Πού γίνεται ο σχολιασμός;
Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.
| « Προηγούμενο Άρθρο [2.3.4] | • Περιεχόμενα | Επόμενο Άρθρο [2.4] » |
Το τελευταίο σύνδρομο που θα αναλύσουμε σ’ αυτή την ενότητα λέγεται “ακινητική αλαλία” και μπορεί να περιγραφεί “νοητική και σωματική καταστολή” (Damasio 1994, σελ. 71) ή “ξύπνιο κώμα” (Ramachandran 1998, σελ. 252). Προκαλείται συνήθως από βλάβη στην περιοχή του εγκεφάλου που λέγεται κογχομετωπιαίος φλοιός, όπου διασταυρώνονται τα συστήματα προσοχής, συναισθημάτων και βραχυπρόθεσμης μνήμης. Οι ασθενείς με ακινητική αλαλία, αν και είναι ξύπνιοι και έχουν επαφή με το περιβάλλον, απλά δεν κάνουν τίποτα. Τα μάτια τους ακολουθούν κινούμενα αντικείμενα, αλλά μένουν στο κρεβάτι χωρίς να κουνιούνται ή να μιλάνε (εξ ου και το όνομα) και δεν αντιδρούν σε οδυνηρά ερεθίσματα (σελ. 253). Αν και έχει ομοιότητες με την ακινησία, αυτή η πάθηση είναι πολύ πιο οξεία.
Ο Δρ. Antonio Damasio περιγράφει μια ασθενή, την κυρία Τ, με αυτή την πάθηση. Όπως γράφει:
“Ξαφνικά έμεινε ακίνητη και αμίλητη και έμενε στο κρεβάτι με τα μάτια ανοιχτά, αλλά με μια κενή έκφραση στο πρόσωπο. Συχνά χρησιμοποιώ τον όρο “ουδέτερος” για αυτή την έλλειψη εκφραστικότητας… Το σώμα της κινούνταν το ίδιο με το πρόσωπό μας. Μπορεί να έκανε μια απλή κίνηση με το χέρι, π.χ. για να τραβήξει τα σκεπάσματα, αλλά γενικώς τα μέλη της ήταν ακίνητα. Όταν τη ρωτούσα για την κατάστασή της, συνήθως έμενε σιωπηλή, αν και μετά από πολύ επιμονή μπορεί να έλεγε το όνομά της, το όνομα των παιδιών της ή το όνομα της πόλης όπου έμενε, αλλά δε μιλούσε για την κατάστασή της, το ιστορικό της και δε μπορούσε να περιγράψει γιατί εισήχθη στο νοσοκομείο. Εκείνη την περίοδο δεν μπορούσα να ξέρω αν δε θυμόταν τα περιστατικά ή αν τα θυμόταν και δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να μιλήσει. Ποτέ δεν εκνευρίστηκε με τις διαρκείς μου ερωτήσεις και ποτέ δεν έδειξε ανησυχία, είτε για τον εαυτό της, είτε για οτιδήποτε άλλο.” (σελ. 71-72)
Μήνες αργότερα, η κυρία Τ συνήλθε από αυτό το ξύπνιο κώμα και το πιο παράξενο ήταν οι αναμνήσεις της σχετικά με την ασθένειά της. Παραδόξως, ήταν σίγουρη ότι δεν ήταν παράλυτη, ούτε πονούσε ή ήταν αγχωμένη. “Τίποτα δεν την εμπόδιζε να μιλήσει. Όπως θυμάται “πραγματικά δεν είχα τίποτα να πω” (σελ. 72). Κατά τη διάρκεια της ασθένειάς της δεν σκεφτόταν τίποτα, δεν αναλογιζόταν τίποτα, δεν έπαιρνε αποφάσεις και δεν είχε επιθυμία ούτε να επικοινωνήσει, ούτε να κάνει κάτι άλλο. Αν και είχε πλήρη συνείδηση, απλά η επιθυμία της να ενεργήσει είχε σβήσει.
| « Προηγούμενο Άρθρο [2.3.4] | • Περιεχόμενα | Επόμενο Άρθρο [2.4] » |
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο On the way to Ithaca, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια
Τι είναι τελικά η θρησκεία; Διαφορές θρησκείας-λατρείας
Κάθε εκτύπωση ή ανατύπωση του παρόντος πρέπει να φέρει το όνομα του συγγραφέα. Η αναγραφή του συγγραφέα αποτελεί στοιχειώδη αναγνώριση της προσπάθειας.
| « Παράγοντες που στρέφουν τον άνθρωπο στη θρησκεία, τη λατρεία και την πίστη | Ο ατομοκεντρισμός της θρησκείας » |
Ως ορισμό της θρησκείας προτείνουμε το λατρευτικό σύνολο που απαρτίζεται από συγκεκριμένες τελετές στηριζόμενες σε ένα δόγμα και το οποίο υπερασπίζεται και υπηρετείται από ένα επαγγελματικό ιερατείο.
Με τον ανωτέρω ορισμό σαφώς και πολλές αρχαίες «θρησκείες» δεν ανταποκρίνονται στη λογική αυτή. Ουσιαστικά δεν πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για λατρείες με κάποιο τελετουργικό. Ειδικά στην προϊστορική εποχή και την πρόσφατη ιστορική εποχή (από την παλαιολιθική ως το μεταίχμιο της Ιστορίας) ο ανθρώπινος πολιτισμός εφηύρε τις λατρείες.
Οι λατρείες αυτές απηχούσαν –πριν ακόμα ίσως αναπτυχθεί το γλωσσικό εργαλείο– ανάγκες της καθημερινότητας. Οι νεκροί έπρεπε να θάβονται ή να πετάγονται πολύ μακριά από τη σπηλιά, λόγω της δυσοσμίας της αποσύνθεσης και του κινδύνου μολύνσεων. Βεβαίως η μεταφορά ενός πτώματος σε μεγάλη απόσταση ήταν ιδιαιτέρως χρονοβόρα και συχνά επικίνδυνη, με αποτέλεσμα να προτιμηθεί η ταφή ή, σε κάποια μετέπειτα χρονική στιγμή, η καύση του νεκρού.
Η ανάπτυξη του γλωσσικού οργάνου έφερε με τον καιρό πολύ κοντά τα μέλη της φυλής. Στην παρούσα δεν έχει σημασία να αναλυθεί το αίτιο ανάπτυξης της γλώσσας και οι επιρροές που δέχτηκε. Ωστόσο, μία σημαντική παράμετρος που τη διαμόρφωσε ήταν η ανακάλυψη της φωτιάς και της χρήσης της σε σπήλαια. Αυτή εξάλλου είναι και η βασική αιτία που ο homo sapiens διέφερε τόσο πολύ από τα άλλα αγελαία ζώα. Η φωτιά είχε σαν συνέπεια να μεγαλώσει η μέρα, εφόσον πια στο σπήλαιο υπήρχε επαρκής φωτισμός, και θέρμαινε το χώρο· βασικές δηλαδή προϋποθέσεις προκειμένου να συνευρίσκονται όλοι μαζί και να συζητούν, εξελίσσοντας τη γλώσσα τους.
Βασικά στοιχεία των πρώτων αυτών συζητήσεων, εκτός από το κυνήγι της επόμενης μέρας, ήταν τα καθημερινά φυσικά φαινόμενα και μια σειρά λατρευτικών εθίμων που ακολούθησαν την πιθανή ερμηνεία τους. Γεγονότα πρωτοφανή που δεν είχαν τις γνώσεις να εξηγήσουν οδήγησαν στις θεϊκές ερμηνείες. Φυσικά φαινόμενα γνωστά, άλλα σπάνια και άλλα συνηθισμένα, από τα οποία όμως εξαρτώνταν τα μέλη της φυλής, οδήγησαν στην αναζήτηση αιτίων δημιουργίας τους σε θεϊκούς προγόνους. Τέτοιες αναζητήσεις και ερμηνείες θα οδηγούσαν σταδιακά στην καλλιέργεια λατρευτικών μορφωμάτων, όπως η ιεροτελεστία της ταφής και η θυσία ως μέσο να καταπραΰνουν τους θεούς. Ας σημειώσουμε ότι στα δύο αυτά στοιχεία στηρίζονται όλες οι λατρείες των σύγχρονων και αρχαίων θρησκειών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη νεολιθική πια εποχή είχαν αναπτυχθεί πλήρως και η γλώσσα (βασική προϋπόθεση) και οι λατρείες. Στον ελλαδικό χώρο (Σέσκλο, Διμήνι), και νωρίτερα στην ινδοευρωπαϊκή Ρωσία, παρατηρούμε πολλαπλές ταφές. Μάλιστα, στις τοποθεσίες της τελευταίας, υπάρχουν και ταφές αλόγων που υποδηλώνουν μία ιδιαίτερη λατρευτική αξία που είχε αυτό το ζώο ως όπλο και εργαλείο. Ωστόσο, οι τελετές δε φτάνουν προκειμένου μια λατρεία να μετατραπεί σε θρησκεία.
Ποιες οι διαφορές θρησκείας και λατρείας; Ποια η σημασία του δόγματος; Τι είναι δόγμα;
Ως δόγμα μπορούμε να ορίσουμε εκείνο το σύνολο λατρευτικών κι ερμηνευτικών αντιλήψεων το οποίο κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε και να αλλοιώσει. Στην τελευταία περίπτωση ο αντιρρησίας θεωρείται ξένος και απομακρύνεται από τη λατρευτική διαδικασία. Ωστόσο, με το δόγμα ειδωλοποιείται η διατύπωση, το γράμμα του κειμένου, στο όνομα του γεγονότος ότι γράφτηκε από την ίδια τη θεότητα ή ότι υπαγορεύτηκε σε έναν προφήτη.
Στην Ελλάδα κάτι τέτοιο σαφώς και δεν υπήρχε πουθενά. Δεν υπήρχε ποτέ πρόβλημα –και δεν καταγράφτηκε κάτι– με όποιον είχε διαφορετική αντίληψη για το θείο από τους πολλούς ή αν πίστευε σε άλλο θεό. Οι αιρέσεις ήταν κάτι ανύπαρκτο στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό. Αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι η αθεΐα ήταν κατακριτέα σε σημείο να δικάζεται συχνά· ας θυμηθούμε ότι ο Σωκράτης αρχικά κατηγορήθηκε για αθεΐα (αυτή η κατηγορία περί καινών δαιμονίων).
Αντίθετα, στην Ανατολή καταγράφεται η ύπαρξη θρησκειών από την αρχή της εποχής του χαλκού. Τα δόγματα έχουν έντονη παρουσία ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη χιλιετία, και κυρίως στην πλήρη εξέλιξή τους κατά την τελευταία χιλιετία πριν τη γέννηση του χριστιανισμού. Στην Αίγυπτο η διαφοροποίηση του δόγματος και της λατρείας έδωσε το έναυσμα στους ιερείς να πολεμήσουν και να ανατρέψουν τελικά το φαραώ Ακενατών. Αναλόγως παρατηρούνται αντιδράσεις σε αιρετικούς και αργότερα, τόσο στην Αίγυπτο όσο και στη Βαβυλώνα, και κυρίως στους Εβραίους μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι θρησκείες της Ανατολής αρχίζουν να χάνουν τη δυναμική τους από την εποχή των κατακτήσεων του Αλέξανδρου και κυρίως κατά τα τέλη του Β΄ και τις αρχές του Α΄ αιώνα π.Χ. με το θρησκευτικό συγκρητισμό.
Έτσι, η διαφορά μεταξύ λατρείας και θρησκείας εντοπίζεται στην ίδια την οργάνωση. Στη λατρεία εντάσσεται ακόμα και η μυθολογία. Ωστόσο, το χριστιανισμό, για παράδειγμα, δεν τον έκανε θρησκεία η Ιησουίτικη μυθολογία, αλλά η οργάνωση της λατρείας του Γιαχβέ μέσω ενός δόγματος απαράβατου –αλλιώς μιλάμε για αιρέσεις και διώξεις– και το επαγγελματικό ιερατείο που του έχει άνωθεν εκχωρηθεί η δύναμη διαμεσολάβησης προς τη θεότητα. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για πολλές αρχαίες θρησκείες. Οι μωαμεθανικές απόψεις δεν θεωρούνταν θρησκεία μέχρι που γύρω από το όνομα του προφήτη του Ισλάμ οργανώθηκε ένα ιερατείο –από συγγενείς και φίλους– που κήρυττε τις ιδέες του και προσηλύτιζε Βεδουίνους υπό τον όρο της απαράβατης υπακοής στις εντολές του. Αναλόγως και στην αρχαία Αίγυπτο και στις θρησκείες των αρχαϊκών αυτοκρατοριών του Νέου Κόσμου.
Η λατρεία χαρακτηρίζεται από έναν “ερασιτεχνισμό” στις τελετές της, καθώς δεν διαθέτει μυστήρια (πλην ορισμένων εξαιρέσεων που μάλλον τείνουν σε θρησκείες — Πυθαγόρειοι κ.λπ.), αλλά απλά ήθη χοών ή βάφτισης με νερό χωρίς μυστηριακό χαρακτήρα. Ακόμα και η θυσία δεν ήταν μυστική, αλλά θεωρούνταν μία ουσιαστική διατροφική λειτουργία, απαραίτητη για να ζήσουν οι θεοί και να μη λιμοκτονήσουν. Στην Ελλάδα τρέφονταν από την τσίκνα της θυσίας και όχι το αίμα, όπως σε Εβραίους ή Ίνκας και Αζτέκους (βλέπε τους “όρνιθες” του Αριστοφάνη που έκλεισαν τον ουρανό και η τσίκνα δεν έφτανε στους θεούς που λιμοκτονούσαν). Η θρησκεία αυτό τον “ερασιτεχνισμό” (που θεωρώ ότι είναι ειλικρινέστερος και βαθύτερος λατρευτικά) τον αντικατέστησε με τα δογματικά μυστήρια ακόμα και σε απλές τελετές, όπως ο γάμος, η κηδεία και η βάφτιση ― που δηλώνει την είσοδο κάποιου στην κοινωνία. Μόνο μέσω των μυστηρίων αυτών μπορούμε να κατανοήσουμε τη θρησκεία και να την πλησιάσουμε και δογματικά. Θεωρείται ότι μόνο μέσω των μυστηριακών τελετών δίνεται η δυνατότητα στον πιστό να ταυτιστεί ή να πλησιάσει το θείο.
Τα δόγματα, διατηρώντας άμεση επαφή με τις θυσίες και τις διάφορες τελετές, προσπαθούν να εξευμενίσουν το θείο, αντιπαλεύοντας τις απειλές του φυσικού περιβάλλοντος, ή να αποκτήσουν την ευλογία του Όντος για καλύτερη διαβίωση. Θυσιάζοντας τους καλύτερους καρπούς της γης ή τα καλύτερα και γονιμότερα ζώα, ή ακόμα και εσωτερικεύοντας τη θυσία μέσα από μία διατροφική στέρηση (νηστεία), ένα σωματικό βασανιστήριο (αυτομαστίγωση) ή τη σεξουαλική αποχή και την προσευχή, ο άνθρωπος προσπαθεί να πλησιάσει το θείο φοβούμενος το γύρω κόσμο του. Είναι όμως και μία λογική επίδειξης συναισθημάτων, προκειμένου να δείξει ότι σέβεται το θεό, και να τον εξαγοράσει με την προσφορά δώρων. Ενίοτε, όπως στην Ελλάδα, τους Ίνκας και τους Αζτέκους, η δωροδοκία αποκτούσε μία διατροφική έννοια προς τους θεούς.
Όσο το ιερατείο ήταν αιρετό δεν αποτελούσε δογματικό μεσολαβητή, αλλά πρόσφερε εθελοντική εργασία χωρίς να έχει καμία εξουσία επί των πιστών. Με την επαγγελματικοποίησή του διατράνωνε τη μοναδική μεσολαβητική του ιδιότητα και πως μόνο αυτό είχε τούτο το δικαίωμα. Έτσι, σήμερα θεωρείται σε κάθε θρησκεία ότι όποιος στρέφεται κατά των εκπροσώπων της θεότητας (των ιερέων) στρέφεται και κατά του δόγματος και κατά της θρησκείας.
Διότι κατά τη θρησκεία κάθε εξουσία προέρχεται από το θεό (ή τους θεούς) και πηγάζει από αυτόν. Ανυπακοή σε κάποιον από αυτούς τους ανθρώπους σημαίνει εξέγερση κατά του θεού. Εξ ου και το εγκώμιο της υποταγής στην τάξη και την εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε θρησκευτικό δόγμα (και ορισμένων λατρευτικών δοξασιών) προτάσσει την υποταγή στην κοσμική εξουσία. Καμία θρησκεία –εκτός αν συγκρούονται τα κληρικά συμφέροντα– δεν επιδιώκει επαναστατική δραστηριότητα για την ανατροπή της κακής εξουσίας. Γοητεύοντας τους ισχυρούς, νομιμοποιώντας και αιτιολογώντας την ένδεια των εξαθλιωμένων, επιβάλλοντας καταναγκαστική εργασία προς τιμή του θεού ή του αυτοκράτορα-θεού, κολακεύοντας τους ανθρώπους που κρατούν το σπαθί, η θρησκεία συντροφεύει την κοσμική εξουσία, το Κράτος, προβάλλοντας ένα φανταστικό, έναν υποθετικό αντι-κόσμο. Έτσι, κλήρος και κράτος σχηματίζουν αυτό που ο Ανρί-Ιρενέ Μαρού ονομάζει ολοκληρωτικό Κράτος, αυτό που πάντα απέφευγε ο δημοκρατικός Τερζάκης.
Εξάλλου, η θρησκεία πάντα μέσω του δόγματος και της διδασκαλίας του έχει ιστορικά σαφή θέση για τη μεταθανάτια ζωή (Αίγυπτος, Βαβυλώνα, Ισραήλ, Ισλάμ, Χριστιανισμός, Ίνκας, Μάγια κ.λπ.) και τις σχετικές τιμωρίες ή επαίνους για την τίμια ή άτιμη αντιστρόφως επίγεια ζωή. Η λατρεία δεν είχε ανάγκη να στηρίζει κολάσιμες ή παραδείσιες καταστάσεις για τη μετά θάνατο ζωή (βλ. τοτεμισμός, ανιμισμός, σκιές του ελληνικού Άδη κ.λπ.) πλην εξαιρετικών καταστάσεων και ιδιαίτερων θεϊκών τιμωριών (Σίσυφος, Τάνταλος, κογιότ του Μανιτού κ.ά.τ.).
Ειδικά για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες η έννοια του δόγματος και η προάσπισή του από τους επαγγελματίες διαμεσολαβητές του θεού έχει την έκφρασή της σε ένα και μόνο βιβλίο, πέραν από το οποίο ό,τι γράφεται και υποστηρίζεται αποτελεί αιτία αναθέματος. Ο μονοθεϊσμός, πάλι, θεωρείται η θρησκεία του ενός βιβλίου (άσχετα αν οι παυλικοί οπαδοί μισούν το βιβλίο των ρήσεων του Μωάμεθ ή την Τορά, οι μουσουλμάνοι κοροϊδεύουν τους οπαδούς του Εσταυρωμένου και πολεμούν τους απογόνους του Αβραάμ και οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν με ειρωνεία τους χριστιανούς της Καινής Διαθήκης και βασανίζουν τους λάτρεις του Κορανίου, το Βιβλίο είναι ένα και κοινό στην ουσία του). Η κατάρτιση του Καταλόγου των Απαγορευμένων Βιβλίων του 16ου αιώνα και η Ιερά Εξέταση, οι πολυάριθμοι φετφάδες εναντίον μωαμεθανών συγγραφέων –που απλά χωρίς να είναι άθεοι διαφωνούν με τους ιμάμηδες– και οι αναθεματισμένοι διαφωνούντες με την Τορά Εβραίοι, φτωχαίνοντας τη σκέψη των πιστών τους, αποδεικνύουν το φανατισμό και τη συμπύκνωση ενός θρησκευτικού δόγματος μόνο σε αυτά.
Το άρθρο αποτελεί μέρος του δοκιμίου Αντιθρησκευτικές αναζητήσεις: δόγμα, λατρεία, ατομοκεντρισμός, εσχατολογία και έχει δημοσιευτεί σε προγενέστερη μορφή του στο ιστολόγιο Ο δείμος του πολίτη, όπου γίνεται και ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (12)
Μιχάλης Κ., 40 ετών, άγαμος, μεταπτυχιακό δίπλωμα, δημόσιος υπάλληλος, Θεσ/νίκη.
Μεγάλωσα σε μια κλασική ελληνική αστική οικογένεια, με ισορροπημένο οικογενειακό περιβάλλον και με γονείς που θα έκαναν (και έκαναν) τα πάντα για τα παιδιά τους. Η μητέρα τακτική στα θρησκευτικά καθήκοντα, ο πατέρας εντελώς χαλαρός. Στα παιδικά μάτια αποτελούσαν βαρετές κοινωνικές αγγαρείες μέχρι που σταδιακά κόπηκαν εντελώς.
Στο σχολείο ήταν υποχρεωτική η αποστήθιση του «Πιστεύω» και βαρετοί οι υποχρεωτικοί εκκλησιασμοί από τη γλυκύτατη κατά τα άλλα θεολόγο. Με τους φίλους δεν βρέθηκα ποτέ σε εκκλησιαστικούς χώρους, αφού έχουμε καλύτερα μέρη να συχνάζουμε! Αναρωτιέμαι, βέβαια, γιατί οι περισσότεροι φίλοι μου με στραβοκοιτάζουν όταν πιάνω τα «αθεϊστικά μου».
Θα έλεγα ότι κλιμακωτά εξελίχθηκα σε άθεο/αδιάφορο. Ως παιδί ήμουν αδιάφορος χριστιανός, όπου εντάχθηκα λόγω υποχρεωτικής (νομικής/κοινωνικής δεν έχει σημασία) βάφτισης και αστυνομικής ταυτότητας.
Ως έφηβος (13-19 ετών) αντιλήφθηκα ότι το θέατρο του εκκλησιαστικού παραλόγου μιλούσε από μόνο του: Πλουμιστοί παπάδες, με λιβάνια, καμπάνες, spooky εικόνες που ενίοτε περιφέρουν λείψανα, αξιοθρήνητα… θαυματουργές εικόνες που το μόνο που κάνουν είναι να δακρύζουν βυσσινάδα και να προσφέρουν placebo θεραπείες σε απελπισμένους, τελετές και ηθικές επιταγές και απαγορεύσεις χωρίς νόημα και αντίκρισμα στον πραγματικό κόσμο…
Έτσι επήλθε σταδιακά και η συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά τα τελετουργικά, τυπολατρικά, δεν μπορεί να έχουν καμμία σχέση με αυτό που όλοι γύρω μου αποκαλούσαν ως θεό…
Ως ενήλικας πλέον (20-30 ετών) δεν ασχολούμαι καθόλου με το θέμα… σπουδές, ευδαιμονία και αναζήτηση (εργασίας, γυναίκας, διακοπών, πού άφησα πάλι το κινητό κλπ). Παρ’ όλ’ αυτά, στο βάθος του μυαλού ίσως υπάρχει ένας προσωπικός θεός, όχι ο θρησκευτικός… κάτι σαν ευσεβής πόθος.
Ως ώριμος άνδρας (30-35 ετών) είχα το Internet! Τόσος κόσμος, τόσες θρησκείες, τόσοι θεοί… βρε, οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι είμαστε μειοψηφία! Μειώνεται έτσι κι άλλο η επιρροή της ιδέας του θεού, γίνομαι μάλλον αγνωστικιστής. Παραμένουν όμως οι λανθασμένες πεποιθήσεις, όπως π.χ. ότι η ηθική πηγάζει από τη … θρησκεία και ότι οι θρησκείες αποτελούν αναγκαίο συνδετικό κρίκο της κοινωνίας (για να μη γίνουμε ζούγκλα, και καλά).
Ως ωριμότερος: (35 και πάνω ετών) έμαθα, διάβασα, άκουσα: George Carlin, Sam Harris, Richard Dawkins, αμερικανικές εκπομπές. Μετά διάβασα και την Αγ. Γραφή (σε αγγλική μετάφραση) και έμεινα κατάπληκτος από το πόσο όχι θεόπνευστα αλλά αλλοπρόσαλλα, ανήθικα και προπαντός γήινα φάνταζαν στα μάτια μου τα περιεχόμενά της. Μάλλον οι περισσότεροι χριστιανοί δεν την έχουν διαβάσει…
Πλέον, δεν παίζω με τις λέξεις, 7ης κλίμακας άθεος (κι ας είναι 6,9 ο Dawkins). Δεν χρειάζεται να ψάξω όλο το σύμπαν για να δηλώσω ότι δεν κρύβεται κάπου η Αόρατη Ροζ Μονόκερως (FSM rules, btw…). Αν αύριο έλθει και με πάρει καβάλα, θα ανασκευάσω.
Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα γεγονότα που με οδήγησαν σ’ αυτή την αντίληψη! Κομβικό σημείο μπορώ να θεωρήσω μια ομιλία του Sam Harris, «Faith vs Reason in the Modern World» (“Η Πίστη εναντίον της Λογικής στο Μοντέρνο Κόσμο”), όπου για πρώτη φορά ανακάλυπτα ότι οι θρησκείες εκτός από άκακα ψεύδη, διαχέουν και άκρως επιβλαβείς έννοιες στην ανθρώπινη κοινωνία: Το κάστρο της θρησκευτικής ηθικής επιχειρηματολογίας διαλύεται, κατά τη γνώμη μου.
- Τσεκάρω τις παράλογες αναφορές στην Αγ. Γραφή, δεν έχουν τελειωμό: Δευτερονόμιο, Έξοδος, Απ. Παύλος…
- Ο θεός επιτάσσει σφαγές νεογνών, γυναικών, αλλόθρησκων, εκδίκηση, μίσος, ζήλια, διάχυτος μισογυνισμός και ομοφοβία στην Κ. Διαθήκη, δικαιολόγηση δουλείας, δαιμονοποίηση έρωτα, λιθοβολισμός της μη παρθένας κόρης, της μάγισσας, του αλλόθρησκου, όλα εκεί!…
- Προσωπικά, μένω πλέον έκπληκτος από το γεγονός ότι επιτρέπεται να το διαβάζουν παιδιά!
Επειδή, κατά τη γνώμη μου, μόνο χρήσιμες δεν είναι τέτοιες ιδεολογίες, αποφασίζω να πάρω θέση απέναντί τους. Σοκάρομαι, πλέον, όταν βλέπω ότι ένα ολόκληρο κράτος πηγαίνει αγκαλιά με την εκκλησία.
Στο ερώτημα τι έχω αντί του θεού (που έχουν άλλοι) και τι δίνει νόημα και στήριγμα στη ζωή μου και στον κόσμο, έχω εύκολα την απάντηση: Ό,τι και στους υπόλοιπους ανθρώπους· ό,τι και στους πιστούς (που έτσι κι αλλιώς δεν εφαρμόζουν τίποτε από αυτά που δεν τους βολεύουν από τις γραφές τους). Πιστεύω στο ανθρώπινο μυαλό, ελπίζω στην ανθρώπινη επιστήμη. Στα μερικά χιλιάδες χρόνια παρουσίας μας στον ηλικίας 4,5 δισ. ετών πλανήτη μας, έχουμε κάνει απίστευτα άλματα.
Δεν προέκυψε καμμιά αξιοσημείωτη επίπτωση από την επιλογή της αθεΐας. Αντιθέτως, αν κάτι νιώθω, είναι θυμός γι’ αυτό που εγώ, πλέον, θεωρώ κοροϊδία, εκμετάλλευση της ανθρώπινης ανασφάλειας και πλύση εγκεφάλου μικρών παιδιών.
Στον κοινωνικό κύκλο μου είμαι σαν τη μύγα μεσ’ στο γάλα, αλλά και δεν αποκρύπτω τη θέση μου (τουναντίον). Δεν άλλαξε κάτι στις κοινωνικές μου σχέσεις. Διαπίστωσα όμως ότι σχεδόν κανείς δεν ήθελε να ακούσει κριτική για τη θρησκεία του, όσο εμπεριστατωμένη κι αν ήταν. Μου έκανε εντύπωση πόσα λίγα ξέρει ο μέσος πιστός για την -όποια- θρησκεία του έλαχε (γιατί είναι καθαρά θέμα τύχης και τίποτ’ άλλο).
Και ναι, μ’ ενδιαφέρει να μοιραστώ τις πεποιθήσεις μου με περισσότερους και κάνω ήδη ό,τι μπορώ για αυτό.
Δεν μπορώ να πω ότι έχω πέσει θύμα διάκρισης λόγω των αθεϊστικών επιλογών μου. Ίσως να μην έτυχε κιόλας. Μοναδικό θέμα που με ενοχλεί στο περιβάλλον μου είναι τα θρησκευτικά σύμβολα που παραμένουν αναρτημένα στο χώρο της (δημόσιας) εργασίας μου.
Σε κάποιους που προβληματίζονται για τον δικό τους δρόμο στη ζωή και μου ζητήσουν μια συμβουλή, θα έλεγα: Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του «θέλω» να πιστεύω σε κάτι, από το έχω και σοβαρούς λόγος για να πιστεύω σε κάτι.
Enjoy the ride, cause it’s the only one you get! Peace! (Απόλαυσε τη βόλτα, καθώς είν’ η μόνη που έχεις! Ειρήνη!)
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Αποχαιρετισμός στη θρησκευτική πίστη (11)
Γιώργος Μ., 24 ετών, φοιτητής, γεννημένος στη Γερμανία
«Ο Θεός είναι στις λεπτομέρειες»
Mies Van der Rohe, 1886-1969, Γερμανός αρχιτέκτονας
Σχετικά με το θέμα της θρησκείας η αλήθεια είναι ότι με ενδιέφερε ιδιαίτερα από μικρό παιδί. Όπως τα συνηθισμένα παιδιά, έτσι και εγώ ήμουν άτακτος, ζωηρός και ανήσυχος.
Εκείνο το χαρακτηριστικό όμως που με έκανε να διαφέρω από τον αδελφό μου, από ξαδέρφια ή παιδιά φίλων ήταν κάτι που παρατήρησε ο παππούς μου, με τον οποίο για ώρες μιλούσαμε και «ανοίγαμε» διάφορα θέματα, χωρίς να κουράζεται. Αυτό ήταν ένα από τα μυστικά του ώστε να τον έχω αγαπήσει τόσο, αν και δεν πρόλαβα να τον ζήσω όσο θα ήθελα, γιατί πέθανε όταν ήμουν στη Β’ Γυμνασίου.
Η παρατήρηση του παππού μου ήταν, όπως το έλεγε σε όλους, ότι είμαι ιδιαίτερα έξυπνος διότι εξέφραζα συνέχεια απορίες, ήθελα λεπτομέρειες, πολλές λεπτομέρειες (!), επεσήμαινα τις αντιφάσεις των ιστοριών, των παραμυθιών κ.α. ενώ δεν αρκούμουν στις πρόχειρες απαντήσεις που μου έδινε και έθετα συνέχεια και άλλες απορίες με συνέπεια να τον φέρνω σε δύσκολη θέση. Είχε προβλέψει μάλιστα για εμένα ότι θα γίνω επιτυχημένος όταν μεγαλώσω σε ό,τι κι αν κάνω. Ελπίζω μόνο να έπεσε μέσα!
Φυσικά, μέσα στις ιστορίες αυτές, η θρησκεία με ανησυχούσε πολύ, ιδιαίτερα για το πώς γίνεται να είναι άυλοι οι «Άγιοι», ο Θεός, και ο Διάβολος. Απέφευγε να μου απαντήσει όμως και προσπαθούσε να αλλάξει θέμα. Σαν παιδί με ξεγελούσε, όμως οι απορίες μου έμεναν αναπάντητες με συνέπεια να αρχίζω να ενδιαφέρομαι περισσότερο για τον Θεό.
Όλα αυτά στα 10 μου περίπου. Λίγο αργότερα άρχισα να διαβάζω εγκυκλοπαίδειες, και μάλιστα δυσκολευόμουν λόγω καθαρεύουσας, περί του σύμπαντος, και κυρίως για τους άλλους πλανήτες και δορυφόρους…
Καιρός λοιπόν, έπειτα από την εισαγωγή, να πω το όνομα μου. Ονομάζομαι Γιώργος Μ., διατηρώ προσωπική ιστοσελίδα με το όνομα «Ο καιρός είναι εξίσωση» και υπογράφω ως «αεροχείμαρρος». Γεννήθηκα στο Μόναχο Γερμανίας, από ελληνικής καταγωγής γονείς. Είμαι 24 ετών και είμαι φοιτητής. Δουλεύω ταυτόχρονα ως τραγουδιστής σε διάφορα μαγαζιά. Ζω εδώ και αρκετά χρόνια στη Θεσσαλονίκη με την οικογένεια μου, καθώς πριν από μία δεκαετία περίπου ήρθε η ώρα της επιστροφής στην Ελλάδα, ύστερα από τα όμορφα κατά βάση χρόνια της ξενιτιάς.
Είμαστε μία πολύτεκνη οικογένεια, ποτέ όμως δεν μου έλειψε τίποτα, χωρίς όμως να είμαστε πλούσιοι. Μία συνηθισμένη ελληνική οικογένεια, θα έλεγα. Όλοι στην οικογένεια μου είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στο θρήσκευμα, όμως όχι ιδιαίτερα προσκολλημένοι στις παραδόσεις της θρησκείας. Παρ’ όλα αυτά, αρκετά πιστοί στο Θεό και με διάφορες δεισιδαιμονίες. Εξαιρείται από την ορθοδοξία η αδελφή της γιαγιάς μου, η οποία είναι μάρτυρας του Ιεχωβά, και την οποία έβλεπα περίεργα λόγω θρησκευτικής διαφορετικότητας.
Επόμενο ήταν λοιπόν να μεταδώσουν την πίστη και την παράδοση, έστω ένα μέρος αυτής, στο αθώο παιδικό μυαλό μου, και να προσπαθώ εναγωνίως να συμβιβάσω τα παιδικά μου φυσικά ένστικτα με το υπερφυσικό και το παράλογο.
Υπήρχε βέβαια και ο παράγοντας του εξωτερικού, και το ότι οι λόγοι κοινωνικής διασύνδεσης μέσω της εκκλησίας ήταν πιο έντονοι στους Έλληνες της Γερμανίας. Έτσι, ενόσω ήμασταν στη Γερμανία, σχεδόν κάθε Κυριακή αποκτούσα την εμπειρία της Θείας Λειτουργίας. Ταυτόχρονα όμως με αηδίαζε το γεγονός ότι ο κόσμος πρόσεχε ιδιαίτερα το ντύσιμο του άλλου και ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει λόγος κακών σχολίων!
Μου άρεσε ιδιαίτερα το κρασί και το αντίδωρο όμως, και δεν είχα πρόβλημα με την αναμονή, αν και έπληττα, είναι η αλήθεια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως, όταν ήταν να πάρω το αντίδωρο, προσπαθούσα να πάρω όσο πιο πολλά μπορούσα, και μία φορά ο Πάτερ με χτύπησε στο χέρι, ως καλός παπάς που ήταν. Θεωρούσα τους παπάδες αγίους σχεδόν, είχα την εικόνα του τέλειου ανθρώπου στο πρόσωπό τους και μου κακοφάνηκε όταν μου το έκανε αυτό.
Ο φόβος για τον Θεό που κήρυτταν με έκανε ιδιαίτερα πρόθυμο να ακολουθήσω το «σωστό» δρόμο της εκκλησίας. Βέβαια οι γονείς μου δεν ήταν ιδιαίτερα αυστηροί. Τη δε νηστεία της μέρας πριν τη λειτουργία την τηρούσαν, απ’ ότι θυμάμαι, σπάνια, ή σχεδόν ποτέ.
Ο ερχομός μας στην Ελλάδα άλλαξε τις συνήθειες της οικογένειάς μου, και το πλήρωσε αυτό και η κυριακάτικη λειτουργία, καθώς δεν θυμάμαι να πήγα ποτέ σε Θεία Λειτουργία αφ’ ότου επαναπατριστήκαμε. Μόνο στις γιορτές περιορίστηκε η επίσκεψη στην εκκλησία, και μάλιστα, χωρίς κοινωνία! Εξαιρείται βέβαια η γιαγιά μου, η οποία τηρούσε κανονικά τις υποχρεώσεις της. Συνεπώς, κατήχηση από ανθρώπους της εκκλησίας δεν δέχτηκα ποτέ και νομίζω πως ήμουν τυχερός στο θέμα αυτό, αφού η μάνα μου όταν ήταν μικρή πήγαινε σε κατηχητικό. Φαίνεται όμως πως δεν θεώρησε απαραίτητο να πάνε και τα παιδιά της σε κάτι ανάλογο. Ίσως δεν της φάνηκε χρήσιμο.
Το άλλο κατηχητικό της Ελλάδας ωστόσο είναι το ίδιο το σχολείο! Σε αυτό έμαθα τα περισσότερα για τον Θεό, τον Διάβολο και τους Αγίους. Θεωρούσα δε τα θρησκευτικά σοβαρό μάθημα, αφού περιέγραφε την δράση του Ιησού και το πώς πρέπει οι άνθρωποι να συμπεριφέρονται. Με δίδαξαν σε όλη τη διάρκεια των σχολικών χρόνων συντηρητικοί καθηγητές. Ειδικά οι θεολόγοι ενέσπειραν τους φόβους μου για τον Θεό, όπως και τα ίδια τα σχολικά βιβλία των θρησκευτικών.
Να φανταστείτε, σε κάθε νέο έτος, έπαιρνα τα θρησκευτικά και διάβαζα όσα κεφάλαια θεωρούσα ενδιαφέροντα, και ιδίως εκείνα που «υποχρέωναν» να φοβάμαι τον Θεό. Δεν ξέρω, προσπαθούσα να καταλάβω γιατί πρέπει να φοβάμαι ένα τέλεια καλό Ον!
Εικόνες μου έρχονται από τη χαρακτηριστική φράση «Ο δούλος του Θεού» και από τις Βαπτίσεις και τα βιβλία. Είχα κακή εικόνα για τη λέξη «δούλος», φυσιολογικά εννοείται, και δεν μπορούσα να το χωνέψω, νόμιζα πως πρέπει να υποταχτώ λόγω ανωτερότητας του Θεού! Άκουσα διάφορες ιστορίες από δασκάλους, καθηγητές, γιαγιάδες και θείους για τη σωτηρία του πνεύματος.
Πώς είναι ο παράδεισος; Το ρωτούσα σε όλους ανεξαιρέτως. Για εμένα ήταν ένας τόπος γεμάτος πρασινάδα, οι γονείς μου, τα αδέλφια μου, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, να περνάμε όλοι μαζί ευχάριστα. Έτσι τον ονειρεύτηκα στον ύπνο μου κάποιες φορές. Πουθενά όμως ο Θεός!
Ο διάβολος είχε περίοπτη θέση στους εφιάλτες μου, με κέντρισε ιδιαίτερα η ύπαρξη του. Ήθελα να διαβάσω τα πάντα γι’ αυτόν. Δεν έχανα την ευκαιρία να ρωτάω, και πολλοί θείοι, έστω και άθελά τους, όπως και η γιαγιά μου ή το σχολείο, με τρόμαζαν πολύ, κι έτσι ο φόβος με οδηγούσε στην πίστη του Θεού του καλού.
Μεγάλωσα, έφτασα στο Λύκειο, και άρχισα να ενημερώνομαι πιο οργανωμένα. Ήμουν πιστός κανονικός, βέβαια δεν πήγαινα συχνά στην Εκκλησία, ακόμα και στις σχολικές μας δραστηριότητες το απέφευγα. Αλλά δήλωνα και ήμουν χριστιανός. Οι παιδικοί μου φόβοι ακόμα με ταλάνιζαν. Ο κατακλυσμός του Νώε, η Δευτέρα Παρουσία και η σωτηρία κάποιου που πεθαίνει ήταν κυρίαρχα θέματα στην σκέψη μου.
Για τη Δευτέρα Παρουσία διάβασα και την αποκάλυψη του Ιωάννη στα 16 μου χρόνια. Με φόβισε, τρόμαξα. Σε κάθε μεγάλη θρησκευτική γιορτή νόμιζα από τότε πως ίσως θα είναι το τέλος! Όσο πιο ταπεινός είσαι, όσο έχεις το κεφάλι σκυμμένο, δεν θα πάθεις τίποτα από τον Θεό, και αυτό προσπαθούσα να τηρήσω.
Αλλά δεν τα κατάφερνα ευτυχώς! Αγόρασα μάλιστα θρησκευτικά βιβλία, μπλέχτηκα και σε άλλα συνωμοσιολογικά για το 666 και το χάραγμα, ίσως και μερικά εξ αυτών ρατσιστικά. Έτσι νόμιζα τον κόσμο, και βέβαια, εχθρός της θρησκείας η επιστήμη, και ειδικά ο Δαρβίνος, όπου στα βιβλία αυτά τον μισούσαν, αν και δεν μπορώ να πω ότι μου μετέδωσαν το μίσος.
Πάντα έμπαινα σε συζητήσεις που αφορούσαν τη θρησκεία και την Ελλάδα, ειδικά με την αδελφή της γιαγιάς μου. Αυτή μου έδινε φυλλάδια για τη Δευτέρα παρουσία, μου παρέθετε τη δική της πίστη και σε τι διαφέρει, ενώ εγώ, σίγουρος για την αλήθεια της Ορθοδοξίας, προσπαθούσα να επιχειρηματολογήσω υπέρ της. Πάρ’ το αυγό και κούρευτο!
Είχα κακή γνώμη για τους αλλόθρησκους και φοβόμουν, όταν ήμουν μικρός, τους σατανιστές (αν και λάτρης του Ροκ και του Μέταλ). Για τους άθεους ποτέ δεν εξέφρασα γνώμη, όσο ήμουν πιστός. Σίγουρα όμως υποσυνείδητα τους θεωρούσα βδελυρούς! Ή μήπως όχι; Πίστευα καθαρά λόγω φόβου και (όχι!) δεν ένιωθα κανένα συναίσθημα θρησκευτικό, ούτε μου άρεσαν οι τελετουργίες της εκκλησίας, τις θεωρούσα γελοίες!
Μέχρι και ταινίες έβλεπα που αφορούσαν τη Δευτέρα Παρουσία. Βέβαια, δεν παρέλειπα να εκτελώ τα εφηβικά καθήκοντα της σεξουαλικής ορμής μου, χωρίς να θεωρώ πως κάνω αμαρτία, αν και μου το είχαν πει ότι δεν είναι σωστό! Να μην τα πολυλογώ (δεν το επιθυμώ) η άγνοια μίας ορθολογικής εξήγησης του κόσμου με έκανε να έχω τέτοιους ψυχοφθόρους φόβους.
Δεν ήμουν παιδί που μασούσε ό,τι του έλεγαν, ακόμα και όταν έγινα τόσο πιστός! Ταυτόχρονα, λόγω της αγάπης που έχω για τα καιρικά φαινόμενα, ασχολήθηκα και με την επιστήμη σταδιακά, μετά το Λύκειο κυρίως, όταν έγινα φοιτητής. Όχι μόνο για τον καιρό, αλλά και για το σύμπαν, την ύλη, τους πλανήτες, τον ήλιο και την ίδια τη γη. Πλέον, με περισσότερο μυαλό και κριτική σκέψη, αποφάσισα να ασχοληθώ πιο εντατικά με το θέμα επιστήμης και θρησκείας.
Οδηγήθηκα λοιπόν σε δύο άκρως αντίθετα πράγματα: απ’ τη μια θρησκεία και προσήλωση στον Θεό και από την άλλη επιστήμη και γνώση, έρευνα και απόδειξη. Προσπαθούσα να τα ισορροπήσω στην αρχή. Ήμουν πολύ καλός στα μαθηματικά και στη Φυσική. Άρχισα να ασχολούμαι με σπουδαίους επιστήμονες, να θέλω να διαβάσω γι’ αυτούς, να ενημερωθώ. Έμπαινα στη λογική του μυαλού ενός επιστήμονα σιγά σιγά, και αυτό με έκανε να αρχίζω να αμφιβάλλω, καθώς νέος τρόπος σκέψης δειλά δειλά κέρδιζε έδαφος στο μυαλό μου.
Θεωρώ ευτύχημα το γεγονός πως υπήρξα αρκετά πιστός και πίστεψα και θεωρίες συνωμοσίας. Όλα αυτά άρχιζαν να φαίνονται τόσο παράλογα όσο μελετούσα την επιστήμη. Σταθμός στην όλη διαδικασία το βιβλίο που αγόρασα κάποια Χριστούγεννα για εμένα. Δώρο στον εαυτό μου! «Η κόμη της Βερενίκης» του καθηγητή Γ. Γραμματικάκη, όπου εκλαϊκευμένα παρουσιάζει και περιγράφει το Σύμπαν υπό την οπτική της γνώσης και της έρευνας. Θα έλεγα πως με απελευθέρωσε, ένιωσα να βρίσκομαι εκεί που πρέπει, μέσα στο Σύμπαν, μακριά από Θεούς και δαίμονες!
Προβλήματα υγείας που προέκυψαν παράλληλα με κράτησαν μακριά από το πανεπιστήμιο για χρόνια, καθώς και από την ίδια τη ζωή. Βυθίστηκα τόσο στη θλίψη που με βοήθησε να αναπτύξω τις ικανότητες του νου μου, και κάπου εκεί άρχισα να αναθεωρώ τελείως, καθώς ποτέ δεν υπήρξα φανατικός.
Όταν βρίσκεσαι αντιμέτωπος με διάφορα υπαρξιακά ζητήματα, και κυρίως με τη μοναξιά μέσα σε τόσο κόσμο, σε κάνει να αμφιβάλλεις για το αν είναι αληθινό και ωραίο να πιστεύεις πως δεν είσαι μόνος στην Γη, επειδή υπάρχει ο Θεός, διότι ίσως να σε βολεύει να πιστεύεις στον Θεό, σε κάνει χαρούμενο, ούτως ώστε η μοναξιά να κρύβεται για πάντα.
Έτσι ξεκίνησαν λοιπόν οι αρχές τις αμφισβήτησης. Η αρχή της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στο τι επιθυμώ να έχω και να υπάρχει και τι όντως έχω και υπάρχει! Άλλωστε ήταν πολλά που δεν μου προσέδιδαν κανένα ενδιαφέρον για τη θρησκεία, αλλά αντίθετα με έκαναν να απεχθάνομαι τη λατρεία. Ποτέ μου δεν πίστεψα σε κόκαλα που ευωδιάζουν, δεν πίστευα στο Άγιο φως, το θεωρούσα απάτη ήδη από τα σχολικά μου χρόνια, και εν γένει δεν ήμουν λάτρης του «προσκυνήματος» στον αφέντη, όποιος και να είναι αυτός, ακόμα και ο ίδιος ο Θεός! Δεν ένιωθα δούλος κανενός και δεν ήμουν πρόθυμος να συμβιβαστώ με την «αστική τάξη» και τη φυλακή της.
Οπότε, στην ηλικία των 20 περίπου, για πρώτη φορά, θεώρησα πως είμαι συνειδητοποιημένος άθεος, και μέσα από τη σκοπιά του ψυχισμού του ανθρώπου δικαιολόγησα την αθεΐα μου. Με λεπτομέρειες δεν ξαναασχολήθηκα! Δεν έψαξα επιχειρήματα για το κακό που βασανίζει τους ανθρώπους, δεν έδωσα σημασία στις αντιφάσεις της Βίβλου ή στις απατεωνιές της — μόλις που άρχιζα να τις ανακαλύπτω. Η τοποθέτηση μου ήταν εξ αρχής καθαρά εμπειρική, με βάση ότι εγώ δεν ένιωσα ποτέ τον Θεό κοντά μου, ενώ τον ζήτησα και τον ζητούσα τόσο πολύ!
Η διανοητική μου τοποθέτηση αφορούσε την ψυχική διάσταση του ανθρώπου, και πάνω σε αυτή στηρίχτηκα για να εξηγήσω ότι η υλιστική προσέγγιση και η επιστημονική θεώρηση του κόσμου που ήδη, όπως εξήγησα, κέρδιζε χώρο στο μυαλό μου, είναι η πιο λογική, και αυτή που με εξέφραζε περισσότερο απ’ όλες τις άλλες μη λογικές εξηγήσεις.
Θα ήθελα να υπάρχει ο Θεός, το πιστεύω και τώρα αυτό. Θέλω να ζήσω αιώνια. Θέλω να συναντήσω όλους τους ανθρώπους που έχασα ή θα χάσω και που τους αγαπούσα και με αγαπούσαν. Ποιος δεν το θέλει αυτό; Γι’ αυτό ακριβώς έγινα άθεος. Οι επιθυμίες μας δεν σχηματίζουν την πραγματικότητα σε καμία περίπτωση, και φυσικά δεν την αλλάζουν, δεν την καθοδηγούν. Συνοψίζοντας σε μία φράση «Οι εξαιρετικοί ισχυρισμοί απαιτούν εξαιρετικές αποδείξεις», αποδείξεις οι οποίες να είναι ικανές να μεταδοθούν σε κάθε αρκούντως ευφυή άνθρωπο όπως η γνώση, όχι με προσωπικές εμπειρίες που όλοι γνωρίζουμε, ακόμα περισσότερο εγώ και οι ψυχίατροι, ότι τα βιώματα είναι εύθραυστα, ευμετάβλητα και ευεπηρέαστα.
Δεν αισθάνθηκα κενός νοήματος, πραγματικά, λόγω των δυσκολιών με την υγεία μου και του πώς κατάλαβα την ζωή διά αυτών, ήμουν έτοιμος να αντιμετωπίσω την σκληρή αλήθεια και, αντίθετα, για πρώτη φορά ένιωθα πλήρης και συνειδητοποιημένος άνθρωπος, ο οποίος ξέρει τι θέλει πλέον στην ζωή του.
Δεν το κρύβω πως απελπίστηκα σε κάποιες στιγμές αδυναμίας, όμως ήμουν ήδη κατασταλαγμένος και δεν το έβαζα κάτω. Το βάρος της θρησκείας είχε εξαλειφθεί οριστικά από την κοσμοθεωρία μου, την ξεφορτώθηκα μαζί με άλλους φόβους και παράλογες πεποιθήσεις, και ήμουν πια ολοκληρωμένος. Οι εμπειρίες μου με οδήγησαν στην άποψη ότι είμαστε ριγμένοι σε έναν κόσμο κενό από εγγενές νόημα, παρ’ όλο που το αναζητούμε μανιωδώς και βάζουμε στόχους που πρέπει να στηρίξουμε σ’ αυτούς μία ολόκληρη ζωή. Μία και μοναδική ζωή, δεν έχει άλλη, ο επόμενος έχει σειρά.
Είμαι επηρεασμένος σαφώς από διάφορους ψυχολόγους και ψυχιάτρους όπως ο Ίρβιν Γιάλομ. Πραγματικά, όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι ερχόμαστε αντιμέτωποι με το πρόβλημα του νοήματος στην ζωή μας, και δεν είναι υπερβολή να πω ότι η θρησκεία που θέτει τελικό σκοπό στον καθέναν από εμάς δείχνει ιδιαίτερα δυνατή και αναγκαία σε πολλούς. Δεν είναι όλοι έτοιμοι να αποδεχτούν την κενότητα και την ασημαντότητα του ανθρώπινου είδους μπροστά στο Σύμπαν. Το δέος το έχουμε μέσα μας για την ίδια την ύπαρξή μας και όλα όσα μας περιτριγυρίζουν.
Έτσι, το νόημα στη ζωή το εκφράζουμε διαφορετικά ο καθένας. Προσωπικά, είμαι της θέσης ότι το πρόβλημα του νοήματος της ζωής αντιμετωπίζεται με το να βυθιστούμε και να ασχοληθούμε με πράγματα που μας γεμίζουν και μας κάνουν να υπερβαίνουμε τον εαυτό μας. Σε μένα υπήρξαν αρκετά, ευτυχώς. Η Μετεωρολογία και ο καιρός, η ποίηση, οι λίγοι καλοί φίλοι, η αγάπη μου για τους άλλους, η ανθρωπιά μου, τα ίδια μου τα συναισθήματα που τρέφω για τους ανθρώπους που αξίζουν, η μουσική, την οποία υπεραγαπώ και με κάνει άλλον άνθρωπο όταν την ακούω ή όταν τραγουδάω ο ίδιος, και πολλά άλλα.
Θα παραθέσω ένα απόσπασμα κείμενου που έγραψα κάποτε για το μπλογκ μου, το απέσυρα όμως λόγω φόβου κακής χρήσης ιντερνετ από μερικούς, το έκανα κρυφό ― αν και μπορώ ανά πάσα στιγμή να το δημοσιεύσω όπως ήταν και με την ημερομηνία του.
«[…]Τα δάκρυα είναι η ουσία της ζωής μας, σ’ αυτά αποκτά νόημα κάθε μας συναίσθημα, κάθε μας πράξη που μας ενώνει με το όλον. […] Το σύμπαν της χαράς θα εμφανιστεί σε κάθε μικρό μας βήμα προς την ευτυχία, την αληθινή ευτυχία που φέρνει η λίμνη από τα δάκρυά μας. Πάνω σ’ αυτήν τη λίμνη λέγεται ότι περπάτησε ο «Θεός» ή ένας από τους Θεούς των ανθρώπων, προσθέτοντας και άλλο ένα «θαύμα» στη ιστορία του ανθρώπου! Πόσο ασήμαντο φαίνεται αυτό το «θαύμα» εν σχέσει με το μάτι, αυτό το μεγαλοπρεπές εργαλείο της φύσης, που σχηματίζει τη λίμνη από δάκρυα ευτυχίας, στην οποία «περπάτησε» ο Θεός; Τυχεροί όσοι βίωσαν την αίσθηση του να είσαι ένα με το σύμπαν! Τι αίσθηση είναι και αυτή, να καταλαβαίνεις πόσο ασήμαντος είσαι αλλά και να θαυμάζεις την αξεπέραστη ομορφιά του ακατανόητου μέρους από το οποίο προήλθες! Εν τέλει δεν έχει σημασία αν προήλθαμε από την ύλη ή από κάπου αλλού (τελείως απίθανο για μένα) αλλά πώς μεταχειριζόμαστε την ίδια μας την ζωή, αν αφήνουμε να κυλήσει το δάκρυ μας.»
Ομολογώ πως πολλοί δεν πήραν και τόσο ευχάριστα την ιδέα του να είμαι άθεος. Οι γονείς μου το θεώρησαν κάπως περίεργο, χωρίς όμως να προβάλουν έντονες ενστάσεις. Προτιμούσαν να μη μιλάω για το θέμα της θρησκείας σε κανένα και ας ήμουν ό,τι ήθελα, και άθεος, παρά τη διαφωνία τους, με την προοπτική πως είναι μία «επανάσταση» της ηλικίας. Ενώ φοβόντουσαν την αντίδραση των υπολοίπων προς εμένα και τον πιθανό αποκλεισμό μου.
Δεν είμαι άνθρωπος όμως που κρύβεται από τους άλλους. Αρκετές φορές διαισθάνθηκα ότι πρέπει να συζητήσω με άλλους για την απιστία, την παντελή απουσία πίστης, πρώτα φυσικά με τους γονείς μου, που παρά την αντίθεσή τους έδειχναν να κατανοούν αρκετά, χωρίς να συμμερίζονται την άποψη μου, και σταδιακά και με άλλους θείους, γιαγιάδες, φίλους, και γνωστούς. Γενικά, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, πάντα θα αποκαλύψω την αθεΐα μου. Είμαι πολύ περήφανο άτομο και δεν δέχομαι εύκολα την σιωπή ως καλύτερη λύση για να αποφύγω ενδεχόμενες συγκρούσεις.
Πιστεύω ότι η υπερηφάνεια είναι προτέρημα και όχι αυθάδεια, και η πίστη στην ανθρώπινη δύναμη είναι δείγμα ευφυΐας κι όχι ασέβειας! Κι αν μπορώ, όχι μόνο θα υποστηρίξω ανοιχτά την αθεΐα, αλλά και θα προσπαθήσω να επηρεάσω τον συνομιλητή μου ανεξάρτητα από το πόσο πιστός είναι, υπό τον όρο ωστόσο να έχει δεχτεί ότι μπορεί να ακούσει πράγματα που δεν θα του αρέσουν και που ίσως του «διαλύσουν» κάποιες κολώνες της ζωής του που αφορούν τη θρησκεία. Αν είναι έτοιμος, τότε δεν θα έχω κανένα πρόβλημα.
Επιπλέον, αξίζει να τονίσω ότι δεν αποκλείστηκα ή απορρίφθηκα από τον κοινωνικό περίγυρο λόγω της απιστίας μου. Σε γενικές γραμμές κύλησαν όλα ομαλά, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, στους οποίους δεν δίνω καμία σημασία καθώς είναι ανάξιοι λόγου.
Έχω συζητήσει το θέμα και με μετανάστη από το Ιράκ, προφανώς μουσουλμάνο, και δεν δίστασα να κάνω τη ζωή του δύσκολη εκείνες τις ώρες. Τα ίδια και στους συγγενείς και τους φίλους, οι οποίοι πλέον αποφεύγουν το θέμα, ενώ στην αρχή το είχαν ως το πιο επίκαιρο που θα έπρεπε να ανοιχτεί σε μία κουβέντα και με προκαλούσαν, χωρίς να δίνω ιδιαίτερη σημασία, σταθερά και ξεκάθαρα τους ανέπτυσσα την κοσμοθεωρία μου και το ευχαριστιόμουν. Η καύλα! (σόρρυ κιόλας).
Αισθάνθηκα όμως μία μόνο φορά να αποκλείομαι από τα οικογενειακά. Όταν αρρώστησε ο αδερφός μου, κάποιοι συγγενείς το «εξήγησαν» ότι είναι τιμωρία του Θεού, για τη δική μου απιστία και απόρριψη στον αφέντη. Μόνο ένας ηλίθιος Θεός θα προσβαλλόταν από αυτούς που αμφισβητούν την ύπαρξη του. Ευτυχώς οι γονείς μου δεν το πήραν έτσι σε καμία περίπτωση, οπότε δεν με επηρέασε καθόλου. Μάλιστα, τη στιγμή που έμαθα τα κακά νέα, διάβαζα την «Περί Θεού αυταπάτη»! Πραγματικά οι αρρωστημένες σκέψεις είναι που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από τα ζώα, καθώς τα ζώα δεν είναι άρρωστα στην σκέψη!
Κλείνοντας, η συμβουλή μου για όσους ψάχνονται για τέτοιους είδους ζητήματα, που θέλω να πιστεύω πως είναι αρκετοί, αν θέλουμε να λεγόμαστε λογικά όντα, είναι η εξής: Να συνεχίσετε να ψάχνετε άνευ δισταγμών και φόβων! Δεν έχει σημασία πού θα καταλήξετε, σημασία έχει ότι πιθανώς ασυνείδητα θα πραγματοποιήσετε το πιο όμορφο πράγμα: Να υπερβείτε τον εαυτό σας, να κάνετε κάτι που θα σας γεμίσει, και πραγματικά το ζήτημα αυτό προσφέρεται για κάτι τέτοιο, ανοίγει διάπλατα πολλούς ορίζοντες άγνωστους μέχρι πρότινος. Άλλωστε, δεν μας χωρίζει τίποτα, μόνο ο θάνατος..
«Αν διαφέρουμε κατά 1,6% από τους πιθήκους φαίνεται πως η διαφορά είναι όντως μικρή όσο δείχνει, δεν είμαστε και τόσο πιο ελεύθεροι» (Δικό μου γνωμικό!)
Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Sfrang, όπου και γίνεται ο σχολιασμός.
Παράγοντες που στρέφουν τον άνθρωπο στη θρησκεία, τη λατρεία και την πίστη
Κάθε εκτύπωση ή ανατύπωση του παρόντος πρέπει να φέρει το όνομα του συγγραφέα. Η αναγραφή του συγγραφέα αποτελεί στοιχειώδη αναγνώριση της προσπάθειας.
| « Αντιθρησκευτικές αναζητήσεις | Τι είναι τελικά η θρησκεία; Διαφορές θρησκείας-λατρείας » |
Τι ήταν όμως αυτό που οδήγησε τον άνθρωπο στις μεταφυσικές ερμηνείες; Γιατί κυριαρχεί πια ο μύθος ότι είναι ανάγκη ένας άνθρωπος να πιστεύει σε μία ανώτερη δύναμη, και μάλιστα γιατί παρουσιάζεται ως βιολογική του ανάγκη;
Ουσιαστικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία προσπάθεια απομόνωσης και φίμωσης όσων δεν πιστεύουν σε θεότητες και όσων δεν αποδέχονται την πεπατημένη φιλοσοφική προσέγγιση, που κρατάει από την εποχή του Πλάτωνα και των Πυθαγόρειων. Ανθρωπολογικά γνωρίζουμε ότι σχεδόν όλες οι θεωρήσεις και τα έθιμα προέρχονται από πρακτικές ανάγκες των ανθρώπων. Άλλοτε ήταν η ανάγκη των γιορτών για τη χαρά της αναγέννησης της φύσης και το τέλος του θανάσιμου κρύου που μπορεί να οδηγούσε και στο λιμό· άλλοτε ήταν ο φόβος για περίεργα φυσικά φαινόμενα που σκότωναν ή τρόμαζαν τους αμαθείς ανθρώπους και τους έστρεφαν στην αναζήτηση των αιτίων μέσω των μύθων.
Εξάλλου, οι μύθοι δεν υπάρχουν μόνο για να ερμηνεύονται κοινωνικά και ψυχολογικά φαινόμενα· οι μύθοι αποτελούν μία αξία καθ’ αυτή, μία βασική στάση της ανθρώπινης συνείδησης, η οποία τους γεννά για την πλήρωση και την ολοκλήρωσή της. Όχι μόνο για τον πρωτόγονο άνθρωπο, αλλά και σήμερα προχωρούν σε σημεία που δεν μπορεί να φτάσει, για τις δικές του αδυναμίες, ο επιστημονικός λόγος. Ο μύθος, δηλαδή, αποτελεί αίτημα της ανθρώπινης συνείδησης που αυθαιρετεί και δεν αποδέχεται την επιστημονική θεώρηση, ή αυτή απουσιάζει λόγω ατομικής και κοινωνικής αδυναμίας ανάπτυξής της. Περιχαρακώνει μία δυνατότητα, μία στάση ζωής, και αγνοεί την αισθητική και πρακτική θεώρησή του που γεννά σταδιακά τη λατρευτική και θρησκευτική σκέψη. Κατά τον Κακριδή, ο μύθος έχει ως πρώτη πηγή τις αναγκαίες αντιδράσεις της συνείδησης μπροστά στο άγνωστο, το οποίο θέλει να εννοήσει και μέσα στο οποίο θέλει να ενεργήσει, αφού αλλιώς δεν μπορεί να ολοκληρωθεί η ύπαρξή της.
Μέσα σε ένα πιστό και θρησκόληπτο κοινωνικό περιβάλλον είναι λογικό να δημιουργούνται ολοένα και περισσότεροι πιστοί. Ειδικά σήμερα, σε μία εποχή κρίσης των αξιών και απομάκρυνσης από την ορθολογιστική διαχείριση των πραγμάτων (πολιτική, οικολογία, επιστήμη), πολλοί είναι εκείνοι που αναζητούν λύσεις στο υπερφυσικό. Επιπλέον, ο ρόλος των νέων τεχνολογιών και η ενσωμάτωσή τους στη θρησκευτική προπαγάνδα, σε συνδυασμό με την τρομοκρατία και το θρησκευτικό της μανδύα (11 Σεπτέμβρη, Ιράν, Ιράκ), ενισχύουν ακόμα περισσότερο τις φονταμενταλιστικές αντιδράσεις, οδηγώντας σε ένα συντηρητικό σύστημα σκέψης. Μεγαλωμένοι σε τέτοια κοινωνία φαντάζει αδύνατο να σπάσουμε τα δεσμά της πίστης.
Έτσι, λοιπόν, δεν τίθεται θέμα αν αποτελεί βιολογική και ψυχολογική ανάγκη κάποιος να πιστεύει σε μία εξωγήινη δύναμη. Όταν η ίδια η κοινωνία για τόσες χιλιάδες χρόνια ανδρώνεται μέσα από την πίστη είτε λατρείας και μυθολογίας είτε θρησκείας και δόγματος, τότε είναι φυσικό πολλοί εξ ημών να θεωρούν την πίστη αυτονόητη και εγγενή ανάγκη. Ολόκληρη η ζωή μας –ας επαναλάβουμε– διαμορφώνεται βάσει της θρησκείας, και στην αρχαιότητα βάσει της λατρείας με γιορτές, παρά φύσει τελετές (κηδεία, βάφτιση κ.λπ.) και κοινωνικές απαγορευτικές συμβάσεις (γάμος, αν και ο άνθρωπος ήταν αγελαίο και πολυγαμικό ον). Κάθε παιδί μεγαλώνει με το θρησκευτικό στίγμα της οικογένειας και του κοινωνικού περιβάλλοντός της (βάφτιση, κατήχηση, κρατικός προσηλυτισμός στην παιδεία, εκπαίδευση των κυρίαρχων ηθών κι εθίμων).
Επιπρόσθετα, οι άνθρωποι ζούσαν πάντα σε έναν επικίνδυνο κόσμο. Δυνάμεις φυσικών φαινομένων και βιολογικών δυσλειτουργιών και φθοράς που δεν κατανοούσε ήταν απειλητικές. Ασθένειες, ζώα, άλλοι άνθρωποι, σκλάβοι, κεραυνοί, σεισμοί και πλημμύρες πάντα απειλούσαν το είδος μας ατομικά. Στη λογική της αναζήτησης ενός καλύτερου κόσμου, ο homo sapiens έπλασε έναν κόσμο φανταστικό. Μετά το θάνατο, και ως ανταμοιβή για την επίγεια ζωή και συμπεριφορά του, θα ζει σε έναν τέλειο κόσμο, μακριά από τα γήινα βάσανα. Στην ουσία δεν πρόκειται για τη μεταφυσική ανησυχία για τη μεταθανάτια ψυχή, αλλά για μια ελπίδα καλύτερης ζωής, μιας νέας ζωής που θα είναι αμοιβή ή τιμωρία (σ.σ. μη μετακλητή). Για το σκοπό αυτό, οι θρησκείες επιστρατεύουν τους δογματικούς μύθους και οι λατρείες τη δική τους μυθολογία· δημιουργείται ένας αντι-κόσμος ιδεατός, με παρά φύσει τέρατα να τον φυλάνε.
Το άγνωστο φοβίζει τον άνθρωπο, και ειδικά η άγνοια της αιτίας και του σκοπού. Υποθέτοντας την ύπαρξη υπερφυσικών οντοτήτων και θεοποιώντας φυσικά φαινόμενα (ποτάμια, λίμνες, θάλασσες), προσπαθούν να ερμηνεύσουν και να εξιλεώσουν τις απειλές και τις φοβίες.
Ο αντι-κόσμος αυτός συναντάται και σε λατρείες (Ηλύσια Πεδία, Βαλχάλα, Χάτα κ.λπ.) και σε θρησκείες (ο μονοθεϊστικός Παράδεισος, ο κόσμος του Ώρου, ινδουιστική μετεμψύχωση κ.λπ.). Τον φυλάει ο Κέρβερος ή κάποιος ζωοκέφαλος θεός ή ένας άφυλος άγγελος (που εχθρεύεται τελικά την ανθρώπινη σάρκα, επειδή μπορεί, λόγω των φύλων, να ηδονίζεται) ή τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Όλα τα τέρατα ή έχουν στόχο να φοβερίζουν τους εν ζωή θνητούς ή απλά αποτελούν την αντιπρόταση στον άνθρωπο και την κοινωνία του με τα μειονεκτήματά τους. Ένας αντι-κόσμος που τον φυλάνε αντι-άνθρωποι, τέλειοι χωρίς φύλο, ιπτάμενοι και εξωπραγματικοί ή φοβεροί, για να μη μπει κανείς στον τέλειο κόσμο τους.
Έτσι, η λατρεία και η θρησκεία μοιάζουν να έρχονται να καλύψουν εκείνο το ψυχολογικό κενό της ελπίδας για έναν κόσμο καλύτερο, χωρίς άγχος, βάσανα, αρρώστιες, εργασία, αλλά μόνο απόλαυση. Η απόλαυση αυτή θα έρθει όμως μόνο αν κάποιος είναι καλός, ή μάλλον άριστος. Πλήθος απαγορεύσεων και υποχρεώσεων επιβάλλουν την άριστη διαβίωση. Σχεδόν πάντα όμως (με την ελληνική εξαίρεση) οι απαγορεύσεις ταυτίζονται με σωματικά βασανιστήρια, καταπιέσεις, ακρωτηριασμούς.
Συχνά οι άνθρωποι αποφεύγουν το τραγικό, αλλά παραβλέπουν τον εαυτό τους. Δεν περιφρονώ τους πιστούς, ούτε τους θεωρώ γελοίους ή αξιολύπητους, αλλά θλίβομαι όταν προτιμούν τις καθησυχαστικές μυθοπλασίες των παιδικών χρόνων της ανθρώπινης Ιστορίας από τις σκληρές βεβαιότητες των ενηλίκων. Αυτή η πνευματική εξαθλίωση γεννά και συνεπάγεται τη σεξουαλική, νοητική, πολιτική και διανοητική εξαθλίωση. Η ευπιστία των ανθρώπων ξεπερνά ό,τι φανταζόμαστε. Ο πόθος τους να μη βλέπουν το προφανές, η επιθυμία τους για ένα τερπνό θέαμα, ακόμη κι αν αυτό ανήκει στην απόλυτη μυθοπλασία, η βούλησή τους για τύφλωση, δεν έχουν όρια. Καλύτερα θρύλοι, φαντασιώσεις και στερήσεις σεξουαλικές, καλύτερα μαζοχιστική λατρεία του σωματικού πόνου που προκαλεί η διαστροφή της υποταγής σε ένα ξένο θείο, παρά να γινόμαστε μάρτυρες στην αποκάλυψη της σκληρότητας ενός πραγματικού –που μας αναγκάζει να ανεχόμαστε την προφανή τραγικότητά του– κόσμου.
Δεν περιφρονώ κανέναν, απλά παρατηρώ και αναλύω, σχολιάζω πάντα με το δημοκρατικό σεβασμό στις αντιλήψεις του άλλου. Η εξαθλίωση είναι πνευματική και φιλοσοφική. Κάθε πιστός πιστεύει και αφήνει ένα μέρος του Είναι του στη θεότητα ελπίζοντας –ανάλογα με την εποχή και την προσωπικότητά του– στη βοήθεια για τη βελτίωση του επίγειου βίου του. Η εξαθλίωση τούτη δεν είναι παρά ο ίδιος ο σκοταδισμός που μέσα από μύθους δογματικούς προσπαθεί να δικαιολογήσει τη Δημιουργία, τη Λειτουργία και την ίδια τη Φύση του Ανθρώπου και του Όλου.
Λυπάμαι με την κατάσταση της σκέψης εκείνων των απαίδευτων σε άλλες προσεγγίσεις, ενοχλούμαι όχι με τους εξαθλιωμένους και εγκαταλελειμμένους στη δεισιδαιμονία και τη μυθολογική τους ερμηνεία, αλλά με εκείνους που τους κλειδώνουν στο μεσαιωνικό ντουλάπι της αμορφωσιάς. Σαφώς είναι πιο σκληρό να αποδεχόμαστε ότι δεν υπάρχει άλλη ζωή, ότι όλα χάνονται, και μόνο στα χέρια μας και της κοινωνίας μπορούμε να ελπίζουμε και να στηριζόμαστε.
Ο θεός φαίνεται αθάνατος, διότι η νεύρωση που οδηγεί στη σφυρηλάτηση των θεών προκύπτει από τη συνήθη κίνηση των ψυχισμών και των ασυνειδήτων. Η δημιουργία του θείου συνυπάρχει με το αίσθημα αγωνίας μπροστά στο κενό μιας ζωής που σταματά. Ο θεός γεννιέται από τις νεκρικές ακαμψίες των μελών της φυλής. Στο θέαμα του νεκρού σώματος, τα όνειρα και τα φούμαρα με τα οποία τρέφονται οι θεοί αποκτούν ολοένα και περισσότερο υπόσταση.
Το άρθρο αποτελεί μέρος του δοκιμίου Αντιθρησκευτικές αναζητήσεις: δόγμα, λατρεία, ατομοκεντρισμός, εσχατολογία και έχει δημοσιευτεί σε προγενέστερη μορφή του στο ιστολόγιο Ο δείμος του πολίτη, όπου γίνεται και ο σχολιασμός.
→ Δοκίμια






