες αλυσίδες που σε δένανε σε έναν τρόπο ζωής και σε μια στρεβλή αντίληψη της πραγματικότητας.
Η ζωή μου, στην ουσία, δεν έχει αλλάξει· ποτέ δεν βασίστηκα πραγματικά σε αγίους και θεούς για να βρω δύναμη ή παρηγοριά, αλλά εξακολουθώ να έχω τις ίδιες αρχές και ιδανικά, τα οποία δεν είναι πνευματική ιδιοκτησία καμιάς θρησκείας αλλά κληρονομιά της ανθρωπότητας.
Πάντα θεωρούσα τον γείτονα μου καλό μέχρι να μου αποδείξει το αντίθετο, και το ίδιο ακριβώς κάνω και τώρα. Πάντα είχα την άποψη ότι ο λόγος που δεν πρέπει για παράδειγμα να οδηγείς με μεγάλη ταχύτητα σε κατοικημένες περιοχές, είναι για να μη χτυπήσεις το συνάνθρωπό σου και όχι γιατί το απαγορεύει ο νόμος. Δεν χρειαζόμουν ποτέ το νομοθέτη (επίγειο ή επουράνιο) να μου πει τι πρέπει να κάνω, γιατί εκτιμώ ότι από μόνοι μας πρέπει «να προσέχουμε για να έχουμε». Στάση που εκτιμώ ότι είναι και η μόνη που θα μας οδηγήσει σε ένα καλύτερο αύριο.
Θεωρούσα πάντα καλό αυτό που κάνει τη συμβίωσή μας πιο ομαλή και ήρεμη, και αυτό επιδιώκω με τη στάση και συμπεριφορά μου. Κάτι που δεν άλλαξε επειδή άλλαξα τα θρησκευτικά μου πιστεύω.
Προβληματίζομαι μόνο για το παιδί μου και για το πώς θα διαχειριστεί τη «διαφορετικότητα» του μπαμπά του, και ως εκ τούτου ακόμα δεν έχω καταλήξει στο πώς θα αντιμετωπίσουμε ως γονείς τη σχολική κατήχηση. Μέχρι τότε, σκοπός μας είναι να διατηρούμε ουδέτερη στάση, λέγοντας τα πράγματα με το όνομα τους. Για παράδειγμα δεν είναι η «εκκλησία», αλλά το κτήριο που προσεύχονται οι Χριστιανοί και το λένε «ναό» κ.ο.κ. Μάλλον αργότερα θα προσπαθώ να αποδομώ με τη λογική τα παραμύθια που θα του μαθαίνουν στο σχολείο… Οψόμεθα.
Η συμπυκνωμένη σοφία που απέκτησα από τη διαδικασία μεταμόρφωσής μου από «ασχημόπαπο σε κύκνο», που είναι και ό,τι στην ουσία πρέπει να μείνει σε κάποιον ως πρόταση – συμβουλή, περιλαμβάνει τα παρακάτω:
Ο καλύτερος τρόπος για να αποδείξεις στον άλλον ότι κάνει λάθος, ιδίως σε θέματα τόσο προσωπικά, είναι να του παρουσιάσεις νηφάλια τη θέση σου, ώστε να τον βάλεις να σκεφτεί και να καταλήξει μόνος του. Οι επιθέσεις και οι χαρακτηρισμοί φέρνουν τον άλλο σε αμυντική θέση και μοιραία αμέσως μετά σε επιθετική, οπότε και οι καλύτερες των προθέσεων χάνονται στη φασαρία των κραυγών. Αν ο συνομιλητής έχει τη θέληση να δει τα πράγματα όπως τα βλέπεις εσύ, θα το κάνει μόνο με το «καλό» και όχι επισημαίνοντάς του πόσο «αφελής» είναι (ευγενικά το λέω).
Δεν είναι υποχρεωτικό να είμαστε όλοι το ίδιο! Ο σεβασμός στην άποψη του άλλου δε σημαίνει αποδοχή της! Μπορώ να σε καταλαβαίνω και να διαφωνώ! Δεν είναι υποχρεωτικό να μην πιστεύουμε όλοι· υποχρεωτικό είναι να συνυπάρχουμε ειρηνικά. Επίσης, για να αρχίσω να σέβομαι τον γείτονα, δεν απαιτείται πρώτα να με σεβαστεί εκείνος! Κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή. Σε καμία περίπτωση όμως δε θα ρυμουλκήσει η κακία του γείτονα τη δική μου στάση ζωής.
Το γεγονός ότι η εκκλησία στην Ελλάδα είναι τόσο διαπλεκόμενη με το κράτος δεν πρόκειται να αλλάξει από την εκκλησία την ίδια! Ομοίως δεν είναι κάτι που θα αλλάξει ορμώντας στους πιστούς της εκκλησίας! Είναι κάτι που θα αλλάξει όταν με το καλό οι πολίτες θα το κατανοήσουν και το πολιτικό σύστημα θα το επιτρέψει.
Η ευθύνη για το μη διαχωρισμό βαρύνει τους πολίτες και όχι τους παπάδες! Οι παπάδες είναι βολεμένοι και δεν έχουν κανένα λόγο να αποχωρήσουν οικειοθελώς. Όταν ωριμάσει η κοινωνία θα γίνει και αυτό. Πώς θα ωριμάσει η κοινωνία; Όπως ωριμάζουν όλα· με το χρόνο και τον «ήλιο» (σωστή ενημέρωση).
Όταν η μάνα σου σού λέει ότι σε αγαπά, ζήτα και μια δεύτερη γνώμη! Με λίγα λόγια ψάξε στο μέτρο του δυνατού τα πάντα, ιδίως αυτά που φαίνονται θαυματουργά και πολύ αγαθά! Η συσσωρευμένη επιστημονική γνώση είναι το μόνο ασφαλές καταφύγιο. Αν κάτι δεν εξηγείται επιστημονικά, τότε δεν εξηγείται αλλιώς· τόσο απλά! Η εξήγηση είναι μια και αυτή θα δοθεί από την επιστήμη, όταν ανακαλυφθούν τα απαραίτητα εργαλεία για να το επιτρέψουν. Το παρελθόν αυτό δείχνει, και το μέλλον πρέπει να πατά πάνω στα μαθήματα του παρελθόντος για να υπάρξει.
Κλείνοντας, για όσους ηρωικούς αναγνώστες κατάφερα να κρατήσω ως εδώ, θέλω να πω ότι ο δρόμος για το καλύτερο αύριο περνά μέσα από τη βελτίωση του καθένα μας ξεχωριστά. Από προσωπική πείρα ξέρω ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να παραδεχτείς ότι σε παραπλανούσαν τόσα χρόνια. Δεν υπάρχουν όμως μαγικές λύσεις! Πρέπει να παραδεχόμαστε με θάρρος τα λάθη μας, να στηριζόμαστε στις προσωπικές μας δυνάμεις, οι οποίες υπάρχουν σε πλούσια αποθέματα που καλύπτονται από φοβίες και δεισιδαιμονίες, και να επιδιώκουμε τη βελτίωση του γείτονα ως καθρέφτισμα της δικής μας βελτίωσης.
Μόνο μέσω της παιδείας και της σοβαρής ενημέρωσης θα πάμε μπροστά και θα γίνουμε ένας καλύτερος κόσμος, χωρίς να βασιζόμαστε στους από μηχανής θεούς, που δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν απ’ το να περιμένουν στη γωνιά να βοηθήσουν τις αφεντιές μας.
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.






