Πού γίνεται ο σχολιασμός;

Στο τέλος του κάθε άρθρου υπάρχει σύνδεσμος για το ιστολόγιο του συγγραφέα, όπου και μπορείτε να αφήνετε τα σχόλιά σας.

“Ο θεός είναι αγάπη”;

25 October 2009

Το ιστολόγιο Αθεϊα έλαβε πρόσφατα την επιστολή μιας αναγνώστριας, απόσπασμα της οποίας παραθέτουμε (θα βρείτε το πλήρες κείμενο της επιστολής στο τέλος της ανάρτησης):


Ο Θεός είναι αγάπη διάβασα πρόσφατα (κι η λέξη αγάπη είναι που δεν συνάντησα στα άρθρα σας) κι αυτό είναι πολύ πιο απλό και σοβαρό, για να το πιστέψω αρκεί να κοιτάξω τα πουλιά, τα φύλλα των δένδρων, τη ζωή…

Πολλοί ένθεοι υποστηρίζουν πως πιστεύουν στον θεό επειδή “ο θεός είναι αγάπη και το βλέπουν αυτό παντού γύρω τους στην δημιουργία”. Θεωρήσαμε λοιπόν σκόπιμο να σχολιάσουμε αυτή την φράση και ιδού οι απόψεις ορισμένων συντελεστών του ιστολογίου:

γράφει ο Γιατρός του ΙΚΑ:

Ο Θεός είναι μίσος ή και αδιαφορία σκέφτηκα πρόσφατα, κι αυτό είναι πολύ πιο απλό και σοβαρό, για να το πιστέψω αρκεί να κοιτάξω τα τσουνάμι, τους σεισμούς, τις επιδημίες, τις φρικτές γενετικές δυσμορφίες…

γράφει η Darkchilde:

Όταν κάποιος ένθεος μου πεί το παραπάνω, πραγματικά νευριάζω πολύ. Η απαντησή μου συνήθως είναι: “Αν αυτά που έχω περάσει τα τελευταία χρόνια είναι αγάπη, τότε ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω.” Πως μπορεί κάποιος να μου λέει ότι ο θεός είναι αγάπη, όταν έχω χάσει τον παππού μου από Alzheimer, τον μπαμπά μου από καρκίνο, και την μικρή μου αδελφή, 26 χρονών, από τροχαίο; Και όλα αυτά μόνο σε 3 χρόνια; Έτσι δείχνει την αγάπη του ο θεός;

Και πες ότι ο θεός είναι αγάπη, και εμένα απλά με μισεί για κάποιον απροσδιόριστο και μυστηριώδη λόγο. Τα παιδιά που πέφτουν στα χέρια παιδεραστών, γιατί δεν τα αγαπάει; Τα παιδιά στην Αφρική που πεθαίνουν κάθε μέρα από την πείνα γιατί δεν τα αγαπάει; Τόσα παιδιά υποφέρουν και αυτός δεν τα αγαπάει, τα αφήνει να υποφέρουν, και να πεθαίνουν από την πείνα και τις κακουχίες. Και δεν θέλω να ακούσω πάλι, το γνωστό και μη εξαιρετέο: “Άγνωσται οι βουλαί του κυρίου.” διότι πρόκειται για απολογητική.

γράφει ο Comte de Toulouse:

Οταν μικρός πήγαινα και χαλούσα τις μυρμηγκοφωλιές ή τους έριχνα πιπέρι και νερό, ούτε για μιά στιγμή δεν διανοήθηκα πως τα μυρμήγκια με το ελάχιστο μυαλό τους θα αισθάνονταν πως τα αγαπώ. Τελικά θέλει έναν πολύ ανεπτυγμένο εγκέφαλο για να μην μπορείς να σκέφτεσαι τα αυτονόητα!

γράφει το ελληνάκι:

“Ο θεός είναι αγάπη”. Δηλαδή, “μία αόριστη έννοια είναι μία άλλη αόριστη έννοια”. Όταν ένας άνθρωπος επαναπαύεται σε τέτοιου είδους αοριστίες, είτε επειδή τον βολεύει, είτε επειδή δεν έχει την όρεξη να το διερευνήσει παραπάνω, τότε είναι απολύτως φυσικό η αόριστη υποκειμενικότητα της θρησκείας να δρα σαν ισχυρός μαγνήτης πάνω του. Τη στιγμή που κάποιος πάψει να επαναπαύεται σε αόριστες έννοιες και αναζητά ρητές απαντήσεις στις εσωτερικές αναζητήσεις του, το πιο πιθανό είναι ότι θα αγαπήσει και με όλη την καρδιά του. Επειδή η αγάπη αυτή θα είναι δημιούργημά του και όχι απόρροια κάποιου παράδοξου δόγματος ή κάποιας απαρχαιωμένης ηθικής.

γράφει η Ιοκάστη:

Αν επαναπροσδιορίσουμε την έννοια θεός έτσι ώστε να αντιστοιχεί σε κάποια άλλη έννοια και διαστρεβλώσουμε λιγάκι την έννοια της πίστης, τότε όλοι «πιστεύουμε»σε κάτι. Όμως αντικειμενικά με το να πει κάποιος πως πιστεύει στην φιλία για παράδειγμα δεν της δίνει κάποια θεϊκή υπόσταση . Με την ίδια λογική θα μπορούσε κανείς να πει πως ο θεός είναι η φύση, το σύμπαν, ο έρωτας κοκ. Ενώ ίσως φαίνετα πως αυτό απλοποιεί τα πράγματα στην ουσία τα περιπλέκει γιατί εξισώνει τον θεό με μια έννοια περίπλοκη που δεν μπορεί ούτε να εξηγηθεί κι ούτε γίνεται να εξετασθεί αν είναι έγκυρη αυτή η εξίσωση κι αν πράγματι υπάρχει ένας τέτοιος θεός.Επίσης αυτή η εξίσωση έχει κάποιες πρακτικές επιπτώσεις στην ζωή ενός πιστού που δεν συμβαδίζουν και πολύ με την έννοια της αγάπης. Η βασικότερη κατά την γνώμη μου είναι η υποχρέωση υποταγής σε μια διδασκαλία που τον αναγκάζει να απορρίψει – σε σημείο μίσους κάποιες φορές – τους συνανθρώπους του είτε επειδή είναι αλλόθρησκοι, άθρησκοι ή άθεοι, είτε επειδή είναι ομοφυλόφιλοι, και γενικότερα επειδή διαφέρουν με κάποιον τρόπο από το δόγμα που επιβάλλει «ο θεός της αγάπης».

Πως όλα αυτά δικαιολογούνται προερχόμενα από την πίστη στην παραδοχή πως ο θεός είναι αγάπη; Στην θεωρία όλα μπορεί να ακούγονται πολύ όμορφα, το θέμα είναι να βλέπουμε πέρα από το περιτύλιγμα και να εξετάζουμε την ουσία της κάθε κατάστασης.

γράφει ο Άστρον:

Υπάρχουν μερικές φράσεις που οι πιστοί χρησιμοποιούν κατά κόρον σαν slogans. Το κύριο λογικό πρόβλημα αυτών των απλοϊκών slogans είναι το εξής: χρησιμοποιούν πάντα ως δεδομένο αυτό το οποίο πρέπει να αποδείξουν.Εάν στο μέλλον με κάποιο λογικό και επιστημονικό τρόπο βρίσκαμε αποδείξεις για την ύπαρξη κάποιου «Θεού», τότε και μόνον τότε θα μπορούσαμε να συζητήσουμε και για τις όποιες ιδιότητές του. Αλλά στην παρούσα φάση νομίζω ότι είναι εντελώς παράλογο να συζητούμε για τις ιδιότητες ενός αναπόδεικτου όντος και μάλιστα να τους δίνουμε χροιά επιχειρημάτων.

γράφει η Αόρατη Μελάνη:

Η δήλωση «ο θεός είναι αγάπη» δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει θεός. Πρώτα πρέπει να αποδείξουμε ότι υπάρχει θεός και μετά να διερευνήσουμε τις ιδιότητές του. Δεν μπορούμε να ορίσουμε αυθαίρετα τις ιδιότητες και να θεωρήσουμε τον αυθαίρετο ορισμό μας ως απόδειξη για την ύπαρξή του. Επίσης δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την δήλωση αυτή αληθινή μόνο και μόνο επειδή μοιάζει «απλή και σοβαρή». Η απλότητα δεν συνιστά στοιχείο αξιοπιστίας. Εξίσου απλή είναι και η δήλωση «ο θεός είναι μίσος», κανείς θρήσκος όμως δεν την θεωρεί αληθινή. Όσο για σοβαρή, μια δήλωση χωρίς τεκμήρια κάθε άλλο παρά σοβαρή είναι.

Η αγάπη είναι ένα ανθρώπινο συναίσθημα. Όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί για αγάπη, είτε πιστεύουν στον θεό είτε όχι. Μπορεί κανείς να μιλήσει για την αγάπη σε όλο της το εύρος και τις εκφάνσεις, χωρίς να χρειαστεί να μιλήσει για θεό. Μήπως λοιπόν η ταύτιση του θεού με την αγάπη δείχνει αλαζονεία από μέρους των θρήσκων και απαξίωση των άθεων συνανθρώπων τους; Πάρα πολλοί άνθρωποι αισθάνονται κατάνυξη και ψυχική ανάταση μπροστά στη φύση, κοιτάζοντας «τα πουλιά, τα φύλλα των δένδρων, την ζωή», χωρίς να πιστεύουν στον θεό. Οι θρήσκοι συνδέουν συναισθηματικά το δέος ενώπιον της φύσης με την έννοια του θεού, ωστόσο η αντίληψη αυτή είναι καθαρά προσωπική υπόθεση. Όλοι οι άνθρωποι μπορούν να βιώσουν κατανυκτικές εμπειρίες, χωρίς να έχουν πίστη στον θεό.

Τα αισθήματα των θρήσκων για τον θεό, τη φύση, την αγάπη, είναι καθαρά υποκειμενικά. Δεν μπορούν να ελεγχθούν ούτε να διασταυρωθούν αντικειμενικά και επομένως δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ούτε για να διαπιστώσουμε αν υπάρχει θεός ούτε για να τον περιγράψουμε.

Μήπως λοιπόν οι θρήσκοι θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν;

γράφει ο Batcic:

Κι εγώ κάπου διάβασα ότι ο “θεός είναι αυγολέμονο”! Θα με ενδιέφεραν λοιπόν ρητορικά δύο απλές ερωτήσεις!

Α. Με ποιο κριτήριο επιλέγουμε το αληθές ή όχι των διαφόρων τυχαίων ρήσεων που διαβάζουμε;

Β. Με ποιο κριτήριο επιλέγει κάποιος να βλέπει τα πουλιά, τα φύλλα των δένδρων και τη ζωή και όχι αντίστοιχα τους κυνηγούς, τους εμπρηστές δασών και το θάνατο, όταν σκέπτεται το θεό; Ιδίως αν κατά τη γνώμη του, αυτός ο θεός εποίησε τα πάντα, και μάλιστα εν σοφία!


Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της επιστολής. Δημοσιεύεται με τη συγκατάθεση της αναγνώστριας. Το επώνυμο παραλείπεται κατόπιν παράκλησης της ιδίας.

Αγαπητοί φίλοι

Τυχαία είδα το blog Atheia στο διαδίκτυο. Διάβασα κάποια άρθρα και εκείνο που αισθάνθηκα είναι την βαθιά ανησυχία και σύγχυση των αρθρογράφων.

Είναι απόλυτα σεβαστές οι σκέψεις, οι διαφορετικές τοποθετήσεις για θέματα τόσο ιδιαίτερα όσο αυτά της πίστης.

Ωστόσο ίσως θα ήταν πιο ώριμο να τοποθετουσαν τις σκέψεις τους με ένα ερωτηματικό οι αρθρογράφοι και λιγότερο με θέσεις (γεμάτες αλαζονεία συχνά) για θέματα που είναι οφθαλμοφανές ότι δεν μπορούν να απαντήσουν.

Σε κανένα άρθρο από όσα διάβασα δεν είδα κάτι που να με κάνει να θεωρήσω τους προβληματισμούς σοβαρούς ώστε να αναρωτηθώ.

Λυπάμαι αλλά τόσες ανοησίες συγκεντρωμένες δεν είχα ξαναδεί.

Ο Θεός είναι αγάπη διάβασα πρόσφατα (κι η λέξη αγάπη είναι που δεν συνάντησα στα άρθρα σας) κι αυτό είναι πολύ πιο απλό και σοβαρό, για να το πιστέψω αρκεί να κοιτάξω τα πουλιά, τα φύλλα των δένδρων, την ζωή..

Μήπως θα έπρεπε να το ξανασκεφτείτε;

Σας ευχαριστώ για την φιλοξενία

Μαρία Χ.

Συνέχεια…

Υπάρχει Τελικά Θεός; (Μια Σκληροπυρηνική Παρουσίαση)

16 October 2009
Comments Off on Υπάρχει Τελικά Θεός; (Μια Σκληροπυρηνική Παρουσίαση)
Αρθρογράφος: Batcic


Το ερώτημα της περί θεού ύπαρξης είναι, όπως και να το κάνουμε ένα ερώτημα βασανιστικό για πάρα πολύ κόσμο. Είναι το έσχατο ερώτημα, στην απάντηση του οποίου καλείται ο άνθρωπος να θεμελιώσει και στηρίξει τα αισθήματα του, τη συμπεριφορά του, την πορεία της ζωής του και γενικότερα τη συνολική του κοσμοθεώρηση. Οι συνέπειες ή μη της ύπαρξης ενός τέτοιου ανώτατου όντος θα μπορούσαν να αλλάξουν τόσο δραματικά το μετά-επίγειο μέλλον μας· από την αδιάστατη και γαλήνια, ανυπαρξία των σκληροπυρηνικών άθεων, μέχρι τους αντιδιαμετρικούς πόλους της μονοδιάστατης θρησκευτικής ευθείας, η οποία εκτείνεται από τον μαγευτικό παράδεισο μέχρι την τρομακτική κόλαση.

Ξεκαθαρίζοντας εδώ ότι αναφέρομαι στον χριστιανικό θεό, διαπιστώνουμε ότι μια σημαντική συνέπεια των ανωτέρω είναι η έντονη διαβάθμιση στα επίπεδα πίστης, που εμφανίζεται σε όλους τους ανθρώπους, από τους φανατικά θρήσκους μέχρι τους έντονα άθεους. Η διαβάθμιση δε αυτή εμφανίζεται να υπάρχει ακόμη και μεταξύ των ίδιων των άθεων, αν θεωρήσουμε ως άθεο αυτόν για τον οποίον η έννοια θεός, δεν παίζει κανέναν ρόλο στη διαμόρφωση των πράξεων και των σκέψεων του. Έτσι οι άθεοι εμφανίζονται να κατέχουν εκείνο το τμήμα του άξονα της πίστης, το οποίο εκτείνεται από την αγνωστικιστική θέση του “Είναι αδύνατον να αποδείξω ότι δεν υπάρχει θεός” μέχρι την πλήρως αδιάλλακτη και σκληροπυρηνική θέση του “Είμαι 100% σίγουρος ότι δεν υπάρχει θεός”.

100% σίγουρος για τη μη ύπαρξη του θεού; Το 100% είναι μια βαριά έκφραση και δεν πρέπει να το εκστομίζουμε αβασάνιστα, χωρίς την κατάλληλη συνοδεύουσα επιχειρηματολογία! Ας εξετάσουμε λοιπόν αν έχει πραγματική βάση μια τέτοια απόλυτη υπόθεση!

Η Προϋπόθεση Της Υπόστασης

Ποιο είναι το βασικό (των ανθρώπων) χαρακτηριστικό που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και να αναρωτιόμαστε για τα πάσης φύσεως υπαρξιακά προβλήματα και να δημιουργούμε θεούς και δαίμονες. Μα φυσικά η γλώσσα! Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν έχω να πω ότι όλες οι έννοιες αποκτούν κάποια λεκτική ταμπέλα μόλις αποκτήσουν υπόσταση. Δηλαδή όταν απλά υπάρχουν! Η ύπαρξη χωρίζεται αυτόματα σε δύο υποπεριπτώσεις:

  • Υπάρχει κάτι σαν ύλη!
  • Υπάρχει κάτι αφηρημένα, σαν ιδέα (αν και η ιδέα βιολογικά υπάρχει σαν υλικό εγκεφαλικό ερέθισμα)!

Έστω τώρα η έννοια που εκφράζεται μέσω της λεκτικής ταμπέλας φάλαινα! Τι ακριβώς είναι η φάλαινα; Είναι ένα πολύ μεγάλο θηλαστικό που ζει στη θάλασσα, έχει τα τάδε και τάδε χαρακτηριστικά (αναπαράγεται, κολυμπάει, τρέφεται με πλαγκτόν, ζυγίζει κάμποσους τόνους κ.α.). Εντάσσεται στην οντολογική κατηγορία ζώο. Πως προέκυψε η συγκεκριμένη λεκτική ταμπέλα; Μα από την ίδια την ύπαρξη αυτού του ζώου. Βλέπουμε τις φάλαινες, ακούμε τις φάλαινες, κάποιοι από εμάς έχουν χαϊδέψει φάλαινες! Έχουμε διαπιστώσει την υλική ύπαρξη τους μέσω των πέντε βασικών αισθήσεων μας, άρα υπάρχουν και πρέπει να τις ονομάσουμε ώστε να μπορούμε να συνεννοούμαστε μεταξύ μας, όποτε συναντάμε φάλαινες!

Ας εξετάσουμε τώρα την λεκτική ταμπέλα αλτρουισμός. Τι είναι ο αλτρουισμός; Τα περισσότερα λεξικά αναφέρονται σε ανιδιοτελή φροντίδα. Βλέπουμε, ακούμε ή γευόμαστε τον αλτρουισμό; Σίγουρα όχι! Ο αλτρουισμός δεν είναι μια λεκτική ταμπέλα της οποίας η έννοια μπορεί να διαπιστωθεί μέσω των πέντε βασικών αισθήσεων. Άρα δεν υπάρχει σαν ύλη. Ο αλτρουισμός όμως έχει αδιαμφισβήτητη ύπαρξη στον κόσμο των ιδεών και είναι μια έννοια μέσω της οποίας χαρακτηρίζουμε συγκεκριμένα είδη συμπεριφορών.

Η Βαθύτερη Ανάγκη Του Υλισμού

Οι αφηρημένες έννοιες, έχουν όλες ένα βασικό χαρακτηριστικό. Δεν αναφέρονται σε κάτι πραγματικό ή συγκεκριμένο και αποτελούν μάλλον ιδιότητες κάποιου πράγματος παρά το ίδιο το πράγμα. Π.χ. ο αφηρημένος αλτρουισμός είναι μια ιδιότητα ενός συγκεκριμένου και υλικού προσώπου.

Ο θεός, αν και πνεύμα άυλο, παρουσιάζει εντούτοις μια σημαντική ιδιομορφία συγκριτικά με τις υπόλοιπες αφηρημένες έννοιες, Ακόμα και οι πλέον αυθεντικοί πιστοί ζουν κάτω από την κρυφή προσδοκία της μελλοντικής υλικής επαλήθευσης του θεού. Η χριστιανική θρησκεία (όπως και οι περισσότερες θρησκείες) βασίζεται σε μεγάλο ποσοστό στην ανταμοιβή του πιστού για την εγκεκριμένη, από κάποιον ανώτατο υπερφυσικό φορέα, στάση ζωής του. Και η ανταμοιβή, καλώς ή κακώς προϋποθέτει υλικές και χειροπιαστές απολαβές, προϋποθέτει επαλήθευση! Από το αιώνιο φως (όραση) και την ανάσταση νεκρών (επαναφορά και των πέντε βασικών αισθήσεων) για τον νικητή μέχρι τον αφόρητο πόνο μέσα στις φωτιές και τα καζάνια της κόλασης (αφή) για τον ηττημένο. Η επαλήθευση είναι αμείλικτα συνδεδεμένη με την ύλη και ο πιστός περιμένει ανυπόμονα την επαλήθευση των προσδοκιών του στο μέλλον. Η βαθύτερη υποσυνείδητη σκέψη του πιστού είναι:
Ο θεός υπάρχει στο μυαλό μου, και για να μην πάνε στράφι όλα όσα κάνω σύμφωνα με τις υποδείξεις του, πρέπει να υπάρχει και πραγματικά!

Υπάρχει Καπνός Χωρίς Φωτιά;

Η απάντηση είναι ένα ξερό ΟΧΙ. Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά, αλλά η αλήθεια αυτού του συλλογισμού βασίζεται πρώτον στην πέρα πάσης αμφιβολίας ύπαρξη και του καπνού και της φωτιάς και δεύτερον στην επαλήθευση της φωτιάς ως αίτιο δημιουργίας καπνού.

Ισχύει το ίδιο για την ύπαρξη του θεού; Ή για να το θέσω όπως το προηγούμενο ερώτημα, υπάρχει η έννοια θεός σε τόσους ανθρώπους χωρίς να υπάρχει πραγματικά θεός; Η απάντηση είναι ένα ξερό ΝΑΙ! Ποιες απτές αποδείξεις έχουμε ότι υπάρχει θεός και αλληλεπιδρά με τους ανθρώπους; Καμία!!! Οι αποδείξεις ύπαρξης του θεού είναι πάντοτε αμφιλεγόμενες και πάντοτε απρόσιτες για επιστημονικό έλεγχο, είτε τοπικά είτε χρονικά. Συνεπώς ο έλεγχος του ισχυρισμού “Υπάρχει Θεός” είναι το ίδιο αδύνατος όπως και ο έλεγχος του ισχυρισμού “Υπάρχει Το Παντοδύναμο Ταραφαντανάκι“. Δεν γνωρίζετε το παντοδύναμο ταραφαντανάκι; Μα είναι ένα συμπαθέστατο και αόρατο πλάσμα, το οποίο έφτιαξα εγώ, και το οποίο πήρε στα χέρια του τις τύχες αυτού του κόσμου!

Που μπορούμε να βασιστούμε για την επαλήθευση των ανωτέρω ισχυρισμών, αν όχι στις απτές αποδείξεις; Και που μπορούμε να βασιστούμε για να θεωρήσουμε τις ανωτέρω έννοιες άξιες συζήτησης και διερεύνησης; Στον αριθμό των υποστηρικτών του ισχυρισμού; Στην πειθώ των υποστηρικτών; Απουσία αποδείξεων, είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι αν το υποστηρίζουν πολλοί ή αν φαίνεται πειστικό (θεός) και να μην υπάρχει κάτι αν το υποστηρίζουν λίγοι ή φαίνεται παράλογο (το αγαπημένο μου ταραφαντανάκι); Αστεία πράγματα!!!

Εξ’ Ορισμού!

Επειδή είναι καλό να ορίζουμε πάντα το αντικείμενο της συζήτησης μας, κατά τους Τεγόπουλο και Φυτράκη:

Θεός = (ο) ουσ. κατά τη θρησκευτική σκέψη, άναρχο και αιώνιο πνεύμα που δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο.

Άναρχο επειδή δεν υπόκειται σε αρχές. Αρχές οι οποίες γενικά καθορίζουν το πώς συμπεριφέρεται η ύλη. Επομένως έχει ο θεός κάποια υλική υπόσταση; Σίγουρα όχι! Και φυσικά η φράση κλειδί είναι το “κατά τη θρησκευτική σκέψη“! Συνεπώς στο ερώτημα αν υπάρχει θεός, απαντώ: Στον κόσμο των ιδεών υπάρχει! Γιατί; Γιατί απλώς υπάρχει! Υπάρχει σαν ιδέα στα κεφάλια πολλών πιστών, είναι μια υπαρκτή δηλαδή έννοια και γι αυτό χρειάστηκε να την ονοματίσουμε. Πρέπει με κάποιον τρόπο να μπορούμε να περιγράψουμε το αντικείμενο του δέους, απέναντι στα αναπάντητα ερωτήματα, που νιώθουν και αισθάνονται κάποιοι άνθρωποι.

Αν υπάρχει ο θεός κάπου αλλού πέρα από το ανθρώπινο μυαλό; ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ! Αν ποτέ βρούμε, με απτά στοιχεία που να εξηγούν την αλληλεπίδραση του με την ύλη και όχι με αλαφροΐσκιωτες διηγήσεις, κάποιον παντοδύναμο τύπο ο οποίος ελέγχει το σύμπαν και κινεί τα νήματα του, μάλλον θα χρειαστεί να βρούμε και μια άλλη λεκτική ταμπέλα για να τον περιγράψουμε, γιατί ο τύπος αυτός θα έχει μια ουσιώδη διαφορά από τον θεό. Θα υπάρχει!!! Γενικά και πέρα από τη θρησκευτική σκέψη…

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο The Schrodinger’s Dragon, όπου γίνεται ο σχολιασμός.

Το θεριό στο κατώφλι

12 October 2009
Comments Off on Το θεριό στο κατώφλι
Αρθρογράφος: EvanT


Βγαίνω το βράδυ στο μπαλκόνι και κοιτάζω γύρω μου. Σκοτάδι, ένα δέντρο απέναντι χορεύει με τον αέρα, το φως του στύλου της ΔΕΗ χύνεται ανάμεσα απ’ τα φύλλα, τα παράθυρα στο σπίτι απέναντι είναι σκοτεινά και τα άστρα ξεπροβάλλουν πίσω απ’ το πέπλο των φώτων της πόλης. Δεν είναι πολλά. Ένα εδώ, ένα εκεί και όσο συνηθίζουν τα μάτια εμφανίζονται όλο και περισσότερα. Και για λίγο, για μια στιγμή μονάχα, νομίζω πως είμαι μόνος μου· μόνος μου σ’ όλο τον κόσμο. Και βγαίνει τότε το θεριό από τα βάθη της ψυχής μου και ρωτάει με φωνή βραχνή “Γιατί είσαι εδώ; Πού πας;”

Δεν είναι ξένη η φωνή. Βραχνή κι αν είναι, αν την ακούσω πολύ προσεκτικά καταλαβαίνω ότι είναι η δική μου και είναι φωνή απαιτητική. Θέλει απάντηση και τη θέλει τώρα. Και δεν σκαμπάζει από δικαιολογίες κι επιπλήξεις, ούτε και σ’ αφήνει να την αγνοήσεις. Θέλει απάντηση και τη θέλει τώρα. Ούτε ψέματα σηκώνει η φωνή. Ψέματα στον εαυτό σου δεν μπορείς να πεις όσο κι αν το θέλεις. “Γιατί είσαι εδώ; Πού πας;”

Μα αν δεν σηκώνει ψέματα η φωνή, μπορεί να της βουλώσει το στόμα μια μπούρδα, μια οποιαδήποτε μπούρδα, αρκεί να την πιστεύεις αρκετά. Γιατί σίγουρος αν δεν είσαι για ότι αποκριθείς, η φωνή εξαγριώνεται, θεριεύει και βρυχάται “Ψέματα μου λες, ανθρωπάκο. Από μένα θέλεις να κρυφτείς; Σε ξέρω πολύ καλά για να τα χάψω αυτά που μου τσαμπουνάς.” Και γελάει η βραχνή φωνή και καρκαράει κι αν είχε πρόσωπο σα γριά ξεδοντιάρα θά ‘ταν με κιτρινισμένα, σάπια δόντια και θανατερή ανάσα και πρόσωπο σκαμμένο από βαθιές ρυτίδες. Γιατί αυτή είναι η φωνή που όλοι τρέμουμε ν’ ακούσουμε το βράδυ, όταν όλα είναι ήσυχα και μόνοι μας θαρρούμε ότι είμαστε.

Από ένα σκοτάδι ερχόμαστε και όλο προς ένα σκοτάδι πάμε και το φως ανάμεσα το λέμε ζωή, αλλά στη σκοτεινιά της νύχτας όταν είμαστε το σκότος απ’ όπου ήρθαμε φαντάζει μακρινό και αδιάφορο, αλλά το σκοτάδι μπροστά μας είναι πηχτό και πιο άφωτο και απ’ την πιο άναστρη νύχτα και όπου και να γυρίσουμε το βλέπουμε μπροστά μας γιατί από μέσα μας αναβλύζει και μοιάζει της ζωής το φως ν’ αδυνατίζει.

Όλοι μας το κουβαλάμε το σκοτάδι αυτό που μιλάει με τη φαφούτικη φωνή των γηρατειών μας. Όλοι μας από τότε που ο πρώτος άνθρωπος με νου έμεινε μόνος του βράδυ στο δάσος και ένιωσε τη θνητότητά του να τον ζώνει από τριγύρω μαζί με τα θεριά. Και έδωσε όνομα στη φωνή αυτή ο άνθρωπος. Την είπε “δαίμονα”. Και τι φριχτός δαίμονας που είναι. Φριχτότερος απ’ όλους τους δαίμονες μαζί που έχει φανταστεί. Τον βλέπουμε συνέχεια γύρω μας το θάνατο και όσο περισσότερο είμαστε ζωντανοί, τόσο περισσότερο μας περιπαίζει.

“Γιατί είσαι εδώ; Πού πας; Θα σου πω εγώ! Σ’ εμένα έρχεσαι, μέρα με τη μέρα. Δε με θες, αλλά θα μού ΄ρθεις. Και τι θα κάνουμε μαζί, σαν το κατώφλι το περάσεις, δε σου λέω”.

Μα γιατί δε μου απαντάει; Μέσα μου δε ζει μήπως; Τη φωνή που από το ίδιο το μέσα μου ανεβαίνει γιατί δεν μπορώ να κουλαντρίσω; Όχι! Φωνή δικιά μου αυτή δεν είναι που με τρομάζει τόσο! Ο δαίμονας είναι που τ’ αρέσει να με βλέπει να ασφυκτιώ μες στο κορμί μου το ίδιο! Αχ, δε θα βρεθεί κάποιος της φωνής τη γλώσσα να την κόψει;

Και μες στην παραζάλη φτιάχνω τρομερό εχτρό για τη φωνή. Και μ’ όλα τα καλά και σπουδαία πράματα τον φορτώνω, να τον δει η φωνή που εγώ φαντάζομαι του δαίμονα, από μέσα μου, μεγάλο και φωτεινό και πλουμιστό και τρομερό στην όψη, να σκιαχτεί και να μ’ αφήσει ήσυχο. “Θεό” τον είπα τον οχτρό του. Και όντως! Τι χαρά! Φοβήθηκ’ η φωνή και έφυγε κι είμαι χαρούμενος για λίγο.

Μα τι κι αν άρον άρον την έδιωξα τη φωνή; Το ερώτημα έμεινε πίσω. “Το κατώφλι άμα περάσω τι θα βρω;” Και ο Θεός, που μ’ όλου του κόσμου τα καλά εφόρτωσα τώρα σιωπά κι αυτός γιατί το χρέος του έκανε· το κυνήγησε το χτήνος που αλυχτούσε το βράδυ σαν ήμουν μόνος στο μπαλκόνι. Και μένει η ερώτηση και τότε καταλαβαίνω ότι δεν ήταν η γριά η ξεδοντιάρα που φοβόμουν δαίμονας, αλλά κομμάτι του εαυτού μου και τώρα, χρόνια μετά, πίσω το ζητώ.

“Μα είσαι τρελός!;” μου λένε τότε όλοι. “Γιατί το θέλεις πίσω το τέρας με τη θανατερή ανάσα; Θα σου πω εγώ για το δικό μου το Θεό που το ‘διωξε και απάντηση μου έδωσε για το τι κρύβεται πίσω από το σκοτεινό κατώφλι στο τέρμα του φωτός που λέγεται ζωή. Κι άλλο φως έχει από πίσω, πιο πέρα κι από εκεί που φτάνει το μάτι, φως πηχτό που να το πιάσεις μπορείς και να γεμίσεις και τις τσέπες σου και τις τσέπες ολονών και πάλι να μη στερεύει και μοναχός σου ποτέ ξανά δε θά ‘σαι. Άσε το θεριό να αλυχτά πίσω από τη φωτεινή κουρτίνα πού ‘φτιαξα. Τι το θέλεις πίσω; Αυτά μου είπε εμένα ο Θεός μου.”

Μα ξέρω πως ο Θεός του είναι φτιαχτός σαν τον δικό μου. Και με φοβίζει ότι η φωτεινή κουρτίνα που μου υπόσχεται μπορεί να πέσει μία μέρα και πίσω από τις δίπλες της να φανεί πάλι το θεριό και να κρυφτώ δε θα μπορώ, στο φως λουσμένος καθώς θα ‘μαι. Και του λέω να ‘ρθει μαζί μου, να δοκιμάσουμε μαζί να το γκρεμοτσακίσουμε, αλλά δε θέλει ν’ αφήσει πίσω το Θεό του. Μ’ όλα τα καλά τον φόρτωσε και φοβερό και τρομερό καθώς τον έφτιαξε και με εξουσία στο τρομαχτικό θεριό, φοβάται πως τα καλά αυτά πίσω δε θα μπορεί να τα ζητήσει. Το σκιάζεται κι αυτός αυτό που έφτιαξε κι αν κάνει να φύγει, πίσω θα πρέπει να αφήσει της ζωής του τα καλύτερα. Μπορεί και να του λείψει. Σωτήρας και γλυκός βασανιστής μαζί.

Με τράβαγε κι εμένα απ’ το μπατζάκι ο Θεός μου. Δεν ήθελε να τον αφήσω πίσω και να του πάρω ότι εγώ του είχα δώσει. Δεν ήθελε πρόθυμα να αποχωριστεί όλα εκείνα που του φόρτωσα. Σα μουλάρι χρόνια τα κουβάλαγε αγόγγυστα και θαρρούσε πως τ’ ανήκαν. Τσίνισε πολύ, αλλά στο τέλος τα επήρα όλα. Και την αγάπη και την ευτυχία και την ελπίδα. Σάμπως δεν ήτανε δικά μου απ’ την αρχή;

Εγώ το δικό μου το Θεό τον εξεφόρτωσα. Πίσω τα πήρα όλα και άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και τράβηξα την κουρτίνα να μπει πάλι μέσα το θεριό. Και να! Δεν ήτανε και τόσο τρομαχτικό όσο νόμιζα όταν μιλούσε με βραχνή φωνή στο σκοτεινό μπαλκόνι. Μέσα στο φως του δωματίου το είδα πολύ πιο καθαρά. Δεν ήτανε θεριό. Εγώ ήμουνα. Γέρος, με άσπρα μαλλιά και μέτωπο ρυτιδιασμένο και κουρασμένο πρόσωπο, μα τα μάτια μου θαρρώ πως ήταν ίδια και η φωνή τώρα δεν ήτανε βραχνή, μα καθάρια και κρυστάλλινη. Μα γιατί με πείραζε και με σκάνιαζε ο γέρος εαυτός μου χρόνια πριν. Θα φοβότανε κι εκείνος, πιο κοντά αφού ‘ταν στο κατώφλι και με ζήλευε που εγώ ήμουν μακριά και δε φοβόμουν.

Αλλά τώρα τον κατάλαβα. Στο μπαλκόνι τώρα όταν στέκομαι το βράδυ δε δίνω σημασία στο σκοτάδι και το σβηστό το φως απέναντι, αλλά στα φώτα τ’ αναμμένα στις πέρα πολυκατοικίες που είναι κι άλλοι που ξαγρυπνάνε σαν κι εμένα και στον μακρινό αχό του δρόμου από πίσω, που μια στο τόσο περνάει κάποιο αμάξι (αχ, και να ‘ξερα που θε να πάει ο οδηγός του). Μονάχος μου δεν είμαι τελικά. Κι ούτε με φοβίζει πια ο εαυτός μου ο ίδιος. Έχω κι άλλα, βέβαια, που φοβάμαι, αλλά ένα-ένα θα τα βρω και θα τα λύσω. Πώς αλλιώς θα έχει η ζωή ενδιαφέρον αν δεν έχεις στόχο καλύτερος να γίνεις; Και έχω ακόμα κρατημένη την αγάπη, τη χαρά και την ελπίδα να πορεύομαι.

Κι όταν τελειώσει το ταξίδι και κουρασμένος πέσω για να ξαποστάσω, μαζί του θα περάσω στο σκοτάδι πέρα απ’ το κατώφλι και θα δω τι κρύβεται εκεί πίσω. Ίσως Θεός να με υποδεχτεί καλύτερος, πολύ πιο σπουδαίος και τρανός απ’ ό,τι έφτιαξε ο φόβος του θηρίου εδώ χάμω. Ίσως μια άλλη ζωή να πάρω απ’ την αρχή και να διαβάσω κάποτε πάλι ετούτες τις αράδες απορώντας ποιος ήταν εκείνος που τις έγραψε. Ίσως το τίποτα, εκεί που ήμουνα και πριν να γεννηθώ, γλυκό και ήσυχο σαν την κοιλιά της μάνας μου που μ’ όνειρα κι ελπίδες με ανάθρεψε. Μα ό,τι κι αν είναι πίσω εκεί με θάρρος κατάματα θα το κοιτάξω γιατί έτσι τ’ αποφάσισα· εγώ κι όχι οι άλλοι. Κι εν τέλει γιατί να φοβηθώ; Θεριό μπροστά να το φυλάει το κατώφλι τώρα δεν υπάρχει.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Iokaste’s Blog, όπου γίνεται ο σχολιασμός.

Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς θρησκεία;

9 October 2009
Comments Off on Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς θρησκεία;
Αρθρογράφος: Aeroxeimarros


Νομίζω ότι ήρθε ο καιρός που πρέπει να γράψω και εγώ την άποψη μου για τη Θρησκεία. Αν και εν μέσω εξεταστικής ίσως φαινομενικά κάτι τέτοιο να ήταν αδύνατο αλλά ας είναι καλά και ο Σεπτέμβρης..

Σε διάφορα blogs κατά καιρούς έχουν γραφτεί διάφορα περί του θέματος, από τα σκάνδαλα της εκκλησίας έως και καθαρώς φιλοσοφικές τοποθετήσεις ή και επιστημονικές θέσεις, σε ένα θέμα που αναμφίβολα είναι ανεπίλυτο. Η δική μου η τοποθέτηση στον παρόν άρθρο θα είναι κάπως διαφορετική.

Ο λόγος είναι ότι θα θίξω ένα θέμα καίριο που όμως δεν ασχολούνται και τόσο οι πλείστοι επ’ αυτού, τουλάχιστον στον βαθμό που θα έπρεπε. Το θέμα είναι η αναγκαιότητα της Θρησκείας στην κοινωνία μας. Αλήθεια, πόσο αναγκαία είναι η θρησκεία σήμερα;;

Κατ’ αρχήν, εξαρτάται σε ποιους απευθύνεται το ερώτημα. Διότι, σε ότι αφορά εμένα προσωπικά, βεβαίως μπορώ να ζήσω χωρίς τη Θρησκεία, θεωρώ ότι τα εφόδια που έχω ως άνθρωπος είναι αρκετά να αντιμετωπίσω τη ζωή χωρίς αυτήν.

Από τότε που έχασα την πίστη μου εξάλλου νιώθω απελευθερωμένος, με διαυγή σκέψη και το ίδιο ηθικός όσο όταν ήμουν χριστιανός. Ναι, είμαι άθεος και είμαι χαρούμενος γι’ αυτό!

Αυτό όμως είναι καθαρά υποκειμενικό, καθότι σίγουρα άλλοι και μάλιστα οι περισσότεροι μπορούν να ισχυριστούν το ίδιο ότι συμβαίνει με το να έχουν την πίστη τους. Ίσως, επειδή μεγάλωσαν έτσι και δεν μπόρεσαν ποτέ να ξεφύγουν, ίσως όμως και ότι συμπληρώνει τα κενά τους σε τέτοιο βαθμό που δύσκολα θα αμφέβαλλαν γι’ αυτήν καθώς έτσι θα κατέρρεε η όλη κοσμοθεωρία τους και εν τέλει η ψυχολογία τους.

Τι είναι όμως αυτό που κάνει τη Θρησκεία τόσο απαραίτητη στους περισσότερους;;

Αν και αρκετοί αποδίδουν την δύναμη της θρησκείας στο ότι καθησυχάζει τους πιστούς μπροστά στον θάνατό τους, θα έλεγα ότι δεν ισχύει και τόσο το εν λόγω επιχείρημα.. Σκεφτείτε μόνο ότι η προοπτική της κόλασης και της αιώνιας καταδίκης είναι πολύ πιο τρομακτική σε σχέση με το τίποτα, το κενό που αποδεχόμαστε οι άθεοι! Όλοι θα συμφωνήσουμε ότι υπό την στενή έννοια του όρου το κενό δεν είναι οδυνηρό, όπως δεν υπήρχαμε στην εποχή του Σωκράτη έτσι θα γίνει και όταν πλέον δεν θα ζούμε..
Οπότε υπό το πρίσμα αυτό εμείς οι άθεοι δεν έχουμε και μεγάλο πρόβλημα, σίγουρα κάποια αγωνία αλλά εν γένει θέλουμε να απολαύσουμε την επίγεια ζωή μας κι αυτό μας αρκεί!

Ο άθεος όμως στερείται κάποιας προστασίας έστω και φαινομενικής στον θάνατο των άλλων, ενός στενού συγγενή ή αγαπημένο του φίλο, εκεί ο θάνατος γι αυτόν είναι πολύ οδυνηρός, ανυπόφορος, εκεί νιώθει σπαραγμένος αν και στο βάθος του μυαλού του έχει μία παρηγοριά ότι τουλάχιστον αυτός που έχασε δεν θα υποφέρει, όμως στην αρχή δεν έχεις χρόνο να σκεφτείς κάτι τέτοιο! Εκεί είναι που θα ζήλευε ίσως έναν πιστό!

Ακριβώς, εδώ έγκειται η δύναμη της θρησκείας, στον θάνατο των άλλων! Μα, είναι αυτός λόγος να πιστέψουμε, εάν σκεφτούμε ότι το θέμα της ύπαρξης του Θεού -επιεικώς- είναι αμφίβολο;

Για κάποιους χωρίς καμία αμφισβήτηση ναι, είναι λόγος για να πιστέψουν, για κάποιος όχι όμως, στους οποίους συγκαταλέγομαι και εγώ!

Ίσως αυτό είναι που μας δίνει και δύναμη εμάς τους άθεους διότι απλά προτιμάμε την αλήθεια, δεν θέλουμε να παρηγορούμαστε απλά και μόνο για την ψυχική μας γαλήνη σε στιγμές πένθους! Δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και το γεγονός της τελετής που ακολουθεί μετά από έναν θάνατο με όλα όσα λαμβάνουν χώρα προσευχές, δεήσεις, σύμβολα, αγρυπνία κ,α. δίνουν τη δυνατότητα στους θρήσκους να αποδεχτούν και εν τέλει να ζήσουν τον θάνατο τους αγαπημένο τους προσώπου. Δεν τον θάβουν σαν ζώο, ούτε τον καίνε σαν σκουπίδι, έτσι τουλάχιστον νιώθουν οι πιστοί που είναι βαθιά προσκολλημένοι στα χριστιανικά τελετουργικά καθότι γι αυτούς δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ζήσουν τον Θάνατο των συγγενών τους.

Αυτή είναι η αλήθεια, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι αυτός είναι λόγος για να πιστέψεις, σας είπα ότι εγώ ως άθεος έχω τα εφόδια να αντιμετωπίσω τέτοια κατάσταση και δεν ικανοποιούμαι με τις εν λόγω τακτικές των θρήσκων. Το γεγονός αυτό όμως καθιστά τη Θρησκεία τόσο αναγκαία για την πλειοψηφία των ανθρώπων, η παρηγοριά και η τελετή σε μία δύσκολη γι αυτούς στιγμή!

Δεν θα άντεχαν χωρίς αυτό, είναι η ιδιοσυγκρασία τους , το πνεύμα τους, ο τρόπος σκέψης τους σύμφωνα με το γεγονός της παρηγοριάς που τους προσφέρει απλόχερα η Θρησκεία.

Εν κατακλείδι λοιπόν θεωρώ ότι εμείς οι άθεοι απλά θέλουμε να παρουσιάσουμε τη δική μας οπτική για τη ζωή και να επιχειρηματολογήσουμε γι αυτήν, να προβάλλουμε την άποψη μας και όχι να στερήσουμε την πίστη κανενός. Είναι δικαίωμα του καθενός να πιστεύει όπου θέλει εφόσον όμως δεν απαιτεί να το κάνουν και οι άλλοι! Οι πιστοί που έχουν ανάγκη τη θρησκεία, είναι ελεύθεροι να πιστεύουν σ’ αυτήν, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, εξάλλου όταν λείπει ο φανατισμός η διαφορετικότητα είναι ευλογία.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Ο καιρός είναι εξίσωση, όπου γίνεται ο σχολιασμός.

Κι αν υπάρχει θεός;

5 October 2009
Comments Off on Κι αν υπάρχει θεός;
Αρθρογράφος: Αόρατη Μελάνη


Πολλοί έχουν την εντύπωση πως αν τεκμηριωθεί η ύπαρξη θεού η αθεΐα θα αποδειχθεί πλάνη (και οι άθεοι θα φάνε τα καπέλα τους, θα πέσουν συντετριμμένοι στα γόνατα και θα λατρέψουν τον παντοδύναμο θεό).

Πρόκειται για τεράστια παρεξήγηση. Η απόδειξη της ύπαρξης θεού είναι ακριβώς αυτό που ζητούν οι άθεοι, σε αντίθεση με τους πιστούς, που δέχονται την ύπαρξη θεού χωρίς αποδείξεις. Μιλώ βεβαίως για φυσικές αποδείξεις, για τεκμήρια επαληθεύσιμα μέσω των αισθήσεων και της λογικής. Είναι φανερό ότι οι αρχαίοι μύθοι δεν συνιστούν αποδείξεις, όπως δεν συνιστά απόδειξη και το υποκειμενικό εσωτερικό βίωμα του καθενός.

Η παρεξήγηση συνίσταται στο εξής: επικρατεί η αντίληψη, ακόμη και στους αθεϊστικούς κύκλους, ότι η αθεΐα είναι άρνηση της ύπαρξης του θεού. Αυτό ενδεχομένως να ισχύει για μια μικρή μερίδα ανθρώπων που αυτοχαρακτηρίζονται άθεοι. Η μεγάλη πλειοψηφία των σύγχρονων άθεων όμως δεν αρνούνται την ύπαρξη του θεού: αρνούνται απλώς να την δεχτούν χωρίς αποδείξεις. Υπό αυτήν την έννοια, αθεΐα είναι η άρνηση της πίστης.

Η παρεξήγηση του “αγνωστικισμού”

Η παρεξήγηση αυτή οδηγεί πάρα πολλούς ανθρώπους να δηλώσουν αγνωστικιστές και όχι άθεοι, νομίζοντας ότι αγνωστικιστής είναι αυτός που ομολογεί ότι δεν γνωρίζει αν υπάρχει θεός, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ούτε για την ύπαρξη ούτε για την ανυπαρξία του. Αν όμως το ζητούμενο για την αποδοχή της ύπαρξης θεού είναι οι αποδείξεις, τότε ήδη έχουμε εγκαταλείψει την πίστη, ήδη έχουμε απορρίψει την ομολογιακή αποδοχή της ύπαρξης θεού, ήδη έχουμε πάψει να είμαστε ένθεοι – επομένως είμαστε ήδη άθεοι. Αυτούς τους αγνωστικιστές εγώ προσωπικά τους θεωρώ άθεους, δεδομένου ότι δεν έχουν πίστη στον θεό, αλλά ζητούν κι αυτοί αποδείξεις για να δεχτούν την ύπαρξή του.

Το έχω πει και θα το ξαναπώ: αθεΐα δεν είναι η βεβαιότητα ανυπαρξίας θεού, αθεΐα είναι η απουσία πίστης.

Ο όρος αγνωστικισμός πλάστηκε από τον Τόμας Χάξλεϋ για να δηλώσει την πεποίθηση ότι ορισμένες περιοχές της γνώσης ενδεχομένως να είναι απροσπέλαστες στον ανθρώπινο νου, σε αντίθεση με τον γνωστικισμό, που τρέφει την πεποίθηση ότι η ουσιαστική γνώση προέρχεται από εσωτερικές αποκαλυπτικές εμπειρίες.

Αγνωστικιστής λοιπόν δεν είναι αυτός που περιμένει αποδείξεις για να δεχτεί την ύπαρξη θεού, αλλά αυτός που πιστεύει (ώπα! να πάλι αυτή η λέξη!) ότι η ύπαρξη του θεού δεν μπορεί να γνωσθεί, ότι δεν μπορούμε ποτέ να μάθουμε αν υπάρχει θεός ή όχι. Η άποψη του αγνωστικισμού είναι ότι υπάρχουν ορισμένα θέματα που βρίσκονται έξω από την σφαίρα της ανθρώπινης γνώσης, ορισμένα θέματα που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε.

Αυτή η άποψη, όμως, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον θεϊσμό παρά στην αθεΐα. Πρώτα απ’ όλα, προϋποθέτει ένα βαθμό πίστης – όχι στον θεό, αλλά σε μια αστήρικτη πεποίθηση. Δεν συντρέχει λόγος να υποθέσουμε ότι υπάρχουν κάποια αντικείμενα που δεν μπορούν να γίνουν ποτέ γνωστά. Ήδη αυτή η υπόθεση όζει επιρροή θρησκευτικής πίστης. Ακόμη όμως κι αν διατυπώσουμε μια τέτοια υπόθεση, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την βεβαιότητά της. Θα πρέπει να αναζητήσουμε στοιχεία να την στηρίξουν, τεκμήρια, επιχειρήματα. Δεχόμενοι ότι ισχύει η υπόθεσή μας χωρίς να έχουμε βρει τέτοια στοιχεία, στην ουσία έχουμε ήδη καταφύγει στην πίστη: αν όχι πίστη στο θεό, τουλάχιστον πίστη στο μεταφυσικό.

Όπως και ο θεϊσμός, έτσι και ο αγνωστικισμός αναγνωρίζει ότι υπάρχουν πράγματα πάνω από τον άνθρωπο, πέρα από τον άνθρωπο, πράγματα ανώτερα και απροσπέλαστα. Ο θεϊσμός δέχεται ότι μπορούμε να τα γνωρίσουμε μόνο με εσωτερικά βιώματα, ο αγνωστικισμός λέει ότι δεν μπορούμε να τα γνωρίσουμε. Αυτή η τοποθέτηση όμως, στερούμενη λογικής στήριξης, δεν απέχει πολύ από την θρησκευτικότητα. Οπωσδήποτε απέχει πολύ λιγότερο από την θρησκευτικότητα παρά από την αθεΐα.

Η παρεξήγηση του “σκληροπυρηνικού αθεϊσμού”

Η απόλυτη άρνηση της ύπαρξης θεού, από την άλλη, στην ουσία προϋποθέτει πίστη: πώς αλλιώς μπορεί να είναι κανείς απόλυτα βέβαιος για την ανυπαρξία του; Αυτό το είδος αθεΐας, κατά τη γνώμη μου, σιγοντάρει την πίστη και πολώνει τις συζητήσεις. Είναι εμφανώς αδύνατον να γνωρίζουμε με βεβαιότητα την ανυπαρξία θεού. Μπορούμε να πούμε ότι οι πιθανότητες ύπαρξής του είναι απειροελάχιστες, δεν μπορούμε όμως να πούμε ότι είναι μηδενικές. Διατυπώνοντας μια τέτοια βεβαιότητα, δεν διαφέρουμε πολύ από τους θρήσκους, που δηλώνουν βέβαιοι για την ύπαρξη θεού ενώ είναι εμφανώς αδύνατον να γνωρίζουν κάτι τέτοιο.

Πολλοί κατηγορούν τους άθεους ότι έχουν ιδρύσει μια νέα θρησκεία, την θρησκεία της αθεΐας. Στην περίπτωση των άθεων αυτού του τύπου, έχουν δίκιο: η χωρίς αποδείξεις πίστη είναι χαρακτηριστικό της θρησκείας.

Οι άνθρωποι που αρνούνται αδιαπραγμάτευτα την ύπαρξη θεού κατά κανόνα θεωρούν τους εαυτούς τους «πραγματικούς» άθεους, τους πιο γνήσιους εκπροσώπους της αθεΐας. Κατά τη γνώμη μου ισχύει ακριβώς το αντίθετο: η θέση τους απέχει παρασάγγας από αυτό που εγώ εννοώ ως αθεΐα, διότι προϋποθέτει πίστη. Η αθεΐα όπως την εννοώ εγώ προϋποθέτει σκεπτικισμό και αμφισβήτηση.

Η παρεξήγηση του θεϊσμού

Σε συζητήσεις με θεϊστές, όταν λέω ότι δεν βλέπω καμμία απόδειξη για την ύπαρξη θεού, συχνά ακούω την προτροπή να «κοιτάξω με τα μάτια της καρδιάς μου». Η πρόταση αυτή προφανώς είναι μεταφορική: η καρδιά δεν έχει μάτια. Η παρεξήγηση ξεκινά από την επίσης μεταφορική δήλωση «δεν βλέπω καμμία απόδειξη για την ύπαρξη θεού». Όταν λέω βλέπω, στην περίπτωση αυτή, εννοώ προφανώς «αντιλαμβάνομαι». Υπό την έννοια αυτή και ο θεϊστής που προτρέπει να «κοιτάξω» με τα μάτια της καρδιάς στην πραγματικότητα προτρέπει να αντιληφθώ τον κόσμο με κάποιο άλλο μέσον από αυτό που χρησιμοποιώ.

Και ποιο είναι το μέσον που χρησιμοποιώ για να αντιληφθώ τον κόσμο; Μα φυσικά ο νους, το μυαλό μου. Ποια είναι λοιπόν τα «μάτια της καρδιάς» που με προτρέπει ο θρήσκος να χρησιμοποιήσω; Θα συμφωνήσουμε, νομίζω, ότι είναι το συναίσθημα. Όπως όλοι ξέρουμε, η λέξη «καρδιά» χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να δηλώσει το συναίσθημα.

Πείτε μου όμως, αγαπητοί μου, θεϊστές και μη: σας φαίνεται εύστοχο να επιχειρήσετε να αντιληφθείτε τον κόσμο με το συναίσθημα; Το συναίσθημα είναι υπέροχο και απαραίτητο όταν πρόκειται να σχετιστούμε με τους συνανθρώπους μας. Μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα ήταν τελείως άστοχο να επιχειρήσουμε να χρησιμοποιήσουμε την λογική. Το συναίσθημα είναι χρήσιμο επίσης όταν σχετιζόμαστε με το ευρύτερο περιβάλλον μας. Τρέφουμε αισθήματα για την οικογένειά μας, για τους φίλους μας, για τα κατοικίδιά μας, για την φύση. Αγαπάμε το παιδί μας αλλά και ένα όμορφο τοπίο και θέλουμε να τα φροντίσουμε να τα προστατέψουμε.

Προσοχή όμως: χρησιμοποιούμε το συναίσθημα για να σχετιστούμε, αλλά δεν το χρησιμοποιούμε για να αντιληφθούμε τον κόσμο. Δεν διαπιστώνουμε την ύπαρξη του ενός φίλου μας με το συναίσθημα. Την διαπιστώνουμε με τις αισθήσεις και με την λογική μας, όπως διαπιστώνουμε την ύπαρξη όλων των πραγμάτων. Από τη στιγμή που είναι υπαρκτός, τότε σχετιζόμαστε συναισθηματικά μαζί του. Η ύπαρξη του φίλου μας μπορεί να διαπιστωθεί και από άλλους ανθρώπους, ακόμη και από όσους δεν τον αγαπούν όπως εμείς. Μπορεί να τεκμηριωθεί με φωτογραφίες και άλλα φυσικά μέσα, μπορεί να επιβεβαιωθεί. Αν σχετιστούμε συναισθηματικά με ένα ανύπαρκτο πρόσωπο το οποίο μόνον εμείς αντιλαμβανόμαστε, τότε θεωρούμαστε ψυχοπαθείς και μας παρέχεται θεραπεία.

Αυτό ακριβώς, όμως, είναι που μας προτρέπουν οι θεϊστές να κάνουμε: να σχετιστούμε συναισθηματικά με ένα ον του οποίου την ύπαρξη δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε. Μας προτρέπουν να διαπιστώσουμε την ύπαρξη του θεού με το συναίσθημα – κάτι πρακτικά αδύνατον. Το συναίσθημα δεν προορίζεται για να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Τη δουλειά αυτή την κάνει η λογική, με επεξεργασία των δεδομένων που της παρέχουν οι αισθήσεις μας.

Η πραγματική αθεΐα

Η διαφορά ένθεου και άθεου, επομένως, δεν είναι ότι ο πρώτος «συντάσσεται με τον θεό» ενώ ο δεύτερος «αποτάσσεται τον θεό». Τι νόημα έχει να αποταχθείς ένα πλάσμα που θεωρείς ανύπαρκτο; Η διαφορά είναι ότι ο ένθεος δέχεται την ύπαρξη θεού χωρίς αποδείξεις, επιλέγει δηλαδή την πίστη, ενώ ο άθεος δέχεται μόνον όσα μπορούν να αποδειχθούν, επιλέγει την γνώση.

Η ύπαρξη ή μη θεού, επομένως, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, στην ουσία δεν σημαίνει τίποτα για την υπόθεση της αθεΐας. Το ζητούμενο από τη σκοπιά της αθεΐας δεν είναι να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει θεός, αλλά να προσεγγίσουμε την έννοια του θεού όπως προσεγγίζουμε κάθε άλλη έννοια, κάθε αντικείμενο προς μελέτη: με σκεπτικισμό και λογική σκέψη.

Αν υπάρχει θεός, επομένως, και η ύπαρξή του αποδειχθεί, οι σκεπτικιστές άθεοι δεν θα αλλάξουν άποψη. Δεν θα γίνουν πιστοί εν μία νυκτί. Όπως ακριβώς δεν πιστεύω ότι η γη είναι σφαιρική αλλά απλώς το δέχομαι επειδή έχει τεκμηριωθεί, έτσι ακριβώς δεν δέχομαι την ύπαρξη θεού εφόσον δεν είναι τεκμηριωμένη, και θα την δεχθώ αν τεκμηριωθεί. Δεν θα πιστέψω: θα γνωρίσω. Δεν θα αρχίσω αίφνης να κάνω τεμενάδες, να ψέλνω και να λιβανίζω: ενδεχομένως θα θαυμάσω, όπως θαυμάζω όλα τα φυσικά φαινόμενα, αλλά τίποτε παραπάνω.

Και όπως ακριβώς αν αποδειχθεί ότι η γη τελικά είναι κωνική θα το δεχτώ με βάση τα τεκμήρια χωρίς κανένα πρόβλημα, έτσι κι αν αποδειχθεί τελικά ότι ο θεός δεν υπάρχει πάλι θα το δεχτώ ασκαρδαμυκτί χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτε για την προσωπική ζωή μου ούτε για την κοσμοθεωρία μου. Το βασικό ζητούμενο για μένα, ξαναλέω, δεν είναι να μην υπάρχει θεός. Το ίδιο μου κάνει αν υπάρχει κι αν δεν υπάρχει. Το βασικό ζητούμενο είναι να γνωρίζω τι υπάρχει και να μην καταφεύγω σε μύθους και παρηγορίες όταν αδυνατώ να γνωρίσω.

Εμείς οι άθεοι χαιρόμαστε να γνωρίζουμε κάθε όψη του κόσμου όπου ζούμε.

Αν υπάρχει θεός, θα χαρούμε πολύ να τον γνωρίσουμε.

Συνέχεια…


Το άρθρο έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Αόρατη Μελάνη, όπου γίνεται ο σχολιασμός.